Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α * Εισαγωγή
1. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αποτελεί το ζήτημα κατά πόσον συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας περί προστασίας του περιβάλλοντος στον τομέα της ναυσιπλοΐας.
2. Τα ζητήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας ενώπιον του Pretore di Ravenna κατά του Ιταλού υπηκόου Matteo Peralta. Ο Peralta είναι κυβερνήτης του υπό ιταλική σημαία δεξαμενοπλοίου ACRUX, το οποίο εκμεταλλεύεται η εδρεύουσα στη Γένοβα (Ιταλία) εφοπλιστική εταιρία Diego Cali & Figli και το οποίο είναι ειδικώς εξοπλισμένο για τη μεταφορά χημικών ουσιών. Υπό την ιδιότητά του αυτή ο Peralta κατηγορείται ότι κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Μαρτίου 1990 απέρριψε επανειλημμένως στη θάλασσα λύματα προερχόμενα από τον καθαρισμό των δεξαμενών του πλοίου οι οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά καυστικής σόδας. Από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο του καθαρισμού, το πλοίο βρισκόταν εκτός των χωρικών υδάτων σε απόσταση 12 έως 24 ναυτικών μιλίων από τις ιταλικές γραμμές βάσεως.
3. Η πράξη αυτή τιμωρείται ποινικώς κατά τα άρθρα 16, 17 και 20 του ιταλικού νόμου 979, της 31ης Δεκεμβρίου 1982, περί προστασίας των θαλασσών. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 16 απαγορεύεται σε όλα τα πλοία να απορρίπτουν στη θάλασσα, εντός των ιταλικών χωρικών υδάτων, τις ουσίες που αναφέρονται στο παράρτημα Α του εν λόγω νόμου (στις οποίες περιλαμβάνεται και η καυστική σόδα). Στην παράγραφο 2 ορίζεται ότι η απαγόρευση αυτή ισχύει και εκτός των χωρικών υδάτων για τα υπό ιταλική σημαία πλοία. Ως προς τις επιβαλλόμενες σχετικώς ποινές το άρθρο 17 παραπέμπει στα επόμενα άρθρα.
4. Κατά το άρθρο 20, παράγραφος 1, ο κυβερνήτης ενός υπό ιταλική σημαία πλοίου (καθώς και ο εφοπλιστής ή ο ιδιοκτήτης του πλοίου σε περίπτωση συμμετοχής τους στην πράξη) τιμωρείται, σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 16, με ποινή φυλακίσεως δύο μηνών έως δύο ετών και πρόστιμο 500 000 έως 10 000 000 ιταλικών λιρετών (LIT) σε περίπτωση που οι πράξεις αυτές οφείλονται σε αμέλεια οι προαναφερθείσες ποινές μειώνονται στο ήμισυ. Κατά την παράγραφο 2 ο κανόνας αυτός ισχύει και για τους κυβερνήτες πλοίων υπό ξένη σημαία.
5. Σε περίπτωση καταδίκης κυβερνήτη πλοίου υπό ιταλική σημαία, κατά το άρθρο 20, παράγραφος 1, και εφόσον αυτός έχει την ιταλική ιθαγένεια, τότε κατά την παράγραφο 3 της εν λόγω διατάξεως αναστέλλεται η ισχύς της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος που του είχε χορηγηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 1083 του codice della navigazione. Κατά το άρθρο αυτό η αναστολή της άδειας ασκήσεως ναυτικού επαγγέλματος συνεπάγεται ότι το πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε η ποινή αυτή δεν έχει το δικαίωμα, για περίοδο δύο εβδομάδων έως δύο ετών, να ασκεί οποιαδήποτε καθήκοντα ή να προσφέρει οποιαδήποτε υπηρεσία που προϋποθέτουν την κατοχή αδείας.
6. Προκειμένου να τηρηθεί η απαγόρευση αυτή απορρίψεως λυμάτων πρέπει, σε περίπτωση π.χ. καθαρισμού των δεξαμενών όπως στην παρούσα υπόθεση, να χρησιμοποιηθούν άλλες μέθοδοι απορρίψεως των προερχομένων από τον καθαρισμό των δεξαμενών λυμάτων. Στις παρατηρήσεις του ο Peralta αναφέρεται σε ορισμένες εγκαταστάσεις στις οποίες γίνεται κατεργασία των λυμάτων πριν από την απόρριψή τους στη θάλασσα (1). Ωστόσο, τέτοιες εγκαταστάσεις βρίσκονται σε ορισμένους μόνο ιταλικούς λιμένες, όχι όμως και σε λιμένες άλλων χωρών, τουλάχιστον όσον αφορά λύματα προερχόμενα από τον καθαρισμό δεξαμενών, όπως στην παρούσα υπόθεση. Τα λύματα από τον καθαρισμό δεξαμενών πρέπει να συγκεντρώνονται σε ειδικές δεξαμενές επί του πλοίου μέχρι να διοχετευθούν στις προαναφερθείσες εγκαταστάσεις από το ίδιο το πλοίο ή από μικρότερα δεξαμενόπλοια.
7. Ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ο Peralta αμφισβήτησε τη δυνατότητα εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων της ιταλικής νομοθεσίας στην περίπτωσή του και ζήτησε να υποβληθούν στο Δικαστήριο τα ερωτήματα που μας απασχολούν στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως. Από τα ερωτήματα αυτά, καθώς και από τα επιχειρήματα που διατύπωσαν οι διάδικοι οι οποίοι κατέθεσαν παρατηρήσεις, συνάγονται τα στοιχεία εκείνα που απετέλεσαν τη βάση των επικρίσεων που διατυπώθηκαν κατά της ιταλικής νομοθεσίας. Προκύπτει, πράγματι, ότι οι πράξεις που προσάπτονται στον Peralta δεν απαγορεύονται από τις διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως του 1973 περί προλήψεως της ρυπάνσεως από πλοία, όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο του 1978 το σχετικό με την εν λόγω Σύμβαση (2) (στο εξής: Σύμβαση MARPOL), εφόσον βεβαίως έχουν τηρηθεί ορισμένες προϋποθέσεις. Στο στοιχείο αυτό ο Peralta προσθέτει ότι στους λιμένες άλλων χωρών δεν υπάρχουν εγκαταστάσεις όπως οι ανωτέρω περιγραφείσες.
8. Ως προς τη Σύμβαση MARPOL πρέπει να τονιστεί ότι σύμφωνα και με τη σύσταση του Συμβουλίου (3), την έχουν υπογράψει όλα σχεδόν (4) τα κράτη μέλη, περιλαμβανομένης της Ιταλίας. Η ίδια η Κοινότητα δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση αυτή. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, η Σύμβαση εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, επί πλοίων που φέρουν νομίμως τη σημαία συμβαλλομένου μέρους. Σύμφωνα με τον σκοπό της Συμβάσεως, όπως αυτός καθορίζεται στο προοίμιό της, δηλαδή την αποτροπή ή τον περιορισμό της ρυπάνσεως του θαλασσίου περιβάλλοντος με πετρελαιοειδή και άλλες επιβλαβείς ουσίες, διά της θεσπίσεως διατάξεων παγκόσμιας ισχύος, προβλέπεται για την απόρριψη τέτοιων ουσιών στη θάλασσα σειρά απαγορεύσεων και περιορισμών. Οι περιπτώσεις παραβάσεως των διατάξεων αυτών ρυθμίζονται με το άρθρο 4 της Συμβάσεως, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα:
"(1) Παράβαση των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως απαγορεύεται, κυρώσεις δε θα επιβάλλονται γι' αυτό σύμφωνα με το δίκαιο της Αρχής του πλοίου οπουδήποτε γίνει η παράβαση. Αν η Αρχή πληροφορηθεί μια παράβαση και διαθέτει επαρκή στοιχεία να κινήσει διαδικασία που αφορά την αναφερόμενη παράβαση θα αρχίσει διαδικασία το συντομότερο δυνατό, σύμφωνα με τον νόμο της.
(2) Παράβαση των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας κάθε Μέλους της Συμβάσεως απαγορεύεται και θα επιβάλλονται κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο του Κράτους Μέλους. Οποτεδήποτε αυτή η παράβαση λάβη χώρα αυτό το Μέλος είτε:
α) θα κινήσει διαδικασία σύμφωνα με τον Νόμο του ή
β) θα παρέχει στην Αρχή του πλοίου τις πληροφορίες και τις αποδείξεις που διαθέτει για την παράβαση που έχει συμβεί.
(3) 'Οταν πληροφορία ή απόδειξη, όσον αφορά κάθε παράβαση της παρούσης Συμβάσεως από ένα πλοίο, παρέχεται στην Αρχή (5) του πλοίου, η Αρχή αμέσως θα πληροφορεί το Μέλος που έχει δώσει την πληροφορία ή την απόδειξη και τον Οργανισμό για την ενέργεια που έγινε.
(4) Οι ποινές που προσδιορίζονται σύμφωνα με το δίκαιο ενός Μέλους σύμφωνα με το παρόν άρθρο θα είναι ανάλογα αυστηρές ώστε να αποθαρρύνουν παραβάσεις της παρούσης Συμβάσεως και θα είναι εξίσου σοβαρές ανεξαρτήτως του τόπου όπου συμβαίνουν οι παραβάσεις."
9. Οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα αποπλύματα της δεξαμενής, όπως αυτά της παρούσας υποθέσεως, μπορούν να ριφθούν στη θάλασσα (εφόσον πρόκειται για άλλες επιβλαβείς ουσίες πλην πετρελαιοειδών), ορίζονται στο παράρτημα ΙΙ της Συμβάσεως MARPOL.
10. Κατά τον κανονισμό 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΙΙ οι επιβλαβείς υγρές ουσίες κατανέμονται σε τέσσερις κατηγορίες, οι οποίες έχουν ως χαρακτηριστικό τα στοιχεία Α έως Δ, ανταποκρίνονται δε σε μειούμενο κατά αλφαβητική σειρά βαθμό επικινδυνότητας. Κατά τα στοιχεία της Επιτροπής η καυστική σόδα κατά τον χρόνο των περιστατικών της κύριας δίκης είχε καταταγεί στην ομάδα Γ (κατόπιν δε υποβιβάστηκε στην ομάδα Δ). Ο κανονισμός 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ', ορίζει ως εξής τις ουσίες της ομάδας Γ:
"Επιβλαβείς υγρές ουσίες, οι οποίες, εάν απορριφθούν στη θάλασσα από λειτουργίες καθαρισμού δεξαμενών ή αφερματισμού θα δημιουργήσουν μικρότερο κίνδυνο είτε στις θαλάσσιες πηγές διατροφής είτε στην ανθρώπινη υγεία ή θα προκαλέσουν μικρότερη βλάβη στην ισορροπία ή σε άλλες νόμιμες χρήσεις της θάλασσας και ως εκ τούτου για την περίπτωσή τους δικαιολογείται η εφαρμογή ειδικών συνθηκών λειτουργικότητας."
11. Σχετικά με αυτή την ομάδα ουσιών ο κανονισμός 5, παράγραφος 3, του παραρτήματος ΙΙ ορίζει τα ακόλουθα:
"Η απόρριψη στη θάλασσα ουσιών της κατηγορίας Γ, όπως καθορίζονται στον κανονισμό 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του παρόντος παραρτήματος ή εκείνων που εκτιμήθηκαν προσωρινά σαν τέτοιες ή του υδατίνου έρματος ή των αποπλυμάτων της δεξαμενής ή άλλων καταλοίπων ή μιγμάτων περιεχόντων τέτοιες ουσίες θα απαγορεύεται, εκτός εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Το πλοίο ταξιδεύει με ταχύτητα τουλάχιστον 7 κόμβων στην περίπτωση των αυτοκινουμένων πλοίων ή τουλάχιστον 4 κόμβων στην περίπτωση που τα πλοία δεν είναι αυτοκινούμενα
β) οι μέθοδοι και οι διατάξεις της απορρίψεως είναι εγκεκριμένες από την Αρχή. Αυτές οι μέθοδοι και οι διατάξεις θα βασίζονται στα πρότυπα που ανεπτύχθησαν από τον οργανισμό (6) και θα εξασφαλίζουν ότι η συγκέντρωση και ο ρυθμός της απορρίψεως των αποβλήτων είναι τέτοιος ώστε η συγκέντρωση της ουσίας στα απόνερα της έλικος του πλοίου δεν υπερβαίνει τα 10 μέρη στο εκατομμύριο
γ) η μεγίστη ποσότητα που απορρίφθηκε από κάθε δεξαμενή και από τις σχετικές σωληνώσεις δεν θα υπερβαίνει τη μεγίστη ποσότητα που είναι εγκεκριμένη σύμφωνα με τη μέθοδο η οποία αναφέρεται στην υποπαράγραφο β της παρούσης παραγράφου, η οποία σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει τα 3 κυβικά μέτρα ή το 1/1000 της χωρητικότητας της δεξαμενής σε κυβικά μέτρα, όποιο είναι μεγαλύτερο
δ) η απόρριψη γίνεται κάτω από την ίσαλο γραμμή, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως των εισόδων εισαγωγών θαλάσσης και
ε) η απόρριψη γίνεται σε απόσταση τουλάχιστον 12 ναυτικών μιλίων από την πλησιέστερη ακτή και σε βάθος όχι ολιγότερο των 25 μέτρων."
12. Για τις λεγόμενες "ειδικές ζώνες" ισχύουν, ως προς τις ουσίες της ομάδας Γ οι ειδικές * αυστηρότερες * προϋποθέσεις της παραγράφου 9 του κανονισμού 5. Ωστόσο, ως ειδικές ζώνες κατά την έννοια του παραρτήματος ΙΙ λογίζονται μόνο η Βαλτική και ο Εύξεινος Πόντος (κανονισμός 1, αριθ. 7).
