Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Oι παρούσες προτάσεις αφορούν δύο προσφυγές που άσκησε η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ ενώπιον του Δικαστηρίου κατά του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας. Στις δύο αυτές υποθέσεις, υποστηρίζει ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ και από μια οδηγία του Συμβουλίου. Η πρώτη, η υπόθεση C-382/92, αφορά την εσφαλμένη μεταφορά στο βρετανικό δίκαιο της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (1) η δεύτερη, η υπόθεση C-383/92, αφορά την εσφαλμένη μεταφορά στο βρετανικό δίκαιο της οδηγίας 75/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (2). Καταρχάς υπενθυμίζω τις διατάξεις των δύο επίμαχων οδηγιών.
2. Δυνάμει του άρθρου της 1, παράγραφος 1, η οδηγία 77/187 έχει εφαρμογή επί "μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλο επιχειρηματία, οι οποίες προκύπτουν από συμβατική εκχώρηση [μεταβίβαση] ή συγχώνευση".
Τα άρθρα 3 έως 5 της οδηγίας αυτής αποσκοπούν στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως. Τα άρθρα αυτά αφορούν, ειδικότερα, τα δικαιώματα που απορρέουν από ατομικές και συλλογικές συμβάσεις εργασίας, την απόλυση λόγω μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως και την προστασία του καθεστώτος και της αποστολής των εκπροσώπων των εργαζομένων. Επιπλέον, το άρθρο 6 περιέχει διατάξεις περί ενημερώσεως και διαβουλεύσεως με τους εργαζομένους που θίγονται από τη μεταβίβαση. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:
"1. Ο εκχωρητής και ο εκδοχέας [ο μεταβιβάζων και ο προς ον η μεταβίβαση] υποχρεούνται να πληροφορούν τους αντίστοιχους εκπροσώπους των εργαζομένων τους που θίγονται από μία μεταβίβαση, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, για τα ακόλουθα σημεία:
* λόγοι μεταβιβάσεως,
* νομικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες εκ της μεταβιβάσεως για τους εργαζομένους,
* προβλεπόμενα μέτρα όσον αφορά τους εργαζομένους.
Ο εκχωρητής [ο μεταβιβάζων] είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιεί αυτές τις πληροφορίες στους εκπροσώπους των εργαζομένων του εγκαίρως πριν από την πραγματοποίηση της μεταβιβάσεως.
Ο εκδοχέας [ο προς ον η μεταβίβαση] είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιεί αυτές τις πληροφορίες στους εκπροσώπους των εργαζομένων του εγκαίρως και οπωσδήποτε πριν οι εργαζόμενοί του θιγούν άμεσα, ως προς τις συνθήκες απασχολήσεως και εργασίας, από τη μεταβίβαση.
2. Αν ο εκχωρητής ή ο εκδοχέας [ο μεταβιβάζων και ο προς ον η μεταβίβαση] προτίθενται να λάβουν μέτρα όσον αφορά τους αντίστοιχους εργαζομένους τους, είναι υποχρεωμένοι να προβαίνουν εγκαίρως σε διαβουλεύσεις για τα μέτρα αυτά με τους εκπροσώπους των αντιστοίχων εργαζομένων τους, προς το σκοπό αναζητήσεως συμφωνίας.
3. (...)
4. Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν τις υποχρεώσεις, που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 για τις επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις που πληρούν, όσον αφορά τον αριθμό των απασχολουμένων εργαζομένων, τους όρους τους σχετικούς με την εκλογή ή τον καθορισμό ενός συλλογικού οργάνου που εκπροσωπεί τους εργαζομένους.
5. Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν σε μία επιχείρηση ή εγκατάσταση εκπρόσωποι των εργαζομένων, οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι πρέπει να πληροφορούνται προηγουμένως περί της επικειμένης μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1."
Κατά το άρθρο 2, στοιχείο γ', της οδηγίας 77/187, ως "εκπρόσωποι των εργαζομένων" νοούνται, κατά την έννοια της οδηγίας, "οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που προβλέπονται από τη νομοθεσία ή την πρακτική των κρατών μελών, με εξαίρεση τα μέλη των οργάνων διοικήσεως, διευθύνσεως ή εποπτείας της εταιρίας, τα οποία μετέχουν σ' αυτά τα όργανα, σε ορισμένα κράτη μέλη, ως εκπρόσωποι των εργαζομένων".
Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι δυνάμει του άρθρου 7, η οδηγία "δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν ή να εισάγουν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις περισσότερο ευνοϊκές για τους εργαζομένους".
3. Η οδηγία 75/129 περιέχει κοινούς κανόνες περί ομαδικών απολύσεων. Το άρθρο 1 δίδει τον ορισμό της "ομαδικής απολύσεως" και οριοθετεί το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Υπό τον τίτλο "Διαδικασία διαβουλεύσεων", το άρθρο 2 προβλέπει:
"1. 'Οταν ο εργοδότης προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις υποχρεούται να προβεί σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων με σκοπό να καταλήξει σε συμφωνία.
2. Οι διαβουλεύσεις αφορούν τουλάχιστον τις δυνατότητες αποφυγής ή μειώσεως των ομαδικών απολύσεων καθώς και τις δυνατότητες αμβλύνσεως των εξ αυτών συνεπειών.
3. Για να δυνηθούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να διατυπώσουν εποικοδομητικές προτάσεις, ο εργοδότης υποχρεούται να παρέχει σ' αυτούς κάθε χρήσιμη πληροφορία και, εν πάση περιπτώσει, να τους ανακοινώνει εγγράφως τους λόγους των απολύσεων, τον αριθμό των υπό απόλυση εργαζομένων, τον αριθμό των συνήθως απασχολουμένων καθώς και την περίοδο μέσα στην οποία πρόκειται να πραγματοποιηθούν οι απολύσεις.
(...)"
Επιπλέον, τα άρθρα 3 και 4 καθορίζουν την ακολουθητέα διαδικασία σε περίπτωση ομαδικής απολύσεως. Το άρθρο 3 έχει ως εξής:
"1. Ο εργοδότης υποχρεούται να κοινοποιεί εγγράφως στην αρμόδια δημόσια αρχή κάθε σχεδιαζόμενη ομαδική απόλυση.
(...)
2. Ο εργοδότης υποχρεούται να διαβιβάσει στους εκπροσώπους των εργαζομένων αντίγραφο της κοινοποιήσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 1.
Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων δύνανται να υποβάλλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους στην αρμόδια δημόσια αρχή."
Το άρθρο 4 συνεχίζει ως εξής:
"1. Οι ομαδικές απολύσεις, το σχέδιο των οποίων έχει κοινοποιηθεί στην αρμόδια δημόσια αρχή, ισχύουν το ενωρίτερο 30 ημέρες από την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, με την επιφύλαξη των διατάξεων που διέπουν τα κατά περίπτωση δικαιώματα ως προς την προθεσμία προειδοποιήσεως.
(...)
2. Η αρμόδια δημόσια αρχή χρησιμοποιεί την προθεσμία, που αναφέρεται στην παράγραφο 1, για να εξεύρει λύσεις στα προβλήματα που δημιουργούνται από τις σχεδιαζόμενες ομαδικές απολύσεις.
(...)"
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας 75/129 ως "εκπρόσωποι των εργαζομένων" νοούνται οι "εκπρόσωποι των εργαζομένων που προβλέπονται από τη νομοθεσία ή την πρακτική των κρατών μελών". Εξάλλου, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α', προκύπτει ότι, για να έχει εφαρμογή η οδηγία, πρέπει να απασχολούνται στην επιχείρηση ή στην εγκατάσταση η οποία προβαίνει σε ομαδικές απολύσεις τουλάχιστον 20 εργαζόμενοι.
Σε αντίθεση προς την οδηγία 77/187, της οποίας το άρθρο 6, παράγραφοι 4 και 5, παρέχει στα κράτη μέλη δυνατότητες παρεκκλίσεως, η οδηγία 75/129 δεν προβλέπει ανάλογες δυνατότητες. Το άρθρο 5 ορίζει μόνον, όπως επίσης και το άρθρο 7 της οδηγίας 77/187, ότι η οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν ή να εισάγουν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους.
4. Η οδηγία 77/187 μεταφέρθηκε στο δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου με τους Transfer of Undertakings (Protection of Employment) Regulations 1981 (στο εξής: Κανονισμός) (3). Οι διατάξεις μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο 75/129 περιέχονται στον Employment Protection Act 1975 (στο εξής: Employment Protection Act) (4). Κατά την Επιτροπή, η μεταφορά των δύο αυτών οδηγιών στο δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου είναι πλημμελής από πολλές απόψεις. Για τον λόγο αυτόν, κίνησε κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ, τη διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως κράτους μέλους, η οποία άρχισε με την όχληση της 27ης Νοεμβρίου 1989. Μολονότι αρχικά η διοικητική διαδικασία αφορούσε συγχρόνως και τις δύο οδηγίες, στη συνέχεια εξελίχθηκε χωριστά μεν, παράλληλα δε: η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη στις 26 Μαρτίου 1991 για τις δύο υποθέσεις και τελικά στις 14 Οκτωβρίου 1992 έφερε ενώπιον του Δικαστηρίου χωριστά τις δύο υποθέσεις. Εντούτοις, πέραν των τεσσάρων διαφορετικών αιτιάσεων στην υπόθεση C-382/92 και τριών άλλων στην υπόθεση C-383/92, η πρώτη αιτίαση των δύο προσφυγών είναι πανομοιότυπη και αφορά την ανάδειξη των εκπροσώπων των εργαζομένων. Στη συνέχεια των προτάσεών μου, θα εξετάσω διαδοχικά την κοινή αιτίαση των δύο υποθέσεων, τις λοιπές αιτιάσεις της υποθέσεως C-382/92 και εκείνες της υποθέσεως C-383/92.
Πρώτη κοινή αιτίαση: η υποχρέωση διασφαλίσεως της αναδείξεως των εκπροσώπων των εργαζομένων
5. Η αιτίαση αυτή αναφέρεται στο άρθρο 6 της οδηγίας 77/187 (για την υπόθεση C-382/92) καθώς και στα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας 75/129 (για την υπόθεση C-383/92). Οι διατάξεις αυτές, το κείμενο των οποίων παρατίθεται ανωτέρω, επιβάλλουν την ανακοίνωση πληροφοριών στους εκπροσώπους των εργαζομένων και διαβουλεύσεις με αυτούς. Κατά την Επιτροπή, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μετέφερε ορθά στο εσωτερικό του δίκαιο τις διατάξεις αυτές, διότι δεν προέβλεψε ρύθμιση διασφαλίζουσα την ανάδειξη εκπροσώπων των εργαζομένων οσάκις η ανάδειξη αυτή δεν πραγματοποιείται επί εκουσίας βάσεως.
6. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά την παρούσα κατάσταση στο βρετανικό δίκαιο. Η διάταξη η οποία μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 6 της οδηγίας 77/187, ήτοι το άρθρο 10 του Κανονισμού, καθώς και τα άρθρα 99 και 100, παράγραφος 1, του Employment Protection Act, τα οποία μεταφέρουν στο βρετανικό δίκαιο τα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας 75/129, περιορίζουν τις υποχρεώσεις ενημερώσεως και διαβουλεύσεως στους εκπροσώπους των αναγνωρισμένων από τον εργοδότη συνδικαλιστικών οργανώσεων. Συνεπώς, μόνον οι οικειοθελώς αναγνωρισμένοι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι έχουν την ιδιότητα των εκπροσώπων των εργαζομένων για την εφαρμογή των οδηγιών. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο πληρεξούσιος του Ηνωμένου Βασιλείου επιβεβαίωσε ότι η βρετανική νομοθεσία δεν επέβαλλε στον εργοδότη να προβαίνει, αν δεν αναγνώριζε εκουσίως τους εκπροσώπους των εργαζομένων, σε ενημέρωση και/ή διαβουλεύσεις για τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, ακόμη και όταν έχει συναφθεί, εντός της επιχειρήσεως, συμφωνία βάσει της οποίας υπάρχουν de facto εκπρόσωποι των εργαζομένων ή συμβούλιο της επιχειρήσεως.
