Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Α * Εισαγωγή
1. Η παρούσα διαδικασία αφορά αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από την Publishers Association (στο εξής: ΡΑ) κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 1992 στην υπόθεση Τ-66/89 (1). Με την απόφαση αυτή το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως που είχε ασκήσει η ΡΑ κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 12ης Δεκεμβρίου 1988 σχετικά με τη διαδικασία: "'Ενωση εκδοτών * Συμφωνίες πωλήσεως βιβλίων σε καθορισμένες τιμές" (2).
2. Η αναιρεσείουσα είναι ένωση εκδοτών που δρουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η παρούσα διαδικασία αφορά δύο συμφωνίες που εκπονήθηκαν από την αναιρεσείουσα και συνήφθησαν το 1957. Οι συμφωνίες αυτές χαρακτηρίζονται ως "Net Book Agreements" (στο εξής: ΝΒΑ). Στην πρώτη από τις συμφωνίες αυτές είναι συμβαλλόμενα μέρη όλοι οι εκδότες που είναι μέλη της εν λόγω ενώσεως, ενώ συμβαλλόμενα μέρη στη δεύτερη συμφωνία είναι εκδότες που δεν είναι μέλη της ενώσεως αυτής. Οι δύο συμφωνίες έχουν, εν πολλοίς, το ίδιο περιεχόμενο.
3. Οι ΝΒΑ προβλέπουν ομοιόμορφους όρους για την πώληση βιβλίων σε καθορισμένες τιμές * των αποκαλούμενων "net books" * οι οποίοι πρέπει να εφαρμόζονται από τους συμβαλλόμενους εκδότες. Κατά τους εν λόγω τυποποιημένους όρους, απαγορεύεται καταρχήν στους εμπόρους χονδρικής ή λιανικής πωλήσεως να πωλούν τέτοια βιβλία στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία σε τιμή κατώτερη από την καθορισμένη από τον εκδότη. Εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτόν περιλαμβάνονται στις ίδιες τις συμφωνίες ΝΒΑ καθώς και σε εκτελεστικούς κανόνες που εκδίδει η ΡΑ σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις ΝΒΑ. Στους εκτελεστικούς αυτούς κανόνες συγκαταλέγονται διατάξεις σχετικές με εκπτώσεις σε βιβλιοθήκες, σε αγοραστές μεγάλων ποσοτήτων και στους ονομαζόμενους "book agents" (πράκτορες βιβλίων).
Οι ΝΒΑ αναθέτουν στην ΡΑ το καθήκον να εποπτεύει την τήρηση των εν λόγω συμφωνιών και να συλλέγει προς τούτο πληροφορίες για τυχόν παραβάσεις από βιβλιοπώλες. Οι συμβαλλόμενοι εκδότες υποχρεούνται να ασκούν τα συμβατικά τους δικαιώματα και τα δικαιώματα που τους παρέχει ο Resale Prices Act του 1976 (νόμος ισχύων στο Ηνωμένο Βασίλειο), οσάκις τους το ζητεί η ΡΑ. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Resale Prices Act του 1976 παρέχει στους εκδότες τη δυνατότητα να επιβάλλουν την τήρηση όρων σχετικών με μια κατώτατη τιμή πωλήσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο έναντι όλων των προσώπων που έχουν λάβει γνώση των όρων αυτών.
4. Σχετικά με τις συμφωνίες ΝΒΑ και τους συναφείς εκτελεστικούς κανόνες, η αναιρεσείουσα θέσπισε επίσης τον αποκαλούμενο "Code of Allowances" για την πώληση νέων, αναθεωρημένων ή φθηνών εκδόσεων, βιβλίων με μειωμένες καθορισμένες τιμές και βιβλίων που δεν πωλούνται εύκολα καθώς και κανόνες για τις λέσχες βιβλίου ("Book Club Regulations") και την ετήσια εθνική περίοδο πωλήσεως βιβλίων. Τέλος, πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι η αναιρεσείουσα εξέδωσε έναν οδηγό των βιβλιοπωλών ("Directory of Booksellers"), στον οποίο είχαν αναγραφεί όλοι οι βιβλιοπώλες που πληρούσαν ορισμένες προϋποθέσεις και είχαν αναλάβει την υποχρέωση τηρήσεως των προαναφερθέντων τυποποιημένων όρων πωλήσεως των "net books".
5. Οι κανόνες αυτοί περιγράφονται λεπτομερώς τόσο στην απόφαση της Επιτροπής της 12ης Δεκεμβρίου 1988 (3) όσο και στην προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου (4). Στο σημείο αυτό παρέλκει η διεξοδικότερη αναφορά στους εν λόγω κανόνες, δεδομένου ότι είναι άνευ σημασίας για την επίλυση της προκείμενης διαφοράς. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι όλες αυτές οι διατάξεις ισχύουν μόνο για την πώληση των "net books" και ότι κάθε εκδότης μπορεί να αποφασίσει ελεύθερα, εάν θέλει να πωλήσει ένα βιβλίο ως "net book" ή όχι. Εάν ένας εκδότης αποφασίσει να διανείμει ένα βιβλίο ως "net book", τότε εφαρμογή έχουν οι συμφωνίες ΝΒΑ και οι συναφείς κανόνες. Ωστόσο, αποκλειστικά και μόνο στον εκδότη εναπόκειται να καθορίσει την τιμή.
6. Σύμφωνα με όσα διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, ο αριθμός των νέων βιβλίων που εκδίδονται ετησίως στο Ηνωμένο Βασίλειο ανέρχεται περίπου σε 40 000, το 80 % των οποίων εκδίδεται από μέλη της αναιρεσείουσας.
Μόνο ένα μικρό μέρος της παραγωγής βιβλίων του Ηνωμένου Βασιλείου (περίπου 1,2 %) εξάγεται στην Ιρλανδία. Οι εξαγωγές όμως αυτές αντιπροσωπεύουν το 80 % των εισαγωγών βιβλίων στην Ιρλανδία και περισσότερο από το 50 % των συνολικών πωλήσεων βιβλίων σε αυτό το κράτος μέλος. Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι το 75 % περίπου των πωλουμένων στο Ηνωμένο Βασίλειο βιβλίων ή των εξαγομένων από Βρετανούς εκδότες στην Ιρλανδία διατίθενται στο εμπόριο ως "net books" (5).
7. Το Restrictive Practices Court (το αρμόδιο για θέματα ανταγωνισμού δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου) προέβη επανειλημμένα στην εξέταση του συμβατού των ΝΒΑ προς τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου περί του ανταγωνισμού. Το εν λόγω δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ του συμβατού της συμφωνίας αυτής, για πρώτη φορά σε μια αναλυτική απόφαση που εξέδωσε το 1962 (6). Με την απόφαση αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατάργηση των ΝΒΑ θα οδηγούσε σε άνοδο των τιμών των βιβλίων, μείωση του αριθμού των βιβλιοπωλείων που διαθέτουν αποθέματα και μείωση του αριθμού και της ποικιλίας των εκδιδομένων βιβλίων. Το Restrictive Practices Court επικύρωσε την απόφαση αυτή το 1964 και το 1968. Κατά τα τέλη του 1993, η αρμόδια αρχή ανακοίνωσε την πρόθεσή της να εξετάσει εκ νέου τις ΝΒΑ και ενδεχομένως να τις υποβάλει εκ νέου στην κρίση του Restrictive Practices Court (7).
8. Κατόπιν της προσχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κοινότητα η αναιρεσείουσα κοινοποίησε τις ΝΒΑ και τις λοιπές ρυθμίσεις στην Επιτροπή το 1973. Μόλις το 1988 η Επιτροπή εξέδωσε οριστική απόφαση για το ζήτημα αυτό. Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή έκρινε ότι οι ΝΒΑ και οι εκτελεστικοί κανόνες καθώς και τα άλλα μέτρα που είχε λάβει συναφώς η αναιρεσείουσα (8) συνιστούν παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, "στον βαθμό που καλύπτουν τις εμπορικές συναλλαγές βιβλίων μεταξύ κρατών μελών" (άρθρο 1 της αποφάσεως). Η Επιτροπή αρνήθηκε να χορηγήσει για τις εν λόγω συμφωνίες και τους λοιπούς κανόνες, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, εξαίρεση από την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (άρθρο 2 της αποφάσεως). Στην αναιρεσείουσα επιβλήθηκε επίσης η υποχρέωση να παύσει αμέσως τις παραβάσεις που αναφέρονταν στο άρθρο 1 της αποφάσεως (άρθρο 3 της αποφάσεως) και να πληροφορήσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις για την απόφαση και τις συνέπειές της (άρθρο 4 της αποφάσεως).
9. Το ζήτημα της δυνατότητας εξαιρέσεως δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ εξετάζεται στα σημεία 69 έως 86 της αποφάσεως. Στα σημεία αυτά η Επιτροπή εκθέτει ότι, κατά την άποψή της, "τουλάχιστον" μία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 85, παράγραφος 3, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται "η προϋπόθεση ότι οι συμφωνίες δεν επιβάλλουν περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων των συμφωνιών" (σημείο 70). Κατά την εξέταση του ζητήματος αυτού, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αναιρεσείουσα εξέφρασε την άποψη ότι, χωρίς την από κοινού εφαρμογή των τυποποιημένων όρων από τους εκδότες, οι βιβλιοπώλες δεν θα μπορούσαν να προστατεύονται επαρκώς. Η Επιτροπή, όμως, υιοθέτησε την άποψη ότι τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς τον σκοπό αυτό αφορούσαν όχι τόσο την ανάγκη από κοινού εφαρμογής τυποποιημένων όρων, αλλά μάλλον το ερώτημα εάν αυτός καθαυτός ο καθορισμός τιμών ήταν απαραίτητος για την επίτευξη του στόχου αυτού. Ωστόσο, και οι δύο αυτές απόψεις μπορούσαν και έπρεπε να εξετασθούν ανεξάρτητα η μία από την άλλη (σημείο 71).
Στη συνέχεια, η Επιτροπή περιγράφει τα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα όσον αφορά το ζήτημα της αναγκαιότητας (σημείο 72). 'Οπως αναφέρει η Επιτροπή, προβλήθηκε, πρώτον, το επιχείρημα ότι δεν θα ήταν εφικτό για κάθε εκδότη ατομικά να ανακοινώνει τους ατομικούς του όρους πωλήσεως. Δεύτερον, δεν θα ήταν εφικτό για τους βιβλιοπώλες να τηρούν μια πληθώρα διαφορετικών όρων για την πώληση βιβλίων με καθορισμένες τιμές. Τρίτον, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι είναι επίσης αναγκαίο να έχει κάθε βιβλιοπώλης τη βεβαιότητα ότι για ένα συγκεκριμένο βιβλίο οι ανταγωνιστές του υπόκεινται στους ίδιους όρους όπως και αυτός οι συμφωνίες ΝΒΑ παρείχαν στους βιβλιοπώλες τη βεβαιότητα αυτή. Τέλος, η εποπτεία της τηρήσεως των τυποποιημένων όρων και η επιβολή της εφαρμογής τους μπορούσε να αναληφθεί, στην πράξη, μόνο από την αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί το ζήτημα της αναγκαιότητας των περιορισμών του ανταγωνισμού, είναι σημαντικό "καταρχήν να υπενθυμιστούν οι σκοποί των συμφωνιών αυτών" (σημείο 73). Συναφώς, η Επιτροπή αναφέρει τα εξής:
"Η 'Ενωση υποστηρίζει ότι η παρακώλυση της ακριβούς λειτουργίας των συμφωνιών θα αναγκάσει τους βιβλιοπώλες που τηρούν αποθέματα να παραγγείλουν λιγότερα αντίτυπα του ίδιου βιβλίου και λιγότερα βιβλία, ενόψει του κινδύνου να πωληθούν αυτά σε χαμηλότερες τιμές αλλού και να αφήσουν αυτούς με αποθέματα που δεν θα μπορούν να πωλήσουν. Κατ' αυτόν τον τρόπο θα μειωθεί ο αριθμός των βιβλιοπωλών που τηρούν αποθέματα. Καθώς τα αποθέματα και η έκθεση των εμπορευμάτων θεωρούνται ουσιαστικά για τις πωλήσεις, οι πωλήσεις κατά συνέπεια θα πέσουν, οι εκδότες θα τυπώνουν μικρότερες εκδόσεις και το κόστος θα ανέλθει. Ως αποτέλεσμα αυτού και λαμβανομένου υπόψη ότι οι έμποροι θα ζητήσουν από τους εκδότες μεγαλύτερες εκπτώσεις, οι τιμές των βιβλίων θα ανέλθουν. Ταυτόχρονα, δεν θα είναι πλέον δυνατόν να εκδίδονται βιβλία με μικρό αριθμό αντιτύπων."
Μετά από κάποιες άλλες παρατηρήσεις (στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω) η Επιτροπή εξετάζει τα τέσσερα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα όσον αφορά το ζήτημα της αναγκαιότητας και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κανένα από τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι πειστικό (σημεία 76 έως 85).
