Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση, η Γερμανία προσβάλλει το κύρος του άρθρου 9 της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1992, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (1) (στο εξής: οδηγία). Η οδηγία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης, ως τμήμα του προγράμματος της Κοινότητας για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992.
2. Το άρθρο 100 Α ορίζει τα εξής:
"1. (...) Το Συμβούλιο (...) εκδίδει τα μέτρα σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
(...)
3. Η Επιτροπή, στις προτάσεις της που προβλέπει η παράγραφος 1 στους τομείς της υγείας, της ασφάλειας, της προστασίας του περιβάλλοντος και της προστασίας των καταναλωτών, βασίζεται σε υψηλό επίπεδο προστασίας.
(...)
5. Τα μέτρα εναρμόνισης που αναφέρονται πιο πάνω περιλαμβάνουν, στις ενδεδειγμένες περιπτώσεις, ρήτρα διασφάλισης που επιτρέπει στα Κράτη μέλη να λάβουν, για έναν ή περισσότερους από τους μη οικονομικούς λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 36, προσωρινά μέτρα υποκείμενα σε κοινοτική διαδικασία ελέγχου."
3. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο, θεσπίζοντας το άρθρο 9 της οδηγίας, ενήργησε καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχει η ως άνω διάταξη. Ωστόσο, πριν εξετάσω λεπτομερέστερα τους λόγους ακυρότητας τους οποίους προβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση, θα εκθέσω πρώτα τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας.
Η οδηγία
4. Σκοπός της οδηγίας, όπως εξηγείται με το προοίμιό της, είναι η καθιέρωση μιας γενικής επιταγής ασφαλείας, που να ισχύει σε ολόκληρη την Κοινότητα για όλα τα προϊόντα που προορίζονται για κατανάλωση και δεν καλύπτονται από πιο συγκεκριμένες διατάξεις ασφαλείας. Αν όλα τα κράτη μέλη συμμορφώνονται προς την επιταγή αυτή, θα αποφεύγονται οι διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών οι οποίες ενδέχεται να δημιουργούν εμπόδια στο εμπόριο και στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό εντός της εσωτερικής αγοράς. Επίσης θα εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και της ασφαλείας, όπως απαιτείται από το άρθρο 100 Α, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
5. Κατά το προοίμιο, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν ότι θα έχουν την εξουσία να οργανώνουν την απόσυρση των επικινδύνων προϊόντων που ήδη διατίθενται στην αγορά. Επιπλέον, η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνεται για όλα τα μέτρα που περιορίζουν τη διάθεση ενός προϊόντος στην αγορά ή επιβάλλουν την απόσυρσή του, εκτός από τα μέτρα με καθαρώς τοπικά αποτελέσματα.
6. Οι αιτιολογικές σκέψεις 17 έως 20 του προοιμίου αφορούν ειδικά την προσβαλλομένη στην παρούσα δίκη διάταξη, ορίζουν δε τα εξής:
"(...) τα κράτη μέλη είναι αρμόδια, κατά κύριο λόγο και στα πλαίσια των διατάξεων της Συνθήκης, ιδίως δε των άρθρων 30 έως 36, να λαμβάνουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα έναντι των επικίνδυνων προϊόντων που βρίσκονται στο έδαφός τους
(...) υπό τις συνθήκες αυτές, οι αποφάσεις που λαμβάνονται για ένα συγκεκριμένο προϊόν ενδέχεται να αποκλίνουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο (...) οι αποκλίσεις αυτές ενδέχεται να δημιουργήσουν απαράδεκτες διαφορές στην προστασία των καταναλωτών και εμπόδια για το ενδοκοινοτικό εμπόριο
(...) είναι δυνατόν να χρειαστεί να αντιμετωπιστούν σοβαρά προβλήματα ασφαλείας για ένα προϊόν, τα οποία επηρεάζουν ή θα μπορούσαν να επηρεάσουν, στο εγγύς μέλλον, ολόκληρη την Κοινότητα ή ένα σημαντικό τμήμα της και τα οποία, λόγω της φύσεως του προβλήματος ασφαλείας που θέτει το προϊόν, και ανάλογα με τον επείγοντα χαρακτήρα του, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται στις ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις που ισχύουν για το συγκεκριμένο προϊόν ή τη συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων
(...) κατά συνέπεια, πρέπει να προβλεφθεί ένας μηχανισμός ο οποίος θα επιτρέπει, ως έσχατο μέτρο, τη θέσπιση μέτρων που θα ισχύουν σε ολόκληρη την Κοινότητα, υπό μορφή απόφασης που θα απευθύνεται προς τα κράτη μέλη, προκειμένου να αντιμετωπιστούν έκτακτες περιστάσεις όπως οι προαναφερόμενες (...) μια τέτοια απόφαση δεν εφαρμόζεται αμέσως στους οικονομικούς φορείς, δεδομένου ότι απαιτείται προηγουμένως η μετατροπή της σε εθνική πράξη (...) τα μέτρα που θεσπίζονται με τη διαδικασία αυτή μπορούν να έχουν περιορισμένη μόνο χρονική ισχύ και πρέπει να θεσπίζονται από την Επιτροπή, η οποία θα επικουρείται από μια επιτροπή αντιπροσώπων των κρατών μελών (...) για τη συνεργασία με τα κράτη μέλη, πρέπει να συσταθεί μια ρυθμιστική επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία ΙΙΙ, εναλλακτική λύση β', της απόφασης 87/373/ΕΟΚ (2)."
7. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
"Σκοπός των διατάξεων της παρούσας οδηγίας είναι να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά."
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, προβλέπει ότι η οδηγία εφαρμόζεται εφόσον δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που να διέπουν την ασφάλεια των συγκεκριμένων προϊόντων.
8. Τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας επιβάλλουν στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση να εξασφαλίζουν τη διάθεση ασφαλών μόνο προϊόντων στην αγορά και να απαιτούν από τους παραγωγούς να παρέχουν τις κατάλληλες πληροφορίες για τους πιθανούς κινδύνους. Βάσει των άρθρων 5 και 6 τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε οι παραγωγοί και οι διανομείς να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις ασφαλείας που υπέχουν, υποχρεούνται δε ιδίως να εξασφαλίζουν ότι αυτά τα ίδια έχουν τις αναγκαίες εξουσίες, οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1.
9. Το άρθρο 7 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ενημερώνουν την Επιτροπή, οσάκις λαμβάνουν μέτρα που περιορίζουν ή απαγορεύουν την πώληση προϊόντος. Η Επιτροπή κατόπιν διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και, αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το μέτρο είναι δικαιολογημένο, πληροφορεί σχετικώς όλα τα κράτη μέλη. Αν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το μέτρο δεν είναι δικαιολογημένο, πληροφορεί το κράτος μέλος το οποίο έλαβε το εν λόγω μέτρο.
10. Ο τίτλος V της οδηγίας (άρθρα 8 έως 12) επιγράφεται: "Επείγουσες καταστάσεις και επεμβάσεις σε κοινοτικό επίπεδο". Το άρθρο 8 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να γνωστοποιούν στην Επιτροπή τα επείγοντα μέτρα που λαμβάνουν για να εμποδίσουν, να περιορίσουν ή να επιβάλουν όρους στην εμπορία ή τη χρήση ενός προϊόντος. Η Επιτροπή στη συνέχεια ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη, τα οποία ενημερώνουν την Επιτροπή για τα ληφθέντα μέτρα.
11. Το άρθρο 9, το οποίο, ας υπομνησθεί, είναι η επίδικη διάταξη εν προκειμένω, προβλέπει τα εξής:
"Εάν η Επιτροπή, μέσω της κοινοποίησης εκ μέρους ενός κράτους μέλους ή μέσω πληροφοριών που της διαβιβάζει ένα κράτος μέλος, ιδίως βάσει των άρθρων 7 και 8, γνωρίζει την ύπαρξη σοβαρού και άμεσου κινδύνου που παρουσιάζει ένα προϊόν για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών σε διάφορα κράτη μέλη και
α) εάν ένα ή περισσότερα κράτη μέλη έχουν λάβει μέτρα με τα οποία περιορίζεται η διάθεση του προϊόντος στην αγορά ή επιβάλλεται η απόσυρσή του από την αγορά, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, στοιχεία δ' έως η', και
β) εάν υπάρχει διαφορά μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την θέσπιση μέτρων για τον εν λόγω κίνδυνο και
γ) εάν ο κίνδυνος δεν είναι δυνατόν, λόγω της φύσεως του προβλήματος ασφαλείας που θέτει το προϊόν και λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της κατάστασης, να αντιμετωπιστεί στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται από τις ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις που ισχύουν για το συγκεκριμένο προϊόν ή τη συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων και
δ) εάν ο κίνδυνος είναι δυνατόν να εξαλειφθεί αποτελεσματικά μόνον με τη θέσπιση κατάλληλων μέτρων τα οποία θα εφαρμόζονται σε κοινοτικό επίπεδο προκειμένου να εξασφαλιστεί η προστασία της υγείας και της ασφαλείας των καταναλωτών και η καλή λειτουργία της κοινής αγοράς,
η Επιτροπή, αφού ζητήσει τη γνώμη των κρατών μελών και μετά από αίτηση ενός τουλάχιστον κράτους μέλους, μπορεί να εκδίδει απόφαση, με τη διαδικασία του άρθρου 11, η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λάβουν προσωρινά μέτρα, μεταξύ εκείνων τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία δ' έως η'."
Τα μέτρα του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία δ' έως η', τα οποία αναφέρει η διάταξη αυτή, περιλαμβάνουν μέτρα περιορισμού ή απαγορεύσεως της πωλήσεως του οικείου προϊόντος, αποσύρσεώς του από την αγορά ή καταστροφής του και την έκδοση των καταλλήλων ανακοινώσεων ή προειδοποιήσεων.
12. Αντιθέτως προς τις απόψεις που διατύπωσαν τόσο η Γερμανική Κυβέρνηση όσο και το Συμβούλιο, είναι αμφίβολο εάν το άρθρο 9 παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ανακαλούν μέτρα τα οποία έχουν ήδη λάβει. Ομοίως, οσάκις η Επιτροπή ασκεί τις εξουσίες που της παρέχει το άρθρο 9, δεν φαίνεται να απαγορεύεται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν ή να διατηρούν σε ισχύ αυστηρότερα μέτρα. Πάντως, είναι οπωσδήποτε σαφές ότι τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να συμβιβάζονται με τις υποχρεώσεις που υπέχει το κράτος μέλος από τη Συνθήκη, και ειδικότερα από τα άρθρα 30 και 36.
13. Το άρθρο 10 της οδηγίας προβλέπει τη σύσταση Επιτροπής 'Εκτακτης Ανάγκης και το άρθρο 11 εκθέτει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται, με τη συμμετοχή της επιτροπής αυτής, για τη λήψη των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 9. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, η διάρκεια ισχύος των θεσπιζομένων μέτρων περιορίζεται κατ' αρχάς σε χρονικό διάστημα τριών το πολύ μηνών.
Οι λόγοι ακυρώσεως
14. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει κατ' ουσίαν ότι το άρθρο 100 Α της Συνθήκης δεν παρέχει νομική βάση για διάταξη νόμου όπως το άρθρο 9, η οποία να χορηγεί στην Επιτροπή την εξουσία να επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβαίνουν σε ορισμένες συγκεκριμένες ενέργειες. Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, ενόψει των ενεργειών τις οποίες μπορεί να επιβάλλει απόφαση εκδιδομένη δυνάμει του άρθρου 9, η διάταξη αυτή αντιβαίνει στην κατανομή των εξουσιών μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και των κρατών μελών.
15. Προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι το άρθρο 9 της οδηγίας είναι ανίσχυρο, η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει τρεις λόγους. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι το άρθρο 9 δεν βρίσκεται εντός των ορίων της παρεχομένης από το άρθρο 100 Α, παράγραφος 5, της Συνθήκης εξουσίας να περιλαμβάνεται "ρήτρα διασφάλισης" στα μέτρα που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 100 Α, δηλαδή ρήτρα που επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν προσωρινά μέτρα υποκείμενα σε κοινοτική διαδικασία ελέγχου (3).
16. Επικουρικώς, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η θέσπιση του άρθρου 9 δεν βρίσκεται εντός των ορίων των γενικών εξουσιών που ασκεί το Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 100 Α, παράγραφος 1, της Συνθήκης, σε συνδυασμό με την υποχρέωση του άρθρου 145 να αναθέτει στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες. Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται σε γενικές γραμμές στο δικόγραφο της προσφυγής της Γερμανικής Κυβερνήσεως, αλλά αναπτύσσεται περισσότερο ολοκληρωμένα στο υπόμνημα απαντήσεως, όπου ανασκευάζονται τα επιχειρήματα που προέβαλε το Συμβούλιο με το υπόμνημα αντικρούσεως.
17. Τέλος, η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει το επιχείρημα ότι το άρθρο 9 είναι εν πάση περιπτώσει δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθόσον ο σκοπός αυτός μπορούσε να επιτευχθεί το ίδιο αποτελεσματικά με τη χρήση μέσων που περιορίζουν λιγότερο την εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν την πώληση των προϊόντων εντός του εδάφους τους.
18. Θα εξετάσω διαδοχικά τους ισχυρισμούς αυτούς.
1. Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 100 Α, παράγραφος 5
19. Παρά την εξέχουσα θέση που του δίδεται με την προσφυγή της Γερμανικής Κυβερνήσεως, νομίζω ότι ο ισχυρισμός που βασίζεται στο άρθρο 100 Α, παράγραφος 5, δεν έχει πρωταρχική σημασία στην παρούσα υπόθεση. Η οδηγία καθαυτή δεν αναφέρει το άρθρο 9 ως ρήτρα διασφαλίσεως ούτε παρέχει με το προοίμιό της καμία ένδειξη ότι η διάταξη αυτή θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 100 Α, παράγραφος 5. Επιπλέον, το Συμβούλιο, με το υπόμνημα αντικρούσεως, δεν επιχειρεί να επικαλεστεί το άρθρο 100 Α, παράγραφος 5.
20. Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 100 Α, παράγραφος 5, δεν έχει εξετασθεί μέχρι τώρα από το Δικαστήριο. Είναι όμως σαφές ότι το άρθρο 100 Α, παράγραφος 5, δεν παρέχει στο Συμβούλιο εξουσίες επιπλέον αυτών που ήδη διαθέτει βάσει του άρθρου 100 Α, παράγραφος 1. Πράγματι, το άρθρο 100 Α, παράγραφος 5, επιβάλλοντας στο Συμβούλιο να προβλέπει, οσάκις ενδείκνυται, ρήτρα διασφαλίσεως που επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν προσωρινά μέτρα υποκείμενα σε κοινοτική διαδικασία ελέγχου, απλώς αναγνωρίζει επισήμως τη μακροχρόνια πρακτική του Συμβουλίου κατά τη λήψη μέτρων εναρμονίσεως βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης (4). Αν και το άρθρο 100, αντιθέτως προς το άρθρο 100 Α, δεν χορηγεί ρητώς την εξουσία να περιλαμβάνονται στα μέτρα εναρμονίσεως ρήτρες διασφαλίσεως, δεν φαίνεται να υπάρχει αμφιβολία ότι το Συμβούλιο διέθετε την εξουσία αυτή πριν ακόμη το άρθρο 100 Α προστεθεί στη Συνθήκη με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Η εξουσία αυτή μπορούσε βεβαίως να ασκείται μόνο για να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα συμβιβαζόμενα με την Συνθήκη.
21. Παράδειγμα αποτελεί συναφώς το άρθρο 5 της οδηγίας 74/63/ΕΟΚ του Συμβουλίου (5), η οποία εναρμονίζει τα ανώτατα όρια περιεκτικότητας για ορισμένες ουσίες και ορισμένα προϊόντα στις ζωοτροφές. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 74/63 επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν προσωρινώς ανώτατα όρια περιεκτικότητας τα οποία δεν καθορίζονται από την οδηγία, οσάκις θεωρούν ότι υπάρχει κίνδυνος για την υγεία το κράτος μέλος που λαμβάνει τέτοιο μέτρο πρέπει ωστόσο να ειδοποιήσει αμέσως την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη. Βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, είναι τότε δυνατόν να ληφθεί απόφαση για την τροποποίηση της οδηγίας, κατόπιν αποφάσεως μιας επιτροπής.
22. Η διάταξη αυτή εξετάστηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση Tedeschi κατά Denkavit (6). Όπως εξήγησε το Δικαστήριο:
"Οσάκις, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 100 της Συνθήκης, οι κοινοτικές οδηγίες προβλέπουν την εναρμόνιση των διατάξεων που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της προστασίας της υγείας των ζώων και των ανθρώπων και καθιερώνουν κοινοτικές διαδικασίες ελέγχου της τηρήσεως των διατάξεων αυτών, παύει να δικαιολογείται η επίκληση του άρθρου 36, οπότε οι κατάλληλοι έλεγχοι πρέπει να διεξάγονται και οι διατάξεις προστασίας πρέπει να θεσπίζονται εντός του πλαισίου που ορίζει η οδηγία εναρμονίσεως.
(...)
Ωστόσο, εντός του πλαισίου της πραγματοποιουμένης εναρμονίσεως, το άρθρο 5 [της οδηγίας 74/63] επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαγορεύουν προσωρινώς την εντός του εδάφους τους εμπορία ζωοτροφών που περιέχουν ουσίες οι οποίες μπορεί να είναι ανεπιθύμητες για την υγεία των ανθρώπων ή των ζώων, μολονότι δεν αναφέρονται στα παραρτήματα της οδηγίας.