Πρέπει να τονιστεί ότι, τόσο κατά την εποχή της διαπραγματεύσεως της οδηγίας 75/129 όσο και κατά την εποχή της εκδόσεως της οδηγίας 77/187, στο Ηνωμένο Βασίλειο ίσχυε άλλη νομοθεσία, συγκεκριμένα ο Industrial Relations Act 1971 και, μετά την κατάργηση αυτού του νόμου το 1974, ο Employment Protection Act 1975, αντίστοιχα. Οι νόμοι αυτοί προέβλεπαν μηχανισμό επιτρέποντα την ανάδειξη εκπροσώπων των εργαζομένων, οσάκις ο εργοδότης αρνούνταν, στην πράξη, να αναγνωρίσει τέτοιους εκπροσώπους. Φαίνεται ότι η εφαρμογή των εν λόγω κανόνων δημιούργησε ορισμένα νομικά προβλήματα. Μετά τον σχηματισμό νέας κυβερνήσεως το 1979, οι κανόνες αυτοί καταργήθηκαν με τον Employment Act 1980.
7. Κατά την Επιτροπή, η παρούσα νομοθεσία αφαιρεί, σε μεγάλο βαθμό, από το άρθρο 6 της οδηγίας 77/187 και τα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας 75/129 την πρακτική τους αποτελεσματικότητα. Συγκεκριμένα, εξαρτώντας την αναγνώριση αυτών των εκπροσώπων από τη βούληση του εργοδότη, καθιστά κενές περιεχομένου τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τα δύο αυτά άρθρα. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι δύο οδηγίες καταλείπουν στα κράτη μέλη τη μέριμνα να καθορίσουν την έννοια "εκπρόσωποι των εργαζομένων" σύμφωνα με τη νομοθεσία τους ή την πρακτική τους (βλ. ανωτέρω τα σημεία 2 και 3). Εντούτοις, υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ της ευχέρειας που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη να ρυθμίσουν τα της εκπροσωπήσεως των εργαζομένων σύμφωνα με τα νομικά τους συστήματα και τη δυνατότητα να μην εξασφαλίζεται καθόλου η ύπαρξη εκπροσώπων των εργαζομένων. Κατά την Επιτροπή, οι δύο οδηγίες εκδόθηκαν τότε από το Συμβούλιο με βάση τη σκέψη ότι σε όλα τα κράτη μέλη υπήρχε, ή θα υπήρχε (5), μηχανισμός αναδείξεως των εκπροσώπων των εργαζομένων, αν ο εργοδότης δεν αναγνώριζε οικειοθελώς τέτοιους εκπροσώπους.
'Οσον αφορά την οδηγία 77/187, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι δεν πρέπει να υπάρχουν κατ' ανάγκη εκπρόσωποι των εργαζομένων σε κάθε επιχείρηση ή εγκατάσταση, όπως προκύπτει από το άρθρο 6, παράγραφος 5. Εντούτοις, η διάταξη αυτή αφορά εξαιρετικές περιπτώσεις ή μικρές επιχειρήσεις και δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο που θα καθιστούσε ανενεργείς τις προβλεπόμενες από το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, θεμελιώδεις υποχρεώσεις (βλ. ανωτέρω σημείο 2).
Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι δεν συνάγεται ούτε από το άρθρο 2, στοιχείο γ', της οδηγίας 77/187 ούτε από το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας 75/129 ότι η εκπροσώπηση των εργαζομένων θα μπορούσε να εξαρτάται από την έγκριση του εργοδότη. Μολονότι τα κράτη μέλη μπορούν να αφήνουν στους κοινωνικούς εταίρους την πρόνοια να υλοποιήσουν τους κοινωνικοπολιτικούς στόχους των δύο οδηγιών, αυτό δεν τα απαλλάσσει από τη θεμελιώδη υποχρέωσή τους να διασφαλίζουν ότι όλοι οι εργαζόμενοι τυγχάνουν της παρεχομένης με τις οδηγίες προστασίας σε όλη της την έκταση, οσάκις ο στόχος συτός δεν μπορεί να επιτευχθεί συμβατικώς, δηλαδή με συμφωνία των κοινωνικών εταίρων. Προς τούτο, η Επιτροπή επικαλείται δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου, από τις οποίες η πρώτη είναι της 6ης Ιουλίου 1982 (6) και η δεύτερη της 10ης Ιουλίου 1986 (7) (βλ. κατωτέρω σημεία 12 και 13).
8. Σε αντίθεση προς την Επιτροπή, το Ηνωμένο Βασίλειο φρονεί ότι οι οδηγίες 77/187 και 75/129 ουδόλως θίγουν τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές όσον αφορά την αναγνώριση των συνδικαλιστικών οργανώσεων ή των εκπροσώπων των εργαζομένων. Οι οδηγίες περιορίζονται σε μερική εναρμόνιση σε περιπτώσεις μεταβιβάσεων επιχειρήσεων και ομαδικών απολύσεων αντίστοιχα. Δεν αποσκοπούν στην τροποποίηση των υφισταμένων κανόνων και πρακτικών σε θέματα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων.
Συναφώς, το Ηνωμένο Βασίλειο προβαίνει σε παραλληλισμό με την απόφαση της 11ης Ιουνίου 1985 στην υπόθεση Danmols. Η υπόθεση αυτή αφορούσε, μεταξύ άλλων, την ερμηνεία της εννοίας του "εργαζομένου" κατά την οδηγία 77/187, την οποία επίσης αφορούσε η υπόθεση αυτή. Κατά την απόφαση αυτή, από τις διατάξεις της οδηγίας προκύπτει ότι η τελευταία "αποσκοπεί σε μερική μόνο εναρμόνιση του εν λόγω θέματος (...) Εντούτοις, η οδηγία αυτή δεν αποβλέπει στη θέσπιση ενός ενιαίου επιπέδου προστασίας για το σύνολο της Κοινότητας βάσει κοινών κριτηρίων". Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος "εργαζόμενος" κατά την έννοια της οδηγίας καλύπτει "κάθε πρόσωπο το οποίο προστατεύεται στο σχετικό κράτος μέλος, ως εργαζόμενος, βάσει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας" (8). Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, κατ' αναλογία, η φράση "εκπρόσωποι των εργαζομένων" υπονοεί μόνον τους εκπροσώπους στους οποίους οι εθνικοί κανόνες δικαίου ή πρακτικές απονέμουν τέτοιο ρόλο στα πλαίσια των εργασιακών σχέσεων. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον οι δύο οδηγίες ορίζουν ρητά τον όρο "εκπρόσωποι των εργαζομένων" παραπέμποντας στο δίκαιο ή την πρακτική των κρατών μελών [άρθρα 1, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας 75/129 και 2, στοιχείο γ', της οδηγίας 77/187].