10. Το 1989 η ΡΑ άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής της Επιτροπής προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατόπιν της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, που υπέβαλε την ίδια ημερομηνία, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ανέστειλε προσωρινά, με διάταξη της 13ης Ιουνίου 1989, την εκτέλεση των άρθρων 2 έως 4 της προσβαλλόμενης αποφάσεως (9). Το Πρωτοδικείο, στο οποίο διαβιβάστηκε η υπόθεση τον Νοέμβριο 1989, κατόπιν των τροποποιήσεων που είχαν στο μεταξύ επέλθει όσον αφορά τους κανόνες περί αρμοδιότητας, απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την προσφυγή ακυρώσεως. Στο πρώτο μέρος της εκτιμήσεως της ουσίας (σκέψεις 43 έως 59 της αποφάσεως) το Πρωτοδικείο ασχολήθηκε με τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά του άρθρου 1 της αποφάσεως της Επιτροπής και τα απέρριψε. Στο δεύτερο μέρος (σκέψεις 60 έως 116 της αποφάσεως) το Πρωτοδικείο εξέτασε τους λόγους ακυρώσεως που στρέφονταν κατά του άρθρου 2 της αποφάσεως και τους απέρριψε. Στους λόγους αυτούς συγκαταλεγόταν μια υποτιθέμενη διάσταση μεταξύ των αιτιάσεων που είχαν ανακοινωθεί στην αναιρεσείουσα και των αιτιάσεων που περιλαμβάνονταν στην απόφαση της Επιτροπής (σκέψεις 61 έως 70 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου).
11. Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο
* να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση,
* να ικανοποιήσει ένα μέρος των αιτημάτων που είχε ήδη υποβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου, δηλαδή
(i) να ακυρώσει το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής, κατά το μέτρο που αρνείται τη χορήγηση εξαιρέσεως για τις συμφωνίες ΝΒΑ και για ορισμένες συναφείς αποφάσεις, κανονισμούς και άλλα έγγραφα, που αναφέρονται στο άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής,
(ii) να αναγνωρίσει την ακυρότητα των άρθρων 2, 3 και 4 της αποφάσεως και
* να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας, της πρωτοβάθμιας διαδικασίας και της διαδικασίας για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 54 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς ή, επικουρικώς, να την αναπέμψει στο Πρωτοδικείο για να την κρίνει.
12. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο
* να απορρίψει ως απαράδεκτα τα επιχειρήματα και τα αιτήματα της αναιρεσείουσας που παρατίθενται στα σημεία 4γ και 4δ της αιτήσεως αναιρέσεως,
* εν πάση περιπτώσει, να απορρίψει την αναίρεση ως αβάσιμη και
* να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
13. Η Booksellers Association of Great Britain and Ireland (στο εξής: Booksellers Association) * μια ένωση βιβλιοπωλών του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας * και η Cle * The Irish Book Publishers Association (στο εξής: Cle) * μια ένωση Ιρλανδών εκδοτών * παρενέβησαν υπέρ της αναιρεσείουσας. Η Pentos Retailing Group Limited και η Pentos plc (στο εξής από κοινού: Pentos) * μια επιχείρηση πωλήσεως βιβλίων και η μητρική της εταιρία * έλαβαν την άδεια να παρέμβουν υπέρ της Επιτροπής.
Β * Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Ως προς το αντικείμενο και το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως
14. Ενόψει της κάπως περίεργης διατυπώσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι η έκταση της αιτήσεως αναιρέσεως. Από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτει ότι η ΡΑ βάλλει κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, μόνο καθόσον η εν λόγω απόφαση επικυρώνει τα άρθρα 2 έως 4 της αποφάσεως της Επιτροπής. Αντίθετα, η απόφαση του Πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται κατά το μέρος που απορρίπτει τους λόγους ακυρώσεως που στρέφονταν κατά του άρθρου 1 της αποφάσεως της Επιτροπής. Επομένως, η ΡΑ δεν αμφισβητεί πλέον τη διαπίστωση της Επιτροπής, η οποία επικυρώθηκε από το Πρωτοδικείο, ότι οι συμφωνίες ΝΒΑ και οι λοιποί κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής συνιστούν παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ.
'Οπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, η έκταση της αιτήσεως αναιρέσεως περιορίζεται και από άλλη μία άποψη. Συγκεκριμένα, η απόφαση του Πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται κατά το μέρος που απορρίπτει τον προαναφερθέντα λόγο ακυρώσεως που αφορά διαδικαστική πλημμέλεια (10) (μια υποτιθέμενη διάσταση μεταξύ των αιτιάσεων που κοινοποιήθηκαν στην αναιρεσείουσα και εκείνων στις οποίες στηρίχθηκε η απόφαση της Επιτροπής).
Επομένως, με την αίτηση αναιρέσεως, η ΡΑ προσάπτει, κατ' ουσία, στο Πρωτοδικείο ότι εσφαλμένα θεώρησε νόμιμη την περιεχόμενη στο άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής άρνηση χορηγήσεως εξαιρέσεως δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ.
15. Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή έθεσε, ορθώς, το ερώτημα εάν η αίτηση αναιρέσεως της ΡΑ αφορά όλες τις συμφωνίες και τους λοιπούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής. Το περιεχόμενο της αιτήσεως αναιρέσεως δεν ήταν απόλυτα σαφές ως προς το σημείο αυτό. Η αναιρεσείουσα δεν διέλυσε την ασάφεια αυτή παρά μόνο με την απάντησή της σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου. Με την απάντηση αυτή, η αναιρεσείουσα δήλωσε ότι, ήδη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, είχε αποσύρει τον Code of Allowances (άρθρο 1, στοιχείο γ', της αποφάσεως της Επιτροπής) και την απόφασή της σχετικά με τους όρους καταχωρίσεως στο Directory of Booksellers (άρθρο 1, στοιχείο στ', της αποφάσεως της Επιτροπής) οι ρυθμίσεις αυτές δεν αποτελούν, επομένως, αντικείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά την άποψή μου όμως, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να υπεισέλθει με την απόφασή του στο ζήτημα αυτό. Σε περίπτωση που η αίτηση αναιρέσεως γίνει δεκτή, είναι αυτονόητο ότι το Πρωτοδικείο * ή η Επιτροπή * κατά την εκ νέου εξέταση της υποθέσεως θα πρέπει να ερευνήσει μόνο τη δυνατότητα χορηγήσεως εξαιρέσεως για τις λοιπές συμφωνίες και ρυθμίσεις. Δεν είναι, επομένως, αναγκαίο να περιέχει καμία σχετική διευκρίνιση το διατακτικό της αποφάσεως. Η παρατήρηση αυτή ισχύει, φυσικά, και για την περίπτωση που η αίτηση αναιρέσεως απορριφθεί.
16. 'Οπως ήδη ανέφερα, η απόφαση της Επιτροπής αφορά τις ΝΒΑ και τους λοιπούς κανόνες, μόνο καθόσον οι κανόνες αυτοί επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών (11). Επομένως, η απόφαση της Επιτροπής, όπως τόνισε ακόμη μια φορά η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εκτεινόταν επί της εφαρμογής των ΝΒΑ και των συναφών κανόνων στο ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο, καθόσον η εφαρμογή αυτή δεν θίγει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Το ζήτημα εάν και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πώς η διάκριση αυτή, που είναι σαφής στη θεωρία, μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη δεν χρειάζεται να επιλυθεί εδώ, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει προβάλει σχετικές αιτιάσεις στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας. Οι παρατηρήσεις, επομένως, της παρεμβαίνουσας Pentos, κατά τις οποίες η εφαρμογή των ΝΒΑ και των συναφών κανόνων δεν μπορεί να περιοριστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι άνευ σημασίας. 'Οπως ορθώς υποστήριξε η αναιρεσείουσα, οι εν λόγω παρατηρήσεις της Pentos συνιστούν μια ανεπίτρεπτη προσπάθεια εκ μέρους ενός παρεμβαίνοντος να προσβάλει την απόφαση της Επιτροπής από μια άλλη άποψη (12).
17. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ορισμένα από τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτα, δεδομένου ότι αφορούν πραγματικά περιστατικά και όχι νομικά ζητήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 168Α, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, οι αιτήσεις αναιρέσεως περιορίζονται, ως γνωστό, σε νομικά ζητήματα. Ωστόσο, για λόγους σαφήνειας, θα ασχοληθώ με την ένσταση αυτή στο πλαίσιο της εξετάσεως των κατ' ιδίαν λόγων αναιρέσεως, τους οποίους αφορά.
Ως προς την ουσία
Προκαταρκτική παρατήρηση
18. Η προκείμενη υπόθεση είναι αξιοπρόσεκτη από πολλές απόψεις. Προκαλεί π.χ. έκπληξη το γεγονός ότι μόλις το 1988 η Επιτροπή μπόρεσε να αποφασίσει σχετικά με συμφωνίες οι οποίες της είχαν κοινοποιηθεί ήδη το 1973. Είναι επίσης περίεργο το ότι η Επιτροπή αγνοεί σχεδόν ολοκληρωτικά τις αποφάσεις του Restrictive Practices Court, στις οποίες η αναιρεσείουσα είχε προσδώσει τόσο μεγάλη βαρύτητα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Αντ' αυτού, η Επιτροπή βασίζεται σε μια απόφαση, την οποία είχε εκδώσει πριν από μερικά χρόνια, για να καταλήξει να ισχυριστεί στο πλαίσιο της επακόλουθης δίκης ότι η παραπομπή στην απόφαση αυτή δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα υπόθεση.
Τα επιχειρήματα που προβάλλει η αναιρεσείουσα δημιουργούν επίσης αμφιβολίες σχετικά με τη σκοπιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένα σύστημα υποχρεωτικών τιμών πωλήσεως για βιβλία, το οποίο να περιορίζει τον ανταγωνισμό λιγότερο απ' ό,τι οι συμφωνίες ΝΒΑ, έχει κάποια βάση. Αξιοσημείωτο είναι επίσης * αν και φυσικά δεν είναι κρίσιμο για τη νομική εκτίμηση * το γεγονός ότι, σύμφωνα με την Booksellers Association, όχι μόνο οι συμβαλλόμενοι εκδότες, αλλά και η συντριπτική πλειοψηφία των βιβλιοπωλών που ανήκουν στην ένωση αυτή υποστηρίζουν τις ΝΒΑ. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση της Επιτροπής έχει ως συνέπεια ότι η αγορά βιβλίων του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, η οποία μέχρι τώρα αποτελούσε μια ενότητα, θα διχοτομηθεί πλέον κατά μήκος των εθνικών συνόρων. Τόσο η αναιρεσείουσα όσο και η Booksellers Association και η Cle δικαίως επισημαίνουν την * τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως * παράδοξη αυτή συνέπεια.
Ακόμη και η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου δίνει αφορμή για κάποιες επικρίσεις. Δεδομένου, όμως, ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε συναφώς ορισμένους ισχυρισμούς, θα εξετάσω τα ζητήματα αυτά αργότερα.
19. Ωστόσο, η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει ότι κατά την εξέταση του αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση εξαιρέσεως, δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ, διαθέτει ορισμένη διακριτική ευχέρεια (13). Ο δικαστικός έλεγχος των εν λόγω εκτιμήσεων πρέπει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός αυτό και να περιορίζεται "στην εξέταση του υποστατού των πραγματικών περιστατικών και στον έλεγχο των νομικών χαρακτηρισμών που συνάγει από αυτά η Επιτροπή" (14). Ο έλεγχος αυτός εναπόκειται στο Πρωτοδικείο.
Η αίτηση αναιρέσεως που ασκείται κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. 'Οπως έχω ήδη εκθέσει σε άλλη περίπτωση (15), η έννοια "νομικό ζήτημα" ενδείκνυται να ερμηνεύεται στενά. Η άποψη αυτή συνάδει προς τη νομολογία, κατά την οποία η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή μόνο "κατά το μέρος κατά το οποίο στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε κατά παράβαση των κανόνων δικαίου, των οποίων την τήρηση όφειλε να εξασφαλίσει" (16). Η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αφορά την παράβαση νομικών κανόνων, "ενώ αποκλείεται οποιαδήποτε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών" (17).
Υπ' αυτό το φως πρέπει να εξεταστούν ακολούθως οι λόγοι αναιρέσεως που έχει προβάλει η αναιρεσείουσα. Πρέπει, καταρχάς, να αναφέρω ότι στην αίτηση αναιρέσεως η αναιρεσείουσα έχει εκθέσει τους λόγους αυτούς σε δύο μέρη (από τα οποία το πρώτο επιγράφεται: "λόγοι αναιρέσεως" και το δεύτερο: "νομικοί ισχυρισμοί προς στήριξη των λόγων αναιρέσεως") χωρίς να διασαφηνίζεται η σχέση μεταξύ των δύο αυτών μερών. Δεδομένου ότι ορισμένοι από τους λόγους αυτούς εν πάση περιπτώσει αλληλεπικαλύπτονται, θα τους εξετάσω κατωτέρω με άλλη σειρά.