Αν και τα άρθρα 6 και 9 της οδηγίας ορίζουν ότι, κατόπιν κοινοτικής διαδικασίας, είναι δυνατή η τροποποίηση του καταλόγου των ανεπιθυμήτων ουσιών λόγω της εξελίξεως των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων, ήταν παρά ταύτα δικαιολογημένη η πρόβλεψη της δυνατότητας καλύψεως των κενών των εναρμονισμένων νομοθεσιών, όταν ανακύπτει κίνδυνος ο οποίος απαιτεί άμεση ενέργεια." (7)
23. Είναι προφανές ότι οι ρήτρες που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να λαμβάνουν προσωρινά μέτρα κατά παρέκκλιση από τους κανόνες των οδηγιών είναι συχνά ενδεδειγμένες, όταν οι οδηγίες εναρμονίζουν διατάξεις που αφορούν την υγεία ή την ασφάλεια. Πράγματι, αν δεν υπάρχουν τέτοιες ρήτρες, θίγεται σοβαρά η ικανότητα των κρατών μελών να αντιμετωπίζουν επείγουσες καταστάσεις. Οι ρήτρες αυτές ενδείκνυνται ιδιαιτέρως όταν η οδηγία αποσκοπεί σε υψηλό επίπεδο προστασίας, όπως στην περίπτωση των μέτρων που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 100 Α (8).
24. Επομένως, σκοπός του άρθρου 100 Α, παράγραφος 5, είναι να εξασφαλιστεί ότι το Συμβούλιο θα συνεχίσει να ακολουθεί την πρακτική του να προβλέπει, μεταξύ των μέτρων εναρμονίσεως, τις ενδεδειγμένες ρήτρες διασφαλίσεως (9). Αν και οι ρήτρες διασφαλίσεως μπορεί να λαμβάνουν διάφορες μορφές, οι ρήτρες αυτές συνήθως αποτελούνται από δύο αλληλένδετες διατάξεις: μία διάταξη η οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν προσωρινά μέτρα κατά παρέκκλιση από τις εναρμονισμένες διατάξεις της οδηγίας, υπό την προϋπόθεση της άμεσης ενημερώσεως της Επιτροπής, και μία διάταξη η οποία επιτρέπει στην Επιτροπή να εφαρμόζει τα μέτρα σε κοινοτικό επίπεδο κατόπιν διαδικασίας στην οποία μετέχει μια επιτροπή (10). Σε άλλες περιπτώσεις, όχι μόνο επιτρέπεται στα κράτη μέλη να αποσύρουν ένα προϊόν από την αγορά, αλλά τους επιβάλλεται να το πράξουν, ακόμη και όταν το προϊόν πληροί τις εναρμονισμένες προδιαγραφές, οι οποίες υπό κανονικές συνθήκες του επιτρέπουν να κυκλοφορεί ελεύθερα τότε προβλέπεται διαδικασία αναθεωρήσεως των εναρμονισμένων προδιαγραφών στα σημεία στα οποία αποδείχθηκαν ανεπαρκείς (11).
25. Ωστόσο, η προσβαλλομένη στην παρούσα δίκη διάταξη δεν μοιάζει με καμία από τις ρήτρες διασφαλίσεως που εξετάσθηκαν ανωτέρω. Το γιατί είναι σαφές. Αντίθετα απ' ό,τι προβλέπουν τα συνήθη μέτρα εναρμονίσεως, η οδηγία δεν θεσπίζει το τεκμήριο ότι τα προϊόντα που ανταποκρίνονται προς τις προδιαγραφές της οδηγίας πρέπει να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα εντός της Κοινότητας. Σκοπός της οδηγίας δεν είναι να διασφαλίσει ότι τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες προδιαγραφές, αλλά απλώς να διασφαλίσει ότι τα προϊόντα αυτά είναι "ασφαλή" (βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1), δηλαδή ότι ανταποκρίνονται στη "γενική υποχρέωση ασφαλείας" των άρθρων 3 και 4. Εξάλλου, η υποχρέωση αυτή πρέπει να εκτιμάται βάσει των ειδικών κανόνων του εθνικού δικαίου ή, ελλείψει τοιούτων, βάσει π.χ. των οικειοθελώς καθιερωθεισών εθνικών προδιαγραφών, οι οποίες έχουν προβλεφθεί κατ' εφαρμογήν ευρωπαϊκών προδιαγραφών, ή των κοινοτικών τεχνικών χαρακτηριστικών.
26. Κατ' αντίθεση προς τις άλλες οδηγίες οι οποίες επιβάλλουν υποχρεώσεις σχετικές με συγκεκριμένα προϊόντα, η οδηγία δεν προβλέπει κανένα τεκμήριο ότι τα προϊόντα που πληρούν ορισμένο σύνολο εναρμονισμένων προδιαγραφών είναι ασφαλή (12). Συνεπώς, δεν χρειάζεται καμία ρήτρα η οποία να επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν προσωρινά μέτρα, για λόγους υγείας και ασφαλείας, που να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της οδηγίας. Αντιθέτως, στόχος της οδηγίας είναι να διασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη θα θεσπίσουν τα κατάλληλα συστήματα εποπτείας και ελέγχου, χάρη στα οποία θα έχουν τη δυνατότητα να εμποδίζουν τη διάθεση των μη ασφαλών προϊόντων στην αγορά και να αντιμετωπίζουν επείγουσες καταστάσεις, αν παραστεί ανάγκη. Το άρθρο 9 επιτρέπει στην Επιτροπή να απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβαίνουν σε τέτοιου είδους ενέργειες.