9. Επομένως, ευρισκόμεθα ενώπιον δύο αντιθέτων ερμηνειών του περιεχομένου και της εννοίας του άρθρου 6 της οδηγίας 77/187 και των άρθρων 2 και 3 της οδηγίας 75/129. Κατά την Επιτροπή, οι διατάξεις αυτές εν πάση περιπτώσει επιβάλλουν στους εργοδότες να ενημερώνουν τους εκπροσώπους των εργαζομένων και να προβαίνουν σε διαβουλεύσεις με αυτούς. Εάν οι εκπρόσωποι αυτοί δεν ορίζονται εκουσίως, το κράτος μέλος πρέπει να θεσπίσει αποτελεσματικό σύστημα που θα καθιστά ωστόσο δυνατή την επιλογή τους. Αντιθέτως, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν στους εργοδότες μόνον να ενημερώνουν τους εκπροσώπους των εργαζομένων και να προβαίνουν σε διαβουλεύσεις με αυτούς οσάκις υπάρχουν εκπρόσωποι των εργαζομένων κατ' εφαρμογή των εθνικών κανόνων δικαίου ή πρακτικών.
Προβαίνοντας στις αναγκαίες διευκρινίσεις (βλ. κατωτέρω σημείο 14), συντάσσομαι με την άποψη της Επιτροπής. Βεβαίως, πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου ότι καμιά από τις δύο οδηγίες δεν θέλησε να προβεί σε εναρμόνιση, έστω και μερική, των εθνικών καθεστώτων αναδείξεως των εκπροσώπων των εργαζομένων εντός της επιχειρήσεως. Λόγω του πολιτικά ευαίσθητου χαρακτήρα της προβληματικής αυτής (9), είναι βέβαιον ότι, εάν αυτός ήταν ο σκοπός, θα είχε ρητώς υπογραμμιστεί. Εντούτοις, όπως και η Επιτροπή, φρονώ ότι είναι ασυμβίβαστο με την προστασία των εργαζομένων, όπως αυτή απορρέει από τις οδηγίες ενόψει του σκοπού, της δομής και της διατυπώσεώς τους, να εξαρτάται πλήρως η παρέμβαση των εκπροσώπων των εργαζομένων από την εκούσια αναγνώρισή τους από τον εργοδότη.
10. Kατά τη γνώμη μου, αυτό προκύπτει σαφέστερα από την οδηγία 75/129 συνεπώς, θα εξετάσω καταρχάς τον σκοπό και τη δομή της οδηγίας αυτής. Ο βασικός σκοπός της οδηγίας 75/129 συνίσταται στην εξασφάλιση στους εργαζομένους εντός της Κοινότητας, μέσω κοινών κανόνων με τους οποίους θεσπίζονται νομοθετημένες διαδικασίες διαβουλεύσεων και απολύσεων, ότι οι εκπρόσωποί τους θα μπορούν να εκφράζουν τη γνώμη τους σχετικά με μία κατάσταση, συγκεκριμένα την ομαδική απόλυση, που μπορεί αναμφισβήτητα να χαρακτηριστεί κρίσιμη από την άποψη των ίδιων αυτών εργαζομένων. Σε μια τέτοια κατάσταση, το άρθρο 2, που είναι το μόνο άρθρο του τμήματος ΙΙ της οδηγίας, προβλέπει ότι ο εργοδότης πρέπει να προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων προκειμένου να καταλήξει σε συμφωνία και πρέπει να τους ανακοινώνει κάθε χρήσιμη πληροφορία ώστε να μπορούν να διατυπώσουν εποικοδομητικές προτάσεις. Επιπλέον, το τμήμα ΙΙΙ προβλέπει διαδικασία ομαδικών απολύσεων που έχει σκοπό να προκαλέσει την εμπλοκή και της δημόσιας αρχής στην αναζήτηση αποδεκτής λύσεως για τους εργαζομένους.
Επομένως, από τον σκοπό και τη δομή της οδηγίας προκύπτει σαφώς η πρωταρχική σημασία που η οδηγία αποδίδει στην ενημέρωση και στη διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων στην κρίσιμη για τους τελευταίους κατάσταση της ομαδικής απολύσεως (10). Αυτό προκύπτει επίσης από το γράμμα της οδηγίας. Πλην του προβλεπομένου στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α', περιορισμού του πεδίου εφαρμογής της στις επιχειρήσεις που απασχολούν 20 τουλάχιστον εργαζομένους, η οδηγία δεν περιέχει εξαιρέσεις βάσει των οποίων τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να θίξουν την υποχρέωση ενημερώσεως και διαβουλεύσεως με τους εκπροσώπους των εργαζομένων. Επομένως, όπως διαπίστωσε και το ίδιο το Δικαστήριο, οι διατάξεις της οδηγίας 75/129 "πρέπει να αποτελέσουν τον κορμό μιας κοινής ρυθμίσεως εφαρμοστέας σε όλα τα κράτη μέλη, αφήνοντας πάντως σ' αυτά την ευχέρεια εφαρμογής ή θεσπίσεως διατάξεων περισσότερο ευνοϊκών για τους εργαζομένους" (11).
11. Μολονότι μεταξύ της οδηγίας 75/129 και της οδηγίας 77/187 υπάρχουν πρόδηλες διαφορές ως προς τους σκοπούς, τη δομή και τις χρησιμοποιούμενες εκφράσεις, εντούτοις φαίνεται ότι η οδηγία 77/187 προσδίδει επίσης ιδιαίτερη σημασία στην ενημέρωση των εκπροσώπων των εργαζομένων και στη συνεννόηση με αυτούς σε περίπτωση μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως όπου απασχολούνται. Σε μια τέτοια κατάσταση επίσης, οι εργαζόμενοι πρέπει να τυγχάνουν ιδιαίτερης προστασίας, διότι η κατάσταση αυτή οδηγεί συχνά σε ατομικές ή ομαδικές απολύσεις. Εντούτοις, σε αντίθεση προς την κατάσταση της ομαδικής απολύσεως, η οποία δεν προσφέρεται, η οδηγία 77/187 θεσπίζει πρώτον ουσιαστικούς κανόνες, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 3, 4 και 5 και συγκεντρώνονται στο τμήμα ΙΙ. Οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, στη μη διακύβευση της θέσεώς τους και στη μη αλλαγή του καθεστώτος των εκπροσώπων των εργαζομένων διαρκούσης της θητείας τους. Εντούτοις, αυτό δεν εμποδίζει να υπάρχουν, στο τμήμα ΙΙΙ της οδηγίας, το οποίο περιέχει ένα μόνον άρθρο, ήτοι το προμνησθέν άρθρο 6, κανόνες περί των τυπικών προϋποθέσεων οι οποίοι επιφυλλάσσουν, και αυτοί, σημαντικό ρόλο στην προηγούμενη ενημέρωση και διαβούλευση, με σκοπό να πραγματοποιείται η μεταβίβαση της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως υπό συνθήκες αποδεκτές για τους εργαζομένους.