13. 'Αλλες διακρατικές πηγές δικαίου, πλην της Συμβάσεως MARPOL, βάσει των οποίων θα μπορούσαν να συναχθούν κριτήρια για την αξιολόγηση της πράξεως του Peralta, προφανώς δεν υπάρχουν, περιλαμβανομένων των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
14. Πρέπει σχετικώς να τονιστεί ότι οι κανόνες περί προστασίας της θάλασσας από τη ρύπανση διακρίνουν δύο διαφορετικά είδη ρυπάνσεως: πρώτον, τη ρύπανση από πλοία, η οποία προέρχεται από "απόρριψη" αποβλήτων, δεύτερον, τη λεγόμενη "εκκένωση" αποβλήτων, η οποία στην πράξη συνιστά ρίψη απορριμμάτων στη θάλασσα (7). Η Σύμβαση MARPOL, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτής, αναφέρεται στην πρώτη από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις. Το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β', σημείο i, διευκρινίζει ότι η έννοια της "απορρίψεως" δεν περιλαμβάνει την εκκένωση, κατά την έννοια των διατάξεων της Συμβάσεως για την πρόληψη της θαλασσίας ρυπάνσεως λόγω απορρίψεως καταλοίπων και άλλων ουσιών που υπογράφηκε στο Λονδίνο στις 29 Δεκεμβρίου 1972. Αντιθέτως, η απόρριψη κατά την έννοια της προαναφερθείσας Συμβάσεως δεν περιλαμβάνει την αποβολή απορριμμάτων ή άλλων ουσιών που συνδέονται άμεσα με τη λειτουργία του πλοίου ή προέρχονται από αυτήν (άρθρο ΙΙΙ, παράγραφος 1, στοιχείο β', σημείο i, της Συμβάσεως του Λονδίνου). Συνεπώς, στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η Σύμβαση MARPOL δεν μπορεί ταυτόχρονα να εφαρμόζεται και η Σύμβαση του Λονδίνου.
15. 'Οσον αφορά την κοινοτική νομοθεσία πρέπει, πρώτον, να αναφερθεί η απόφαση του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1977 (8) περί συνάψεως της Συμβάσεως περί προστασίας της Μεσογείου από τη ρύπανση και του πρωτοκόλλου περί αποφυγής της ρυπάνσεως της Μεσογείου από τις εκκενώσεις πλοίων και αεροπλάνων. Οι διατάξεις αυτών των συμφωνιών στηρίζονται επίσης στην προαναφερθείσα διάκριση μεταξύ απορρίψεως και εκκενώσεως. Το πρωτόκολλο ρυθμίζει, βάσει του ορισμού της σχετικής έννοιας που προκύπτει από τη Σύμβαση του Λονδίνου, την εκκένωση διαφόρων κατηγοριών ουσιών. Η Επιτροπή κατόπιν ερωτήσεως του Δικαστηρίου, βεβαίωσε ότι οι διατάξεις του πρωτοκόλλου δεν εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση. 'Οσον αφορά την απόρριψη, κατά την έννοια της Συμβάσεως MARPOL, η συναφθείσα από την Κοινότητα Σύμβαση περιορίζεται, κατά το άρθρο 6 αυτής, στη θέσπιση γενικής ρήτρας, χωρίς να συνάγει αυτοτελή κριτήρια από τη Σύμβαση MARPOL.
16. Πρέπει επίσης να αναφερθεί η οδηγία 76/464, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας (9). Η οδηγία αυτή, η οποία εφαρμόζεται επί των εσωτερικών επιφανειακών υδάτων, των παρακτίων υδάτων, των εσωτερικών παρακτίων υδάτων και των υπογείων υδάτων, και δεν αφορά ούτε τη συνδεόμενη με τη λειτουργία τους απόρριψη ουσιών από τα πλοία στα παράκτια ύδατα ούτε την απόθεση στον βυθό απορριμμάτων από τα πλοία στα παράκτια ύδατα.
17. Τέλος, το Συμβούλιο εξέδωσε απόφαση περί συστάσεως συμβουλευτικής επιτροπής στον τομέα του ελέγχου και της μειώσεως της ρυπάνσεως που προξενείται από την έκχυση υδρογονανθράκων στη θάλασσα (10). Ούτε, όμως, από την απόφαση αυτή προκύπτουν κριτήρια για την αξιολόγηση της πράξεως του Peralta, που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης.
18. Ενόψει αυτών των πραγματικών και νομικών δεδομένων η Pretura circondariale di Ravenna υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
"1) Συνιστούν οι διατάξεις των άρθρων 16 και 20 του νόμου 979/82 περιορισμούς κατά την έννοια των άρθρων 7, 48, 52, 59 της Συνθήκης και ως εκ τούτου απαγορεύονται από το άρθρο 62, διότι δεν φαίνεται να δικαιολογούνται από αντικειμενικούς λόγους προστασίας των δημοσίων συμφερόντων του οικείου κράτους;
2) Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου και υπό το φως των κοινοτικών διατάξεων που αναφέρονται στο ερώτημα 1, συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η εν προκειμένω η οποία επιβάλλει, λόγω της ιθαγένειας των υποκειμένων δικαίου, μεταχείριση συνεπαγόμενη και ποινικές κυρώσεις, όταν, για πανομοιότυπη συμπεριφορά, δεν προβλέπεται τέτοια μεταχείριση για τα άλλα υποκείμενα της κοινοτικής έννομης τάξεως; Συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας που διασφαλίζεται από την κοινοτική έννομη τάξη η εν λόγω ποινική διάταξη η οποία συνεπάγεται για τον πλοίαρχο, μεταξύ άλλων, αυτόματη και υποχρεωτική κύρωση, ως παρεπόμενη ποινή, την προσωρινή αναστολή ασκήσεως της επαγγελματικής του δραστηριότητας και εργασίας;
3) Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, μπορεί η αποκαλούμενη διπλωματική ρήτρα 'επιφυλάξεως όσον αφορά τα ποινικά ζητήματα' των κρατών να έχει επιπτώσεις στις θεμελιώδεις ελευθερίες που διασφαλίζονται με τη Συνθήκη, όπως είναι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των προσώπων και, ειδικότερα, παρεμποδίζουν οι διατάξεις των άρθρων 16 και 20 του νόμου 979/82 την άσκηση των εν λόγω ελευθεριών;
4) Εμποδίζουν οι αρχές που διασφαλίζονται με την κοινοτική έννομη τάξη στον τομέα του περιβάλλοντος και, ειδικότερα, η αρχή της προλήψεως των άρθρων 130 Π επ. της Συνθήκης, την εφαρμογή κανονιστικής ρυθμίσεως κράτους μέλους η οποία, επιβάλλοντας στα υπό εθνική σημαία πλοία την απόλυτη απαγόρευση να ρίπτουν στα διεθνή θαλάσσια ύδατα υδρογονάνθρακες και βλαβερές ουσίες έχει ως αποτέλεσμα, στην πράξη, να υποχρεώνει τα πλοία αυτά να χρησιμοποιούν εναλλακτικό σύστημα απορρίψεως από κάθε άποψη αναποτελεσματικό και οπωσδήποτε αντίθετο προς τις υποχρεώσεις που το κράτος αυτό ανέλαβε σε διεθνές επίπεδο και των οποίων η εκτέλεση είναι αντικείμενο κοινοτικών μέτρων;
5) Εμποδίζουν οι αρχές του κοινοτικού δικαίου που διασφαλίζουν, μεταξύ των παρεχόντων ναυτιλιακές υπηρεσίες και των λιμένων της Κοινότητας, την ανάπτυξη ελεύθερου ανταγωνισμού, αλλά θεμιτού και χωρίς τεχνητές στρεβλώσεις, και η αρχή ότι η ζήτηση των υπηρεσιών πρέπει να ικανοποιείται περιορίζοντας στο ελάχιστο δυνατό τις ζημίες που προκαλούνται στο περιβάλλον και, ειδικότερα, τα άρθρα 3, στοιχείο στ', και 84 της Συνθήκης ΕΟΚ, την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, όπως είναι η περιλαμβανόμενη στα άρθρα 16 (17) και 20 του νόμου 979/82, η οποία, επιβάλλοντας την απόλυτη απαγόρευση απορρίψεως στα διεθνή θαλάσσια ύδατα των υγρών πλυσίματος των δεξαμενών μόνο στα υπό εθνική σημαία πλοία μολονότι τα πλοία αυτά είναι εξοπλισμένα με δαπανηρότατες απορρυπαντικές εγκαταστάσεις επιβαλλόμενες από διεθνείς συμβάσεις κυρωθείσες σε κοινοτικό επίπεδο, έχει ως αποτέλεσμα στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό μεταξύ των λιμένων και των ναυτοπλοϊκών εταιριών της Κοινότητας;
6) Εμποδίζει το άρθρο 30 της Συνθήκης την εφαρμογή κανονιστικής ρυθμίσεως κράτους μέλους η οποία, επιβάλλοντας μόνο στα υπό εθνική σημαία πλοία, μολονότι είναι εξοπλισμένα με πανάκριβη τεχνολογία προβλεπόμενη από τις σχετικές συμβάσεις, την απόλυτη απαγόρευση να ρίπτουν στα διεθνή θαλάσσια ύδατα υδρογονάνθρακες και βλαβερές ουσίες, υποχρεώνει τα πλοία αυτά να χρησιμοποιούν ειδική τεχνολογία και αναποτελεσματικό εναλλακτικό σύστημα απορρίψεως, οικονομικώς επαχθές και, οπωσδήποτε, αντίθετο προς τις υποχρεώσεις που το κράτος αυτό ανέλαβε σε διεθνές επίπεδο και των οποίων η εκτέλεση είναι αντικείμενο κοινοτικών μέτρων; Ειδικότερα, συνιστούν οι εν λόγω ποινικές κυρώσεις και το οικονομικό κόστος με το οποίο βαρύνεται αποκλειστικά η εθνική ναυσιπλοΐα, κατά τρόπο προφανώς εισάγοντα διακρίσεις και καθόλα παράλογο, μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών; Συγκεκριμένα, προκαλούν οι οικονομικές αυτές επιβαρύνσεις πρόσθετο κόστος, με επιπτώσεις επί της τιμής των μεταφερομένων προϊόντων, πέραν του ότι επιδρούν επί των εισαγωγών; Πράγματι οι επιβαρύνσεις αυτές συνεπάγονται πρόσθετο κόστος, με επιπτώσεις επί της τιμής των μεταφερομένων προϊόντων, επηρεάζοντας επίσης τις εισαγωγές."
Β * Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
'Εννοια και περιεχόμενο των προδικαστικών ερωτημάτων
19. 1. 'Οπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου συνίσταται στο αν η επιβαλλόμενη από την ιταλική νομοθεσία απαγόρευση απορρίψεως λυμάτων, απαγόρευση που συνοδεύεται με την επιβολή κυρώσεων, συμβιβάζεται με τις διατάξεις και τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο.
20. Θεωρώ αμφίβολο αν ο Pretore di Ravenna είχε επίσης την πρόθεση να θέσει το ζήτημα αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η κύρωση της αναστολής της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Το δεύτερο ερώτημα, το οποίο αναφέρεται ενδεχομένως στο ζήτημα αυτό, είναι μάλλον ασαφώς διατυπωμένο. Εν πάση περιπτώσει, θα εξετάσω επίσης το ζήτημα αυτό ώστε να είναι βέβαιο ότι εξετάστηκαν όλα τα ζητήματα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο.
21. 2. Εξάλλου, θεωρώ επιβεβλημένο να διευκρινιστεί η έκταση των προδικαστικών ερωτημάτων, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών, όπως αυτά έχουν εκτεθεί στο Δικαστήριο.
22. Αφενός μεν, η απαγόρευση απορρίψεως "υδρογονανθράκων", για την οποία γίνεται λόγος στο τέταρτο ερώτημα, στερείται σημασίας στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, καθόσον η καυστική σόδα δεν υπάγεται σ' αυτή την κατηγορία ουσιών. Πράγματι, συνέπεια της διαπιστώσεως αυτής είναι ότι το παράρτημα Ι της Συμβάσεως MARPOL δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση (ενώ αντιθέτως έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ για τις οποίες έγινε λόγος στην εισαγωγή των προτάσεών μου). Αφετέρου δε, οι ερωτήσεις 1 έως 3, παρά τη γενικότητα της διατυπώσεώς τους, πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης παραβάσεως, η οποία ratione loci πρέπει να έχει διαπραχθεί εκτός των χωρικών υδάτων, όπως προκύπτει από το κείμενο των ερωτήσεων 4 έως 6 και από τα στοιχεία που περιέχονται στις παρατηρήσεις που κατέθεσε ο Peralta (11).
Το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων
23. Το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων δεν αμφισβητήθηκε από καμία πλευρά. Η Επιτροπή αναφέρεται, απλώς, στην πάγια νομολογία, κατά την οποία το Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177 δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται ως προς το συμβιβαστό διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο, αλλά μπορεί να παρέχει στο αιτούν δικαστήριο τα κριτήρια ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα μπορούσαν να το βοηθήσουν να επιλύσει τα νομικά ζητήματα που εκκρεμούν ενώπιόν του (12).
24. Θα ήθελα να προσθέσω ότι, κατά την άποψή μου, η Διάταξη υποβολής των προδικαστικών ερωτημάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απαράδεκτη λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας. Βεβαίως, κατά τη νομολογία Telemarsicabruzzo (13) το σκεπτικό της αποφάσεως περί υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων αρκεί να ανταποκρίνεται σε ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις που θα επιτρέπουν στο Δικαστήριο να δώσει ερμηνεία πρακτικώς χρήσιμη για το αιτούν δικαστήριο. Στην παρούσα περίπτωση μια τέτοια πρακτικώς χρήσιμη ερμηνεία είναι δυνατή, έστω και αν το εθνικό δικαστήριο στο σκεπτικό της Διατάξεώς του περί υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων δεν εκθέτει επαρκώς τα πραγματικά και νομικά δεδομένα της υποθέσεως (14).