27. Από τα ως άνω συνάγεται ότι τα άρθρο 9 δεν είναι μέτρο διασφαλίσεως στηριζόμενο στο άρθρο 100 Α, παράγραφος 5, της Συνθήκης. Επομένως, το ζήτημα είναι αν το Συμβούλιο είχε την εξουσία να το θεσπίσει δυνάμει των γενικών εξουσιών που του απονέμει το άρθρο 100 Α, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
2. Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 100 Α, παράγραφος 1
28. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το Συμβούλιο δεν θα είχε την εξουσία, βάσει του άρθρου 100 Α, παράγραφος 1, να εκδώσει το ίδιο αποφάσεις του είδους που προσδιορίζει το άρθρο 9 της οδηγίας. Ισχυρίζεται ότι η επίδικη διάταξη είναι κατά συνέπεια ανίσχυρη, καθόσον προβλέπει τη μεταβίβαση στην Επιτροπή μιας εξουσίας την οποία το ίδιο το Συμβούλιο δεν διαθέτει.
29. Η Γερμανική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι εξουσίες όπως αυτές που απονέμονται με το άρθρο 9 μπορεί να είναι χρήσιμες εντός του πλαισίου της κοινής αγοράς. Όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, μία συνέπεια της καταργήσεως των συνοριακών ελέγχων είναι ότι έχει γίνει πιο δύσκολο για τα κράτη μέλη να εμποδίζουν, ενεργώντας ατομικά, την κυκλοφορία μη ασφαλών προϊόντων εντός του εδάφους τους. Συνεπώς, κάποιο προϊόν το οποίο απαγορεύεται, επί παραδείγματι, σε ένα κράτος μέλος μπορεί να εισάγεται ελεύθερα από άλλο κράτος μέλος, εντός του οποίου δεν υπόκειται σε τέτοιους περιορισμούς. Οι εξουσίες που απονέμονται από το άρθρο 9 επιτρέπουν, όταν παρίσταται ανάγκη, την σε κοινοτικό επίπεδο αντιμετώπιση σοβαρών κινδύνων για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, διασφαλίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο ότι η ολοκλήρωση της κοινής αγοράς δεν θα επηρεάσει αρνητικά το επίπεδο προστασίας.
30. Δεν μπορεί επομένως να υπάρξει αμφιβολία ότι, όσον αφορά τον επιδιωκόμενο στόχο, το άρθρο 9 της οδηγίας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 100 Α, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει την λήψη ορισμένων μέτρων τα οποία έχουν ως αντικείμενο την καθιέρωση και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ωστόσο το επιχείρημα ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 9 δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ακριβώς ως μέτρα εναρμονίσεως οι αποφάσεις αυτές ενδέχεται ως εκ τούτου να μην εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 100 Α.
31. Κατά την ανάπτυξη του ισχυρισμού αυτού η Γερμανική Κυβέρνηση βασίζεται στη διάκριση μεταξύ των μέτρων εναρμονίσεως, αφενός, και των μέτρων εφαρμογής, αφετέρου (13). Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το άρθρο 100 Α μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο για την εναρμόνιση νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής των διατάξεων αυτών σε ατομικές περιπτώσεις. Κατά την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, οι αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας επιτελούν την τελευταία αυτή λειτουργία, δεδομένου ότι μπορούν, επί παραδείγματι, να επιβάλλουν στα κράτη μέλη να αποσύρουν από την αγορά ένα συγκεκριμένο προϊόν ή μια παρτίδα προϊόντων ως εκ τούτου, οι αποφάσεις αυτές βρίσκονται εκτός του πεδίου των εξουσιών εναρμονίσεως του Συμβουλίου. Συνεπώς, το Συμβούλιο δεν μπορεί να μεταβιβάσει την εξουσία αυτή στην Επιτροπή με πράξη που εκδίδεται βάσει του άρθρου 100 Α.
32. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πρώτον, είναι σαφές ότι το άρθρο 100 Α, όπως δέχεται και η Γερμανική Κυβέρνηση, δεν περιορίζεται στην εναρμόνιση νομοθετικών διατάξεων. Όπως το άρθρο 100, έτσι και το άρθρο 100 Α αναφέρεται ρητά στην εναρμόνιση των διοικητικών διατάξεων καθώς και των διατάξεων που θεσπίζονται με νόμο ή κανονιστική απόφαση. Επομένως, μεταξύ των μέτρων εναρμονίσεως μπορεί να καταλέγεται η υποχρέωση των διοικητικών αρχών να προβούν σε ορισμένες ενέργειες, όπως, επί παραδείγματι, στην έκδοση προειδοποιήσεων ή στην απόσυρση ορισμένων ειδών προϊόντων.
33. Περαιτέρω, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το άρθρο 100 Α μπορεί να χρησιμοποιείται για την εναρμόνιση διατάξεων, είτε νομοθετικών είτε διοικητικών, οι οποίες εμποδίζουν τη διάθεση συγκεκριμένων προϊόντων στην αγορά. Πράγματι, η εναρμόνιση των διατάξεων αυτών αποτελεί σημαντικό μέρος του προγράμματος της εσωτερικής αγοράς. Μπορεί, επί παραδείγματι, να είναι αναγκαία η σύνταξη καταλόγων προϊόντων ή ουσιών που δεν πρέπει να περιέχονται στα αρτύματα τροφίμων (14) ή στις πρόσθετες ουσίες ή στους διαλύτες εκχυλίσεως (15) ή στα καλλυντικά (16). Στην περίπτωση αυτή θα χρειάζεται συχνά να μεταβιβάζεται στην Επιτροπή η εξουσία να προσαρμόζει τις διατάξεις αυτές υπό το φως των τελευταίων τεχνικών γνώσεων (17). Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να παρασχεθεί στην Επιτροπή εξουσία να προσαρμόζει την οδηγία μόνο οσάκις έχουν προηγουμένως ληφθεί επείγοντα μέτρα από κράτος μέλος (18).
34. Βεβαίως, αυτό καθαυτό το γεγονός ότι το Συμβούλιο περιέλαβε προηγουμένως τέτοιες διατάξεις σε πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης δεν αποδεικνύει ότι το Συμβούλιο διαθέτει την εξουσία αυτή. Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ωστόσο την έκταση στην οποία θα θιγόταν η αποτελεσματικότητα του άρθρου 100 Α, αν γινόταν δεκτή η ερμηνεία που προσδίδει η Γερμανική Κυβέρνηση στο άρθρο αυτό.