Οι κατ' ιδίαν λόγοι αναιρέσεως
(1) Η φύση των ΝΒΑ
20. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, στη σκέψη 72, υιοθέτησε μια "θεμελιωδώς" εσφαλμένη ερμηνεία, καθόσον συμφώνησε με την άποψη της Επιτροπής ότι μέσω των ΝΒΑ θεσπίστηκε ένα "συλλογικό" σύστημα, το οποίο επέβαλλε για ορισμένο βιβλίο την ίδια τιμή σε όλους τους βιβλιοπώλες. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι οι ΝΒΑ παρέχουν αντίθετα στους κατ' ιδίαν εκδότες τη δυνατότητα να προβλέπουν υποχρεωτικές τιμές πωλήσεως για συγκεκριμένα βιβλία σε ατομική βάση, χωρίς να υποχρεούνται προς τούτο. Δεν πρόκειται συνεπώς για συλλογική ρύθμιση. Βέβαια, το σύστημα που θεσπίστηκε με τις ΝΒΑ έχει ορισμένα χαρακτηριστικά συλλογικού συστήματος. Για παράδειγμα, παρέχει στην αναιρεσείουσα τη δυνατότητα να γνωστοποιεί, για λογαριασμό των συμβαλλομένων εκδοτών, τους τυποποιημένους όρους πωλήσεως των βιβλίων καθορισμένης τιμής σε όλες τους βιβλιοπώλες στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία. Επίσης, παρέχει στους βιβλιοπώλες τη δυνατότητα να δρουν με βάση σαφείς και ομοιόμορφους όρους πωλήσεως. Οι όροι πωλήσεως προβλέπουν επίσης ομοιόμορφες εξαιρέσεις. Τέλος, το σύστημα παρέχει στην αναιρεσείουσα τη δυνατότητα να εποπτεύει την τήρηση των τυποποιημένων αυτών όρων. Κατά την άποψη όμως της αναιρεσείουσας, αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΝΒΑ αποτελούν μια συλλογική ρύθμιση. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η ίδια η Επιτροπή, στη διαδικασία στην υπόθεση VBVB και VBBB κατά Επιτροπής (18), χαρακτήρισε, όπως προκύπτει από την έκθεση ακροατηρίου (19), το σύστημα που θεσπίστηκε με τις ΝΒΑ ως ένα "ατομικό σύστημα διατιμήσεως που εμφανίζει ορισμένα συλλογικά χαρακτηριστικά".
Η Booksellers Association και η Cle προσάπτουν επίσης στο Πρωτοδικείο ότι εσφαλμένα κάνει λόγο για "συλλογικό" σύστημα.
21. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τόσο η ίδια όσο και το Πρωτοδικείο είχαν σαφή εικόνα για την πραγματική φύση των ΝΒΑ. Αυτό φαίνεται από τις σκέψεις 45 και 95 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και δεν διαψεύδεται από το απόσπασμα της σκέψεως 72 της αποφάσεως, το οποίο επικαλείται η αναιρεσείουσα για να ισχυριστεί το αντίθετο. Η αναιρεσείουσα παραθέτει το απόσπασμα αυτό χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα συμφραζόμενα και επιπλέον του αποδίδει άλλη σημασία απ' ό,τι του απέδιδε το Πρωτοδικείο.
22. Φρονώ ότι η άποψη της Επιτροπής είναι ορθή. Τα όσα αναφέρονται στις σκέψεις 45 και 95 της προσβαλλόμενης αποφάσεως δείχνουν ότι το Πρωτοδικείο είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι οι εκδότες που ήταν συμβαλλόμενα μέρη στις ΝΒΑ είχαν απλώς τη δυνατότητα και όχι την υποχρέωση να θεωρούν τα βιβλία που εξέδιδαν ως "net books" και να εφαρμόζουν για την πώλησή τους τους τυποποιημένους όρους που προβλέπουν οι ΝΒΑ. Αντίθετα, οι ομοιόμορφοι αυτοί όροι πωλήσεως έχουν εφαρμογή, μόνο εάν ένας εκδότης έχει χαρακτηρίσει ένα βιβλίο ως "net book". Αμφιβάλλω ωστόσο (σε αντίθεση προς την άποψη που εξέφρασε η Pentos, κατά την οποία οι ΝΒΑ έχουν αναμφίβολα συλλογικό χαρακτήρα) για το αν ο χαρακτηρισμός του συστήματος αυτού ως συλλογικού συστήματος είναι ιδιαίτερα επιτυχής. Προτιμότερη, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν η διατύπωση που επέλεξε η Επιτροπή στην υπόθεση VBVB και VBBB. Τελικά, όμως, το ερώτημα αυτό μπορεί * μολονότι, ως γνωστόν, οι λέξεις προσφέρονται ιδιαίτερα για διαμάχες * να μείνει αναπάντητο, αφού θα είχε σημασία μόνο στην περίπτωση που το Πρωτοδικείο θα είχε συναγάγει εσφαλμένα συμπεράσματα από τον χαρακτηρισμό που επέλεξε. 'Οπως όμως θα καταδειχθεί κατωτέρω (20), η περίπτωση αυτή δεν συντρέχει εν προκειμένω.
23. Η Επιτροπή υποστηρίζει συναφώς ότι οι ΝΒΑ δημιουργούν μια "εναρμόνιση όρων", καθόσον στερούν από τους συμβαλλόμενους εκδότες κάθε δυνατότητα ανταγωνισμού μέσω της εφαρμογής διαφορετικών όρων πωλήσεως. Ο εκδότης που επιθυμεί να εφαρμόσει σύστημα υποχρεωτικών τιμών πωλήσεως για τα προϊόντα του μπορεί να το πράξει μόνο με βάση τις ΝΒΑ και τους όρους πωλήσεως που περιέχονται σ' αυτές.
Οι παρατηρήσεις αυτές, καθόσον αφορούν το ζήτημα σε ποιο βαθμό οι ΝΒΑ περιορίζουν τον ανταγωνισμό, αναφέρονται στο άρθρο 85, παράγραφος 1, και παρέλκει επομένως η περαιτέρω ανάπτυξή τους στο σημείο αυτό, δεδομένου ότι οι συναφείς διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου δεν αποτελούν αντικείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως. Η παρατήρηση αυτή ισχύει και όσον αφορά τον ισχυρισμό που προέβαλε η αναιρεσείουσα κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή οι εκδότες που είναι συμβαλλόμενα μέρη στις ΝΒΑ παραμένουν ελεύθεροι να προβλέπουν υποχρεωτικές τιμές για τα βιβλία τους, χωρίς να είναι αναγκασμένοι να εφαρμόζουν τους όρους που τίθενται στις ΝΒΑ.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, όμως, ότι οι παρατηρήσεις αυτές της Επιτροπής μπορούν επίσης να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιχειρείται με αυτές να αμφισβητηθεί η συνδρομή μιας περαιτέρω προϋποθέσεως που απαιτείται για τη χορήγηση εξαιρέσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, δεν μπορεί, ως γνωστόν, να χορηγηθεί εξαίρεση, εάν η εξαίρεση παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού για ένα σημαντικό τμήμα των σχετικών προϊόντων. Εάν οι παρατηρήσεις της Επιτροπής αφορούσαν την προϋπόθεση αυτή, θα έπρεπε να απορριφθούν ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι τόσο η απόφαση της Επιτροπής όσο και η προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου αφορούν αποκλειστικά μια άλλη προϋπόθεση για τη χορήγηση εξαιρέσεως * την αναγκαιότητα των περιορισμών του ανταγωνισμού. Ωστόσο, η Επιτροπή διευκρίνισε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ότι οι παρατηρήσεις της σκοπούσαν απλά και μόνο να περιγράψουν το περιεχόμενο των ΝΒΑ.
(2) Η υπόθεση VBBB και VBVB
24. Στο σημείο 75 της αποφάσεώς της, η Επιτροπή σημειώνει ότι "ήδη" στην απόφασή της στην υπόθεση VBBB και VBVB (21) είχε διατυπώσει τη γνώμη ότι "ένα συλλογικό σύστημα διατηρήσεως τιμών μεταπωλήσεως, του είδους που περιλαμβάνεται στην εν λόγω συμφωνία, το οποίο συνεπάγεται την επιβολή περιορισμών στην εμπορική ανταγωνιστικότητα μεταξύ κρατών μελών, δεν είναι απαραίτητο για τη βελτίωση του τρόπου εκδόσεως και διανομής των εν λόγω βιβλίων". Με την απόφασή του το Πρωτοδικείο έκρινε ότι με την αναφορά αυτή η Επιτροπή δεν σκοπούσε να μεταφέρει στο σύστημα ΝΒΑ την εκτίμηση περί της αναγκαιότητας του συστήματος, στην οποία είχε προβεί στην υπόθεση VBBB και VBVB στην πραγματικότητα, η Επιτροπή ήθελε απλώς να υπομνήσει τη γενική αρχή κατά την οποία το γεγονός ότι ένας περιορισμός του ανταγωνισμού εμφανίζει πλεονεκτήματα στο εσωτερικό της αγοράς ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους δεν καθιστά αυτομάτως απαραίτητη την εφαρμογή των ίδιων περιορισμών του ανταγωνισμού στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών (σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως).
25. Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι οι σκέψεις αυτές του Πρωτοδικείου είναι νομικώς εσφαλμένες. Διατείνεται ότι το σύστημα των ΝΒΑ δεν μπορεί να συγκριθεί με το σύστημα το οποίο εκτίμησε η Επιτροπή στην υπόθεση VBBB και VBVB. Στην υπόθεση εκείνη, σε αντίθεση προς την παρούσα υπόθεση, υπήρχε μια συμφωνία η οποία περιόριζε σοβαρότατα τον ανταγωνισμό, δεδομένου ότι οι εκδότες ήταν υποχρεωμένοι να εφαρμόζουν ένα σύστημα υποχρεωτικών τιμών πωλήσεως για τα βιβλία που εξέδιδαν. Το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής μνημονεύει την υπόθεση εκείνη ήταν επομένως ένα σοβαρό σφάλμα, το Πρωτοδικείο δε παρέλειψε να διαπιστώσει την ύπαρξή του.
Η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι, ακόμη και αν η Επιτροπή σκοπούσε απλώς να υπομνήσει την αρχή που καθιερώθηκε στην υπόθεση VBBB και VBVB, θα συνέτρεχε και στην περίπτωση αυτή νομικό σφάλμα, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι το σύστημα ΝΒΑ έπρεπε να εφαρμοστεί στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών επειδή παρήγε ευεργετικά αποτελέσματα εντός της εσωτερικής αγοράς ενός κράτους μέλους. Αντίθετα, το κεντρικό της επιχείρημα ήταν πάντα ότι οι ΝΒΑ είναι απαραίτητες "μόνο εάν το αποτέλεσμά τους είναι να παρέχουν στο ιρλανδικό κοινό τα ίδια οφέλη με εκείνα που απολαμβάνει το κοινό στο Ηνωμένο Βασίλειο".
26. Η Επιτροπή και η Pentos δεν αμφισβητούν ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ του συστήματος των ΝΒΑ και της συμφωνίας που ήταν το αντικείμενο της υποθέσεως VBBB και VBVB. Ωστόσο, η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι στο επίμαχο απόσπασμα της αποφάσεώς της ήθελε, πράγματι, απλώς να υπομνήσει μια γενική αρχή, όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι συλλογισμοί που περιέχονται σε μια απόφασή της δεν εξυπηρετούν μόνο τον σκοπό της εξετάσεως των επιχειρημάτων που έχουν προβάλει τα ενδιαφερόμενα μέρη αντιθέτως, είναι όχι μόνο σκόπιμο, αλλά και ευκταίο, να αναπτύσσει η Επιτροπή στις αποφάσεις της, πέραν από τις παρατηρήσεις που είναι απολύτως αναγκαίες για τη συγκεκριμένη περίπτωση, συλλογισμούς γενικότερης φύσεως, οι οποίοι θα μπορούσαν να χρησιμεύουν ως κατευθυντήριες οδηγίες σε άλλους επιχειρηματίες. Η Επιτροπή προσθέτει ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε, εξάλλου, ότι η γενική αρχή που αναφέρεται στο επίμαχο σημείο της αποφάσεως είναι ορθή.
27. Πρέπει να ομολογήσω ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής μου φαίνεται μάλλον περίεργη. Η απόφαση στην υπόθεση VBBB και VBVB είναι η μόνη απόφαση της Επιτροπής (ή του Δικαστηρίου) στην οποία παραπέμπει η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις που αναπτύσσει στην απόφασή της όσον αφορά το άρθρο 85, παράγραφος 3 * και ακριβώς η παραπομπή αυτή πρέπει, σύμφωνα με την εκτίμηση της Επιτροπής και του Πρωτοδικείου, να θεωρηθεί ότι τελικά δεν έχει καμία σημασία για την απόφαση, αλλά ότι υπενθυμίζει απλώς μια γενική αρχή. 'Οπως ορθώς αναφέρει η αναιρεσείουσα στο υπόμνημα απαντήσεως, αυτό θα σήμαινε ότι η παραπομπή αυτή δεν είχε σημασία για την απόφαση που έλαβε η Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση. Επίσης, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η Επιτροπή έπρεπε να χρησιμοποιήσει την εν λόγω απόφαση για να υπενθυμίσει σε άλλους επιχειρηματίες μια αρχή η οποία δεν είναι σημαντική για την απόφαση στην παρούσα υπόθεση. Αυτή η προσπάθεια να δοθεί μια εξήγηση στηρίζεται σε σαθρά θεμέλια και είναι ενδεικτικό ότι οι παρατηρήσεις της Επιτροπής στην παρούσα διαδικασία όσον αφορά το ζήτημα αυτό χαρακτηρίζονται από εξαιρετική προσοχή. Δημιουργείται έτσι η υποψία ότι η Επιτροπή μπορούσε κάλλιστα, κατά τη λήψη της αποφάσεώς της, να θεωρεί ότι η απόφαση στην υπόθεση VBBB και VBVB ήταν σημαντική για την απόφαση στην προκείμενη υπόθεση. Η άποψη αυτή ενισχύεται π.χ. από το γεγονός ότι η προγενέστερη απόφαση αναφέρεται χωρίς να επισημαίνονται οι διαφορές προς την παρούσα υπόθεση. Η επιλογή των λέξεων ("ήδη") θα μπορούσε επίσης να αποτελεί μια * ομολογουμένως ασθενή * ένδειξη για το ότι η άποψη της Επιτροπής ήταν ενδεχομένως ότι η αρχή την οποία ανέφερε εύρισκε εφαρμογή και στις δύο περιπτώσεις. Αν τούτο συνέβαινε, η Επιτροπή θα είχε όντως θεωρήσει ότι το κρίσιμο ζήτημα ήταν εάν η εφαρμογή των ΝΒΑ στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ήταν αναγκαία, προκειμένου να επέλθουν τα οφέλη τα οποία συνεπαγόταν η εφαρμογή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο.