25. Τα πραγματικά περιστατικά * όχι ιδιαίτερα περίπλοκα * που στοιχειοθετούν την πράξη για την οποία κινήθηκε η ποινική δίωξη του Peralta εκτίθενται στη Διάταξη περί υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων. Το μόνο που απαιτείται σχετικώς να βεβαιωθεί είναι ότι οι προβαλλόμενες παραβάσεις των διατάξεων της ιταλικής νομοθεσίας περί προστασίας του περιβάλλοντος τελέσθηκαν εντός της ζώνης των διεθνών υδάτων. 'Οσον αφορά τη νομική κατάσταση, το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε τις σχετικές διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας. 'Οπως συνάγεται από τη διατύπωση των ερωτημάτων, πρόκειται για ρύθμιση, συνοδευόμενη από ποινικές κυρώσεις, η οποία "επιβάλλει μόνο για τα υπό εθνική σημαία πλοία απόλυτη απαγόρευση απορρίψεως στα διεθνή θαλάσσια ύδατα λυμάτων προερχομένων από τον καθαρισμό των δεξαμενών" (15) και "επιβάλλει, μεταξύ άλλων, στον κυβερνήτη του πλοίου, ως αυτόματη και υποχρεωτική παρεπόμενη ποινή την προσωρινή αναστολή ασκήσεως της επαγγελματικής του δραστηριότητας και εργασίας" (16).
26. Ωστόσο, από τα ερωτήματα δεν προκύπτουν οι ακριβείς συνέπειες για τα υπό ιταλική σημαία πλοία της απαγορεύσεως απορρίψεως λυμάτων (17). Ο Peralta, στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας, παρέθεσε σχετικώς συμπληρωματικά στοιχεία. Είναι αμφίβολο αν τα στοιχεία αυτά παρουσιάζουν μια επαρκή σχέση με τα στοιχεία της Διατάξεως περί προδικαστικής παραπομπής. Ακόμα όμως και αν δεν έχουν, το δεδομένο αυτό δεν μπορεί να καταστήσει απαράδεκτη τη Διάταξη περί προδικαστικής παραπομπής στο σύνολό της. Πράγματι, τα υπόλοιπα πραγματικά περιστατικά μπορούν να διαχωριστούν από το ζήτημα αυτό και να αξιολογηθούν από νομικής απόψεως αυτοτελώς. Η ενδεχόμενη έλλειψη σχέσεως μεταξύ των στοιχείων που προσεκόμισε ο Peralta και των στοιχείων που προκύπτουν από τη Διάταξη περί προδικαστικής παραπομπής μπορεί να έχει ως συνέπεια να μη ληφθούν υπόψη κατά την εξέταση των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν με την εν λόγω Διάταξη (18).
27. Το αιτούν δικαστήριο δεν προσδιόρισε, επίσης, το κανονιστικό πλαίσιο από πλευράς διεθνούς δικαίου. Περιορίστηκε σχετικώς να παραπέμψει σε ("σχετικές" ή επίσης "επί κοινοτικού επιπέδου κυρωθείσες") "συμβάσεις διεθνούς δικαίου" και σε "υποχρεώσεις" που ανέλαβε το οικείο κράτος "επί διεθνούς επιπέδου". Θεωρώ, πάντως, ότι οι διατάξεις αυτές, όταν πρόκειται για επαρκώς καθορισμένα πραγματικά περιστατικά, όπως στην παρούσα υπόθεση, μπορούν να προσδιοριστούν από το Δικαστήριο, ενδεχομένως με την αρωγή των κρατών μελών και της Επιτροπής, με επαρκή σαφήνεια, ώστε να αίρονται σχετικώς οι αμφισβητήσεις ως προς το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων (19).
28. Θεωρώ συνεπώς ότι παραδεκτώς υποβλήθηκαν τα προδικαστικά ερωτήματα.
Απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα
29. Ι. Καταρχάς πρέπει να εξεταστεί αν η Σύμβαση MARPOL αποτελεί μέρος του κοινοτικού δικαίου και μπορεί, υπό την ιδιότητά της αυτή, να έχει ως συνέπεια τη μη εφαρμογή των επιδίκων διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας. Το ενδεχόμενο αυτό πρέπει να αποκλειστεί, σύμφωνα και με τις παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή. 'Οπως ήδη ανέφερα (20), η ίδια η Κοινότητα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος αυτής της Συμβάσεως. Εξάλλου, η Σύμβαση αυτή θα μπορούσε να αποτελεί τμήμα του κοινοτικού δικαίου μόνο εφόσον η αρμοδιότητα, βάσει της οποίας τα κράτη μέλη υπέγραψαν τη Σύμβαση, είχε μεταβιβαστεί στην Κοινότητα βάσει της Συνθήκης (21). 'Οπως όμως συνάγεται από το άρθρο 130 Ρ της Συνθήκης όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Ενιαία Πράξη (αλλά και όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ), τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια στον τομέα του περιβάλλοντος, τουλάχιστον εφόσον και καθόσον η Κοινότητα δεν έχει ενεργήσει, βάσει αυτής της διατάξεως σε συνδυασμό με το άρθρο 130 Σ (22).
30. Συνεπώς, η Σύμβαση MARPOL δεν αποτελεί τμήμα του κοινοτικού δικαίου και, επομένως, δεν μπορεί υπό αυτή την ιδιότητα να αποτελέσει κριτήριο για την εκτίμηση διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας.
31. ΙΙ. Ας προχωρήσουμε, λοιπόν, στην εξέταση των λοιπών διατάξεων και θεμελιωδών αρχών του κοινοτικού δικαίου, στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο. Πρέπει σχετικώς να παρατηρηθεί ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, είχε εφαρμογή η Συνθήκη ΕΟΚ, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με την Ενιαία Πράξη. Στον βαθμό που απαιτείται, θα αναφερθώ επίσης, όσον αφορά ορισμένα θέματα, και στις τροποποιήσεις που επήλθαν στη Συνθήκη με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.
Επί των άρθρων 84 και 130 Ρ της Συνθήκης ΕΟΚ
32. Οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν ορισμένες προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί το Συμβούλιο να αποφασίζει στους τομείς των πλωτών και αεροπορικών μεταφορών (άρθρο 84, παράγραφος 2), καθώς και στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος (άρθρο 130 Ρ).
33. Γενικώς, δεν μπορούν να συναχθούν κριτήρια για τη συμπεριφορά των κρατών μελών στους εν λόγω τομείς. Το ίδιο ισχύει, επίσης, και για την αρχή της προλήψεως, όπως αυτή προκύπτει από το άρθρο 130 Ρ της Συνθήκης, στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο στο τέταρτο ερώτημά του. Η συμπεριφορά των κρατών μελών δεν μπορεί να επικριθεί καθόσον εξ αυτής δεν επηρεάζεται η πρακτική αποτελεσματικότητα των εξουσιών που έχουν απονεμηθεί στο Συμβούλιο * περιλαμβανομένων των προβλεπομένων σχετικώς προϋποθέσεων ασκήσεώς τους * όπως η αρχή της προλήψεως. Από την παρούσα υπόθεση δεν προκύπτει ότι έχει τεθεί υπό την κρίση του Δικαστηρίου μια τέτοια περίπτωση.
34. Γενικώς πρέπει να τονιστεί ότι οι διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας ουδόλως θίγουν τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου στον τομέα των πλωτών μεταφορών ή του περιβάλλοντος.
35. Συνεπώς, επιβάλλεται να διαπιστωθεί ότι ούτε το άρθρο 130 Ρ ούτε το άρθρο 84 της Συνθήκης αποκλείουν την εφαρμογή των επιδίκων διατάξεων της ιταλικής νομοθεσίας.
Επί του άρθρου 3, στοιχείο στ', της Συνθήκης ΕΟΚ (23) (σε συνδυασμό με τα άρθρα 85 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ)
36. Κατά το άρθρο 3, στοιχείο στ', της Συνθήκης ΕΟΚ η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει την εγκαθίδρυση καθεστώτος που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς. Βάσεις του συστήματος αυτού αποτελούν τα άρθρα 85 επ. της Συνθήκης, τα οποία, όπως επανειλημμένως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, εφαρμόζονται και στον τομέα των μεταφορών (24).
37. Ωστόσο, η συμπεριφορά των κρατών μελών μόνο υπό σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εμπέσει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης περί ανταγωνισμού. Οι περιπτώσεις αυτές καθορίζονται στα άρθρα 90 και 92 της Συνθήκης, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων προφανώς δεν πληρούνται στην παρούσα υπόθεση.
38. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει δεχθεί συγκεκριμένες υποθέσεις στις οποίες οι "αφορώσες τις επιχειρήσεις διατάξεις" των άρθρων 85 και 86, οι οποίες κατά κανόνα εφαρμόζονται μόνο επ' αυτών (25), αποκλείουν, βάσει του άρθρου 5, τη λήψη ορισμένων κυριαρχικών μέτρων εκ μέρους των κρατών μελών. Πρόκειται για μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να περιορίσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων που έχουν θεσπιστεί σχετικά με τις επιχειρήσεις (26). Μια τέτοια περίπτωση μπορεί να υπάρξει όταν κράτος μέλος επιβάλλει, διευκολύνει ή ενισχύει τις συνέπειες μιας αντίθετης προς το άρθρο 85 συμπράξεως ή όταν αφαιρεί από τους δικούς του κανόνες τον κρατικό τους χαρακτήρα μεταβιβάζοντας σε ιδιωτικές επιχειρήσεις την ευθύνη λήψεως οικονομικών αποφάσεων (27). Το ίδιο κατά λογική συνέπεια ισχύει και για τις πράξεις εκείνες των κρατών μελών που μπορούν να θίξουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της απαγορεύσεως καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως που επιβάλλει το άρθρο 86 (28).
39. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει τίποτα που να στοιχειοθετεί αντίθετη προς τις διατάξεις περί ανταγωνισμού συμπεριφορά επιχειρήσεως ή την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως. Συνεπώς, αποκλείεται οι διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας να ενισχύουν τις επιπτώσεις τέτοιου είδους ενεργειών.
40. Δεν μπορεί, επίσης, να υποστηριχθεί ότι οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν ή διευκολύνουν πρακτικές αντίθετες προς τις περί ανταγωνισμού διατάξεις.
41. Τέλος, δεν προκύπτει ότι οι διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας επαφίουν σε ιδιωτικές επιχειρήσεις την ευθύνη λήψεως αποφάσεων οικονομικού χαρακτήρα.
42. Συνεπώς, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι οι διατάξεις αυτές συνιστούν παράβαση του άρθρου 3, στοιχείο στ', της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επί των άρθρων 30 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ
43. 'Οσον αφορά, καταρχάς, το περιεχόμενο των προδικαστικών ερωτημάτων, πέραν του γράμματος του έκτου ερωτήματος, το οποίο στηρίζεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης και στην απαγόρευση λήψεως μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος, όπως ο ποσοτικός περιορισμός των εισαγωγών, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το τρίτο ερώτημα. Στο ερώτημα αυτό ο Pretore di Ravenna αναφέρεται γενικώς στη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Η αρχή αυτή περιλαμβάνει και την παρεχόμενη με το άρθρο 34 της Συνθήκης εγγύηση, η οποία επίσης μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος.
44. Πράγματι, θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο να εμπίπτει η ρύθμιση της ιταλικής νομοθεσίας στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 ή στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 34.
