ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 16ης Σεπτεμβρίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η υπό κρίση υπόθεση έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Felix Koch Offenbach Couleur und Karamel GmbH (στο εξής: Felix Koch) και της Oberfinanzdirektion München (κεντρική διεύθυνση οικονομικών). Το αντικείμενο της διαφοράς συνίσταται στην κατάταξη, από πλευράς Κοινού Δασμολογίου, μιας σκόνης η οποία λαμβάνεται από μάζα καρυδιών κοκοφοινίκων και χρησιμοποιείται για την παρασκευή τροφίμων. Το υποβληθέν ερώτημα έχει ως εξής:
«Έχει το Κοινό Δασμολόγιο (η Συνδυασμένη Ονοματολογία του 1990) την έννοια ότι η “σκόνη καρυδιών κοκκοφοινίκων” που λαμβάνεται από ένα παστεριωμένο, ομογενοποιημένο και στη συνέχεια αποξηραμένο με ψεκασμό μίγμα αλεσμένης και συμπιεσμένης μάζας καρυδιών κοκκοφοινίκων, στο οποίο έχουν προστεθεί, πριν από την ξήρανση προκειμένου το μίγμα να λάβει τη μορφή σκόνης, μαλτοδεξτρίνη και καζεϊνικό νάτριο, όπως εκτίθεται λεπτομερέστερα στο σκεπτικό, πρέπει να κατατάσσεται στη διάκριση 21.06 90.99 ως (άλλο) παρασκεύασμα διατροφής που δεν κατονομάζεται ή περιλαμβάνεται αλλού;»
2.
Η ισχύουσα σήμερα συνδυνασμένη ονοματολογία, η οποία καταρτίστηκε για τις ανάγκες του Κοινού Δασμολογίου της Κοινότητας, είναι εκείνη που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2505/92 της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 1992 ( 1 ). Όσον αφορά τις δασμολογικές κλάσεις που ενδιαφέρουν την υπό κρίση υπόθεση, φαίνεται ότι δεν υφίσταται διαφορά μεταξύ του ισχύοντος σήμερα Κοινού Δασμολογίου και του Κοινού Δασμολογίου που ίσχυε το 1990, στο οποίο αναφέρεται η διάταξη περί παραπομπής.
3.
Η επίδικη σκόνη καρυδιών κοκκοφοινίκων (στο εξής: προϊόν) λαμβάνεται από παστεριωμένο μίγμα μάζας καρυδιών κοκκοφοινίκων, αλεσμένης και συμπιεσμένης, στην οποία έχουν προστεθεί, πριν από την ξήρανση, 8 % μαλτοδεξτρίνη και 5 % καζεϊνικό νάτριο. Από την επεξεργασία αυτή προκύπτει μια σκόνη περιέχουσα 6,9 % κατά βάρος ζαχαρόζη, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παρασκευή τροφίμων. Η ύλη από την οποία λαμβάνεται η σκόνη περιέχει ίνες σε ποσοστό μόνο 0,15 %, ενώ το βρώσιμο μέρος (μάζα) των καρυδιών κοκκοφοινίκων περιέχει ακατέργαστες φυτικές ίνες σε ποσοστό περίπου 3,3 % το προϊόν αυτό καθαυτό δεν περιέχει σχεδόν καθόλου ίνες.
4.
Η διάκριση 210690 της συνδυασμένης ονοματολογίας («παρασκευάσματα διατροφής που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται άλλου: (...)
—
Άλλα: (...) — Άλλα: (...)») διαιρείται σε δύο επιμέρους διακρίσεις:
«2106 90 91
— Που δεν περιέχουν λιπαρές ύλες που προέρχονται από το γάλα, πρωτεΐνες γάλακτος, ζαχαρόζη, ισογλυκόζη, γλυκόζη, άμυλα κάθε είδους ή που περιέχουν κατά βάρος λιγότερο του 1,5 % λιπαρές ύλες που προέρχονται από το γάλα, λιγότερο του 2,5 % πρωτεΐνες γάλακτος, λιγότερο του 5 % ζαχαρόζη ή ισογλυκόζη, λιγότερο του 5 % γλυκόζη ή άμυλα κάθε είδους
2106 90 99
— Άλλα».