28. Ωστόσο, μετά από προσεκτικότερη εξέταση κατέληξα, παρ' όλα αυτά, στο συμπέρασμα ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως δεν θα έπρεπε να γίνει δεκτός. Από την απόφαση της Επιτροπής δεν προκύπτει με επαρκή βεβαιότητα ότι η άρνησή της να χορηγήσει εξαίρεση βασίζεται στους συλλογισμούς που περιλαμβάνονται στο σημείο 75. Αντιθέτως, στα σημεία 76 έως 85 εξετάζονται τα τέσσερα επιχειρήματα που πρόβαλε η αναιρεσείουσα και τα οποία καταδεικνύουν κατά την άποψη της αναιρεσείουσας τον αναγκαίο χαρακτήρα των περιορισμών του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή επισημαίνει * ορθώς, μέχρις ορισμένου βαθμού * ότι η εξέταση αυτή θα ήταν περιττή, εάν η επίλυση της προκειμένης υποθέσεως είχε στηριχθεί μόνο στους συλλογισμούς που περιέχονται στο σημείο 75 και στην εκεί αναφορά της αποφάσεως στην υπόθεση VBBB και VBVB. Η εξήγηση που έδωσε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την αναφορά αυτή δεν είναι επομένως απόλυτα πειστική, είναι όμως απόλυτα λογική. Φρονώ, επομένως, ότι πρέπει να κριθεί ότι δεν συντρέχει νομικό σφάλμα.
(3) Σκοποί των ΝΒΑ και δυνατές εναλλακτικές λύσεις
29. Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο κακώς επικύρωσε την άποψη της Επιτροπής σχετικά με την αναγκαιότητα των περιορισμών. Υποστηρίζει ότι είναι λογικά αδύνατο να εξετάζεται το ζήτημα του αναγκαίου χαρακτήρα χωρίς προηγουμένως να έχει εξεταστεί ποιοι ήταν οι σκοποί των ΝΒΑ, εάν (και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποιο βαθμό) οι σκοποί αυτοί είχαν πράγματι επιτευχθεί και εάν υπήρχαν συγκεκριμένες άλλες δυνατότητες επιτεύξεως των σκοπών αυτών που να περιορίζουν λιγότερο τον ανταγωνισμό. Βέβαια, στο σημείο 75, η Επιτροπή εξέφρασε την άποψη ότι "οι συμβαλλόμενοι θα μπορούσαν (22) να χρησιμοποιήσουν λιγότερο περιοριστικά μέτρα για να βελτιώσουν την έκδοση και διανομή βιβλίων". Ωστόσο, δεν διευκρίνισε περαιτέρω ποια λιγότερο περιοριστικά μέτρα είχε υπόψη της.
30. Η Επιτροπή φρονεί ότι το Πρωτοδικείο είχε απόλυτη επίγνωση των σκοπών των ΝΒΑ. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι καλώς άφησε αναπάντητο το ερώτημα εάν οι ΝΒΑ πράγματι επιτύγχαναν τους επιδιωκόμενους στόχους και αρκέστηκε στην εξέταση του ζητήματος εάν υπήρχε εναλλακτική λύση που να περιορίζει λιγότερο τον ανταγωνισμό. Κατά την άποψή της, η προσέγγιση αυτή δικαιολογείται από λογικής απόψεως και εξυπηρετεί επίσης την εύρυθμη λειτουργία της διοικήσεως. Το δε Πρωτοδικείο ορθώς δεν διατύπωσε αντιρρήσεις σχετικά με την προσέγγιση της Επιτροπής. Η αιτίαση αυτή συνιστά, επιπλέον, πραγματικό ζήτημα, το οποίο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο λόγου αναιρέσεως.
Η Επιτροπή φρονεί, εξάλλου, ότι δεν υποχρεούται να περιγράφει λεπτομερώς σε όποιον ζητεί τη χορήγηση εξαιρέσεως δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, ποιες εναλλακτικές δυνατότητες υπάρχουν για την επίτευξη των εκάστοτε επιδιωκόμενων στόχων, που να περιορίζουν λιγότερο τον ανταγωνισμό. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, παρ' όλα αυτά, (σε αντίθεση προς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας) πρότεινε μια εναλλακτική λύση και συγκεκριμένα τη σύναψη ατομικών συμφωνιών με σκοπό την τήρηση υποχρεωτικών τιμών για τα βιβλία. Στην αναιρεσείουσα εναπέκειτο να αποδείξει ότι η εναλλακτική αυτή λύση δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην πράξη. Η αναιρεσείουσα, όμως, δεν το απέδειξε.
31. Ο λόγος αναιρέσεως που πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω αναλύεται, κατά τη γνώμη μου, σε δύο σκέλη. Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί, πρώτον, την προσέγγιση την οποία υιοθέτησε η Επιτροπή κατά την εξέταση του άρθρου 85, παράγραφος 3, και την οποία ενέκρινε το Πρωτοδικείο. Δεύτερον, προβάλλει την αιτίαση ότι η Επιτροπή δεν της εξήγησε ποιες εναλλακτικές δυνατότητες υπήρχαν πέραν του συστήματος των ΝΒΑ.
32. 'Οσον αφορά το ζήτημα της νομιμότητας της προσεγγίσεως της Επιτροπής γενικά, φρονώ ότι πρέπει να θεωρηθεί ως ζήτημα υποκείμενο στον έλεγχο του ακυρωτικού δικαστηρίου, δεδομένου ότι, εάν η Επιτροπή, κατά την εξέταση του ζητήματος του άρθρου 85, παράγραφος 3, είχε εκκινήσει από εσφαλμένη αφετηρία, θα είχε υποπέσει σε νομικό σφάλμα. Το ίδιο θα ίσχυε και για την απόφαση του Πρωτοδικείου, εάν ενέκρινε μια νομικώς εσφαλμένη προσέγγιση.
Ωστόσο, κατά την άποψή μου, δεν μπορούν να προβληθούν αντιρρήσεις κατά της προσεγγίσεως της Επιτροπής, αυτής καθαυτής. Σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, προκειμένου μια συμφωνία να εξαιρεθεί, είναι αναγκαίο η συμφωνία αυτή να συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, να εξασφαλίζει στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, να μην επιβάλλει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών και να μην παρέχει στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων. Η χορήγηση εξαιρέσεως είναι δυνατή μόνο εάν η συμφωνία πληροί και τις τέσσερις αυτές προϋποθέσεις. Επομένως, η άρνηση χορηγήσεως εξαιρέσεως δικαιολογείται ακόμη και στην περίπτωση που δεν πληρούται μία μόνο από τις προϋποθέσεις αυτές. Η Επιτροπή μπορούσε, επομένως, να περιοριστεί στην εξέταση του ζητήματος εάν οι περιορισμοί του ανταγωνισμού που απέρρεαν από το σύστημα των ΝΒΑ ήταν αναγκαίοι για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων. Εάν δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση αυτή, ήταν πράγματι περιττό, για τους λόγους που ανέφερε η Επιτροπή, να εξεταστούν οι άλλες προϋποθέσεις του άρθρου 85, παράγραφος 3.
33. Είναι, ωστόσο, αυτονόητο ότι η Επιτροπή και το Πρωτοδικείο όφειλαν να εξετάσουν καταρχάς ποια οφέλη επεδίωκε το σύστημα των ΝΒΑ. Στο σημείο αυτό συμμερίζομαι την άποψη της αναιρεσείουσας. Η εξέταση του ζητήματος εάν ένας περιορισμός του ανταγωνισμού είναι αναγκαίος για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων προϋποθέτει ότι έχει καταρχάς εξακριβωθεί ποιοι είναι οι στόχοι αυτοί. Αντίθετα, η Επιτροπή θα μπορούσε να αφήσει αναπάντητο το ερώτημα εάν οι σκοποί αυτοί είχαν πράγματι επιτευχθεί, εφόσον είχε σχηματίσει την πεποίθηση ότι οι επίμαχοι περιορισμοί του ανταγωνισμού δεν ήταν αναγκαίοι για την υλοποίηση των σκοπών αυτών.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εκτίμησε από κάθε άποψη τα οφέλη τα οποία σκοπούσε να παραγάγει το σύστημα των ΝΒΑ και τα οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα, όπως φαίνεται από το προαναφερθέν (23) σημείο 73 της αποφάσεώς της και ότι, κατά την περαιτέρω εξέταση του ζητήματος, θεώρησε ως δεδομένο ότι οι ΝΒΑ πράγματι παρήγαγαν τα οφέλη αυτά. Το εν λόγω απόσπασμα αναφέρεται, πράγματι, σε εκείνα ακριβώς τα περιστατικά, τα οποία προέβαλε η αναιρεσείουσα ως επιχειρήματα για να δικαιολογήσει τη χορήγηση εξαιρέσεως, όπως, για παράδειγμα, ότι χωρίς το σύστημα των ΝΒΑ θα επερχόταν άνοδος των τιμών των βιβλίων, μείωση ενδεχομένως του αριθμού των εκδόσεων και μείωση του αριθμού των βιβλιοπωλών που τηρούν αποθέματα. Τα επιχειρήματα αυτά, αν εκφραστούν όχι αρνητικά, αλλά καταφατικά, σημαίνουν ότι τα οφέλη των ΝΒΑ συνίστανται, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, στο ότι διασφαλίζουν χαμηλότερες τιμές βιβλίων, την έκδοση ενός μεγάλου αριθμού βιβλίων (συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τα οποία υπάρχει μικρή ζήτηση) και την επιβίωση επαρκούς αριθμού βιβλιοπωλών που τηρούν αποθέματα. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι πρόκειται για οφέλη κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 3, και άρα δεν χρειάζεται να ασχοληθώ με τα συναφή ζητήματα. Ας μου επιτραπεί, όμως, να παρατηρήσω ότι έχω πεισθεί από όσα ανέφερε η Booksellers Association κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με το τελευταίο από τα οφέλη αυτά. Η παρεμβαίνουσα δήλωσε με την ευκαιρία αυτή ότι η παρουσία στην αγορά ενός μεγάλου αριθμού βιβλιοπωλών που τηρούν αποθέματα εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή διανομή βιβλίων * και θα ήθελα να προσθέσω ότι αυτό είναι, βέβαια, προς το συμφέρον όλων (24).
Οι εν λόγω στόχοι των ΝΒΑ ελήφθησαν υπόψη και από το Πρωτοδικείο, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή. Στη σκέψη 72 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο συνοψίζει το περιεχόμενο των συναφών παρατηρήσεων της Επιτροπής. Σύμφωνα με τη διατύπωση του Πρωτοδικείου, οι επιδιωκόμενοι με τις ΝΒΑ στόχοι συνίστανται στην αποφυγή μειώσεως των αποθεμάτων, που θα συνεπαγόταν την έκδοση των βιβλίων σε λιγότερα αντίτυπα (25), αυξήσεως της τιμής των βιβλίων και εξαφανίσεως των εκδιδομένων σε μικρό αριθμό αντιτύπων βιβλίων. 'Οπως είναι φυσικό, ανακύπτει το ερώτημα εάν, με τη διατύπωση αυτή, το Πρωτοδικείο πράγματι συνόψισε κατά πρόσφορο τρόπο τους σκοπούς των ΝΒΑ, όπως προβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα. Εντύπωση προκαλεί, ιδίως, το ότι ο κίνδυνος μειώσεως του αριθμού των βιβλιοπωλών που τηρούν αποθέματα δεν αναφέρεται ρητά. Ωστόσο, δεν χρειάζεται να ασχοληθώ διεξοδικότερα με το ζήτημα αυτό, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε συναφώς καμία συγκεκριμένη αιτίαση. Πρέπει επίσης να γίνει δεκτό υπέρ του Πρωτοδικείου ότι είχε πλήρη επίγνωση του σημείου 73 της αποφάσεως της Επιτροπής (στο οποίο παραπέμπει στη σκέψη 72 της αποφάσεώς του).
34. Ακόμη και αν η Επιτροπή και το Πρωτοδικείο είχαν επίγνωση των στόχων των ΝΒΑ, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να κριθεί εάν επίσης αξιολόγησαν ορθά την έκτασή τους. 'Οπως προαναφέρθηκε, η αναιρεσείουσα επικρίνει τόσο το Πρωτοδικείο όσο και την Επιτροπή για το ότι δεν έδωσαν την προσήκουσα σημασία σε αυτό που εκείνη θεωρεί ως το βασικό στοιχείο της παρούσας υποθέσεως * ότι δηλαδή το σύστημα των ΝΒΑ είναι απαραίτητο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα επιδιωκόμενα οφέλη θα επέλθουν και στην Ιρλανδία. Το ζήτημα αυτό * το οποίο αφορά την ουσία της παρούσας υποθέσεως * ενδείκνυται, κατά τη γνώμη μου, να εξεταστεί σε συνδυασμό με την αιτίαση της αναιρεσείουσας σχετικά με την άποψη που διατύπωσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (26).