45. 'Οσον αφορά το άρθρο 30, κατά τη γνωστή διατύπωση της αποφάσεως Dassonville, μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό "[οποιαδήποτε] εμπορική ρύθμιση που μπορεί να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά" (29). Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η επιβαλλόμενη επί των υπό ιταλική σημαία πλοίων απαγόρευση απορρίψεως στα διεθνή θαλάσσια ύδατα ορισμένων ουσιών καθιστά δαπανηρότερη την εισαγωγή εμπορευμάτων διά των πλοίων αυτών και, τουλάχιστον έμμεσα, επηρεάζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο;
46. 'Ενα τέτοιο ερώτημα μπορεί να τεθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 34 της Συνθήκης. Από της εκδόσεως της αποφάσεως Groenveld (30) το Δικαστήριο θεωρεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, οποιοδήποτε κρατικό μέτρο, "το οποίο έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα να περιορίζει ειδικώς το ρεύμα των εξαγωγών και να συνιστά, συνεπώς, διαφορετική μεταχείριση του εσωτερικού εμπορίου κράτους μέλους και του εξωτερικού του εμπορίου, διασφαλίζοντας ένα ειδικό πλεονέκτημα υπέρ της εθνικής παραγωγής ή υπέρ του εσωτερικού εμπορίου του οικείου κράτους, εις βάρος της παραγωγής ή του εμπορίου των άλλων κρατών μελών". Εάν αυτό δεν συμβαίνει, ανακύπτει το ερώτημα αν η αύξηση του κόστους εξαγωγής που συνεπάγεται η ιταλική ρύθμιση (κατά το μέτρο που οι εξαγωγές πραγματοποιούνται με πλοία φέροντα την ιταλική σημαία), μπορεί να θεωρηθεί ως "ειδικός περιορισμός του ρεύματος των εξαγωγών", δεδομένου, εν πάση περιπτώσει, ότι η ρύθμιση αυτή αφορά πρωτίστως το εξωτερικό εμπόριο και λιγότερο το εσωτερικό εμπόριο;
47. Ανεξάρτητα με τα πραγματικά ζητήματα που αφορούν τις οικονομικές συνέπειες της ιταλικής ρυθμίσεως, σε σχέση ιδίως με τις εσωτερικές μεταφορές ή τις μεταφορές μεταξυ Ιταλίας και άλλων κρατών μελών, φρονώ ότι η ιταλική ρύθμιση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 30 επ. της Συνθήκης, αλλά στο πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
48. Πράγματι, πρόκειται για ρύθμιση η οποία επιβάλλει στα υπό ιταλική σημαία πλοία συγκεκριμένες υποχρεώσεις στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, υποχρεώσεις που τα εν λόγω πλοία οφείλουν να τηρούν στο πλαίσιο της προσφοράς μεταφορικών υπηρεσιών. 'Οπως, όμως, εμμέσως προκύπτει από το άρθρο 61, παράγραφος 1, της Συνθήκης, τέτοιες δραστηριότητες, οι οποίες εξάλλου ανταποκρίνονται στον ορισμό που δίνει το άρθρο 60, παράγραφος 1, πρέπει να θεωρούνται ως παροχές υπηρεσιών (31). Περιοριστικές ρυθμίσεις που θεσπίζουν τα κράτη μέλη στον τομέα της εν λόγω παροχής υπηρεσιών έχουν, όμως, επιπτώσεις πάντοτε επί των τιμών των εισαγομένων ή εξαγομένων εμπορευμάτων, καθόσον η εισαγωγή ή εξαγωγή ενός εμπορεύματος μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο διά μεταφοράς του εμπορεύματος αυτού. Εάν οι ρυθμίσεις αυτές εξεταστούν συστηματικώς με βάση τις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, θα κριθούν ασυμβίβαστες με τους κανόνες των άρθρων 59 επ. της Συνθήκης. Κατά το άρθρο 60, παράγραφος 1, ως υπηρεσίες νοούνται οι παροχές εκείνες που δεν διέπονται από τις διατάξεις τις σχετικές με τις άλλες θεμελιώδεις ελευθερίες, στις οποίες περιλαμβάνεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Συνεπώς, το ίδιο κώλυμα των διασυνοριακών οικονομικών σχέσεων δεν μπορεί, κατά κανόνα, να εμπίπτει ταυτόχρονα στις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και στις διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
49. Η διαπίστωση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον τομέα των μεταφορών. Πράγματι, κατά το άρθρο 61, η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών στον τομέα αυτό διέπεται από τις διατάξεις του τίτλου που αναφέρεται στις μεταφορές. Επομένως, όσον αφορά τον τομέα των μεταφορών, ο στόχος που τίθεται με το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, της προοδευτικής, δηλαδή, καταργήσεως, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, των περιορισμών της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, πρέπει να επιτευχθεί στο πλαίσιο της καθοριζόμενης με τα άρθρα 74 και 75 πολιτικής (32).
50. Σε περίπτωση που το Συμβούλιο δεν έχει ακόμα υλοποιήσει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε συγκεκριμένο τομέα των μεταφορών, θα ήταν αντίθετο προς το πνεύμα του άρθρου 61 να εξεταστεί ρύθμιση της εσωτερικής νομοθεσίας η οποία επιβάλλει ορισμένες υποχρεώσεις επί των ασκούντων οικονομική δραστηριότητα στον τομέα αυτό, με βάση τα άρθρα 30 επ. 'Αλλως, θα εφαρμόζονταν οι διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων αντί των διατάξεων περί κοινής πολιτικής μεταφορών.
51. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, προκειμένου να διακριθούν οι τομείς εφαρμογής των διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, προτείνω να υπάγονται στις διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όλες εκείνες οι περιπτώσεις στις οποίες η παρακώλυση της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων αποτελεί απλή αντανάκλαση της παρακωλύσεως της (διασυνοριακής) παροχής υπηρεσιών.
52. Αυτό συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Η ενδεχόμενη παρακώλυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, που θα μπορούσε να προκύψει από τις ρυθμίσεις της ιταλικής νομοθεσίας, δεν βαίνει πέραν της ενδεχόμενης παρακωλύσεως της παροχής μεταφορικών υπηρεσιών.
53. Συνεπώς, η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 30 επ.
Επί του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ
54. Κατά την εξέταση αυτού του άρθρου, το οποίο ως γενική διάταξη της Συνθήκης ισχύει και για τον τομέα θαλασσίων μεταφορών (33), πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να ληφθεί υπόψη τόσο η αρχή της επιβολής ποινικής κυρώσεως στον κυβερνήτη (σε περίπτωση παραβάσεως της απαγορεύσεως απορρίψεως λυμάτων) όσο και το γεγονός ότι η κύρωση που συνίσταται σε αναστολή της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος προβλέπεται μόνο για την περίπτωση που ο κυβερνήτης έχει την ιταλική ιθαγένεια.
55. Φρονώ ότι το άρθρο 48 της Συνθήκης δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση για κανέναν από τους ανωτέρω λόγους, καθόσον λόγω της ιδιότητας του Peralta ως μισθωτού, περιορίζεται στο έδαφος ενός κράτους μέλους χωρίς να υπάρχει κανένα στοιχείο συνδέσεως με πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θα μπορούσε να στηριχθεί η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (34).
56. Δεδομένου ότι ο Peralta έχει την ιταλική ιθαγένεια, μπορεί να προβάλλει έναντι του Ιταλικού Δημοσίου τα δικαιώματα που έχουν μισθωτοί από άλλα κράτη μέλη μόνο εφόσον ευρίσκεται έναντι του Ιταλικού Δημοσίου σε μια κατάσταση "παρόμοια με εκείνη οποιουδήποτε άλλου προσώπου το οποίο απολαμβάνει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που διασφαλίζει η Συνθήκη" (35). Ωστόσο, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει η ύπαρξη μιας τέτοιας καταστάσεως.
57. Πράγματι, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο Peralta είχε κατοικήσει σε άλλο κράτος μέλος ούτε ότι είχε αποκτήσει σ' αυτό την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος.
58. Εξάλλου, στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για παράβαση η οποία τελέσθηκε επί πλοίου φέροντος την ιταλική σημαία. Κατά τη Σύμβαση περί ανοικτής θάλασσας του 1958 (36) (άρθρο 5), οι κανόνες της οποίας ανταποκρίνονται, όπως γίνεται παραδεκτό, στους κανόνες του εθιμικού διεθνούς δικαίου (37), τα πλοία έχουν την ιθαγένεια του κράτους του οποίου νομίμως φέρουν τη σημαία το κράτος αυτό οφείλει να ασκεί τον έλεγχό του επί των πλοίων που φέρουν τη σημαία του, ιδίως επί ζητημάτων του κοινωνικού τομέα. Συνεπώς, η δραστηριότητα του Peralta επί του πλοίου ACRUX θεωρείται, για τους σκοπούς του άρθρου 48 της Συνθήκης, ως δραστηριότητα μισθωτού εντός του κράτους του οποίου έχει την ιθαγένεια, ανεξαρτήτως του τόπου στον οποίο βρίσκεται το πλοίο (38).
59. Βεβαίως, η αναστολή της αδείας εξασκήσεως επαγγέλματος που προβλέπουν οι διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας, όταν αυτή εξαρτάται από απόφαση δικαστηρίου, μπορεί να αποτελέσει κώλυμα για τη "μετανάστευση" εργαζομένου όπως ο Peralta: υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα μπορούσε να του στερήσει τη δυνατότητα ασκήσεως του επαγγέλματος, το οποίο αφορά η εν λόγω άδεια, σε άλλο κράτος μέλος (λόγω της διάρκειας της αναστολής). Στο πρόβλημα αυτό έχει δοθεί η ακόλουθη απάντηση στην απόφαση Moser, η οποία αφορά μια πολύ όμοια υπόθεση:
"Μια καθαρά υποθετική επαγγελματική προοπτική σε άλλο κράτος μέλος δεν δημιουργεί τόσο στενή σχέση με το κοινοτικό δίκαιο, ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ." (39)
60. Σχέση της ποινικής αυτής διατάξεως με το κοινοτικό δίκαιο, από την άποψη της ενδεχόμενης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος, θα μπορούσε να υπάρξει εάν η άσκηση μιας τέτοιας δραστηριότητας δυσχεραίνεται ιδιαίτερα σε σχέση με την άσκηση δραστηριότητας στην ημεδαπή (40). Ούτε όμως ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι πιθανό στην παρούσα υπόθεση.
61. Τέλος, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το στοιχείο ότι η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος αναστέλλεται μόνο όταν ο κυβερνήτης του πλοίου έχει την ιταλική ιθαγένεια. Μια τέτοια "αντίστροφη διάκριση" δεν μεταβάλλει τη διαπίστωση ότι η παρούσα υπόθεση δεν έχει κανένα στοιχείο συνδέσεως με πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θα μπορούσε να στηριχθεί η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (41).
62. Για τους λόγους αυτούς πρέπει να αποκλειστεί παράβαση του άρθρου 48 της Συνθήκης.
Επί του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΟΚ
63. Βάσει αυτής της διατάξεως πρέπει να εξεταστεί η κατάσταση της επιχειρήσεως Cali, η οποία εκμεταλλεύεται το πλοίο το οποίο προκάλεσε την προβαλλόμενη παράβαση. Και ως προς το άρθρο αυτό ισχύει η προϋπόθεση που ισχύει ως προς τα δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας που παρέχει η Συνθήκη, κατά την οποία, για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, απαιτείται η ύπαρξη ενός ειδικού κοινοτικού στοιχείου:
"Τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ στον τομέα της ελευθερίας εγκαταστάσεως (...) μπορούν να επικαλούνται μόνο οι υπήκοοι των κρατών μελών της Κοινότητας που επιθυμούν να εγκατασταθούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή οι υπήκοοι αυτού του ίδιου κράτους εφόσον η κατάστασή τους έχει συνδετικά στοιχεία με κάποια από τις ρυθμιζόμενες από το κοινοτικό δίκαιο καταστάσεις." (42)
64. Η προϋπόθεση αυτή, όμως, δεν συντρέχει στην παρούσα υπόθεση. Κατά τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η επιχείρηση Cali έχει την έδρα της στην Ιταλία και αναπτύσσει από τη χώρα αυτή τη δραστηριότητά της (υπό τους όρους που προαναφέρθηκαν) δεν έχει καμία σχέση με δραστηριότητα που είχε αναπτύξει προηγουμένως με έδρα άλλο κράτος μέλος. Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό πως η επίδικη ρύθμιση θα μπορούσε να εμποδίσει την επιχείρηση Cali να ασκήσει το δικαίωμά της να εγκατασταθεί σε άλλο κράτος μέλος (43).
65. Συνεπώς, ούτε το άρθρο 52 της Συνθήκης έχει εφαρμογή.
Επί της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
66. 1. 'Οπως προανέφερα, το άρθρο 59 της Συνθήκης, επί του οποίου στηρίχθηκε το αιτούν δικαστήριο, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για το δικαίωμα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 61 της Συνθήκης. 'Οσον αφορά τον τομέα αυτόν, εναπόκειται στην Κοινότητα, στο πλαίσιο της πολιτικής που καθορίζεται με τα άρθρα 74 και 75, να άρει τους περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (44).
67. 'Οσον αφορά τις θαλάσσιες μεταφορές, το Συμβούλιο εξέδωσε, στηριζόμενο στο άρθρο 84, παράγραφος 2, της Συνθήκης, στις 22 Δεκεμβρίου 1986, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4055/86, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών (45). Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα ακόλουθα:
"Η ελεύθερη παροχή υηρεσιών στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών ισχύει για υπηκόους των κρατών μελών εγκατεστημένους σε κράτος μέλος της Κοινότητας εκτός από το κράτος του αποδέκτη των υπηρεσιών."
68. O κανόνας αυτός, συνεπώς, δεν ορίζει μόνο το πεδίο ουσιαστικής εφαρμογής του παρεχομένου δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (μεταφορές μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, όπως διευκρινίζεται στην παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου). Επιπλέον, επαναλαμβάνει σχεδόν κατά λέξη τα χαρακτηριστικά στοιχεία αυτής της ελευθερίας όπως προκύπτουν από το άρθρο 59, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, υπό την έννοια ότι η ελευθερία αυτή ισχύει για υπηκόους των κρατών μελών εγκατεστημένους σε κράτος μέλος της Κοινότητας εκτός από το κράτος του αποδέκτη των υπηρεσιών.
69. Το άρθρο 8 του κανονισμού μεταφέρει στον τομέα εφαρμογής του κανονισμού, την προκύπτουσα από το άρθρο 60, παράγραφος 2, της Συνθήκης αρχή, ορίζοντας ότι:
"Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της Συνθήκης σχετικά με το δικαίωμα εγκαταστάσεως, ο παρέχων υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών μπορεί, για την παροχή τους, να ασκήσει προσωρινά τη δραστηριότητά του στο κράτος μέλος όπου παρέχει τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους που επιβάλλει το κράτος αυτό στους υπηκόους του."
70. Τα άρθρα 2 έως 4 του κανονισμού προβλέπουν μεταβατικούς κανόνες αναφορικά με "μονομερείς εθνικούς περιορισμούς όσον αφορά τη μεταφορά ορισμένων εμπορευμάτων" καθώς και σχετικά με "διακανονισμούς για καταμερισμό φορτίων" που έχουν συναφθεί μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών (46). Τέτοιοι διακανονισμοί μπορούν στο μέλλον να συναφθούν μόνο υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 6. Εξάλλου, το κείμενο του κανονισμού δεν προβλέπει κανέναν περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που παρέχεται με το άρθρο 1. Ειδικότερα, δεν προβλέπεται, εκτός από τις προναφερθείσες εξαιρέσεις, μεταβατική περίοδος, επομένως δε, η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1987, δηλαδή από την επομένη της δημοσιεύσεως του κανονισμού (άρθρο 12).