Είναι προφανές ότι η κλάση 2106 («παρασκευάσματα διατροφής που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού») είναι συμπληρωματική κλάση, εξαιρετικά γενικού χαρακτήρα, η οποία έχει εφαρμογή μόνο στα προϊόντα τα οποία δεν μπορούν να καταταγούν σε καμία άλλη κλάση σχετική με τα προϊόντα διατροφής. Οι διάδικοι συμφωνούν ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, υπάρχουν το πολύ δύο ακόμα δυνατότητες ως προς την κατάταξη του προϊόντος: η διάκριση 110630 («αλεύρια, σιμιγδάλια και σκόνες των προϊόντων του κεφαλαίου 8») και η διάκριση 200819 («καρποί και φρούτα και άλλα βρώσιμα μέρη φυτών, αλλιώς παρασκευασμένα ή διατηρημένα (...) που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού: Καρποί με κέλυφος (...) —άλλα (...)»). Όσον αφορά τη διάκριση 110630, οι σχετικές διακρίσεις του κεφαλαίου 8 είναι οι εξής:
«Καρύδια κοκκοφοινίκων, καρύδια Βραζιλίας και καρύδια ανακαρδιοειδών, νωπά ή ξερά, έστω και χωρίς το κέλυφος ή τη φλούδα τους:
0801 10
— Καρύδια κοκκοφοινίκων:
—
Αφυδατωμένη ψίχα καρυδιών κοκκοφοινίκων
— Άλλα».
5.
Κατά την Felix Koch, το προϊόν πρέπει να καταταγεί στη διάκριση 110630 της συνδυασμένης ονοματολογίας, καθόσον πρόκειται για σκόνη προερχόμενη από προϊόν εμπίπτον στη διάκριση 080110, δηλαδή μάζα καρυδιών κοκκοφοινίκων. Αντιθέτως, η Επιτροπή θεωρεί ότι το προϊόν δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σκόνη ενός προϊόντος υπαγομένου στην κλάση 0801, δεδομένου ότι ο αρχικός καρπός έχει υποστεί επεξεργασία μη προβλεπόμενη από την εν λόγω κλάση.
6.
Κατά τη γνώμη μου, η ανάλυση της Επιτροπής είναι ορθή. Η κλάση 0801 αφορά καρπούς και φρούτα με κέλυφος, νωπά ή ξερά, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των οποίων το κέλυφος ή η φλούδα έχουν αφαιρεθεί ή που έχουν υποστεί ανάλογη επεξεργασία, αλλά είναι προφανές ότι δεν αφορά τα προϊόντα που έχουν υποστεί περισσότερο προωθημένη επεξεργασία, εκτός αν πρόκειται για επεξεργασία με στόχο τη συντήρηση του προϊόντος ή τη διατήρηση της εμφανίσεως του. Συγκεκριμένα, η σημείωση 3 του κεφαλαίου 8 της συνδυασμένης ονοματολογίας διευκρινίζει τα εξής:
«Οι αποξηραμένοι καρποί και φρούτα του παρόντος κεφαλαίου μπορούν να είναι μερικώς αφυδατωμένα ή να έχουν υποστεί επεργασία για τους εξής σκοπούς:
α)
για τη βελτίωση της διατήρησης ή της σταθερότητας τους (π.χ. με μέτρια θερμική επεξεργασία, επεξεργασία θείωσης, προσθήκη σορβικού οξέος ή σορβικού καλίου)
β)
για τη βελτίωση ή τη διατήρηση της εμφάνισης τους (π.χ. με την προσθήκη φυτικού λαδιού ή την προσθήκη μικρών ποσοτήτων σιροπίου γλυκόζης),
με την προϋπόθεση ότι διατηρούν το χαρακτήρα των αποξηραμένων καρπών και φρούτων».
7.
Υπενθυμίζεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το προϊόν λαμβάνεται δια συνθλίψεως της μάζας καρυδιών κοκκοφοινίκων προκειμένου να εξαχθεί το μεγαλύτερο μέρος των ινών που περιέχονται στον αρχικό καρπό. Το προϊόν παστεριώνεται και προστίθεται σ' αυτό μαλτοδεξτρίνη και καζεϊνικό νάτριο, κατόπιν δε αποξηραίνεται και μετατρέπεται σε σκόνη. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι ο αρχικός καρπός, ήδη πριν από την ξήρανση και τη μεταποίηση σε σκόνη, έχει υποστεί επεξεργασία λόγω της οποίας δεν εμπίπτει πλέον στο πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου 8.
8.
Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται και από τις επεξηγηματικές σημειώσεις του εναρμονισμένου συστήματος που έχει εκδώσει το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας ( 2 ), οι οποίες, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν τίθεται θέμα ερμηνείας της συνδυασμένης ονοματολογίας ( 3 ). Το τρίτο εδάφιο των γενικών παρατηρήσεων όσον αφορά το κεφάλαιο 8 διευκρινίζει τα εξής:
«Τα προϊόντα αυτά μπορούν να είναι ολόκληρα, κομμένα σε φέτες ή τεμάχια, χωρίς πυρήνα, συνθλιμένα, τριμμένα, αποφλοιωμένα, καθαρισμένα ή χωρίς φλούδα.»
Κανένας από τους όρους αυτούς δεν μπορεί να υπονοεί επεξεργασία κατά την οποία η μάζα του καρπού συμπιέζεται για να εξαχθεί εκχύλισμα από το οποίο έχει αφαιρεθεί το μεγαλύτερο μέρος των φυτικών ινών του καρπού. Αφετέρου, μια τέτοια επεξεργασία δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως επεξεργασία συγγενής προς την άλεση, ώστε η σκόνη που λαμβάνεται με τη διαδικασία αυτή να μπορεί να καταταγεί στο κεφάλαιο 11 της συνδυασμένης ονοματολογίας. Όπως προκύπτει από τις γενικές παρατηρήσεις του εναρμονισμένου συστήματος που αναφέρονται στο κεφάλαιο 11, το κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνει:
«1)
Τα προϊόντα που προέρχονται από άλεση των δημητριακών του κεφαλαίου 10 και του γλυκού καλαμποκιού του κεφαλαίου 7 (...).
2)
Τα προϊόντα που προέρχονται επίσης από τα δημητριακά του κεφαλαίου 10 και τα οποία έχουν υποστεί τις μεταποιήσεις που προβλέπονται στις διάφορες κλάσεις του κεφαλαίου αυτού, όπως διαβροχή και αποξήρανση ή εξαγωγή του αμύλου ή της γλουτένης του σίτου.
3)
Τα προϊόντα που προέρχονται από πρώτες ύλες εμπίπτουσες σε άλλα κεφάλαια (ξερά λαχανικά, παράτες, καρποί και φρούτα κ.λπ.), οι οποίες όμως έχουν υποστεί επεξεργασίες του ιδίου τύπου με αυτές που περιγράφονται στα ανωτέρω εδάφια 1 και 2.»
Κανένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν άφησε να εννοηθεί ότι το επίδικο προϊόν λαμβάνεται με διαδικασίες μεταποιήσεως συγγενείς κατά κάποιον τρόπο είτε με τη διαβροχή και αποξήρανση είτε με την εξαγωγή του αμύλου ή της γλουτένης του σίτου.
9.
Για τον λόγο αυτόν καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η διάκριση 110630 δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση. Θα πρέπει, δεύτερον, να εξεταστεί κατά πόσον το προϊόν μπορεί να καταταγεί στην κλάση 2008, η οποία έχει εφαρμογή στα εξής εμπορεύματα:
«Καρποί και φρούτα και άλλα βρώσιμα μέρη φυτών, αλλιώς παρασκευασμένα ή διατηρημένα, με ή χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών ή αλκοόλης, που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού.»
10.