Από τη διατύπωση της οδηγίας 77/187 αναδύεται επίσης η σημασία που αυτή αποδίδει στην προηγούμενη ενημέρωση των εκπροσώπων των εργαζομένων και στις προηγούμενες διαβουλεύσεις με αυτούς. Βεβαίως, αντιθέτως προς την οδηγία 75/129, επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν, σε ορισμένα σημεία, από την υποχρέωση ενημερώσεως και διαβουλεύσεως. 'Ετσι, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 77/187, τα κράτη μέλη μπορούν να αποκλείουν από την υποχρέωση ενημερώσεως και διαβουλεύσεως τις επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις στις οποίες οι εργαζόμενοι δεν εκπροσωπούνται από συλλογικό όργανο, δηλαδή κυρίως από συμβούλιο επιχειρήσεως. Εξάλλου, το άρθρο 6, παράγραφος 5, τους επιτρέπει να οργανώνουν στις επιχειρήσεις, όπου δεν υπάρχουν καθόλου εκπρόσωποι των εργαζομένων, υποχρεωτική ενημέρωση των ίδιων των εργαζομένων. Το γεγονός ότι αυτές οι δυνατότητες παρεκκλίσεως δεν υπάρχουν στην οδηγία περί ομαδικών απολύσεων δεν αποτελεί ωστόσο ένδειξη σημαντικής διαφοράς ως την παρεχομένη στους εργαζομένους νομική προστασία. Η πρώτη δυνατότητα παρεκκλίσεως μπορεί να συγκριθεί με τον προβλεπόμενο στο άρθρο 1 της οδηγίας 75/129 περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της τελευταίας υπέρ των μικρών επιχειρήσεων ("όσον αφορά τον αριθμό των απασχολουμένων εργαζομένων") (12). Ως προς τη δεύτερη δυνατότητα παρεκκλίσεως, δεν φαίνεται να είναι τίποτε περισσότερο από ειδική εφαρμογή της παρεχομένης με τις δύο οδηγίες στα κράτη μέλη δυνατότητας να προσφέρουν στους εργαζομένους προστασία εκτενέστερη σε σχέση με την προβλεπομένη από την οδηγία (13).
12. Ενόψει των ανωτέρω, δεν μπορώ να συμμερισθώ την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά την οποία μία εθνική ρύθμιση μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με τους βασικούς σκοπούς των εν λόγω δύο οδηγιών εφόσον επιτρέπει, σε θέματα τόσο σημαντικά για τους εργαζομένους όπως οι ομαδικές απολύσεις και οι μεταβιβάσεις επιχειρήσεων, να εξαρτάται πλήρως η ανακοίνωση πληροφοριών στους εκπροσώπους των εργαζομένων και η διαβούλευση με αυτούς από την ελεύθερη απόφαση του μεμονωμένου εργοδότη. 'Οπως τονίζει η Επιτροπή, οι δύο αποφάσεις που παραθέτει στηρίζουν αυτήν την άποψη. Η πρώτη, της 6ης Ιουλίου 1982, αφορούσε την παράβαση από το Ηνωμένο Βασίλειο των υποχρεώσεων που απέρρεαν από την οδηγία 75/117/ΕΟΚ (14), η οποία, όπως είναι γνωστό, αποσκοπεί στην υλοποίηση της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, η οποία διακηρύσσεται με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ. Η οδηγία αυτή υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξαλείψουν κάθε διάκριση λόγω φύλου για την ίδια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η μόνη μέθοδος διαπιστώσεως ότι δύο θέσεις εργασίας ήσαν ίσης αξίας συνίστατο σε σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως, η οποία μπορούσε να γίνει μόνον με την έγκριση του εργοδότη. Συνεπώς, οι εργαζόμενοι στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορούσαν να αποδείξουν ότι η εργασία τους ήταν ίσης αξίας με παρεμφερή εργασία, οσάκις ο εργοδότης τους αντιτίθετο στην εκπόνηση συστήματος κατατάξεως. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάσταση αυτή αντίκειται στην οδηγία 75/117. Στηριζόμενο στον σκοπό και τη γενική οικονομία της οδηγίας, απεφάνθη ότι ο εργαζόμενος που θεωρεί ότι κατέχει θέση ίσης αξίας με άλλη θέση πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επικαλείται τα δικαιώματά του "ενώπιον οργανισμού", οσάκις ο εργοδότης δεν ενέκρινε την εκπόνηση συστήματος επαγγελματικής κατατάξεως, διότι, χωρίς αυτό, δεν θα ήταν δυνατή "η πραγματοποίηση των στόχων της οδηγίας" (15).
Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα ότι θα αναφύονταν πρακτικές δυσκολίες, εάν εγκαταλειπόταν το βρετανικό σύστημα, το οποίο στηρίζεται στην έγκριση του εργοδότη, και εάν το κριτήριο της ίσης αξίας εργασίας έπρεπε να εφαρμοστεί από ένα δικαστήριο:
"Το Δικαστήριο δεν δύναται να δεχθεί αυτή την άποψη. Πράγματι, η εκτέλεση της οδηγίας σημαίνει ότι η εκτίμηση της 'ίσης αξίας' που 'αποδίδεται' σε μία εργασία δύναται να διενεργηθεί παρά τη θέληση του εργοδότη, εν ανάγκη δε στο πλαίσιο μιας κατ' αμφισβήτηση διαδικασίας. Τα κράτη μέλη οφείλουν να απονείμουν σε μία αρχή την αρμοδιότητα που απαιτείται για να κρίνει αν μία εργασία έχει την ίδια αξία με άλλη, αφού ενδεχομένως συγκεντρώσει τις απαιτούμενες πληροφορίες." (16)
Αναμφιβόλως, όπως παρατηρεί το Ηνωμένο Βασίλειο, υπάρχουν ως προς τους στόχους, τη γενική οικονομία και τη διατύπωσή τους, σημαντικές διαφορές μεταξύ της οδηγίας 75/117 και των επίμαχων οδηγιών της παρούσας υποθέσεως είναι επίσης αναμφισβήτητο ότι, στην απόφαση του Δικαστηρίου, η απαίτηση δικαιοδοτικού ελέγχου κατέχει κεντρική θέση. Εντούτοις, η απόφαση αυτή στηρίζεται στο άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, το οποίο, μολονότι επιτρέπει την επιλογή του τύπου και των μέσων, υποχρεώνει κάθε κράτος μέλος "να λάβει στο πλαίσιο της εσωτερικής του έννομης τάξης όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο στόχο" (17). Αλλά και εν προκειμένω, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επιτυγχάνουν πλήρως το σαφές αποτέλεσμα που επιβάλλουν οι οδηγίες * ήτοι την ανακοίνωση στους εκπροσώπους των εργαζομένων πληροφοριών που θεωρούνται ουσιώδεις και τη διαβούλευση με αυτούς * χωρίς το αποτέλεσμα αυτό να μπορεί να εξαρτάται πλήρως από τη βούληση του εργοδότη.
13. Επιβεβαίωση αυτής της θέσεως υπάρχει επίσης στην απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, Επιτροπή κατά Ιταλίας, την οποία παραθέτει η Επιτροπή. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι:
"επιτρέπεται ασφαλώς στα κράτη μέλη να εμπιστευθούν πρωτίστως στους κοινωνικούς εταίρους τη φροντίδα της πραγματοποιήσεως των στόχων κοινωνικής πολιτικής που επιδιώκει ορισμένη οδηγία στον τομέα αυτό. Ωστόσο, η ευχέρεια αυτή δεν τα απαλλάσσει από την υποχρέωση να διασφαλίσουν υπέρ όλων των εργαζομένων της Κοινότητας την προβλεπομένη από την οδηγία προστασία σε όλη της την έκταση. Επομένως, η εγγύηση του κράτους πρέπει να εκδηλώνεται σε όλες τις περιπτώσεις ελλείψεως αποτελεσματικής προστασίας διασφαλιζόμενης κατ' άλλο τρόπο" (18).
Η απόφαση αυτή είναι κατά μείζονα λόγο σημαντική για τις παρούσες υποθέσεις, διότι αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας 77/187, οι οποίες επίσης μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω. Παρά τη διαφορά μεταξύ της φύσεως της παραβάσεως η οποία αποδιδόταν σ' ένα κράτος μέλος (την Ιταλία) και της φύσεως της παραβάσεως η οποία μας ενδιαφέρει εν προκειμένω (19), η αρχή που υπενθύμισε το Δικαστήριο στηρίζεται στον ίδιο κανόνα με την προμνησθείσα απόφαση της 8ης Ιουνίου 1982: καίτοι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να επιλέγουν τον τύπο και τα μέσα μεταφοράς μιας οδηγίας στο εσωτερικό τους δίκαιο * και επομένως μπορούν να αφήνουν πρωτίστως στους κοινωνικούς εταίρους τη φροντίδα για την εφαρμογή της * εντούτοις παραμένουν υπεύθυνα για την επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος.
14. Αυτό μας οδηγεί στο εξής συμπέρασμα. Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, μη προβλέποντας νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις οι οποίες καθιστούν δυνατό να επιτευχθεί πλήρως το προβλεπόμενο από τις οδηγίες 75/129 και 77/187 αποτέλεσμα, ήτοι την ανακοίνωση πληροφοριών στους εκπροσώπους των εργαζομένων και τις διαβουλεύσεις με αυτούς σε περίπτωση ομαδικής απολύσεως ή μεταβιβάσεως επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, υπό την επιφύλαξη περιορισμένων εξαιρέσεων, παρέβη τις κοινοτικές υποχρεώσεις του.
Βεβαίως, ο τρόπος συμμετοχής των εκπροσώπων των εργαζομένων προκειμένου να επιτευχθεί το προδιαγραφόμενο αποτέλεσμα υπάγεται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, όπως προκύπτει επίσης από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 1, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας 75/129 και 2, στοιχείο γ', της οδηγίας 77/187 παραπομπές στη νομοθεσία ή στην πρακτική των κρατών μελών. Επομένως, οι οδηγίες αυτές δεν θίγουν καθόλου τα συστήματα τα οποία στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στη συνεννόηση των κοινωνικών εταίρων. Ωστόσο, στα κράτη μέλη εναπόκειται να λάβουν, σε περίπτωση αποτυχίας του στηριζομένου επί της συναινέσεως καθεστώτος, τα νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα που καθιστούν δυνατή, για την εφαρμογή των οδηγιών, την ανάδειξη των εκπροσώπων των εργαζομένων.
Προφανώς, τέτοιες ρυθμίσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του προδιαγραφομένου με τις οδηγίες αποτελέσματος. Επομένως, είναι βέβαιον ότι δεν υπάρχει υποχρέωση καθιερώσεως γενικού συστήματος εκπροσωπήσεως των εργαζομένων, το πεδίο του οποίου θα επεκτεινόταν πέραν του πεδίου εφαρμογής των οδηγιών. Κατά τη γνώμη μου, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν μάλιστα, όσον αφορά τα θέματα και τις περιπτώσεις που καθορίζουν οι οδηγίες, να αρκούνται στην καθιέρωση συστήματος "ad hoc". Με αυτό εννοώ έναν μηχανισμό που παρέχει στους ενδιαφερομένους εργαζομένους ή στην πλειοψηφία τους το δικαίωμα να ορίζουν εκπροσώπους "ad hoc" στις συγκεκριμένες περιπτώσεις για τις οποίες οι οδηγίες επιβάλλουν ενημέρωση και/ή διαβούλευση (μολονότι ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να δημιουργήσει πολυάριθμες δυσχέρειες εφαρμογής). Συγκεκριμένα, το βασικό σημείο είναι * θέλω να το υπενθυμίσω * να μην καταλείπεται πλήρως η ανάδειξη των εκπροσώπων των εργαζομένων στην ελεύθερη απόφαση ή αναγνώριση από τον εργοδότη.