71. 2. Ενόψει αυτών των διατάξεων, η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ίσχυε ως προς τις μεταφορικές υπηρεσίες του τύπου αυτών που περιγράφονται στον κανονισμό κατά την κρίσιμη για την παρούσα υπόθεση χρονική περίοδο (Ιανουάριος έως Μάρτιος 1990). Το ζήτημα αν η αρχή αυτή εμποδίζει, στην παρούσα υπόθεση, την εφαρμογή της σχετικής ιταλικής ρυθμίσεως εξαρτάται, εν πάση περιπτώσει, από το αν οι μεταφορικές υπηρεσίες στο πλαίσιο των οποίων ο Peralta τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται, περιλαμβάνονται στο πεδίο ουσιαστικής εφαρμογής του κανονισμού (47). Αυτό αποκλείει κυρίως τις εσωτερικές μεταφορές. Πράγματι, οι μεταφορές αυτές συνιστούν μια καθαρώς εσωτερική κατάσταση (48), εν πάση δε περιπτώσει διαφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 4055/86. Μόνο με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3577/92 του Συμβουλίου, της 7ης Δεκεμβρίου 1992 (49) εισήχθη και γι' αυτό τον τύπο μεταφορών η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Από τη δικογραφία δεν συνάγεται κανένα στοιχείο ως προς το είδος μεταφοράς που πραγματοποιούσε ο Peralta κατά τον χρόνο των πράξεων που του αποδίδονται. Βεβαίως, οι φορτωτικές, αντίγραφο των οποίων κατέθεσε στο Δικαστήριο, αφορούν, μεταξύ άλλων, μεταφορές (καυστικής σόδας) που πραγματοποίησε το ACRUX μεταξύ λιμένων δύο κρατών μελών. Ωστόσο, οι φορτωτικές αυτές εκδόθηκαν τον Δεκέμβριο του 1991 (50) ή κατά το έτος 1992 (51), επομένως δε οι μεταφορές που αφορούν τα εν λόγω έγγραφα δεν συνδέονται με τις αιτιάσεις που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης.
72. Με βάση αυτά τα δεδομένα, φρονώ ότι δεν χρειάζεται να εξεταστεί εκτενέστερα εάν συντρέχει παραβίαση της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ωστόσο, το Δικαστήριο πρέπει να τονίσει προς το αιτούν δικαστήριο ότι από 1ης Ιανουαρίου 1987 ισχύει στον τομέα μεταφοράς εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Πρέπει επίσης να τονίσει στο αιτούν δικαστήριο ότι σ' αυτό εναπόκειται να διαπιστώσει εάν οι μεταφορές που αποτελούν το αντικείμενο της κύριας δίκης πραγματοποιήθηκαν μεταξύ κρατών μελών ή μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, καθώς και εάν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
73. 3. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ακολουθήσει την πρόταση αυτή, πρέπει να εξεταστούν οι άλλες προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται αν η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων της ιταλικής νομοθεσίας.
74. 'Οπως προανέφερα, το άρθρο 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, στηριζόμενο στο άρθρο 59 της Συνθήκης, επιβάλλει την υποχρέωση να έχει ο προσφέρων τις υπηρεσίες την ιθαγένεια κράτους μέλους "και να είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος του αποδέκτη των υπηρεσιών". Σημαίνει αυτό ότι η εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών αποκλείεται συστηματικά * και επομένως και στην παρούσα υπόθεση * όταν ο εκμεταλλευόμενος το πλοίο, ως παρέχων υπηρεσίες, και ο πελάτης του, ως αποδέκτης των υπηρεσιών, είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο κράτος μέλος; Νομίζω ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι αρνητική. Επαναλαμβάνοντας σχεδόν κατά λέξη τα άρθρα 59, παράγραφος 1, και 60, παράγραφος 2, της Συνθήκης με τα άρθρα 1 και 8 του κανονισμού, το Συμβούλιο υπογράμμισε κατά τη γνώμη μου, ότι οι απελευθερούμενες βάσει αυτού του κανονισμού μεταφορές υπόκεινται στο καθεστώς που προβλέπουν οι διατάξεις της Συνθήκης. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτών των διατάξεων δεν προϋποθέτει αναγκαστικώς ότι ο παρέχων και ο αποδέκτης των υπηρεσιών πρέπει να είναι εγκατεστημένοι σε διαφορετικά κράτη μέλη. Πράγματι, το Δικαστήριο αποφάνθηκε στις σχετικές με τους ξεναγούς αποφάσεις του της 26ης Φεβρουαρίου 1991 ότι:
"Μολονότι το άρθρο 59 της Συνθήκης ρητώς αναφέρεται στην κατάσταση παρέχοντος υπηρεσίες εγκατεστημένου σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος του αποδέκτη της υπηρεσίας, ωστόσο το αντικείμενό του είναι επίσης η άρση των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εκ μέρους προσώπων μη εγκατεστημένων στο κράτος στο έδαφος του οποίου πρέπει να παρασχεθεί η υπηρεσία (βλ. απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1982, 76/81, Transporoute, Συλλογή 1982, σ. 417, σκέψη 14). Μόνο εφόσον όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης δραστηριότητας περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980, 52/79, Debauve, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 445, σκέψη 9).
Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του άρθρου 59 εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο παρέχων υπηρεσίες τις προσφέρει στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό στο οποίο είναι εγκατεστημένος, ασχέτως του τόπου εγκαταστάσεως των αποδεκτών των υπηρεσιών αυτών." (52)
75. Βάσει αυτής της νομολογίας το απαραίτητο κοινοτικό στοιχείο συνδέσεως υφίσταται ήδη, στον τομέα εφαρμογής του κανονισμού 4055/86, εφόσον η συγκεκριμένη θαλάσσια μεταφορά αρχίζει ή περατούται σε άλλο κράτος μέλος (Β) από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο παρέχων τις υπηρεσίες (Α). Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση ένα τουλάχιστον μέρος της υπηρεσίας παρέχεται στο κράτος μέλος (Β). Αυτό το κράτος υποχρεούται να τηρήσει τις διατάξεις του κανονισμού 4055/86, ανεξάρτητα από το αν ο εκμεταλλευόμενος το σκάφος είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο πελάτης του (53).
76. Το κοινοτικό στοιχείο συνδέσεως υπάρχει, συνεπώς, σε όλες τις περιπτώσεις μεταφοράς από ή προς λιμένες άλλου κράτους μέλους. Δεν υφίσταται σε περιπτώσεις μεταφοράς μεταξύ του κράτους εγκαταστάσεως του παρέχοντος τις υπηρεσίες και ενός τρίτου κράτους.
77. Συνεπώς, το συμπέρασμα που οφείλει να συναγάγει το αιτούν δικαστήριο είναι ότι: προκειμένου να καθοριστεί το απαραίτητο κοινοτικό στοιχείο συνδέσεως των μεταφορών στο πλαίσιο των οποίων τελέσθηκαν οι πράξεις που αποδίδονται στον Peralta και του κοινοτικού δικαίου, αρκεί να "αφαιρεθούν" από τις μεταφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού εκείνες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της Ιταλίας και τρίτων χωρών.
78. 4. Αν αποδειχθεί ότι οι εν λόγω μεταφορές πραγματοποιήθηκαν από ή προς λιμένες άλλων κρατών μελών, τίθεται το ερώτημα αν οι διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας συνιστούν αθέμιτο περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών, αρχής που καθιερώνει ο κανονισμός 4055/86. Προς επίλυση του ζητήματος αυτού πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιδιομορφίες αυτής της ρυθμίσεως και οι πραγματικές ή δυνητικές επιπτώσεις της.
79. α) Δεν χρειάζεται να εξεταστεί εκτενέστερα ο ισχυρισμός που προβάλλει ο Peralta ότι η επιβαλλόμενη με τις διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας πλήρης απαγόρευση απορρίψεως στη θάλασσα καυστικής σόδας δεν προβλέπεται από τις νομοθεσίες άλλων κρατών. 'Οπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο σχετικά με το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ (άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ), η διάταξη αυτή δεν αφορά ενδεχόμενη διαφορετική μεταχείριση ή στρεβλώσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν, για τα πρόσωπα και τις επιχειρήσεις που υπόκεινται στη δικαιοδοσία της Κοινότητας, εκ της εφαρμογής εκ μέρους κράτους μέλους, σε συγκεκριμένο τομέα, μέτρων αυστηρότερων από εκείνα που εφαρμόζονται σε άλλα κράτη μέλη (54). Το επιχείρημα αυτό ισχύει κατά τον ίδιο τρόπο για την απαγόρευση των διακρίσεων που επιβάλλουν τα άρθρα 60, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ και 8 του κανονισμού 4055/86, καθόσον οι διατάξεις αυτές επιδιώκουν στον τομέα τους την επίτευξη του ίδιου σκοπού που επιδιώκει και ο γενικός κανόνας του άρθρου 7 της Συνθήκης (55). Συνεπώς, ο παρέχων τις υπηρεσίες δεν μπορεί να επικαλείται την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών προκειμένου να προσβάλει διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένος, απλώς επειδή είναι αυστηρότερες από τις διατάξεις της νομοθεσίας άλλων κρατών μελών (στα οποία είναι εγκατεστημένοι, ενδεχομένως, ανταγωνιστές του).
80. β) Το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι ότι οι ρυθμίσεις της ιταλικής νομοθεσίας, καθόσον η εφαρμογή τους εκτείνεται πέραν των ιταλικών χωρικών υδάτων, επιβάλλουν την απαγόρευση απορρίψεως λυμάτων μόνο στα πλοία που φέρουν την ιταλική σημαία. Στο ζήτημα αυτό αναφέρονται ειδικότερα τα ερωτήματα 5 και 6.
Ως προς το ζήτημα αυτό πρέπει, πρώτον, να τονιστεί ότι η ιδιομορφία αυτή αποτελεί συνέπεια των ορίων εντός των οποίων ασκείται η κυριαρχία του ιταλικού κράτους. Σύμφωνα με τις συγκλίνουσες πληροφορίες της Ιταλίας και της Επιτροπής, το ιταλικό κράτος δεν διαθέτει αποκλειστική οικονομική ζώνη, κατά την έννοια του άρθρου 55 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών περί δικαίου της θάλασσας. Συνεπώς, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 211, παράγραφοι 5 και 6, της εν λόγω Συμβάσεως που αφορά τα δικαιώματα των παρακτίων κρατών στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος εντός της αποκλειστικής οικονομικής τους ζώνης. Εξάλλου, όπως τόνισε η Επιτροπή, το ιταλικό κράτος δεν έχει θεσπίσει διατάξεις ως προς την αποκαλούμενη συνορεύουσα ζώνη (κατά την έννοια των άρθρων 24 της Συμβάσεως περί χωρικών υδάτων και της συνορεύουσας ζώνης (56), και 33 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών περί του δικαίου της θάλασσας). Εξάλλου, τα δικαιώματα που παρέχουν οι Συμβάσεις αυτές στα παράκτια κράτη, εντός της συνορεύουσας ζώνης, δεν αφορούν τον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος. Κατά συνέπεια, όταν η ιταλική κανονιστική ρύθμιση περιορίζει την απαγόρευση απορρίψεως λυμάτων στη θάλασσα εκτός των ιταλικών χωρικών υδάτων σε εκείνα μόνο τα πλοία που φέρουν ιταλική σημαία, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα άνισης μεταχείρισης: δυνάμει του άρθρου 5 της Συμβάσεως περί ανοικτής θάλασσας, μόνο τα πλοία αυτά υπόκεινται στην ιταλική δικαιοδοσία, εκτός των χωρικών υδάτων. Ο λόγος αυτός και μόνον αρκεί προκειμένου να αποκλειστεί οποιαδήποτε παράβαση του κανόνα του άρθρου 8 του κανονισμού 4055/86.
81. Δεύτερον, σε εναντία περίπτωση θα επρόκειτο για αντίστροφη διάκριση, η οποία, αφ' εαυτής, δεν συνιστά επαρκή βάση για τη στήριξη αιτιάσεων εις βάρος κράτους μέλους ότι παραβιάζει μια από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της Συνθήκης (έναντι των ιδίων των υπηκόων του) (57).
82. γ) Εφόσον λοιπόν η ιταλική νομοθεσία δεν περιέχει καμία διάκριση απαγορευόμενη από τις αρχές που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, πρέπει να εξεταστεί αν οι διατάξεις αυτές, ως μη εισάγουσες διακρίσεις, θίγουν την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εκ μέρους προσώπων που ευρίσκονται στην ίδια κατάσταση με εκείνη της εταιρίας Cali.
83. αα) Στο πλαίσιο της απαντήσεως σ' αυτό το ερώτημα ας μου επιτραπεί καταρχάς να υπογραμμίσω ότι η νομολογία η σχετική με περιορισμούς οι οποίοι δεν εισάγουν διακρίσεις και οι οποίοι επιβλήθηκαν από κράτος διαφορετικό από το κράτος εγκαταστάσεως, δεν μπορεί απλώς να μεταφερθεί σε περιπτώσεις όπως η παρούσα. Βεβαίως, η νομολογία αυτή, η οποία πρέπει να θεωρείται πάγια τουλάχιστον μετά τις αποφάσεις Collectieve Antennevoorziening Gouda (58), Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (59) και Saeger (60), οι οποίες εκδόθηκαν όλες στις 25 Ιουλίου 1991, υποβάλλει στη δοκιμασία του άρθρου 59 ακόμη και τις μη εισάγουσες διακρίσεις διατάξεις του είδους αυτών που προανέφερα. Κατά τη νομολογία αυτή, πρέπει να εξετάζεται αν οι συγκεκριμένες διατάξεις δικαιολογούνται για επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και αν τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας. Ωστόσο, η δοκιμασία αυτή αφορά ειδικότερα τις διατάξεις διαφορετικού κράτους (του κράτους εντός του οποίου παρέχεται η υπηρεσία) από το κράτος εγκαταστάσεως, οι δε διατάξεις του κράτους εντός του οποίου παρέχεται η υπηρεσία εφαρμόζονται παράλληλα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους εγκαταστάσεως:
"Ελλείψει εναρμονίσεως των σχετικών με την παροχή υπηρεσιών κανόνων, ήτοι συστήματος ισοτιμίας, εμπόδια στην ελευθερία που εξασφαλίζεται από τη Συνθήκη στον εν λόγω τομέα μπορούν, δευτερευόντως, να προέρχονται από την εφαρμογή εθνικών ρυθμίσεων, οι οποίες επηρεάζουν κάθε πρόσωπο εγκατεστημένο στο εθνικό έδαφος, επί προσώπων παρεχόντων υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τα οποία πρέπει να συμμορφώνονται προς τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους αυτού." (61)
84. Μια τέτοια κατάσταση, στην οποία ο παρέχων τις υπηρεσίες βάλλει κατά των προσθέτων επιβαρύνσεων που επιβάλλονται με τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους εντός του οποίου παρέχεται η υπηρεσία (62), δεν συντρέχει ακριβώς όταν τίθενται υπό αμφισβήτηση οι διατάξεις του ιδίου κράτους εγκαταστάσεως.