35. 'Ερχομαι τώρα στην αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η Επιτροπή δεν της διευκρίνισε ποιες άλλες δυνατότητες υπήρχαν για την επίτευξη των επιδιωκόμενων από τις ΝΒΑ στόχων, οι οποίες να περιορίζουν λιγότερο τον ανταγωνισμό. Συναφώς, η Επιτροπή παραπέμπει ορθώς στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση VBVB και VBBB. Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι στις επιχειρήσεις που ζητούν τη χορήγηση εξαιρέσεως εναπόκειται πρωτίστως να υποβάλουν στην Επιτροπή "τα αποδεικτικά στοιχεία που προορίζονται να θεμελιώσουν την οικονομική αιτιολογία της εξαιρέσεως και, στην περίπτωση που η Επιτροπή προβάλει αντιρρήσεις, να της υποβάλουν εναλλακτικές προτάσεις. Καίτοι αληθεύει ότι η Επιτροπή μπορεί να υποδείξει στις επιχειρήσεις ενδεχόμενες εναλλακτικές λύσεις, νομικά δεν υποχρεούται προς τούτο (...)" (27). Σε περίπτωση που η Επιτροπή αμφισβητεί τον αναγκαίο χαρακτήρα συγκεκριμένων περιορισμών του ανταγωνισμού, θα πρέπει τουλάχιστον να υποδεικνύει ποιες εναλλακτικές λύσεις έχει υπόψη της. 'Αλλως, θα διδόταν ουσιαστικά στην Επιτροπή * κατά την παραστατικότατη διατύπωση της αναιρεσείουσας * "εξουσιοδότηση εν λευκώ" και θα της παρεχόταν η δυνατότητα να αρνείται τον αναγκαίο χαρακτήρα των περιορισμών του ανταγωνισμού χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις και in abstracto.
Ωστόσο, αντίθετα απ' ό,τι ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, η Επιτροπή υπέδειξε στην πραγματικότητα ποια εναλλακτική δυνατότητα είχε υπόψη. 'Οπως φαίνεται, για παράδειγμα, από τα σημεία 74 και 82 της αποφάσεώς της, η δυνατή αυτή εναλλακτική λύση συνίστατο, κατά την άποψη της Επιτροπής, σε ατομικές συμφωνίες περί υποχρεωτικών τιμών πωλήσεως ("individual resale price maintenance agreements") (28). 'Οπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, σε εκείνη τη φάση δεν χρειαζόταν να κρίνει το ζήτημα εάν οι ατομικές αυτές συμφωνίες θα συμβιβάζονταν με το άρθρο 85. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι κατά τη χρονική εκείνη στιγμή η Επιτροπή δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει το συγκεκριμένο περιεχόμενο τέτοιων ατομικών συμφωνιών. Η Επιτροπή θα ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει στο ερώτημα αυτό, μόνο εάν της είχαν κοινοποιηθεί ανάλογες συμφωνίες. 'Ηταν αρκετό η Επιτροπή να αποδείξει ότι το σύστημα των ΝΒΑ δεν ήταν η μόνη δυνατότητα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων οφελών. Η Επιτροπή το απέδειξε. Εναπέκειτο, επομένως, στην αναιρεσείουσα να αποδείξει ότι τέτοιου είδους ατομικές συμφωνίες μεταξύ εκδοτών και βιβλιοπωλών δεν ήταν ικανές να συνεπάγονται τα οφέλη που επιδιώκονταν με το σύστημα των ΝΒΑ. Η προσέγγιση της Επιτροπής δεν μπορεί συνεπώς να επικριθεί και το Πρωτοδικείο καλώς απέρριψε τις συναφείς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας (29). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως που αφορά αυτό το σημείο της αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί.
36. Η Booksellers Association υποστηρίζει, συναφώς, ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να περιοριστεί στην απόρριψη της αιτήσεως της αναιρεσείουσας να χορηγηθεί εξαίρεση για τις συμφωνίες ΝΒΑ. Αντίθετα, έπρεπε να έλθει σε διαπραγματεύσεις με την αναιρεσείουσα, προκειμένου να βρεθεί μια αποδεκτή εναλλακτική λύση. Η Επιτροπή δεν μπορούσε να αρνηθεί τη χορήγηση εξαιρέσεως, παρά μόνο αφού τα ενδιαφερόμενα μέρη θα είχαν αρνηθεί να δεχθούν τις προτάσεις της Επιτροπής. Ακόμη και αν, σε άλλες περιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί ενδεχομένως να περιορίζεται στην απόρριψη της αιτήσεως για τη χορήγηση εξαιρέσεως χωρίς να προτείνει εναλλακτικές λύσεις στα ενδιαφερόμενα μέρη, η παρούσα υπόθεση αποτελεί εξαίρεση, δεδομένου ότι αφορά συμφωνίες που έχουν εφαρμοστεί επί πολλά έτη και που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον.
Δεν μου φαίνεται αναγκαίο να εξετάσω διεξοδικά το επιχείρημα αυτό της παρεμβαίνουσας. 'Οπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, πρόκειται μάλλον για νέο νομικό ισχυρισμό, που πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτος. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να τονιστεί ότι δεν υπάρχει στο κοινοτικό δίκαιο κανένας κανόνας με το περιεχόμενο που προβάλλει η παρεμβαίνουσα.
(4) Η σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως
37. 'Οσον αφορά τις κρίσεις που διατυπώνει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 84, η αναιρεσείουσα προβάλλει δύο αιτιάσεις, από τις οποίες μόνο η μία απαιτεί διεξοδική εξέταση. Πρέπει, καταρχάς, να αναφερθεί ότι, με τη σκέψη αυτή, το Πρωτοδικείο απορρίπτει ένα επιχείρημα που φέρεται ότι προέβαλε η αναιρεσείουσα, κατά το οποίο το σύστημα των ΝΒΑ θα κατέρρεε, εάν το πεδίο εφαρμογής του περιοριζόταν στην εθνική αγορά (δηλαδή στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου).
38. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται καταρχάς ότι ουδέποτε προέβαλε το επιχείρημα που αναφέρει το Πρωτοδικείο. Ο ισχυρισμός αυτός αντικρούεται από την Επιτροπή. Ωστόσο, κατά την άποψη της Επιτροπής, η αιτίαση αυτή δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή, ακόμη και αν η αναιρεσείουσα πράγματι δεν είχε προβάλει το εν λόγω επιχείρημα, δεδομένου ότι δεν είναι σαφές ποια επιρροή θα μπορούσε να έχει το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε ένα επιχείρημα που δεν είχε προβληθεί επί των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε το Πρωτοδικείο όσον αφορά τα επιχειρήματα, τα οποία πράγματι προέβαλε η αναιρεσείουσα.
Θα ήταν άσκοπο, κατά τη γνώμη μου, να εξεταστεί το ζήτημα εάν η αναιρεσείουσα χρησιμοποίησε το επίμαχο επιχείρημα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής και του Πρωτοδικείου. Το ίδιο το Πρωτοδικείο αναφέρει στη σκέψη 82 της αποφάσεώς του ότι η αναιρεσείουσα δέχθηκε κατά την προφορική διαδικασία ότι ο περιορισμός της εφαρμογής της ΝΒΑ στη βρετανική αγορά δεν θα είχε ως συνέπεια την κατάρρευση του συστήματος. Το γιατί, παρ' όλα αυτά, το Πρωτοδικείο προέβη στη συνέχεια, με τη σκέψη 84 της αποφάσεώς του, στην εξέταση και στην απόρριψη του επίμαχου επιχειρήματος είναι ανεξήγητο. Τείνω να δεχτώ ότι τούτο έγινε εκ παραδρομής. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο ασχολείται με ένα επιχείρημα το οποίο δεν είχε προβληθεί (ή δεν προβαλλόταν πλέον) μπορεί, ομολογουμένως, να δημιουργήσει αμφιβολίες σχετικά με το εάν το Πρωτοδικείο κατέβαλε τη δέουσα προσοχή κατά τη σύνταξη της αποφάσεώς του. Εντούτοις, το γεγονός αυτό είναι άνευ σημασίας για τη νομική εκτίμηση, δεδομένου ότι * όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή * δεν είναι σαφές ποια επιρροή θα μπορούσαν να ασκήσουν οι περιττές αυτές κρίσεις του Πρωτοδικείου επί της θέσεως που έλαβε όσον αφορά τα επιχειρήματα που πράγματι προβλήθηκαν. Η αιτίαση που στρέφεται κατά τέτοιων περιττών κρίσεων πρέπει να θεωρηθεί ως ανενεργός (30).
39. Η απάντηση στα ερωτήματα που θέτει η δεύτερη αιτίαση της αναιρεσείουσας όσον αφορά τη σκέψη 84 της αποφάσεως είναι δυσκολότερη. Με τη σκέψη αυτή, το Πρωτοδικείο απορρίπτει το προαναφερθέν επιχείρημα που φέρεται ότι προέβαλε η αναιρεσείουσα, αναφέροντας ότι ένα σύστημα καθορισμένων τιμών που περιορίζει τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της κοινής αγοράς δεν μπορεί να τύχει εξαιρέσεως με την αιτιολογία ότι πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί ώστε να παραγάγει ευεργετικά αποτελέσματα στο εσωτερικό μιας εθνικής αγοράς. Στη συνέχεια, η απόφαση αναφέρει τα εξής:
"Επιπλέον, παρατηρείται ότι η [αναιρεσείουσα] εταιρία, στην οποία συμμετέχουν εκδότες εγκατεστημένοι στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν δικαιούται να προβάλει ενδεχόμενα αρνητικά αποτελέσματα που θα μπορούσαν να προκληθούν στην ιρλανδική αγορά, ακόμα και αν η εν λόγω αγορά ανήκει σε ζώνη όπου ομιλείται η ίδια γλώσσα."
40. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, στο σημείο αυτό, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε προφανές νομικό σφάλμα. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατόν ένας αιτών από συγκεκριμένο κράτος μέλος, ο οποίος ζητεί τη χορήγηση εξαιρέσεως για μια συμφωνία που έχει επίπτωση επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών, να στερηθεί τη δυνατότητα επικλήσεως των ευεργετικών αποτελεσμάτων που έχει η συμφωνία αυτή εντός άλλων κρατών μελών. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι πάντοτε επικαλούνταν το γεγονός ότι το σύστημα των ΝΒΑ ήταν αναγκαίο, προκειμένου να υπάρχουν στην Ιρλανδία τα ίδια οφέλη όπως και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Booksellers Association και η Cle υποστηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας.
41. Είναι αναμφισβήτητο ότι το προαναφερθέν απόσπασμα της αποφάσεως περιέχει ένα προφανές νομικό σφάλμα. Η χορήγηση εξαιρέσεως δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, προϋποθέτει ότι η επίδικη συμφωνία έχει ορισμένα θετικά αποτελέσματα. Το άρθρο 85, παράγραφος 3, δεν περιέχει διατάξεις όσον αφορά το ζήτημα πού πρέπει να εμφανίζονται τα οφέλη αυτά. Είναι, ωστόσο, αυτονόητο ότι, στο πλαίσιο αυτό είναι σημαντικά όλα τα ευεργετικά αποτελέσματα που παράγονται εντός της Κοινότητας. Με τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ σκοπείται η διασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Θα ήταν ασυμβίβαστο με τον σκοπό αυτόν, εάν ένας επιχειρηματίας από ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος στερούνταν τη δυνατότητα να επικαλεστεί, στο πλαίσιο του άρθρου 85, παράγραφος 3, οφέλη που εμφανίζονται εντός άλλου κράτους μέλους. Το συμπέρασμα αυτό μου φαίνεται τόσο κοινότοπο, ώστε να παρέλκει οποιαδήποτε περαιτέρω επεξήγηση.
42. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η κατανόηση του επίδικου αποσπάσματος της αποφάσεως δεν είναι και τόσο εύκολη και καθιστά σαφές ότι δεν συμμερίζεται την άποψη που εκφράζει το Πρωτοδικείο. Φρονεί, ωστόσο, ότι η κρίση αυτή του Πρωτοδικείου δεν έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι διατυπώθηκε σε σχέση με την απόρριψη ενός επιχειρήματος το οποίο δεν είχε προβληθεί ή δεν προβαλλόταν πλέον από την αναιρεσείουσα. Φυσικά η αναιρεσείουσα μπορούσε να επικαλεστεί τα οφέλη που εμφανίζονται στην Ιρλανδία. Δεν μπόρεσε, ωστόσο, να αποδείξει ότι ο περιορισμός της εφαρμογής των ΝΒΑ στο Ηνωμένο Βασίλειο θα είχε στην ιρλανδική αγορά τις αρνητικές συνέπειες, των οποίων τον κίνδυνο επέσειε. Και για τον λόγο αυτό η Επιτροπή φρονεί ότι η αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι άνευ σημασίας.
43. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι πειστικοί. Βέβαια, μπορούμε πράγματι να θεωρήσουμε * όπως έχω ήδη αναφέρει * ότι η σκέψη 84 της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι περιττή και επομένως να την αγνοήσουμε. Επιπλέον, το επίμαχο απόσπασμα μπορεί, ενόψει της διατυπώσεώς του, να θεωρηθεί ως παρεμπιπτόντως λεχθέν στο πλαίσιο της σκέψεως 84, γεγονός που περιορίζει ακόμη περισσότερο τη σημασία του. Επομένως, οποιοσδήποτε ισχυρισμός κατά του εν λόγω αποσπάσματος αυτού καθαυτού στερείται λυσιτέλειας. Ωστόσο, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το Πρωτοδικείο δηλώνει στο σημείο αυτό ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί, κατά την άποψή του, να επικαλεστεί οφέλη στην Ιρλανδία, προκειμένου να επιτύχει τη χορήγηση εξαιρέσεως. 'Οπως όμως έχω ήδη αναφέρει (31), το ζήτημα του αναγκαίου χαρακτήρα ενός περιορισμού του ανταγωνισμού μπορεί να αξιολογηθεί ορθά μόνο εφόσον είναι σαφές ποιοι είναι οι στόχοι της επίμαχης συμφωνίας. Στην παρούσα υπόθεση, στους στόχους αυτούς συμπεριλαμβανόταν η επέλευση των ευεργετικών αυτών αποτελεσμάτων και στην Ιρλανδία. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο αγνόησε προφανώς το γεγονός αυτό, εξέτασε τον αναγκαίο χαρακτήρα των περιορισμών του ανταγωνισμού, εκκινώντας από ελλιπή και, επομένως, εσφαλμένη βάση. Αυτό αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα νομικό σφάλμα το οποίο * δεδομένου ότι πρόκειται για κεφαλαιώδους σημασίας σφάλμα * θα δικαιολογούσε την αναίρεση της αποφάσεως.
44. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, "εάν το σκεπτικό μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου ενέχει παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά το διατακτικό της αποφάσεως είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους" (32), η αναίρεση πρέπει να απορρίπτεται. Εάν επομένως η απόφαση της Επιτροπής ήταν ορθή στο σημείο αυτό, θα ήταν δικαιολογημένη η επικύρωση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου παρά το νομικό σφάλμα στο οποίο στηρίζεται. Αυτό βέβαια θα προϋπέθετε ότι η ίδια η Επιτροπή είχε σαφή γνώση, κατά την εξέταση του αναγκαίου χαρακτήρα των περιορισμών του ανταγωνισμού, της εκτάσεως των οφελών που προέβαλε η αναιρεσείουσα.
45. Οι παρατηρήσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας γεννούν αμφιβολίες σχετικά με τη συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής. Με το υπόμνημα αντικρούσεως η Επιτροπή αναφέρει ότι οι εξαγωγές προς την Ιρλανδία αποτελούν ένα πολύ μικρό τμήμα * περίπου το 1,2 % * της παραγωγής βιβλίων του Ηνωμένου Βασιλείου. Είναι συνεπώς απίθανο ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής των ΝΒΑ στο Ηνωμένο Βασίλειο να έχει αισθητή επίπτωση επί των δραστηριοτήτων των εκδοτών στον χώρο αυτό. Καμία αξιοσημείωτη μεταβολή δεν θα επερχόταν όσον αφορά τον αριθμό των αντιτύπων, τις δαπάνες καθώς και τον αριθμό και την ποικιλία των βιβλίων που εκδίδονται από Βρετανούς εκδότες. Από την άποψη αυτή, οι Ιρλανδοί αγοραστές βιβλίων θα μπορούσαν επομένως να απολαμβάνουν τα ίδια οφέλη όπως και οι αγοραστές βιβλίων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Επιτροπή φρονεί, εξάλλου, ότι είναι επίσης απίθανο να επέλθουν οι αρνητικές συνέπειες που φοβάται η αναιρεσείουσα, όσον αφορά τον αριθμό των βιβλιοπωλών που τηρούν αποθέματα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αντιθέτως, οι πιθανές επιπτώσεις επί του αριθμού των βιβλιοπωλών στην Ιρλανδία αναφέρονται μόνο σε μια υποσημείωση του υπομνήματος ανταπαντήσεως. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι με το υπόμνημα ανταπαντήσεως η Επιτροπή παραπονείται ότι η αναιρεσείουσα έχει μεταβάλει την άποψή της και ότι τώρα πλέον αναπτύσσει πολύ διαφορετική επιχειρηματολογία από ό,τι κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου. Οι παρατηρήσεις αυτές δημιουργούν την εντύπωση ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της αρχικά το ζήτημα των πιθανών επιπτώσεων επί των Ιρλανδών βιβλιοπωλών.
46. Η υποψία αυτή ενισχύεται και από τα σχόλια της Επιτροπής για μια παρατήρηση που διατύπωσε η αναιρεσείουσα με το υπόμνημα απαντήσεως. Η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι πάντοτε επικαλούνταν τα αρνητικά αποτελέσματα που θα είχε η κατάργηση των ΝΒΑ επί των Ιρλανδών βιβλιοπωλών και, εμμέσως, επί των αγοραστών βιβλίων στην Ιρλανδία και των Ιρλανδών εκδοτών. Η Επιτροπή ερμηνεύει τη δήλωση αυτή υπό την έννοια ότι η αναιρεσείουσα στηρίζει την αίτησή της για τη χορήγηση εξαιρέσεως για τις ΝΒΑ στο επιχείρημα ότι οι εν λόγω συμφωνίες απέβαιναν προς όφελος των ανταγωνιστών των μελών της. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το επιχείρημα αυτό πρέπει να θεωρηθεί τουλάχιστον ως ασυνήθιστο. Η Επιτροπή υποβάλλει την ιδέα ότι οι παρατηρήσεις στο τέλος της σκέψεως 84 της προσβαλλόμενης αποφάσεως μπορούν πιθανότατα να εξηγηθούν από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο είχε υπόψη τέτοιου είδους επιχειρήματα.
Οι παρατηρήσεις αυτές μαρτυρούν τη γόνιμη φαντασία και την ευρηματικότητα των εκπροσώπων της Επιτροπής, δεν μπορούν όμως να πείσουν. Η Cle εξήγησε, κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, πώς πρέπει να ερμηνευθεί το προαναφερθέν επιχείρημα της αναιρεσείουσας. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, η παρούσα υπόθεση αφορά την επιβίωση των βιβλιοπωλών που τηρούν αποθέματα στην Ιρλανδία. Από την ύπαρξη των βιβλιοπωλών αυτών ωφελούνται φυσικά * εμμέσως * και οι Ιρλανδοί εκδότες. Από την άποψη αυτή, το επιχείρημα της αναιρεσείουσας είναι απόλυτα λογικό και έχει εσωτερική συνοχή. Αντιθέτως, οι παρατηρήσεις της Επιτροπής είναι μάλλον ικανές να αποσπάσουν την προσοχή από τα πραγματικά προβλήματα της παρούσας υποθέσεως. Τα επιχειρήματα αυτά θα ήταν περιττά, εάν η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία για να αντικρούσει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι δεν είχε λάβει καθόλου ή δεν είχε λάβει προσηκόντως υπόψη τις επιπτώσεις επί των βιβλιοπωλών στην Ιρλανδία.
47. Δεν είναι, συνεπώς, εντελώς αβάσιμο το αίτημα της αναιρεσείουσας να ακυρώσει το Δικαστήριο την απόφαση του Πρωτοδικείου και, συγχρόνως, την απόφαση της Επιτροπής ως προς το σημείο αυτό και να ωθήσει, κατ' αυτό τον τρόπο, την Επιτροπή να αποφασίσει εκ νέου επί της αιτήσεώς της για τη χορήγηση εξαιρέσεως. Ωστόσο, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν επέτυχε, κατά τη γνώμη μου, να αποδείξει τελικά ότι η Επιτροπή, κατά την έκδοση της αποφάσεώς της, παρέλειψε να λάβει υπόψη τα πιθανά ευεργετικά αποτελέσματα των ΝΒΑ επί της δομής του εμπορίου βιβλίων στην Ιρλανδία. 'Οπως προαναφέρθηκε, στα σημεία 76 έως 85 της αποφάσεώς της η Επιτροπή εξέτασε τα συγκεκριμένα επιχειρήματα, τα οποία η αναιρεσείουσα θεωρούσε ότι αποδείκνυαν την αναγκαιότητα των ΝΒΑ. Δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι η Επιτροπή εξέτασε τα επιχειρήματα αυτά μόνο σε σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο. Αντιθέτως, οι σχετικές παρατηρήσεις της Επιτροπής αναφέρονται ρητά στην Ιρλανδία σε δύο σημεία (33). Στην αναιρεσείουσα εναπέκειτο να προβάλει περαιτέρω επιχειρήματα για να αποδείξει ότι η εφαρμογή των ΝΒΑ στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ήταν απαραίτητη, προκειμένου να υπάρξουν ορισμένα οφέλη στην Ιρλανδία. Αυτό προφανώς δεν συνέβη. Η αναιρεσείουσα φαίνεται ότι περιορίστηκε να προβάλει τα τέσσερα επιχειρήματά της τελείως γενικά και χωρίς να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην ιρλανδική αγορά.
Συνεπώς, δεδομένου ότι δεν διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή εκκίνησε από εσφαλμένη αντίληψη των επιδιωκόμενων πλεονεκτημάτων κατά την εξέταση της αναγκαιότητας των περιορισμών του ανταγωνισμού, ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει, βάσει των προεκτεθέντων, να απορριφθεί.
48. 'Οσον αφορά τις πρόσθετες παρατηρήσεις που υπέβαλε συναφώς η Booksellers Association, θα αρκεστώ σε μια συνοπτική αναφορά. Η παρεμβαίνουσα υποστήριξε ότι η Επιτροπή και το Πρωτοδικείο παρέλειψαν να λάβουν προσηκόντως υπόψη τη σημασία των ΝΒΑ μέσα μια ζώνη όπου ομιλείται η ίδια γλώσσα, όπως είναι ο χώρος του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας. Κατά την άποψή της, η παροχή ορισμένων οφελών στους κατοίκους μιας χώρας και η άρνηση παροχής των οφελών αυτών στους κατοίκους μιας άλλης χώρας συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Δεν μπορεί να γίνει λόγος για άνιση μεταχείριση, δεδομένου ότι η Επιτροπή αποφάσισε απλώς ότι η αναιρεσείουσα δεν επέτυχε να αποδείξει ότι οι περιορισμοί του ανταγωνισμού που προέβλεπαν οι ΝΒΑ ήταν αναγκαίοι προκειμένου να επέλθουν τα επιδιωκόμενα οφέλη.
Η Booksellers Association ισχυρίζεται επίσης ότι η απόφαση της Επιτροπής, που επικυρώθηκε από το Πρωτοδικείο, έχει ως συνέπεια ότι διαιρεί τη μέχρι τώρα ενιαία αγορά κατά μήκος των εθνικών συνόρων. Στο επιχείρημα αυτό μπορεί να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση περιορίστηκε στα θέματα που αφορούν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή των ΝΒΑ εντός ενός μόνο κράτους εξηγείται από το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ.
(5) Αποφάσεις του Restrictive Practices Court
49. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι της απέδωσε, με τη σκέψη 77 της αποφάσεώς του, ένα επιχείρημα το οποίο η ίδια ουδέποτε προέβαλε. Το Πρωτοδικείο αναφέρει στη σκέψη αυτή ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η διαπίστωση, από μέρους του Restrictive Practices Court του απαραίτητου χαρακτήρα των ΝΒΑ ίσχυε τόσο για τις πωλήσεις, στο Ηνωμένο Βασίλειο, βιβλίων εθνικής παραγωγής όσο και για το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ισχυρίστηκε απλώς ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του βρετανικού δικαστηρίου και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το δικαστήριο αυτό ίσχυαν εξίσου για την Ιρλανδία όπως και για το Ηνωμένο Βασίλειο. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ουδόλως αιτιολόγησε το συμπέρασμά της ότι οι συνέπειες, οι οποίες, κατά τη γνώμη του Restrictive Practices Court, θα επέρχονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο σε περίπτωση καταργήσεως των ΝΒΑ, δεν θα επέρχονταν στην Ιρλανδία. Η Επιτροπή παραβίασε, κατ' αυτό τον τρόπο, το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ήταν επίσης εσφαλμένο το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου ότι από το σημείο 43 της αποφάσεως της Επιτροπής προκύπτει ότι η Επιτροπή γνώριζε τις αποφάσεις του Restrictive Practices Court. Στην πραγματικότητα, ούτε από το σημείο αυτό ούτε από οποιοδήποτε άλλο σημείο της αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις αποφάσεις αυτές. Η αναιρεσείουσα δέχεται ότι η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να ασχολείται με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται ενώπιόν της. Στην προκείμενη όμως περίπτωση η Επιτροπή παρέλειψε να εκτιμήσει ορισμένα από τα πιο σημαντικά αποδεικτικά στοιχεία, και συγκεκριμένα τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομιστεί στο Restrictive Practices Court και τα συμπεράσματα του δικαστηρίου αυτού. Η Επιτροπή δεν έπρεπε να απορρίψει την αίτηση εξαιρέσεως χωρίς να έχει εξετάσει πλήρως και επιμελώς τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Εάν είχε προβεί στην εξέταση αυτή, δεν θα μπορούσε να έχει καταλήξει λογικά στο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε. Βέβαια, το επιχείρημα στο οποίο στήριξε το Πρωτοδικείο τη σκέψη 79 της αποφάσεώς του, δηλαδή ότι εθνικές δικαστικές πρακτικές δεν μπορούν να παρεμποδίζουν την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ, είναι ορθό. Ωστόσο, η παρατήρηση αυτή στερείται, κατά τη γνώμη πάντοτε της αναιρεσείουσας, σημασίας, δεδομένου ότι η υπόθεση αφορούσε απλώς και μόνο το ζήτημα εάν η αναιρεσείουσα μπορούσε να επικαλεστεί τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη της αιτήσεώς της για τη χορήγηση εξαιρέσεως.