Κατά την Επιτροπή, η κλάση 2008 δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, και τούτο για τους ίδιους ουσιαστικά λόγους για τους οποίους αποκλείεται η εφαρμογή της κλάσεως 1106. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή θεωρεί ότι το προϊόν δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παρασκεύασμα «καρπών [ή] φρούτων», διότι η μάζα καρυδιών κοπκοφοινίκων, από την οποία παρασκευάζεται το προϊόν, έχει ήδη συμπιεστεί, προκειμένου να αφαιρεθεί το μεγαλύτερο μέρος των ινών που περιέχει, προτού το προϊόν υποστεί περαιτέρω μεταποιήσεις. Κατά την άποψη της Επιτροπής, μόνον ένα παρασκεύασμα περιέχον ολόκληρη τη μάζα καρυδιών κοκκοφοινίκων μπορεί να καταταγεί ως «καρπός [ή] φρούτο (...) αλλιώς παρασκευασμένο ή διατηρημένο» στην κλάση 2008 και όχι στη συμπληρωματική κλάση 2106 ως «παρασκεύασμα διατροφής».
11.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ του επιδίκου προϊόντος και της ουσίας την οποία ο κανονισμός (ΕΟΚ) 316/91 της Επιτροπής ( 4 ) κατατάσσει στη διάκριση 20081990. Ο κανονισμός αυτός περιγράφει την εν λόγω ουσία ως εξής:
«Λευκή πολτώδης μάζα με την ονομασία “creamed coconut” η οποία λαμβάνεται από λεπτή άλεση σαρκώδους μέρους (πούλπας) καρυδιών κοκκοφοίνικα και έχει υποστεί παστερίωση.»
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ορθώς χαρακτηρίζεται μια τέτοια ουσία ως παρασκεύασμα «καρπού [ή] φρούτου», δεδομένου ότι ολόκληρος ο καρπός, πλην του κελύφους, υφίσταται την ανωτέρω περιγραφόμενη επεξεργασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, αντιθέτως, το μεγαλύτερο μέρων των ινών του καρπού έχει αφαιρεθεί πριν από οποιαδήποτε περαιτέρω μεταποίηση. Συνεπώς, ως προς το σημείο αυτό, το επίδικο προϊόν είναι παρεμφερές προς το προϊόν («Coconut milk») που κατετάγη πρόσφατα στην κλάση 2106 δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ 1486/93 της Επιτροπής ( 5 ).
12.
Νομίζω ότι η Επιτροπή ορθώς διακρίνει μεταξύ, αφενός, ενός προϊόντος που λαμβάνεται με την επεξεργασία ολόκληρης της μάζας των καρυδιών κοκκοφοινίκων και, αφετέρου, ενός προϊόντος που λαμβάνεται με την επεξεργασία της μάζας των καρυδιών κοκκοφοινίκων αφού αυτή έχει συμπιεστεί προς αφαίρεση του μεγαλυτέρου μέρους των ινών που περιέχει. Μια μέθοδος παρασκευής η οποία συνίσταται στην αφαίρεση ενός σημαντικού συστατικού του καρπού, όπως οι φυτικές ίνες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά «παρασκευή» του καρπού. Είναι, εξάλλου, προφανές ότι τα εναπομένοντα συστατικά δεν μπορούν, αυτά καθαυτά, να θεωρηθούν ως «άλλα βρώσιμα μέρη φυτών» υπό την έννοια της κλάσεως 2008 (βλ. ανωτέρω σημείο 9).
13.
Εξάλλου, όπως αναφέρει η Επιτροπή, δεν υφίσταται αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα χαρακτηρισμού του προϊόντος ως «παρασκευάσματος διατροφής» υπό την έννοια της κλάσεως 2106. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, η Felix Koch υποστήριξε ότι το προϊόν δεν αποτελεί παρασκεύασμα διατροφής, καθόσον χρησιμοποιείται ως συστατικό για την παρασκευή ειδών διατροφής και δεν καταναλώνεται ως έχει. Ωστόσο, σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις του εναρμονισμένου συστήματος, στην κλάση 2106 («παρασκευάσματα διατροφής που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού») κατατάσσονται μεταξύ άλλων:
«Β)
Τα παρασκευάσματα που αποτελούνται εξ ολοκλήρου ή μερικώς από βρώσιμες ουσίες και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ποτών ή τροφίμων για ανθρώπινη κατανάλωση. Εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, στην κλάση αυτή τα παρασκευάσματα που αποτελούνται από μίγματα χημικών προϊόντων (οργανικών οξέων, αλάτων ασβεστίου, λεκιθίνης κ.λπ.) και βρωσίμων ουσιών (αλεύρων, ζάχαρης, σκόνης γάλακτος π.χ.), προοριζόμενα να ενσωματωθούν σε παρασκευάσματα διατροφής, είτε ως συστατικά των παρασκευασμάτων αυτών, είτε προς βελτίωση ορισμένων χαρακτηριστικών τους (εμφάνιση, συντήρηση κ.λπ.).»