85. Τα πορίσματα αυτής της αναλύσεως επιβεβαιώνονται από τη σύγκριση της σχετικής με το άρθρο 30 νομολογίας και της νομολογίας που αφορά το άρθρο 34.
86. Διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους εισαγωγής μπορούν, κατά τη νομολογία Dassonville (63) και Cassis de Dijon (64), ακόμα και σε περίπτωση ελλείψεως δυσμενούς διακρίσεως με κριτήριο την προέλευση των εμπορευμάτων, να αντιβαίνουν στο άρθρο 30 όταν παρακωλύουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο, χωρίς να τις δικαιολογούν επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος. Η απόφαση Keck και Mithouard (65) επιβεβαιώνει προφανώς, ότι η νομολογία αυτή (η οποία κατά κάποιο τρόπο αποτελούσε προάγγελο των προαναφερθεισών αποφάσεων της 25ης Ιουλίου 1991) αφορά εκείνα ακριβώς τα κωλύματα που προκύπτουν από τις αποκλίνουσες ρυθμίσεις, αφενός, του κράτους καταγωγής, αφετέρου, του κράτους προελεύσεως (66).
87. Δεδομένου ότι το ανωτέρω πρόβλημα των αποκλινουσών ρυθμίσεων δύο κρατών μελών δεν τίθεται κατ' αυτό τον τρόπο στο πλαίσιο της εξετάσεως μέτρων που έλαβε το κράτος εξαγωγής, η νομολογία ερμήνευσε το άρθρο 34 διαφορετικά από το άρθρο 30, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα σκέψη (67) της αποφάσεως Groenveld. Αποφασιστικό κριτήριο αποτελεί, σχετικώς, το αν τα συγκεκριμένα μέτρα συνιστούν "ειδικούς περιορισμούς του ρεύματος των εξαγωγών", αν συνεπάγονται, δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, "διάκριση" μεταξύ εσωτερικού εμπορίου και εξαγωγών.
88. Προφανώς (στην περίπτωση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών), ο έλεγχος βάσει των αρχών που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991 προϋποθέτει ότι ο περιορισμός παρουσιάζει ειδικό σύνδεσμο με τον διασυνοριακό χαρακτήρα της παροχής υπηρεσιών: αντικείμενο του ελέγχου αυτού δεν αποτελούν οι επιβαρύνσεις που προκύπτουν από την ίδια τη νομοθετική ρύθμιση (68), αλλά εκείνες που πηγάζουν από τη συνύπαρξη των νομοθεσιών δύο κρατών μελών. Στη συνύπαρξη αυτή δύο ομάδων νομοθετικών ρυθμίσεων αντανακλάται ο διασυνοριακός χαρακτήρας της προσφερομένης υπηρεσίας. Αν τώρα αξιολογηθούν συστηματικώς οι ρυθμίσεις του κράτους εγκαταστάσεως βάσει των κριτηρίων των "επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος" και της αναλογικότητας, θα τεθούν υπό αμφισβήτηση και περιορισμοί που δεν έχουν κανένα ιδιαίτερο σύνδεσμο με τις διασυνοριακές υπηρεσίες. Αυτό όμως θα έβαινε πέραν του σκοπού της διασφαλίσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
89. Επομένως, εάν η νομολογία των αποφάσεων της 25ης Ιουλίου 1991 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς επίλυση του προβλήματος αν η συγκεκριμένη ρύθμιση θίγει την ελευθερία παροχής υπηρεσιών προσώπων που βρίσκονται στην κατάσταση της επιχειρήσεως Cali, τότε ποιο είναι το κατάλληλο κριτήριο; Φρονώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί με βάση τις σκέψεις που έχουν διατυπωθεί ανωτέρω: πρέπει να υφίσταται ειδικός σύνδεσμος μεταξύ του επιβαλλομένου περιορισμού και ενός διασυνοριακού στοιχείου της συγκεκριμένης παροχής υπηρεσιών. Αυτό συμβαίνει όταν ο περιορισμός αυτός συνεπάγεται για συγκεκριμένη παροχή υπηρεσιών, που ενέχει το στοιχείο αυτό, μεταχείριση δυσμενέστερη σε σχέση με παρόμοια παροχή υπηρεσίας η οποία στερείται το στοιχείο αυτό. Η απάντηση αυτή επιβεβαιώνεται από συγκλίνουσες ενδείξεις που προκύπτουν από τις αποφάσεις Corsica Ferries (69) (σχετικά με την ελευθερία παροχής υπηρεσιών), Daily Mail (70) (σχετικά με το άρθρο 52 της Συνθήκης) καθώς και από τη νομολογία Groenveld. Από τις ενδείξεις αυτές συνάγεται ότι, υπό την επιφύλαξη της ανωτέρω προϋποθέσεως, ακόμα και κρατικά μέτρα τα οποία εφαρμόζονται ούτως ειπείν "εκείθεν" της μεθορίου πέραν της οποίας εκτείνονται οι δραστηριότητες ιδιωτών, μπορούν να αξιολογηθούν με κριτήριο τις θεμελιώδεις ελευθερίες.
90. Στην απόφαση Corsica Ferries επρόκειτο για γαλλική νομοθετική ρύθμιση η οποία προέβλεπε χαμηλότερα λιμενικά τέλη για τις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ Κορσικής και Ηπειρωτικής Γαλλίας, σε σχέση με τις μεταφορές μεταξύ Κορσικής και λιμένων άλλων κρατών μελών. Κατά της ρυθμίσεως αυτής έβαλε η εταιρία Corsica Ferries France. Βεβαίως, ο κανονισμός 4055/86 δεν είχε ακόμα τεθεί σε ισχύ κατά τον κρίσιμο για τα περιστατικά της κύριας δίκης χρόνο, ώστε εξ αρχής να αποκλείεται το ενδεχόμενο παραβιάσεως των αρχών περί ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών. Ωστόσο, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι:
"Η γαλλική νομοθεσία που ενδιαφέρει στην υπόθεση της κύριας δίκης μπορεί να αποτελεί περιορισμό της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας, υπό την έννοια του άρθρου 59, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον συνεπάγεται διάκριση σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες που εκτελεί μεταφορές μεταξύ λιμένα κειμένου στο εθνικό έδαφος και λιμένα κειμένου σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας σε σχέση προς εκείνο που εκτελεί μεταφορές μεταξύ δύο λιμένων κειμένων στο εθνικό έδαφος." (71)
91. Από την παρατεθείσα σκέψη συνάγεται ότι το Δικαστήριο υποβάλλει σε έλεγχο ακόμα και τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους εγκαταστάσεως, βάσει των αρχών που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, όταν οι διατάξεις αυτές συνεπάγονται για παροχή υπηρεσιών που ενέχει διασυνοριακό στοιχείο μεταχείριση δυσμενέστερη σε σχέση με παροχή υπηρεσιών από την οποία ελλείπει το στοιχείο αυτό. Το στοιχείο αυτό χαρακτηρίζεται με τον * μη χρησιμοποιούμενο υπό την τεχνική του έννοια * όρο της διακρίσεως.
92. Μια ανάλογη σκέψη προκύπτει από την απόφαση Daily Mail. Στην απόφαση αυτή τονίζεται αναφορικά με τα άρθρα 52 επ.:
"Οι διατάξεις αυτές έχουν μεν κύριο σκοπό να εξασφαλίσουν στο κράτος μέλος υποδοχής ίση μεταχείριση προς τους ημεδαπούς, απαγορεύουν όμως και στο κράτος μέλος καταγωγής να εμποδίζει την εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος ενός από τους υπηκόους του ή μιας εταιρίας που έχει συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του και καλύπτεται από τον ορισμό του άρθρου 58. 'Οπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, τα δικαίωμα που εγγυώνται τα άρθρα 52 επ. θα καθίσταντο κενά περιεχομένου, αν το κράτος καταγωγής μπορούσε να απαγορεύει στις επιχειρήσεις να αποχωρούν προκειμένου να εγκατασταθούν σε άλλο κράτος μέλος. Για τα φυσικά πρόσωπα, το δικαίωμα να εγκαταλείψουν τη χώρα τους προς τον σκοπό αυτό προβλέπεται ρητά από την οδηγία 73/148 (...)"
93. 'Οπως ήδη διευκρίνισα, η σχετική με το άρθρο 34 νομολογία στηρίζεται στη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εξαγωγών και του εσωτερικού εμπορίου. Δηλαδή και στην περίπτωση αυτή γίνεται σύγκριση μεταξύ μιας πράξεως που ενέχει διασυνοριακό στοιχείο με μια άλλη πράξη η οποία στερείται το στοιχείο αυτό.
94. Στην παρούσα υπόθεση το διασυνοριακό στοιχείο της μεταφορικής υπηρεσίας που προσέφερε η εγκατεστημένη στην Ιταλία μεταφορική εταιρία συνίσταται στο ότι οι συγκεκριμένες μεταφορές πραγματοποιήθηκαν από ή προς λιμένες άλλων κρατών μελών. Συνεπώς, η επίδικη ρύθμιση συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όταν επηρεάζει την πραγματοποίηση, εκ μέρους αυτών των μεταφορικών επιχειρήσεων, μεταφορών από ή προς λιμένες άλλων κρατών μελών περισσότερο από ό,τι επηρεάζει άλλες μεταφορές, ιδίως εσωτερικές.
95. ββ) Ως προς την εφαρμογή αυτού του κριτηρίου στην παρούσα υπόθεση, πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι κατά το γράμμα της επίδικης ιταλικής νομοθετικής ρυθμίσεως δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών μεταφορών. Ωστόσο, θα μπορούσε να έχει περισσότερο επιβαρυντικές επιπτώσεις για τις μεταφορές από ή προς λιμένες άλλων κρατών μελών από ό,τι για τις καθαρώς εσωτερικές μεταφορές. Από τη Διάταξη περί προδικαστικής παραπομπής δεν συνάγεται αν αυτό συμβαίνει. Βεβαίως, στην εν λόγω Διάταξη γίνεται λόγος για την επίδικη απαγόρευση απορρίψεως λυμάτων, δεν γίνεται όμως λόγος για τις πρακτικές συνέπειες που θα προέκυπταν από τη σύγκριση μεταξύ εσωτερικών και διασυνοριακών μεταφορών.
96. 'Εχοντας υπόψη τα πρόσθετα στοιχεία (72), τα οποία προσεκόμισε ο Peralta, δεν θα πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η ιταλική νομοθετική ρύθμιση να έχει τέτοιες συνέπειες. Οι μεταφορές από ή προς λιμένες άλλων κρατών μελών θα μπορούσαν να επιβαρυνθούν με πρόσθετο κόστος, λόγω της υποχρεώσεως απορρίψεως των λυμάτων στη ξηρά (ιδίως προκειμένου περί μικρών δεξαμενοπλοίων που χρησιμοποιούν θαλασσινό νερό για το πλύσιμο των δεξαμενών τους), κόστος το οποίο αποφεύγουν ή υφίστανται σε μικρότερο βαθμό επιχειρήσεις εκτελούσες εσωτερικές μεταφορές: σε ορισμένους τουλάχιστον ιταλικούς λιμένες υπάρχουν εγκαταστάσεις για την απόρριψη λυμάτων.
97. Ανακύπτει σχετικώς το ερώτημα αν το Δικαστήριο μπορεί να αναφερθεί στο σκεπτικό του στα πρόσθετα αυτά στοιχεία. Η αναφερόμενη στη Διάταξη προδικαστικής παραπομπής απαγόρευση απορρίψεως λυμάτων συνεπάγεται αναγκαστικώς ότι τα προερχόμενα από τον καθαρισμό των δεξαμενών λύματα πρέπει να απορρίπτονται στη ξηρά. Τα στοιχεία που προσεκόμισε ο Peralta σχετικά με τους όρους αυτής της απορρίψεως δεν συνιστούν νέο πραγματικό στοιχείο, αλλά συνδέονται στενά με τα στοιχεία που περιέχονται στη Διάταξη περί προδικαστικής παραπομπής (73). Ιδίως δεν αντιφάσκουν προς τα στοιχεία τα περιεχόμενα στην εν λόγω Διάταξη (74). Εξάλλου, στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας διατυπώθηκαν παρατηρήσεις σχετικά με τα στοιχεία αυτά. Προκειμένου να δώσει πρακτικώς χρήσιμη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα (75) το Δικαστήριο πρέπει, σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει την προαναφερθείσα πρότασή μου (76), να λάβει υπόψη του, στο πλαίσιο της απαντήσεώς του, τα επιχειρήματα του Peralta. Βεβαίως, η εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών παραμένει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου.