15. Αν το Δικαστήριο συμφωνεί με την πρόταση αυτή, πρέπει να γίνει δεκτή η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής, τόσο στην υπόθεση C-382/92 όσο και στην υπόθεση C-383/92. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, "το αντικείμενο της προσφυγής κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης καθορίζεται από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία της διατάξεως αυτής" (20) και "στα πλαίσια της διαδικασίας λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει τον ισχυρισμό ότι υπάρχει παράβαση" (21). Επομένως, πρέπει να εξεταστεί πώς η Επιτροπή διατύπωσε την αιτίασή της στις δύο υποθέσεις κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διοικητική διαδικασία. Από το σημείο 2 της αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής προκύπτει ότι η αιτίαση αφορούσε την έλλειψη στη βρετανική νομοθεσία "πάσης νομοθετικής διατάξεως επιτρέπουσας την ανάδειξη εκπροσώπων των εργαζομένων για τη διαπραγμάτευση ή για άλλους σκοπούς, οσάκις η ανάδειξη αυτή δεν πραγματοποιείται εκουσίως στην πράξη". Επομένως, πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για ιδιαίτερα ευρεία διατύπωση, που δείχνει ότι για την Επιτροπή θα ήταν αρκετή πάσα ρύθμιση μη εξαρτώσα πλήρως από την ελεύθερη απόφαση του εργοδότη την παρέμβαση των εκπροσώπων των εργαζομένων, όπως προβλέπεται από τις σχετικές οδηγίες. Επομένως, η αιτίαση πρέπει να γίνει δεκτή.
'Αλλες αιτιάσεις στην υπόθεση C-382/92
Δεύτερη αιτίαση: ο όρος της μεταβιβάσεως της κυριότητας
16. Η αιτίαση αυτή αφορά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187 και ειδικότερα την έννοια της "μεταβιβάσεως" κατά το άρθρο της 1, παράγραφος 1. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, περί της οποίας ουδεμία υπάρχει αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων, η οδηγία έχει εφαρμογή "εφόσον υπάρχει μεταβολή, προκύπτουσα από συμβατική εκποίηση ή συγχώνευση του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχείρησης και που αναλαμβάνει έτσι τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών που εργάζονται στην επιχείρηση, και τούτο ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση ή μη της κυριότητας της επιχείρησης" (22).
17. Παραπέμποντας σε δύο δικαστικές αποφάσεις (23), η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σε υποθέσεις σχετικές με συμβάσεις franchise, με λύση συμβάσεων υπεργολαβίας ή άλλες μεταβιβάσεις διευθυντικών λειτουργιών, η βρετανική νομολογία απαιτούσε ωστόσο μεταβίβαση κυριότητας προκειμένου να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις τoυ Κανονισμού, με τις οποίες μεταφέρθηκε στο βρετανικό δίκαιο η οδηγία 77/187.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αμφισβητεί ότι, ως προς το σημείο αυτό, μεταφέρθηκε εσφαλμένα στο δίκαιό του η οδηγία και υποστηρίζει ότι πάντως η Επιτροπή δεν αποδεικνύει αρκούντως τους ισχυρισμούς της. Κατά το άρθρο του 3, παράγραφος 2, ο Κανονισμός έχει εφαρμογή "οσάκις η μεταβίβαση είναι το αποτέλεσμα πωλήσεως, πάσης άλλης πράξεως ή εφαρμογής του νόμου". Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η βρετανική νομολογία είναι, ως προς το σημείο αυτό, σύμφωνη με τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από απόφαση του House of Lords, με την οποία κρίθηκε ότι οι διατάξεις του Κανονισμού, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου του 3, μπορούν και πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με την ερμηνεία της οδηγίας από το Δικαστήριο (24). H Kυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπενθυμίζει ότι οι αποφάσεις του House of Lords δεσμεύουν τα κατώτερα δικαστήρια.
18. Συμμερίζομαι την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ότι η Επιτροπή δεν αποδεικνύει αρκούντως ότι ως προς το σημείο αυτό δεν μεταφέρθηκε ορθά στο βρετανικό δίκαιο η οδηγία. Για να αποδειχθεί η εσφαλμένη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, δεν αρκεί η αναφορά σε δύο αποφάσεις κατώτερων δικαστηρίων που εφαρμόζουν εσφαλμένα την οδηγία. Συγκεκριμένα, η οικεία εθνική διάταξη, για την οποία το House of Lords έκρινε, κατά το κοινοτικό δίκαιο, ότι πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (25), δεν μου φαίνεται, αυτή καθαυτή, αντίθετη προς την οδηγία. 'Οπως δήλωσε ο πληρεξούσιος της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου απαντώντας σε ερώτηση κατά την προφορική διαδικασία, χωρίς να αντικρουσθεί επ' αυτού από τον εκπρόσωπο της Επιτροπής, η έκφραση "πάσης άλλης πράξεως" που περιέχεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, καθιστά δυνατή την ορθή εφαρμογή της οδηγίας.
Τρίτη αιτίαση: ο επιβαλλόμενος όρος να αναλαμβάνει η επιχείρηση εμπορικούς κινδύνους
19. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του Κανονισμού ορίζει την έννοια της "επιχειρήσεως" ως περλαμβάνουσα "πάσα βιομηχανική ή εμπορική υπόθεση, πλην πάσης επιχειρήσεως ή τμήματος επιχειρήσεως μη εχούσης τον χαρακτήρα επιχειρήσεως αναλαμβάνουσας εμπορικούς κινδύνους". Κατά την Επιτροπή * η οποία, ως προς το σημείο αυτό, δεν αντικρούεται από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου * η έννοια του "εμπορικού κινδύνου" ερμηνεύεται ως επένδυση κεφαλαίου με σκοπό την πραγματοποίηση κερδών και με αποδοχή του κινδύνου ζημιών. Οι επιχειρήσεις μη κερδοσκοπικού σκοπού έχουν ελάχιστες πιθανότητες να θεωρηθούν ότι "αναλαμβάνουν εμπορικούς κινδύνους", ακόμη και οσάκις λειτουργούν από πάσης απόψεως ως "εμπορικές επιχειρήσεις" προσφέροντας αγαθά και υπηρεσίες έναντι αμοιβής. Κατά την Επιτροπή, ο ορισμός αυτός της "επιχειρήσεως" στον Κανονισμό είναι πάρα πολύ στενός, δεδομένου ότι η οδηγία 77/187 έχει εφαρμογή σε όλες τις επιχειρήσεις κερδοσκοπικού και μη χαρακτήρα. Αυτό προκύπτει από την απόφαση της 19ης Μαΐου 1992, Redmond Stichting, η οποία αφορούσε τη μεταβίβαση δραστηριοτήτων ιδρύματος εξ ολοκλήρου χρηματοδοτούμενου από δημόσια κεφάλαια (26).