35. Η Γερμανική Κυβέρνηση επιχειρεί να διακρίνει μεταξύ των διατάξεων της προαναφερθείσας κατηγορίας και της επίδικης στην παρούσα υπόθεση διατάξεως. Επισημαίνει ότι, σε αντίθεση προς την πρώτη κατηγορία διατάξεων, το άρθρο 9 δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να τροποποιεί την οδηγία, προκειμένου να την προσαρμόζει στην τεχνική πρόοδο. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η άσκηση των εξουσιών που παρέχονται με το άρθρο 9 συνεπάγεται μάλλον την εφαρμογή της γενικής υποχρεώσεως ασφαλείας, την οποία θεσπίζει το άρθρο 3, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις: επί παραδείγματι, την απαγόρευση ενός συγκεκριμένου προϊόντος. Είναι χαρακτηριστικό, κατά την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, ότι η οδηγία καθαυτή δεν περιλαμβάνει κατάλογο απαγορευμένων προϊόντων. Νομίζω, ωστόσο, ότι η διάκριση στην οποία στηρίζεται η Γερμανική Κυβέρνηση είναι καθαρώς τυπική και δεν είναι δυνατόν να επηρεάσει το κύρος της προσβαλλομένης διατάξεως. Δεν μπορεί να υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ της εξουσίας τροποποιήσεως ενός καταλόγου προϊόντων των οποίων μια οδηγία προβλέπει την απαγόρευση και της εξουσίας εκδόσεως χωριστής αποφάσεως που απευθύνεται στα κράτη μέλη και έχει ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα.
36. Αντιθέτως, νομίζω ότι η Γερμανική Κυβέρνηση ορθώς διακρίνει μεταξύ μέτρων εναρμονίσεως, αφενός, και μέτρων εφαρμογής, αφετέρου. Η θέσπιση κανόνων που πρέπει να εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη και η λήψη των αποφάσεων που εφαρμόζουν τους κανόνες στις ατομικές περιπτώσεις είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Είναι σαφές ότι, βάσει ορισμένων διατάξεων της Συνθήκης, το Συμβούλιο μπορεί να μεταβιβάζει στην Επιτροπή τόσο την εξουσία να θεσπίζει κανόνες όσο και την εξουσία να λαμβάνει ατομικές αποφάσεις (19). Το άρθρο 100 Α, αντιθέτως, αφορά αποκλειστικά την εναρμόνιση ορισμένων εθνικών διατάξεων. Συνεπώς, το άρθρο 100 Α μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο για την έκδοση μέτρων τα οποία θεσπίζουν ομοιόμορφους κανόνες η εφαρμογή των κανόνων αυτών σε ατομικές περιπτώσεις αποτελεί στην περίπτωση αυτή αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
37. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, οι αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας αποτελούν πράγματι μέτρα που απαιτούν εφαρμογή από τις εθνικές αρχές. Οι αποφάσεις μπορούν βεβαίως να είναι άκρως συγκεκριμένες, π.χ. να επιτάσσουν την απόσυρση από την αγορά ενός συγκεκριμένου προϊόντος ή μιας παρτίδας προϊόντων, τα οποία αποδείχθηκαν μη ασφαλή. Παρά ταύτα, νομίζω ότι ορθώς χαρακτηρίζονται ως μέτρα εναρμονίσεως. Το αποτέλεσμα δηλαδή μιας αποφάσεως βάσει του άρθρου 9 είναι να υποχρεούται κάθε κράτος μέλος να διασφαλίζει ότι όλες οι ποσότητες του εν λόγω προϊόντος έχουν αποσυρθεί από την αγορά. Συνεπώς, οι αποφάσεις βάσει του άρθρου 9 θεσπίζουν ομοιόμορφους κανόνες, οι οποίοι πρέπει να εφαρμόζονται από τις αρχές των κρατών μελών. Αυτό αρκεί κατά τη γνώμη μου για την απόρριψη του βασικού ισχυρισμού της Γερμανικής Κυβερνήσεως.
38. Με τις παρατηρήσεις της επί της παρεμβάσεως της Επιτροπής, η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ένα περαιτέρω επιχείρημα προς στήριξη της απόψεώς της ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας δεν μπορούν να θεωρούνται μέτρα εναρμονίσεως. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να αφορά "άμεσα και ατομικά" τον κατασκευαστή ή διανομέα του προϊόντος, υπό την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει το επιχείρημα ότι η απόφαση αυτή πρέπει κατά συνέπεια να θεωρείται ως μέτρο ατομικής εφαρμογής μάλλον παρά ως μέτρο εναρμονίσεως. Κατά την άποψή μου, ωστόσο, το γεγονός καθαυτό ότι μια απόφαση μπορεί να αφορά άμεσα και ατομικά μια συγκεκριμένη επιχείρηση δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να είναι η απόφαση αυτή μέτρο εναρμονίσεως, εφόσον έχει ως λειτουργία την εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων προς όφελος της εσωτερικής αγοράς.
39. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να δεχθώ ότι μια απόφαση που εκδίδεται βάσει του άρθρου 9 μπορεί να αποτελεί μέτρο που δεν συμβιβάζεται με την κατανομή των εξουσιών μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Γερμανική Κυβέρνηση προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν θα μπορούσε να ληφθεί από τις γερμανικές ομοσπονδιακές αρχές όσον αφορά τα Laender (τα γερμανικά ομόσπονδα κράτη) ωστόσο νομίζω ότι ο παραλληλισμός αυτός με τη διάκριση εξουσιών που προβλέπει το γερμανικό Σύνταγμα είναι άσχετος προς το πρόβλημα. Οι εξουσίες των κοινοτικών οργάνων πρέπει να αναζητούνται στις διατάξεις της Συνθήκης. Οι εξουσίες αυτές περιλαμβάνουν την εξουσία εναρμονίσεως των εθνικών διατάξεων, την οποία παρέχει το άρθρο 100 Α. Αρκεί λοιπόν το γεγονός ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας μπορούν ορθώς να χαρακτηριστούν ως μέτρα εναρμονίσεως.
40. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση. Επομένως, θα εξετάσω τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, δηλαδή την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
3. Αναλογικότητα της προσβαλλομένης διατάξεως
41. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλομένη διάταξη παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, διότι ο σκοπός της θα μπορούσε να επιτευχθεί με μέσα λιγότερο επαχθή για τα κράτη μέλη τα οποία αφορά. Συγκεκριμένα, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι είναι περιττό να δοθεί στην Επιτροπή η εξουσία να λαμβάνει δεσμευτικές αποφάσεις. Κατά την άποψή της, ο επιδιωκόμενος από την προσβαλλομένη διάταξη σκοπός θα μπορούσε να επιτευχθεί εξίσου αποτελεσματικά με την έκδοση γνωμών ή συστάσεων εκ μέρους της Επιτροπής. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, αν τα κράτη μέλη δεν συμμορφώνονταν με τη γνώμη ή τη σύσταση, η Επιτροπή θα μπορούσε να προσφύγει στο Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης. Προσθέτει ότι αυτός ο τρόπος ενεργείας δεν θα προκαλούσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει τη λήψη προσωρινών μέτρων, βάσει των άρθρων 185 ή 186 της Συνθήκης.
42. Κατά την άποψή μου, οι ισχυρισμοί αυτοί οφείλονται σε παρανόηση. Πρώτον, το όλο νόημα του άρθρου 100 Α είναι να καταστεί δυνατή η εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων, χωρίς να χρειάζεται να διεξάγονται πολλαπλές δίκες λόγω παραβάσεως. Εν πάση περιπτώσει, δεν βλέπω πώς θα μπορούσε η Επιτροπή να προσφύγει δικαστικώς βάσει του άρθρου 169 κατά κράτους μέλους το οποίο δεν συμμορφώθηκε προς κάποια γνώμη ή σύσταση, αφού το άρθρο 189 της Συνθήκης ρητώς ορίζει ότι οι συστάσεις και οι γνώμες δεν είναι δεσμευτικές. Συγκεκριμένα, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν εξηγεί πώς θα μπορούσε η Επιτροπή να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά κράτους μέλους το οποίο θα αρνούνταν, επί παραδείγματι, να απαγορεύσει την πώληση ενός συγκεκριμένου προϊόντος. Όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, η άρνηση αυτή δεν θα ήταν δυνατόν να αντιβαίνει στο άρθρο 30 της Συνθήκης. Αυτό που θα είχε αντίθετα ανάγκη δικαιολογήσεως θα ήταν η απαγόρευση του προϊόντος, δεδομένου ότι θα αποτελούσε περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
43. Περαιτέρω, είναι αμφίβολο αν η Επιτροπή θα μπορούσε υπό αυτές τις προϋποθέσεις να προσφύγει δικαστικώς κατά κράτους μέλους λόγω παραβιάσεως της γενικής υποχρεώσεως ασφαλείας την οποία καθιερώνει η οδηγία. Είναι αληθές ότι τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας επιβάλλουν στα κράτη μέλη να θεσπίσουν νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου οι παραγωγοί και οι διανομείς θα υποχρεούνται να λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα. Ομοίως, τα άρθρα 5 και 6 επιβάλλουν στα κράτη μέλη τη σύσταση αρχών που θα έχουν τις προσήκουσες εξουσίες και αρμοδιότητες και τα άρθρα 7 και 8 επιβάλλουν στα κράτη μέλη να παρέχουν ορισμένες πληροφορίες. Το άρθρο 14 επιβάλλει την τήρηση ορισμένων διαδικασιών. Ωστόσο, νομίζω ότι η μόνη διάταξη από την οποία μπορεί να απορρέουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις σχετικές με συγκεκριμένο προϊόν είναι το άρθρο 9 καθαυτό.
44. Παρά ταύτα, η Γερμανική Κυβέρνηση, με το υπόμνημα απαντήσεως, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να προσφύγει δικαστικώς κατά κράτους μέλους το οποίο θα παρέβαινε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5 και 6 της οδηγίας. Είναι αληθές ότι τα κράτη μέλη παραβαίνουν τις υποχρεώσεις αυτές, αν δεν θεσπίσουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ή αν δεν ορίσουν τις αρμόδιες αρχές οι οποίες θα ελέγχουν τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις και θα επιβάλλουν τις αρμόζουσες ποινές (άρθρο 5) ή αν δεν διασφαλίσουν ότι διαθέτουν τις κατάλληλες εξουσίες για τη θέσπιση των προσηκόντων μέτρων (άρθρο 6). Είναι ωστόσο σαφές ότι δεν θα μπορούσε να απορρέει από τις διατάξεις αυτές υποχρέωση αποσύρσεως ενός συγκεκριμένου προϊόντος από την αγορά. Ελλείψει αποφάσεως ληφθείσας βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας, μόνο οι εθνικές αρχές κάθε κράτους μέλους θα ήσαν αρμόδιες να αποφασίζουν τί μέτρα πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση πραγματικού ή φαινομενικού κινδύνου.
45. Επομένως, χωρίς το άρθρο 9, η Επιτροπή δεν θα είχε την εξουσία να διασφαλίζει ότι ένα μη ασφαλές προϊόν υπόκειται στις ίδιες απαγορεύσεις ή στους ίδιους περιορισμούς σε κάθε κράτος μέλος. Συνεπώς, αντιθέτως προς τον ισχυρισμό της Γερμανικής Κυβερνήσεως, το άρθρο 9 δεν μπορεί να θεωρείται περιττό για τον σκοπό που επιδιώκει.