50. Η Επιτροπή αντικρούει τα προεκτεθέντα με το επιχείρημα ότι η διαστρέβλωση των επιχειρημάτων της από το Πρωτοδικείο, την οποία επικρίνει η αναιρεσείουσα, θα είχε σημασία μόνο εάν το σφάλμα αυτό (το οποίο εξάλλου η Επιτροπή δεν θεωρεί ως αποδειχθέν) είχε άμεση επίπτωση στους λόγους για τους οποίους το Πρωτοδικείο απέρριψε τα επιχειρήματα που πράγματι προέβαλε η αναιρεσείουσα.
Η Επιτροπή υποστηρίζει περαιτέρω ότι το σημείο 43 της αποφάσεώς της δείχνει ότι δεν αγνόησε τις αποφάσεις του βρετανικού δικαστηρίου. Ωστόσο, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ρητά η απόφασή της στις διαπιστώσεις του Restrictive Practices Court και στα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, δεδομένου ότι δεν αφορούσαν άμεσα τα ζητήματα που εξέταζε η Επιτροπή στην οικεία διαδικασία. Πρώτον, το βρετανικό δικαστήριο δεν αποφάνθηκε άμεσα επί του ζητήματος της αναγκαιότητας των περιορισμών του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς που απορρέουν από τις ΝΒΑ. Δεύτερον, το Restrictive Practices Court δεν θεώρησε ως αποδεδειγμένο ότι η κατάργηση των ΝΒΑ θα οδηγούσε σε σημαντική μείωση των εσόδων από το εξαγωγικό εμπόριο (το οποίο περιλαμβάνει και τις εξαγωγές προς την Ιρλανδία). Τέλος, το βρετανικό δικαστήριο εξέτασε αποκλειστικά το ζήτημα εάν η διατήρηση των ΝΒΑ συμβιβαζόταν με το δημόσιο συμφέρον στο Ηνωμένο Βασίλειο.
51. 'Οσον αφορά την αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο ασχολήθηκε με ένα επιχείρημα που δεν είχε προβληθεί από την αναιρεσείουσα, αρκεί η παραπομπή στις παρατηρήσεις που ανέπτυξα σχετικά με ανάλογη επίκριση, στρεφόμενη κατά της σκέψεως 84 της αποφάσεως (34). Ακόμη και αν η επίκριση της αναιρεσείουσας ήταν ορθή, δεν θα μπορούσε να διαγνωσθεί ποια επιρροή ενδέχεται να έχουν ασκήσει οι περιττές (στην περίπτωση αυτή) παρατηρήσεις του Δικαστηρίου επί των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε, όσον αφορά τα επιχειρήματα που πράγματι προβλήθηκαν.
52. 'Οσον αφορά το ζήτημα εάν η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις αποφάσεις του Restrictive Practices Court, πρέπει να παρατηρηθεί ότι στο σημείο 43 της αποφάσεώς της γίνεται απλώς μνεία των αποφάσεων αυτών. Το συγκεκριμένο περιεχόμενο των εν λόγω αποφάσεων ή τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού δεν εξετάζονται διεξοδικότερα από την Επιτροπή ούτε σ' αυτό ούτε σε κανένα άλλο σημείο της αποφάσεώς της. Ακόμη μία αναφορά στη διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου υπάρχει μόνο στο σημείο 71 της αποφάσεως. Στο σημείο αυτό, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα επιχειρήματα, τα οποία είχαν προβληθεί στο πλαίσιο των εθνικών δικών σχετικά με το ζήτημα της αναγκαιότητας των ΝΒΑ, αφορούσαν όχι τόσο την ανάγκη κοινής εφαρμογής των τυποποιημένων όρων στην περίπτωση των βιβλίων καθορισμένης τιμής, αλλά μάλλον το ερώτημα εάν αυτός καθαυτός ο καθορισμός υποχρεωτικών τιμών είναι απαραίτητος για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων. Το Δικαστήριο έχει ήδη επισημάνει, με τη Διάταξη που εξέδωσε επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ότι οι εν λόγω εθνικές αποφάσεις πράγματι εξέτασαν και το ζήτημα της αναγκαιότητας της θεσπίσεως ομοιόμορφων όρων πωλήσεως (35). Με τη Διάταξη αυτή, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η Επιτροπή, στα σημεία 72 έως 86 της αποφάσεώς της, προέβη στην εκτίμηση της αναγκαιότητας των ΝΒΑ, "χωρίς να λάβει υπόψη τις εκτιμήσεις στις οποίες προέβη το προαναφερθέν εθνικό δικαστήριο" (36). Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι από την απόφαση της Επιτροπής προκύπτει ότι η Επιτροπή "δεν αγνόησε" τις αποφάσεις του βρετανικού δικαστηρίου, όπως θεώρησε το Πρωτοδικείο ότι έπρεπε να δεχθεί (37).
Δεν καταλαβαίνω γιατί η Επιτροπή δεν ασχολήθηκε διεξοδικότερα με τις διαδικασίες αυτές που διεξήχθησαν ενώπιον του Restrictive Practices Court. Εάν η αναιρεσείουσα θεωρούσε τις διαδικασίες αυτές τόσο σημαντικές για την παρούσα υπόθεση, ήταν αυτονόητο ότι η Επιτροπή έπρεπε να ασχοληθεί με τη διαδικασία αυτή * έστω πολύ συνοπτικά και μόνο. Η παράλειψη αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί σε έλλειψη χρόνου, αν ληφθεί υπόψη η διάρκεια της διαδικασίας. Στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και στην αναιρετική διαδικασία, η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους που την οδήγησαν να υιοθετήσει την άποψη ότι οι εν λόγω εθνικές δίκες δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα υπόθεση. Το γιατί δεν το έπραξε προηγουμένως με την ίδια την απόφασή της παραμένει ανεξήγητο.
53. Φρονώ, ωστόσο, ότι ως προς την ουσία η άποψη της Επιτροπής είναι ορθή. Η Επιτροπή επισημαίνει ορθώς ότι το Restrictive Practices Court εξέτασε τις ΝΒΑ όσον αφορά το συμβατό τους με το δίκαιο ανταγωνισμού του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού εκδόθηκαν πριν από την προσχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου στις Κοινότητες. Επομένως, δεν αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ και άρα δεν μπορεί να γίνει άμεση επίκλησή τους για να δοθεί απάντηση στο εν προκειμένω κρίσιμο ερώτημα σχετικά με την αναγκαιότητα των περιορισμών του ανταγωνισμού που προβλέπουν οι ΝΒΑ όσον αφορά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Η σχετική κρίση του Πρωτοδικείου στη σκέψη 79 της αποφάσεώς του είναι απόλυτα ορθή (38).
Η αναιρεσείουσα και η Cle φαίνονται να θεωρούν ως δεδομένο ότι στην εθνική διαδικασία το βρετανικό δικαστήριο κατέληξε, όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο, στο συμπέρασμα ότι οι περιορισμοί του ανταγωνισμού που περιλαμβάνονται στις ΝΒΑ είναι αναγκαίοι, προκειμένου να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα οφέλη και ότι η Επιτροπή όφειλε επομένως να αποδείξει ότι η συλλογιστική αυτή δεν ίσχυε για την Ιρλανδία. Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αυτή η αντιστροφή του βάρους αποδείξεως δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 85, παράγραφος 3. Στην αναιρεσείουσα εναπόκειται να αποδείξει ότι οι περιορισμοί του ανταγωνισμού ήταν απαραίτητοι όσον αφορά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Αυτόν τον σκοπό εξυπηρετούσαν τα τέσσερα ειδικά επιχειρήματα, τα οποία προέβαλε η αναιρεσείουσα και τα οποία θα εξεταστούν αμέσως κατωτέρω.
54. Προηγουμένως, πρέπει να εξεταστεί το ευρύτερο επιχείρημα της Booksellers Association, κατά το οποίο η Επιτροπή, παρ' όλο που δεν δεσμεύεται από τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ καθήκον συνεργασίας με τις αρμόδιες για θέματα ανταγωνισμού εθνικές αρχές. Σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, η Επιτροπή υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τις αποφάσεις των εν λόγω αρχών, στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να διασφαλιστεί μια δίκαιη εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ και να παρεμποδιστεί μια αδικαιολόγητη παρέμβαση κατά την εφαρμογή των εθνικών κανόνων ανταγωνισμού. Η αναιρεσείουσα επιχείρησε, όπως φαίνεται, να χρησιμοποιήσει το επιχείρημα αυτό κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
Κατά τη γνώμη μου, το ερώτημα εάν είναι βάσιμη η ένσταση της Επιτροπής ότι πρόκειται για έναν απαράδεκτο νέο ισχυρισμό, μπορεί να μείνει αναπάντητο. Εν πάση περιπτώσει, αυτό το (οπωσδήποτε αρκετά αόριστο) επιχείρημα της παρεμβαίνουσας δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Το επιχείρημα της παρεμβαίνουσας καταλήγει, σε τελική ανάλυση, να επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση προσαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού της Κοινότητας προς τους εθνικούς κανόνες ανταγωνισμού και στην εφαρμογή τους σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. 'Οπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, τούτο θα ανέτρεπε τη θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία το κοινοτικό δίκαιο υπερισχύει του εθνικού.
55. Επομένως, και αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Ωστόσο, τονίζω για άλλη μια φορά ότι θα το θεωρούσα πολύ πιο ενδεδειγμένο εάν η Επιτροπή είχε εξηγήσει στην ίδια την απόφασή της γιατί δεν προσέδωσε στις διαδικασίες ενώπιον του Restrictive Practices Court ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα υπόθεση, αντί να εκθέσει τους συλλογισμούς της για πρώτη φορά στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας.
(6) Εξέταση των ειδικών επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας
56. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο και την Επιτροπή την αιτίαση ότι εξέτασαν τα τέσσερα βασικά επιχειρήματά της όσον αφορά το ζήτημα του αναγκαίου χαρακτήρα κατ' ιδίαν και χωριστά το ένα από το άλλο. Κατά την άποψή της, από μια συνολική θεώρηση των επιχειρημάτων αυτών προκύπτει ότι οι περιορισμοί του ανταγωνισμού που περιέχονται στις ΝΒΑ είναι πράγματι αναγκαίοι για την επέλευση των επιδιωκόμενων οφελών.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι πάντοτε προσέδιδε έμφαση στο γεγονός ότι ένα σύστημα καθορισμού υποχρεωτικών τιμών μεταπωλήσεως βιβλίων πρέπει να είναι απλό από απόψεως λειτουργίας, προκειμένου να έχει ευεργετικά αποτελέσματα. Ενόψει του αριθμού των εκδοτών, του αριθμού των εκδόσεων και των κατ' ιδίαν αντιτύπων ενός βιβλίου που τηρούν σε απόθεμα οι βιβλιοπώλες καθώς και της φύσεως του εμπορίου βιβλίων, η σώρευση δυσκολιών που θα απέρρεαν από τις ατομικές συμφωνίες και τη μη ύπαρξη των δυνατοτήτων που παρέχουν οι ΝΒΑ θα καθιστούσε τις ατομικές αυτές συμφωνίες ανεφάρμοστες.
57. Η Επιτροπή ορθώς αντιτάσσει ότι τέσσερα ασθενή επιχειρήματα δεν μετατρέπονται σε ένα πειστικό επιχείρημα εάν θεωρηθούν ως μια ολότητα. Η αναιρεσείουσα δεν επέτυχε, κατά τη γνώμη μου, να εξηγήσει πώς η συνολική θεώρηση των προβληθέντων επιχειρημάτων μπορεί να οδηγήσει στην απόδειξη του αναγκαίου χαρακτήρα των περιορισμών του ανταγωνισμού, εφόσον κανένα από τα κατ' ιδίαν επιχειρήματα δεν είναι πειστικό από μόνο του.
58. Η Επιτροπή τονίζει επίσης ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί τις κρίσεις του Πρωτοδικείου όσον αφορά τα κατ' ιδίαν επιχειρήματα αυτά καθαυτά. 'Οπως έχω ήδη αναφέρει, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου η αναιρεσείουσα τόνισε κυρίως όλες τις πιθανές συνέπειες της αποφάσεως της Επιτροπής για τους βιβλιοπώλες στην Ιρλανδία. Οι διάδικοι που παρενέβησαν υπέρ της αναιρεσείουσας έδωσαν επίσης έμφαση στο σημείο αυτό. Η Booksellers Association έκανε λόγο για την ύπαρξη κινδύνου για τα μικρότερα βιβλιοπωλεία. Η Cle μάλιστα επέσεισε τον κίνδυνο "καταρρεύσεως" της αγοράς βιβλίων στην Ιρλανδία και εξέφρασε τον φόβο της ότι η απόφαση της Επιτροπής θα οδηγούσε σε πρακτικές δυσκολίες, οι οποίες θα έπρεπε να θεωρηθούν ως "εφιάλτης".