Ενόψει των ανωτέρω, είναι σαφές ότι ένα προϊόν μπορεί να συνιστά «παρασκεύασμα διατροφής» υπό την έννοια της κλάσεως 2106 έστω και αν χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως συστατικό κατά την παρασκευή άλλων ειδών διατροφής. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, το επίδικο προϊόν δεν εμπίπτει σε καμία άλλη κατηγορία παρασκευασμάτων διατροφής προβλεπόμενη από τη συνδυασμένη ονοματολογία. Συνεπώς, πρέπει να καταταγεί στην κλάση 2106. Εξάλλου, από έγγραφο το οποίο η Επιτροπή προσκόμισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι αυτή η κατάταξη έχει γίνει ήδη ομοφώνως δεκτή από την επιτροπή ονοματολογίας ( 6 ). Δεδομένου ότι το προϊόν περιέχει ζαχαρόζη σε ποσοστό υψηλότερο του 5 %, πρέπει να καταταγεί, ειδικότερα, στη διάκριση 21069099.
Συμπέρασμα
14.
Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι στο ερώτημα του Bundesfinanzhof προσήκει η ακόλουθη απάντηση:
Μια ουσία από παστεριωμένο, ομογενοποιημένο και, κατόπιν, αποξηραμένο με ψεκασμό μίγμα αλεσμένης και συμπιεσμένης μάζας καρυδιών κοκκοφοινίκων, στο οποίο έχουν προστεθεί, πριν από την ξήρανση προκειμένου το μίγμα να λάβει τη μορφή σκόνης, μαλτοδεξτρίνη και καζεϊνικό νάτριο και το οποίο περιέχει αμελητέα ποσότητα ινών και τουλάχιστον 5 % σακχαρόζη, πρέπει να κατατάσσεται στη διάκριση 21069099 του Κοινού Δασμολογίου.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) ΕΕ L 267, σ. 1.
( 2 ) Εναρμονισμένο σύστημα ονομασίας και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων: επεξηγηματικές σημειώσεις (Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας, Βρυξέλλες).
( 3 ) Βλ. απόφαση της 18ης Ιουλίου 1990, C-265/89, Vismans Nederland (Συλλογή 1990, ο. I-3411, σκέψη 18) βλ. επίσης απόφαση της 3ης Ιουνίου 1992, C-318/90, Boehringer Mannheim (Συλλογή 1992, σ. I-3495, σκέψη 14).
( 4 ) Κανονισμό; (ΕΟΚ) 316/91 τη; Επιτροπής, της 7ης Φεβρουαρίου 1991, για κατάταξη εμπορευμάτων στη συνδυαηιένη ονοματολογία (ΕΕ L 37, σ. 25).
( 5 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1486/93 της Επιτροπής, της 16ης Ιουνίου 1993, για κατάταξη εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία (ΕΕ L 147, σ. 8).
( 6 ) Όσον αφορά τον ρόλο της επιτροπής ονοματολογίας του κοινού δασμολογίου, η οποία συγκροτείται από τελωνειακούς εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, βλ. την απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1975, 37/75, Bagusat κατά Hauptzollamt Berlin-Packhof (Συλλογή τόμος 1975, σ. 407, σκέψεις 5 έως 7, καθώς και την προαναφερθείσα απόφαση Vismans Nederland (ανωτέρω υποσημείωση 3, σκέψη 13). Η επιτροπή αυτή συστάθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 97/69 του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 1969, περί της λήψεως μέτρων για την ομοιόμορφη εφαρμογή της ονοματολογίας του κοινού δασμολογίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 32).
Full & Egal Universal Law Academy