46. Ομοίως, δεν με πείθει ο ισχυρισμός της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι μπορεί να γίνεται χρήση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει τη λήψη προσωρινών μέτρων. Συγκεκριμένα, θα ήταν δύσκολο να υποστηριχθεί ότι το Δικαστήριο είναι η πλέον κατάλληλη αρχή να αποφασίζει, σε περίπτωση κατεπείγοντος, αν ένα συγκεκριμένο προϊόν είναι ασφαλές. Νομίζω ότι τα ζητήματα αυτά αντιμετωπίζονται πιο αποτελεσματικά, σε πρώτο βαθμό, από την Επιτροπή 'Εκτακτης Ανάγκης για την Ασφάλεια των Προϊόντων, τη σύσταση της οποίας προβλέπει το άρθρο 10 της οδηγίας. Αν μια γνώμη της επιτροπής αυτής θεωρηθεί αδικαιολόγητη, θα είναι βεβαίως πάντα δυνατόν να προσβληθεί το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής που θα επακολουθήσει.
47. Επομένως, φρονώ ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η προσβαλλομένη διάταξη είναι δυσανάλογη.
Πρόταση
48. Συνεπώς, κατά την άποψή μου, η προσφυγή της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια, η Γερμανική Κυβέρνηση πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Ωστόσο, βάσει του άρθρου 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού αυτού, η Επιτροπή, ως παρεμβαίνουσα, πρέπει να φέρει τα δικά της έξοδα.
49. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή,
2) να καταδικάσει τη Γερμανία στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου και
3) να αποφανθεί ότι η Επιτροπή φέρει τα δικά της έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
(1) ΕΕ 1992, L 228, σ. 24.
(2) * ΕΕ 1987, L 197, σ. 33.
(3) * Βλ. σημείο 2 ανωτέρω.
(4) * Βλ. Pipkorn, στο Groeben/Thiesing/Ehlermann, Kommentar Zum EWG-Vertrag (4η έκδοση, Baden-Baden 1991), σ. 2867-2868 Ehlermann, The Internal Market following the Single European Act , Common Market Law Review 24 (1987), σ. 361-409, στις σ. 398-399.
(5) * Οδηγία του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1973 περί καθορισμού των ανωτάτων ορίων περιεκτικότητος για τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στις ζωοτροφές (ΕΕ ειδ. εκδ. 03/010, σ. 136), η οποία εκδόθηκε βάσει των άρθρων 43 και 100 της Συνθήκης.
(6) * Υπόθεση 5/77 (ECR 1977, σ. 1555, βλ. περίληψη της αποφάσεως Συλλογή τόμος 1977, σ. 475).
(7) * Βλ. σκέψεις 35 έως 38 της αποφάσεως.
(8) * Βλ. άρθρο 100 Α, παράγραφος 3, που παρατέθηκε ανωτέρω στο σημείο 2.
(9) * Βλ. επί παραδείγματι το άρθρο 5 της οδηγίας 88/344/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τους διαλύτες εκχύλισης οι οποίοι χρησιμοποιούνται στην παρασκευή των τροφίμων και των συσταστικών τους (ΕΕ 1988, L 157, σ. 28), το άρθρο 7 της οδηγίας 88/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ασφάλεια των παιχνιδιών (ΕΕ 1988, L 187, σ. 1), το άρθρο 21 της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τα προϊόντα του τομέα των δομικών κατασκευών (ΕΕ 1989, L 40, σ. 12), το άρθρο 12 της οδηγίας 89/398/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1989, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (ΕΕ 1989, L 186, σ. 27), και το άρθρο 16 της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 1990, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον (ΕΕ 1990, L 117, σ. 15).
(10) * Βλ. Ehlermann, όπ.π., υποσημείωση 4, σ. 398. Παράδειγμα αποτελεί το άρθρο 5 της οδηγίας 88/344, προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 9. Συνεπώς, τα προσωρινά μέτρα μπορούν να λαμβάνονται βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, και να εξετάζονται από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2 κατόπιν τα μέτρα μπορούν να ενσωματώνονται σε τροποποιήσεις της οδηγίας βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 3.
(11) * Βλ. άρθρο 21 της οδηγίας 89/106 και άρθρο 7 της οδηγίας 88/378, οι οποίες παρατίθενται αμφότερες στην υποσημείωση 9.
(12) * Παράβαλε τα άρθρα 4 και 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 88/378 και τα άρθρα 4, παράγραφος 2, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/106, οι οποίες έχουν παρατεθεί ανωτέρω στην υποσημείωση 9.
(13) * Βλ. υπόθεση 16/88, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1989, σ. 3457, σκέψη 11 της αποφάσεως).
(14) * Βλ. οδηγία 88/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα των αρτυμάτων που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στα τρόφιμα και των βασικών υλικών από τα οποία παρασκευάζονται (ΕΕ 1988, L 184, σ. 61), άρθρο 4.
(15) * Βλ. τα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας 89/107/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα πρόσθετα που μπορούν να χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα τα οποία προορίζονται για ανθρώπινη διατροφή (ΕΕ 1989, L 40, σ. 27), και το άρθρο 2 της οδηγίας 88/344, προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 9.
(16) * Βλ. το άρθρο 4 της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. εκδ. 13/004, σ. 145), εκδοθείσας βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης.
(17) * Βλ., επί παραδείγματι, τα άρθρα 8, παράγραφος 2, και 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768, προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 16, και βλ. τη δωδέκατη οδηγία (90/121/ΕΟΚ) της Επιτροπής, της 20ής Φεβρουαρίου 1990, για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο των παραρτημάτων ΙΙ, ΙΙΙ, IV, V και VI της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 1990, L 71, σ. 40), η οποία εξετάσθηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση C-212/91, Angelopharm, η απόφαση επί της οποίας εκδόθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1994.
(18) * Όπως στην περίπτωση της οδηγίας 88/344, παρατεθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 9 (βλ. άρθρο 5). Στην περίπτωση της οδηγίας 76/768, παρατεθείσας στην υποσημείωση 16, χορηγείται και γενική εξουσία προσαρμογής της οδηγίας στην τεχνική πρόοδο (άρθρο 8, παράγραφος 2) και εξουσία προσαρμογής υπό το φως μέτρων προστασίας που έχει λάβει κράτος μέλος (άρθρο 12, παράγραφος 3).
(19) * Βλ. υπόθεση 16/88, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13.
Full & Egal Universal Law Academy