Υπ' αυτές τις συνθήκες, θα μπορούσε να αναμένεται ότι η αναιρεσείουσα θα στρεφόταν τουλάχιστον κατά των κρίσεων του Πρωτοδικείου όσον αφορά το δεύτερο από τα επιχειρήματα που είχε προβάλει (ότι δεν ήταν δυνατό για τους βιβλιοπώλες να εφαρμόζουν και να τηρούν πληθώρα διαφορετικών όρων πωλήσεως επιβαλλομένων από διαφόρους εκδότες). Πράγματι, οι παρατηρήσεις της Επιτροπής όσον αφορά το ζήτημα αυτό, που περιέχονται στα σημεία 79 έως 83 της αποφάσεώς της, δεν μου φαίνονται ιδιαίτερα πειστικές. Ούτε οι σχετικές κρίσεις του Πρωτοδικείου ικανοποιούν απόλυτα (39). Ωστόσο, δεν θα ήταν σκόπιμο οι σκέψεις αυτές του Πρωτοδικείου να εξεταστούν ενδελεχέστερα. 'Οπως έκρινε πρόσφατα το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση των λόγων αναιρέσεως και να εξετάζει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποκλειστικά υπό το πρίσμα υπό το οποίο τίθεται ο εκάστοτε λόγος αναιρέσεως (40). Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει προβάλει καμία σχετική αιτίαση, παρέλκει η εξέταση των τυχόν σφαλμάτων που περιέχονται στις σκέψεις του Πρωτοδικείου επί των κατ' ιδίαν επιχειρημάτων. Επομένως, και αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
(7) Λόγοι δικαιοπολιτικής φύσεως
59. Η αναιρεσείουσα παρατηρεί ότι η Επιτροπή δήλωσε, με την ανακοίνωσή της προς το Συμβούλιο της 27ης Νοεμβρίου 1985 (41), ότι η διατήρηση υποχρεωτικών τιμών πωλήσεως για τα βιβλία έχει θετικά αποτελέσματα και δεν αντιβαίνει στους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσέγγιση της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση είναι ασυμβίβαστη προς τη δήλωση αυτή και παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοικήσεως και ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να λάβει υπόψη την αντίφαση αυτή.
Η Επιτροπή αντικρούει τον ισχυρισμό αυτό και υποστηρίζει ότι με την εν λόγω ανακοίνωση κατέστησε σαφές ότι δεν θα ανεχόταν πρακτικές οι οποίες δεν θα συμβιβάζονταν με το κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού. Στην παρούσα υπόθεση υιοθέτησε μια "ρεαλιστική" προσέγγιση και περιορίστηκε στις πλευρές εκείνες της εφαρμογής των ΝΒΑ που αφορούν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
Δεν βλέπω πώς το επιχείρημα αυτό της αναιρεσείουσας θα μπορούσε να συμβάλει στην ευδοκίμηση της αναιρέσεως. 'Οπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, η αναιρεσείουσα δεν έχει ισχυριστεί ότι η ανακοίνωση του 1985 της δημιούργησε την προσδοκία * η οποία θα ήταν ενδεχομένως άξια εννόμου προστασίας * ότι η Επιτροπή δεν θα προέβαλλε αντιρρήσεις όσον αφορά το σύστημα των ΝΒΑ. Εξάλλου, φρονώ ότι πρόκειται για πολιτικής φύσεως ζητήματα, τα οποία έχουν σημασία de lege ferenda, αλλά των οποίων η εξέταση * όπως ορθώς υποστήριξε η Pentos * δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του ακυρωτικού δικαστηρίου.
60. Η παρατήρηση αυτή ισχύει και για τις αναφορές της αναιρεσείουσας και της Booksellers Association στο γεγονός ότι η Επιτροπή όφειλε, κατά την έκδοση της αποφάσεώς της, να λάβει υπόψη τις πολιτιστικές πτυχές της παρούσας υποθέσεως. 'Οπως ορθώς υποστήριξε η Booksellers Association, η υποχρέωση να λαμβάνονται υπόψη οι πτυχές αυτές απέρρεε ήδη από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Κατόπιν της συνάψεως της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση, η υποχρέωση αυτή αναφέρεται πλέον ρητά στη Συνθήκη ΕΚ (άρθρο 128, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ). Ωστόσο, όπως φαίνεται από το σημείο 75 της αποφάσεώς της, η Επιτροπή ουδόλως αγνόησε τις πολιτιστικές αυτές πτυχές (42).
61. Τέλος, η αναιρεσείουσα συναφώς επικαλείται επίσης ένα ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 1993, με το οποίο το Κοινοβούλιο τάσσεται υπέρ της διατηρήσεως των συστημάτων υποχρεωτικών τιμών πωλήσεως των βιβλίων εντός των ζωνών όπου ομιλείται η ίδια γλώσσα. Η Επιτροπή επισημαίνει ορθώς ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι άνευ σημασίας, για τον λόγο και μόνο ότι το ψήφισμα αυτό εγκρίθηκε πολύ μετά από την έκδοση της επίμαχης αποφάσεως της Επιτροπής.
62. Επομένως, και αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Δικαστικά έξοδα
63. Δεδομένου, συνεπώς, ότι η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί, η αναιρεσείουσα πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 122 και 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να καταδικαστεί στα έξοδα. Δεδομένου ότι τα επιχειρήματα της Cle και της Booksellers Association, οι οποίες παρενέβησαν υπέρ της αναιρεσείουσας, δεν έγιναν δεκτά, μου φαίνεται λογικό να υποχρεωθούν οι εν λόγω παρεμβαίνουσες να φέρουν τα δικά τους έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας. Η παρεμβαίνουσα Pentos επιχείρησε, κατά απαράδεκτο τρόπο, να χρησιμοποιήσει την παρούσα διαδικασία προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της εφαρμογής των ΝΒΑ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεδομένου ότι, κατά τα λοιπά, η εν λόγω παρεμβαίνουσα περιορίστηκε κυρίως στην επανάληψη των επιχειρημάτων της Επιτροπής, μου φαίνεται δίκαιο να υποχρεωθεί και αυτή να φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Γ * Πρόταση
64. Προτείνω, συνεπώς, στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας, με εξαίρεση τα έξοδα των παρεμβαινουσών, οι οποίες θα φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) * Publishers Association κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1995).
(2) * ΕΕ 1989, L 22, σ. 12.
(3) * 'Οπ.π., υποσημείωση 2, σημεία 6 έως 30 και 38 έως 39.
(4) * 'Οπ.π., υποσημείωση 1, σκέψεις 4 έως 16.
(5) * 'Οπ.π., υποσημείωση 1, σκέψεις 17 έως 18 και 56.
(6) * [1962] 2 All E.R. 751.
(7) * Ωστόσο, μέχρι τον χρόνο της προφορικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου η εν λόγω αρχή δεν φαίνεται να έχει προβεί σε περαιτέρω ενέργειες.
(8) * Βλ. σημεία 3 έως 4 ανωτέρω.
(9) * Συλλογή 1989, σ. 1693.
(10) * Βλ. σημείο 10, ανωτέρω.
(11) * 'Οπως παρατηρεί η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, το ενδοκοινοτικό εμπόριο περιλαμβάνει κυρίως την εξαγωγή βιβλίων καθορισμένης τιμής από το Ηνωμένο Βασίλειο προς την Ιρλανδία, την εισαγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο βιβλίων από άλλα κράτη μέλη, τα οποία, μετά την εισαγωγή, θεωρούνται από τον εισαγωγέα ή τον διανομέα ως βιβλία καθορισμένης τιμής και την επανεισαγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο βιβλίων τα οποία είχαν προηγουμένως εξαχθεί σε άλλα κράτη μέλη (ιδίως στην Ιρλανδία).
(12) * Θα πρέπει, παρεμπιπτόντως, να υπομνηστεί ότι η Pentos άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της Επιτροπής.
(13) * Βλ. την απόφαση της 15ης Μαΐου 1975 στην υπόθεση 71/74, Frubo κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 185, σκέψη 43).
(14) * Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 56/64 και 58/64, Consten και Grundig κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 363, 381). Αντιθέτως, η άποψη που εξέφρασε η Pentos, ότι δηλαδή μια απόφαση της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, είναι παράνομη μόνο εάν στηρίζεται σε προφανές σφάλμα σχετικό με τα πραγματικά περιστατικά ή με τα νομικά ζητήματα, είναι φυσικά εσφαλμένη.
(15) * Βλ. τις προτάσεις μου της 10ης Φεβρουαρίου 1994 στην υπόθεση C-39/93 P, SFEI κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-0000, σημεία 30 και 31).
(16) * Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1991 στην υπόθεση C-283/90 P, Vidranyi κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-4339, σκέψη 13) απόφαση της 8ης Απριλίου 1992 στην υπόθεση C-346/90 P, F. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-2691, σκέψη 7).
(17) * Προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Vidranyi (υποσημείωση 16), σκέψη 12 προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση F. (υποσημείωση 16), σκέψη 7. Αυτό επιβεβαιώθηκε προσφάτως από την απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994 στην υπόθεση C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψη 48).
(18) * Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 43/82 και 63/82 (Συλλογή 1984, σ. 19).
(19) * 'Οπ.π., υποσημείωση 18, σ. 47.
(20) * Βλ. κατωτέρω, σημεία 24 έως 28.
(21) * ΕΕ L 54 της 25.2.1982, σ. 36. Η απόφαση αυτή ήταν το αντικείμενο της προαναφερθείσας αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του 1984 (υποσημείωση 18).
(22) * Στο σημείο αυτό το γερμανικό κείμενο χρησιμοποιεί τη λέξη sollten ( θα έπρεπε ). Ωστόσο, από το αγγλικό κείμενο * που είναι το μόνο αυθεντικό * προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν υπήρχε πρόθεση επιβολής υποχρεώσεως αλλά ότι πρόκειται για απλή αναφορά στην ύπαρξη άλλων δυνατοτήτων. (ΣτΜ: Στο ελληνικό κείμενο η λέξη could έχει μεταφραστεί ως μπορούν .)
(23) * Βλ. ανωτέρω σημείο 9.
(24) * Η παρούσα υπόθεση διαφέρει συναφώς από την περίπτωση που έκρινε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 29ης Οκτωβρίου 1980 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209/78, 215/78 και 218/78, van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 3125). Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε (σκέψη 184) ότι ο αριθμός των μεσαζόντων δεν αποτελεί αναγκαστικά ουσιώδες κριτήριο βελτιώσεως της διανομής κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 3 . Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι οι υποθέσεις εκείνες αφορούσαν τη διανομή προϊόντων καπνού.
(25) * Το αγγλικό κείμενο [ (...) to avoid the decline in stock levels which would result from shorter print runs ] [ (...) την αποφυγή μειώσεως των αποθεμάτων, που θα απέρρεε από εκδόσεις σε λιγότερα αντίτυπα ] αντιστρέφει τη σχέση αιτίου και αιτιατού σε σύγκριση με το γερμανικό κείμενο [ einen Rueckgang der Lagerbestaende, der zu kleineren Auflagen fuehren wuerde (...) zu verhindern ] [ την αποφυγή μειώσεως αποθεμάτων, που θα συνεπαγόταν την έκδοση των βιβλίων σε λιγότερα αντίτυπα ]. Ωστόσο, πρόκειται μάλλον για παραδρομή παρά για εννοιολογικό σφάλμα.
(26) * Βλ. κατωτέρω, σημεία 37 επ.
(27) * 'Οπ.π. (υποσημείωση 18), σκέψη 52. Βλ. επίσης την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 στην υπόθεση 42/85, Remia κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 2545, σκέψη 45).
(28) * Βλ. επίσης σημείο 74 της αποφάσεως της Επιτροπής.
(29) * Σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(30) * Βλ. την απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-244/91 P, Pincherle κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-6965, σκέψη 31).
(31) * Βλ. ανωτέρω, σημείο 33.
(32) * Απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992 στην υπόθεση C-30/91 P, Lestelle κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-3755, σκέψη 28).
(33) * Βλ. σημεία 77 και 81.
(34) * Βλ. ανωτέρω, σημείο 38.
(35) * 'Οπ.π. (υποσημείωση 9), σκέψη 30.
(36) * 'Οπ.π. (υποσημείωση 9), σκέψη 29.
(37) * Με τη σκέψη 79 της αποφάσεώς του.
(38) * Γι' αυτό τον λόγο οι παρατηρήσεις του βρετανικού δικαστηρίου σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις της καταργήσεως των ΝΒΑ επί του εξαγωγικού εμπορίου, τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή, μου φαίνονται επίσης ότι στερούνται σημασίας.
(39) * Στη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται, για παράδειγμα, ότι το επιχείρημα αυτό αφορά κυρίως τη βρετανική αγορά και επομένως δεν εμφανίζει λειτουργικό χαρακτηρα . Δεν μπορώ να καταλάβω πώς το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό.
(40) * Απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994 στην υπόθεση C-136/92 P [όπ.π. (υποσημείωση 17), σκέψεις 29 και 52].
(41) * CΟΜ(85) 681 τελικό.
(42) * Συναφώς, βλ. τώρα πλέον και τα σημεία 175 και 177 της εικοστής τρίτης εκθέσεως της Επιτροπής για την πολιτική του ανταγωνισμού [CΟΜ(94) 161 τελικό].
Full & Egal Universal Law Academy