98. Βάσει των ανωτέρω προκύπτει κατόπιν το ερώτημα αν αρκεί το ότι η νομοθετική αυτή ρύθμιση, αν όχι με το γράμμα της, τουλάχιστον λόγω των πρακτικών συνεπειών της, εισάγει χωριστό σύστημα για τις δύο κατηγορίες παροχής υπηρεσιών. Βάσει της νομολογίας που αναφέρεται στο άρθρο 34, φρονώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να είναι καταφατική. Κατά τη νομολογία αυτή, πράγματι, αρκεί το συγκεκριμένο μέτρο "να έχει ως αποτέλεσμα" (77) να περιορίζει ειδικώς τα ρεύματα των εξαγωγών. Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί θα έπρεπε στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως να χρησιμοποιηθεί ένα άλλο κριτήριο. Αρκεί οι σχετικώς μεγαλύτερες επιβαρύνσεις των διασυνοριακώς παρεχομένων υπηρεσιών να αποτελούν πραγματική συνέπεια του συγκεκριμένου μέτρου μολονότι κατά το γράμμα του μέτρου δεν προβλέπεται η συνέπεια αυτή.
99. Για λόγους πληρότητας θα προσθέσω ότι η κατά τον Peralta ειδική επιβάρυνση των πλοίων υπό ιταλική σημαία, επειδή τα πλοία αυτά υποχρεούνται, βάσει της ιταλικής νομοθεσίας, να είναι εξοπλισμένα καταλλήλως ώστε να τηρούν τις απαιτήσεις της Συμβάσεως MARPOL, ενώ παράλληλα επιβαρύνονται με τις συνέπειες της απαγορεύσεως που επιβάλλει η εν λόγω ιταλική νομοθεσία απορρίψεως των λυμάτων στη θάλασσα, δεν έχει καμία σημασία για το εν λόγω κριτήριο. Πράγματι, το στοιχείο αυτό αποτελεί απλώς συνέπεια των διατάξεων της ιταλικής νομοθεσίας και δεν έχει, καθόσον μπορώ να αντιληφθώ, καμία ιδιαίτερη σχέση με την παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών.
100. γγ) Εάν βάσει του κριτηρίου που αναλύθηκε ανωτέρω κριθεί ότι η ιταλική νομοθεσία συνιστά κώλυμα για την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, τότε ανακύπτει το ερώτημα αν υπάρχουν επαρκείς λόγοι που να δικαιολογούν τη νομοθεσία αυτή. Κατά την αντίληψή μου μόνο λόγοι προστασίας του περιβάλλοντος μπορούν να ληφθούν υπόψη σχετικώς.
101. Σε υπόθεση όπως η παρούσα το κράτος εγκαταστάσεως μπορεί να επικαλεστεί τέτοιους λόγους;
102. Σε περίπτωση νομοθετικών ρυθμίσεων του κράτους υποδοχής, οι οποίες εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι οι ρυθμίσεις αυτές συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο μόνο εφόσον "μπορούν να υπαχθούν σε ρητή διάταξη περί εξαιρέσεως, όπως το άρθρο 56 της Συνθήκης" (78). Αντιθέτως, άλλοι περιορισμοί, οι οποίοι προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του κράτους υποδοχής επί των παρεχόντων υπηρεσίες, μπορούν να δικαιολογηθούν με την επίκληση επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος (79).
103. Σε υπόθεση όπως η παρούσα νομίζω ότι πρέπει να εφαρμοστεί το τελευταίο αυτό σύστημα. Πράγματι, αν αποδειχθεί ότι οι διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας πλήττουν βαρύτερα την παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών κατευθυνομένων σε άλλα κράτη μέλη από ό,τι την παροχή καθαρώς εσωτερικών υπηρεσιών, η διαφορά αυτή θα οφείλεται στις αποκλίνουσες ρυθμίσεις των κρατών μελών. Πράγματι, η ιδιομορφία αυτή, όπως υπογραμμίζει ο Peralta, οφείλεται στην έλλειψη εγκαταστάσεων για τη διάθεση ορισμένων ουσιών που παρατηρείται στους λιμένες άλλων κρατών μελών. Το κριτήριο των επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος προσαρμόζεται απολύτως σε μια τέτοιου είδους διαφορά. Συνεπώς, πρέπει να εφαρμοστεί και στην παρούσα υπόθεση.
104. Επί της ουσίας η ανάλυσή μου θα είναι σύντομη. Η προστασία του περιβάλλοντος έχει αναγνωριστεί, στον τομέα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ως επιτακτικός λόγος γενικού συμφέροντος (80). Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (81).
105. Αν ο λόγος αυτός δικαιολογεί την ιταλική νομοθετική ρύθμιση εξαρτάται από το κριτήριο της αναλογικότητας. Η ρύθμιση θα πρέπει να είναι κατάλληλη να εξασφαλίσει την πραγματοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού και να μη βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού (82).
106. Στην παρούσα υπόθεση πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Ιταλία έχει υπογράψει τη Σύμβαση MARPOL, η εφαρμογή της οποίας δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή διαφορετικών επιβαρύνσεων μεταξύ εσωτερικών μεταφορών και μεταφορών από ή προς λιμένες άλλων κρατών μελών. Συνεπώς, η ιταλική νομοθετική ρύθμιση πρέπει να θεωρηθεί ότι διασφαλίζει μια ενισχυμένη προστασία του περιβάλλοντος σε σύγκριση με την εν λόγω Σύμβαση.
107. Εκείνο, λοιπόν, που πρέπει πρωτίστως να εξετάσει το εθνικό δικαστήριο είναι αν η εφαρμογή της ιταλικής νομοθετικής ρυθμίσεως προστατεύει καλύτερα το περιβάλλον από ό,τι η εφαρμογή των κανόνων της Συμβάσεως MARPOL. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των διαφόρων μεθόδων διαθέσεως των βλαβερών ουσιών προκαλούν διαφωνίες μεταξύ των οικείων επιστημονικών κύκλων. Συνεπώς, τα κράτη μέλη διαθέτουν, κατά την αξιολόγηση αυτών των πραγματικών δεδομένων, ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως.
108. Εξάλλου, η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλέσθηκε την ιδιαίτερη κατάσταση της Μεσογείου, η οποία απαιτεί ειδική προστασία λόγω της περιορισμένης ανανεώσεως των υδάτων της. Αν η προστασία της Μεσογείου (ή άλλης παρόμοιας θάλασσας) αποτελούσε τον μοναδικό σκοπό των μέτρων, τότε αυτά θα έπρεπε να κριθούν, τουλάχιστον όσον αφορά άλλες θάλασσες, ως αντίθετα προς την αρχή της αναλογικότητας.
Επί του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ
109. Δεδομένου ότι η συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση δεν εισάγει διάκριση λόγω ιθαγενείας στον τομέα της εφαρμογής του άρθρου 48 της Συνθήκης, καθώς και στον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δεν συντρέχει σχετικώς περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 7 (83). Προφανώς, δεν συντρέχει περίπτωση άλλων παραβάσεων της απαγορεύσεως του άρθρου 7, της εισαγωγής δηλαδή δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγενείας στους τομείς που διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο.
Επί της αρχής της αναλογικότητας
110. Βεβαίως, η αρχή αυτή αποτελεί τμήμα της κοινοτικής εννόμου τάξεως (84), αλλά δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί πραγματικών περιστατικών που δεν εμπίπτουν στην κοινοτική έννομη τάξη (85). Ανεξαρτήτως των σχετικών κανόνων περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, στο πλαίσιο των οποίων ανέλυσα την αρχή της αναλογικότητας, νομίζω ότι δεν υφίσταται κανόνας του κοινοτικού δικαίου που να μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση, η δε εφαρμογή του θα απαιτούσε έλεγχό του βάσει της αρχής της αναλογικότητας.
Γ * Πρόταση
111. Για τους λόγους αυτούς προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε η Pretura circondariale di Ravenna:
"1) Το άρθρο 3, στοιχείο στ', της Συνθήκης ΕΟΚ (άρθρο 3, στοιχείο ζ', της Συνθήκης ΕΕ), καθώς και τα άρθρα 84 και 130 Ρ της εν λόγω Συνθήκης δεν εμποδίζουν την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας η οποία απαγορεύει, προβλέποντας σχετικώς την επιβολή ποινικών κυρώσεων σε περίπτωση παραβάσεως, την απόρριψη στη θάλασσα βλαβερών ουσιών, ακόμα και εκτός των χωρικών υδάτων.
2) Τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εφαρμόζονται σε κατάσταση η οποία δεν παρουσιάζει κανένα στοιχείο συνδέσεως με κάποια από τις καταστάσεις που ρυθμίζει το κοινοτικό δίκαιο. Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν την εφαρμογή νομοθετικής ρυθμίσεως όπως αυτή του ανωτέρω σημείου 1.
3) Τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εφαρμόζονται επί καταστάσεων στις οποίες νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους διέπει τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται κατά την προσφορά υπηρεσιών, ιδίως υπηρεσιών μεταφορικών, στην περίπτωση κατά την οποία ενδεχόμενο κώλυμα στη μεταφορά εμπορευμάτων, προκαλούμενο από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση, αποτελεί απλή συνέπεια της παρακωλύσεως της προσφοράς υπηρεσιών. Σε μια τέτοια περίπτωση τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εμποδίζουν την εφαρμογή νομοθετικής ρυθμίσεως όπως αυτής του σημείου 1.
4) Στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών, καθώς και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, το Συμβούλιο θέσπισε την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4055/86, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1987. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν οι μεταφορικές υπηρεσίες στο πλαίσιο της προσφοράς των οποίων τελέσθηκαν οι παραβάσεις τις οποίες αφορά η κύρια δίκη αποτελούσαν μεταφορές μεταξύ κρατών μελών ή μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών.
Επικουρικώς
Η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών που τέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4055/86 εμποδίζει, σε περίπτωση όπως η παρούσα, την εφαρμογή νομοθετικής ρυθμίσεως όπως αυτή του σημείου 1 εφόσον εξακριβωθεί (από το αιτούν δικαστήριο) ότι:
* η νομοθετική αυτή ρύθμιση έχει βαρύτερες οικονομικές συνέπειες για τη μεταφορά εμπορευμάτων από ή προς λιμένες άλλων κρατών μελών, σε σύγκριση με άλλες μεταφορές εμπορευμάτων, ιδίως εκείνων που πραγματοποιούνται μεταξύ λιμένων του κράτους μέλους στο οποίο εδρεύει η εταιρία που εκμεταλλεύεται το πλοίο,
* η νομοθετική αυτή ρύθμιση, λαμβανομένων υπόψη των δεσμευτικών για το συγκεκριμένο κράτος μέλος διατάξεων του διεθνούς δικαίου δεν είναι ικανή ή αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκονται στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος.
5) Το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ (το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΕ) δεν εμποδίζει την εφαρμογή εθνικής νομοθετικής ρυθμίσεως, όπως αυτής του σημείου 1, όταν αυτή δεν συνεπάγεται διάκριση λόγω ιθαγένειας στον τομέα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
6) Η ισχύουσα στο κοινοτικό δίκαιο αρχή της αναλογικότητας δεν εμποδίζει την εφαρμογή νομοθετικής ρυθμίσεως όπως αυτής του σημείου 1 επί καταστάσεως η οποία δεν εμπίπτει στο κοινοτικό δίκαιο."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) * 'Οπως συνάγεται από έκθεση που συντάχθηκε σχετικώς με πρόταση τροποποιήσεως των προαναφερθεισών διατάξεων, τα λύματα διοχετεύονται στη θάλασσα από τις ευρισκόμενες στη ξηρά εγκαταστάσεις.
(2) * Συλλογή Συμβάσεων των Ηνωμένων Εθνών, τόμοι 1340 και 1341, αριθ. 22484.
(3) * Σύσταση 78/584/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1978, περί επικυρώσεως της Συμβάσεως περί ασφαλείας των θαλασσίων μεταφορών (ABl. L 194, σ. 17).
(4) * Δεν έχουν προσχωρήσει στη Σύμβαση η Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο.
(5) * Κατά το άρθρο 2, σημείο 5, της Συμβάσεως, με τον όρο Αρχή νοείται η Κυβέρνηση του Κράτους στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται το πλοίο.
(6) * Κατά το άρθρο 2, σημείο 7, της Συμβάσεως, με τον όρο Οργανισμός νοείται ο Συμβουλευτικός Διακυβερνητικός Οργανισμός Θαλάσσιας Ναυσιπλοΐας.
(7) * Βλ. Churchill/Lowe, The law of the sea, Manchester 1988, σ. 243. Βλ. επίσης τα άρθρα 210 και 211 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών περί του δικαίου της θάλασσας, η οποία συνήφθη στις 30 Απριλίου 1982 στη Νέα Υόρκη και τέθηκε προς υπογραφή στις 10 Δεκεμβρίου 1982 στο Montego Bay, Jamaika (τρίτη διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών περί του δικαίου της θάλασσας επίσημα έγγραφα, τόμος XVII, 1984, έγγραφο Α/61/122, σ. 157 έως 231).
(8) * ABl. L 240, σ. 1.
(9) * Οδηγία του Συμβουλίου, της 4ης Μαΐου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138), η οποία υπέστη μεταγενέστερες τροποποιήσεις.
(10) * Απόφαση 86/85/ΕΟΚ, της 6ης Μαρτίου 1986 (ΕΕ L 77, σ. 33), τροποποιηθείσα με την απόφαση 88/346/ΕΟΚ, της 16ης Ιουνίου 1988 (ΕΕ L 158, σ. 32).
(11) * Βλ. ανωτέρω παράγραφο 2.
(12) * Βλ. π.χ. την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1989 στην υπόθεση C-150/88, Parfuemeriefabrik 4711 κατά Provide (Συλλογή 1989, σ. 3891, σκέψεις 11 και 12).
(13) * Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-320/90, C-321/90 και C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. κατά Circostel (Συλλογή 1993, σ. Ι-393) βλ. επίσης Διάταξη της 19ης Μαρτίου 1993 στην υπόθεση C-157/92, Banchero (Συλλογή 1993, σ. Ι-1085), και της 26ης Απριλίου 1993 στην υπόθεση C-386/92, Monin Automobiles (Συλλογή 1993, σ. Ι-2049).
(14) * Βλ., σε μια παρόμοια υπόθεση, την απόφαση της 3ης Μαρτίου 1994 στην υπόθεση C-316/93, Vaneetveld (Συλλογή 1994, σ. Ι-0000, σκέψη 13). Βλ. επίσης τις προτάσεις μου της 10ης Μαρτίου 1994 στην υπόθεση C-2/93, B. V. B. A. Exportslachterijen van Oordegem (Συλλογή 1994, σ. Ι-0000, σκέψη 10).
(15) * Βλ. το πέμπτο ερώτημα.
(16) * Βλ. δεύτερο ερώτημα.
(17) * Βλ. ανωτέρω παράγραφο 6.
(18) * Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988 στην υπόθεση 247/86, Alsatel (Συλλογή 1988, σ. 5987).
(19) * Βλ. π.χ. την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1992 στην υπόθεση C-286/90, Poulsen και Diva Navigation (Συλλογή 1992, σ. Ι-6019).
(20) * Βλ. ανωτέρω παράγραφο 8.
(21) * Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1972 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 21/72 έως 24/72, International Fruit Company κατά Produktschap voor groenten en fruit (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 279, σκέψεις 10 έως 18) απόφαση της 16ης Μαρτίου 1983 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 267/81, 268/81 και 269/81, Amministrazione delle finanze dello Stato κατά SPI και SAMI (Συλλογή 1983, σ. 801, σκέψη 17).
(22) * Βλ. γνωμοδότηση 2/91 της 19ης Μαρτίου 1993 (Συμφωνία 170 του ΙΑΟ) (Συλλογή 1993, σ. Ι-1061, σκέψη 9).
(23) * Αντιστοιχεί στο άρθρο 3, στοιχείο ζ', της Συνθήκης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.
(24) * Απόφαση της 30ής Απριλίου 1986 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209/84, 210/84, 211/84, 212/84 και 213/84, Asjes (Συλλογή 1986, σ. 1425, σκέψεις 27 έως 42) απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-185/91, Reiff (Συλλογή 1993, σ. Ι-5801, σκέψη 12).
(25) * Πάγια νομολογία περί του άρθρου 85 υπογραμμισθείσα με έμφαση στις τρεις αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1993: υπόθεση C-2/91, Meng (Συλλογή 1993, σ. Ι-5751, σκέψη 14) υπόθεση C-185/91, Reiff (προαναφερθείσα, σκέψη 14) υπόθεση C-245/91, Ohra Schadeverzekeringen (Συλλογή 1993, σ. Ι-5851, σκέψη 10). Σχετικώς με το άρθρο 86, βλ. π.χ. την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1991 στην υπόθεση C-339/89, Alsthom Atlantique (Συλλογή 1991, σ. Ι-107, σκέψη 11).
(26) * Βλ. τις παρατεθείσες στην προηγούμενη υποσημείωση αποφάσεις.
(27) * Βλ. σκέψη 14 των αποφάσεων Meng και Reiff, καθώς και σκέψη 10 της αποφάσεως Ohra.
(28) * Βλ. την απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1977 στην υπόθεση 13/77, INNO κατά ΑΤΑΒ (Συλλογή 1977, σ. 653, σκέψεις 33 και 34) απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988 στην υπόθεση 254/87, Syndicat des libraires de Normandie κατά L' aigle distribution (Συλλογή 1988, σ. 4457, σκέψη 14) απόφαση της 11ης Απριλίου 1989 στην υπόθεση 66/86, Ahmed Saeed Flugreisen κ.λπ. κατά Zentrale zur Bekaempfung unlauteren Wettbewerbs (Συλλογή 1989, σ. 803, σκέψη 52) απόφαση της 23ης Απριλίου 1991 στην υπόθεση C-41/90, Hoefner και Elser (Συλλογή 1991, σ. Ι-1979, σκέψεις 26 και 27) απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991 στην υπόθεση C-260/89, EPT (Συλλογή 1991, σ. Ι-2925, σκέψεις 35 έως 37).
(29) * Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5).
(30) * Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979 στην υπόθεση 15/79, Groenveld κατά Produktschap voor vee en flees (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 649, σκέψη 7).
(31) * Βλ. επίσης την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1989 στην υπόθεση C-49/89, Corsica Ferries France κατά Direction generale des douanes francaises (Συλλογή 1989, σ. 4441, σκέψη 7).
(32) * Βλ. την απόφαση της 30ής Απριλίου 1986 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209/84 έως 213/84, Asjes (Συλλογή 1986, σ. 1425, σκέψη 37) βλ. επίσης την απόφαση Corsica Ferries (προηγούμενη υποσημείωση), σκέψη 11.
(33) * Απόφαση της 4ης Απριλίου 1974 στην υπόθεση 167/73, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1974, σ. 179).
(34) * Βλ. την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1982 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 35/82 και 36/82, Morson και Jhanjan κατά Ολλανδικού Δημοσίου (Συλλογή 1982, σ. 3723, σκέψη 16) απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993 στην υπόθεση C-19/92, Kraus κατά Land Baden-Wuerttemberg (Συλλογή 1993, σ. Ι-1663, σκέψεις 15 και 16) απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1992 στην υπόθεση C-332/90, Steen (Συλλογή 1992, σ. Ι-341).
(35) * Βλ. την απόφαση Kraus (προηγούμενη υποσημείωση), σκέψη 15.
(36) * Συλλογή Συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών, τόμος 450, σ. 11, 169.
(37) * Βλ. απόφαση Poulsen (υποσημείωση 19), σκέψη 10.
(38) * Βλ. επίσης τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 4ης Απριλίου 1974 στην υπόθεση 167/73 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 33) και της 1ης Δεκεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-37/93, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1993, σ. Ι-6295).
(39) * Απόφαση της 28ης Ιουνίου 1984 στην υπόθεση 180/83, Moser κατά Land Baden-Wuerttemberg (Συλλογή 1984, σ. 2539, σκέψη 18).
(40) * Βλ. επί του άρθρου 52 της Συνθήκης την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 81/87, Daily Mail (Συλλογή 1988, σ. 5483, σκέψη 19).
(41) * Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986 στην υπόθεση 44/84, Hurd κατά Jones (Συλλογή 1986, σ. 29, σκέψεις 55 και 56).
(42) * Απόφαση της 25ης Ιουνίου 1992 στην υπόθεση C-147/91, Ferrer Laderer (Συλλογή 1992, σ. Ι-4097, σκέψη 7) επίσης π.χ. την απόφαση Kraus (υποσημείωση 34), σκέψη 15.
(43) * Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 40.
(44) * Βλ. ανωτέρω παράγραφο 49.
(45) * ΕΕ L 378, σ. 1.
(46) * Εξάλλου, από τις διατάξεις αυτές εξηγείται η θέσπιση του άρθρου 9 του κανονισμού, το οποίο επαναλαμβάνει το άρθρο 65 της Συνθήκης.
(47) * Βλ. ανωτέρω παράγραφο 67.
(48) * Αυτό εν πάση περιπτώσει εάν η επιχείρηση Cali είχε πραγματοποιήσει τις μεταφορές αυτές κατόπιν εντολής πελάτου εγκατεστημένου στην Ιταλία. Ωστόσο, βλ. κατωτέρω παραγράφους 74 έως 77.
(49) * Για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών στις θαλάσσιες μεταφορές στο εσωτερικό των κρατών μελών (θαλάσσιες ενδομεταφορές * καμποτάζ) (ΕΕ L 364, σ. 7).
(50) * Σημείο 38 του πρώτου τεύχους των παραρτημάτων του υπομνήματος του Peralta: η συγκεκριμένη μεταφορά αφορά, εξάλλου, ουσία διαφορετική από την καυστική σόδα.
(51) * Βλ. τεύχος 1 (προηγούμενη υποσημείωση), αριθ. 34 έως 37 και 112 έως 120.
(52) * Σκέψεις 9 και 10 της αποφάσεως της 26ης Φεβρουαρίου 1991 στην υπόθεση C-154/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-659) και στην υπόθεση C-198/89, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1991, σ. Ι-727) σκέψεις 8 και 9 της αποφάσεως της 26ης Φεβρουαρίου 1991 στην υπόθεση C-180/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-709).
(53) * Αυτός ο τρόπος θεωρήσεως των πραγμάτων συνάδει, εξάλλου, με το ιστορικό γενέσεως και τους σκοπούς του κανονισμού 4055/86. Από τα άρθρα 2 έως 5 συνάγεται ότι ο κανονισμός εκδόθηκε κυρίως ως απάντηση σε κανόνες, είτε μονομερείς είτε προκύπτοντες από συμφωνίες με τρίτα κράτη, που είχαν ως αποτέλεσμα, στα οικεία κράτη μέλη, τη δημιουργία διακρίσεων εις βάρος των παρεχόντων υπηρεσίες από άλλα κράτη μέλη. Η διάκριση αυτή συνίσταται ιδίως στη δυνατότητα μεταφοράς, στο πλαίσιο ορισμένων ναυτιλιακών γραμμών, εμπορευμάτων προς άλλα κράτη, ή μεταφοράς εμπορευμάτων από τα κράτη αυτά με προορισμό τους λιμένες του οικείου κράτους [βλ. τα παραδείγματα στο έγγραφο COM(85) 90 τελικό, σημείο 35]. Ο κανονισμός δεν θα πληρούσε τη λειτουργία αυτή εάν κάλυπτε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες τόσο ο παρέχων όσο και ο αποδεχόμενος μια υπηρεσία είναι εγκατεστημένοι σε διαφορετικά κράτη μέλη.
(54) * Αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1992, C-251/90 και C-252/90, Wood και Cowie (Συλλογή 1992, σ. Ι-2873, σκέψη 19), και της 13ης Φεβρουαρίου 1969, 14/68, Walt Wilhelm (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1, σκέψη 13).
(55) * Βλ. την απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, C-305/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1989, σ. 1461, σκέψη 12).
(56) * Συλλογή Συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών, τόμος 516, σ. 205.
(57) * Βλ. ανωτέρω παράγραφο 61.
(58) * Υπόθεση C-288/89, Συλλογή 1991, σ. Ι-4007.
(59) * Υπόθεση C-353/89, Συλλογή 1993, σ. Ι-4069.
(60) * Υπόθεση C-76/90, Συλλογή 1991, σ. Ι-4221.
(61) * Σκέψη 12 της αποφάσεως Gouda και σκέψη 16 της αποφάσεως Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών. Βλ. επίσης τη σκέψη 12 της αποφάσεως Saeger.
(62) * Ιδιαίτερη περίπτωση συνιστούν οι διατάξεις του κράτους εντός του οποίου παρέχονται υπηρεσίες οι οποίες συνεπάγονται πλήρη απαγόρευση της συγκεκριμένης υπηρεσίας. Παρέλκει όμως να εξεταστεί η περίπτωση αυτή στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.
(63) * Βλ. υποσημείωση 29.
(64) * Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 120/78, Rewe κατά Bundesmonopolverwaltung fuer Branntwein (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321).
(65) * Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard (Συλλογή 1993, σ. Ι-6097).
(66) * Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 16ης Μαρτίου 1994 στην υπόθεση C-401/92 και C-402/92, Tankstation 't Heukske (Συλλογή 1994, σ. Ι-0000, σκέψη 20).
(67) * Βλ. ανωτέρω παράγραφο 46.
(68) * Ωστόσο, βλ. υποσημείωση 62.
(69) * Ανωτέρω υποσημείωση 31.
(70) * Ανωτέρω υποσημείωση 40.
(71) * Σκέψη 7 της αποφάσεως Corsica Ferries.
(72) * Βλ. ανωτέρω παράγραφο 6.
(73) * Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 18.
(74) * Βλ. την απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 104/77, Oehlschlaeger (Συλλογή τόμος 1978, σ. 277, σκέψη 4) απόφαση της 29ης Απριλίου 1982 στην υπόθεση 17/81, Pabst και Richarz (Συλλογή 1982, σ. 1331, σκέψη 12).
(75) * Βλ. την απόφαση Ferrer Laderer (ανωτέρω, υποσημείωση 42), σκέψη 6.
(76) * Ανωτέρω παράγραφο 72.
(77) * Ανωτέρω παράγραφο 46.
(78) * Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Gouda, σκέψη 11.
(79) * Σκέψη 13 της προαναφερθείσας αποφάσεως Gouda.
(80) * Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση C-302/86, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1988, σ. Ι-4607, σκέψεις 8 επ.).
(81) * Βλ. επίσης την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985 στην υπόθεση 240/83, Procureur de la Republique κατά ADBHU (Συλλογή 1985, σ. 531, σκέψη 9).
(82) * Σκέψη 15 της αποφάσεως Gouda.
(83) * Βλ. την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1991, υπόθεση C-179/90, Merci convenzionali Porto di Genova (Συλλογή 1991, σ. Ι-5889, σκέψη 11).
(84) * Βλ. π.χ. την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989 στην υπόθεση 265/87, Schraeder κατά Hauptzollamt Gronau (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 21).
(85) * Πάγια νομολογία περί θεμελιωδών δικαιωμάτων αναγνωριζομένων από το κοινοτικό δίκαιο: βλ. προσφάτως την απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991 στην υπόθεση 159/90, Society for the protection of unborn children Ireland (Συλλογή 1991, σ. Ι-4685, σκέψη 31).
Full & Egal Universal Law Academy