20. Αμυνόμενη, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι η οδηγία 77/187 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΚ. Η διάταξη αυτή παρέχει τη δυνατότητα στον κοινοτικό νομοθέτη να προβαίνει στην "προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες έχουν άμεση επίπτωση επί της εγκαθιδρύσεως ή της λειτουργίας της κοινής αγοράς". Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187 δεν μπορεί να είναι ευρύτερο από αυτό που επιτρέπει η νομική αυτή βάση. Οι εθνικοί κανόνες όμως περί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων μπορούν να έχουν άμεση επίπτωση επί της εγκαθιδρύσεως ή επί της λειτουργίας της κοινής αγοράς μόνον στον βαθμό που πρόκειται για μεταβιβάσεις επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων επιχειρήσεων που αποτελούν μέρος της οικονομικής δραστηριότητας του μεταβιβάζοντος και/ή του προς ον η μεταβίβαση. Μπορούν να έχουν τέτοια επίπτωση μόνον εάν είτε καθιστούν δυσχερέστερη την εγκατάσταση επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών είτε δημιουργούν άνισους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών. Ως προς το δικαίωμα εγκαταστάσεως των επιχειρήσεων, η Συνθήκη ΕΚ αποκλείει τους οργανισμούς μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Και όσον αφορά την επιταγή περί μη νοθεύσεως του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο στ', της Συνθήκης ΕΟΚ [νυν άρθρο 3, στοιχείο ζ', της Συνθήκης ΕΚ], ο στενός ορισμός της εννοίας της "επιχειρήσεως" θα είναι περισσότερο σύμφωνος με την πρόσφατη απόφαση Poucet και Pistre (27).
21. Με το υπόμνημα της απαντήσεως, η Επιτροπή συμφωνεί με την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ότι, εφόσον νομική βάση της αποτελεί το άρθρο 100 της Συνθήκης, η οδηγία έχει εφαρμογή μόνον επί οικονομικών δραστηριοτήτων. Εντούτοις, εξ αυτού δεν έπεται, εφόσον ασκεί οικονομικές δραστηριότητες, ότι ένα πρόσωπο μη κερδοσκοπικού σκοπού πρέπει να αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η Επιτροπή θεωρεί αδικαιολόγητη την επίκριση της προμνησθείσας αποφάσεως Redmond Stichting από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Συγκεκριμένα, η δραστηριότητα του περι ου ο λόγος στην υπόθεση αυτή ιδρύματος ήταν οικονομικής φύσεως, υπό την έννοια ότι την ίδια δραστηριότητα θα μπορούσε επίσης να ασκεί επιχείρηση κερδοσκοπικού σκοπού εξάλλου, δεν υπήρχε κανένας λόγος να δοθεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σ' έναν τύπο οργανώσεως σε σχέση με άλλο, αποκλείοντάς τον από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η Επιτροπή συμπεραίνει επομένως ότι κατά το κοινοτικό δίκαιο όλες οι επιχειρήσεις * που έχουν ως τέτοιες, εξ ορισμού, οικονομικό χαρακτήρα * υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187 και πρέπει κατά συνέπεια να καλύπτονται από τις εθνικές διατάξεις που τη μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο.
22. Καταρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο τροποποίησε τη νομοθεσία του το 1993. Ο αποκλεισμός "πάσης επιχειρήσεως ή τμήματος επιχειρήσεως μη εχούσης τον χαρακτήρα επιχειρήσεως αναλαμβάνουσας εμπορικούς κινδύνους", που προβλεπόταν στον ορισμό της "επιχειρήσεως" του άρθρου 2, παράγραφος 1, του Κανονισμού καταργήθηκε με την τροποποίηση αυτή (28). Αυτή καθαυτή η τροποποίηση δεν αλλάζει τίποτε ως προς το ζήτημα που μας απασχολεί, εφόσον, κατά πάγια νομολογία, στις διαδικασίες του άρθρου 169, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως είχε κατά τον χρόνο λήξεως της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας (29).
Κατά τη γνώμη μου, αφετηρία πρέπει να είναι το γεγονός ότι δυνάμει της θεμελιώδους διατάξεως του άρθρου 2 η Συνθήκη καλύπτει τις "οικονομικές δραστηριότητες στο σύνολο της Κοινότητας" και ότι η Κοινότητα, προκειμένου να προωθήσει την αρμονική (και εφεξής επίσης ισόρροπη) ανάπτυξη των δραστηριοτήτων αυτών, έχει ως αποστολή την εγκαθίδρυση κοινής αγοράς. Η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου δίδει ευρύ περιεχόμενο στην έννοια των "οικονομικών δραστηριοτήτων". 'Ηδη με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, Dona, αναγνωρίστηκε ότι:
"η παροχή έμμισθης εργασίας ή η παροχή αμειβομένων υπηρεσιών πρέπει να θεωρείται ως οικονομική δραστηριότητα, κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης της Συνθήκης" (30).
Επομένως, μια δραστηριότητα, για να χαρακτηριστεί οικονομική δραστηριότητα, αρκεί να ασκείται έναντι αμοιβής. Από την απόφαση της 30ής Ιουλίου 1986, Lawrie-Blum, προκύπτει συναφώς ότι ο τομέας στα πλαίσια του οποίου ασκείται η δραστηριότητα, και ιδίως το καθεστώς υπό το οποίο ασκείται, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ιδίως ότι:
"Για την εφαρμογή του άρθρου 48, απαιτείται απλώς η δραστηριότητα να έχει το χαρακτήρα αμειβόμενης παροχής εργασίας, οποιοσδήποτε και αν είναι ο τομέας στον οποίο πραγματοποιείται (βλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1974, υπόθεση 36/74, Walrave, Rec. 1974, σ. 1405). Η οικονομική φύση των δραστηριοτήτων αυτών επίσης δεν μπορεί να αποκρουστεί για τον λόγο ότι πραγματοποιούνται υπό καθεστώς δημοσίου δικαίου, δεδομένου ότι, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974 152/73, Sotgiu (Rec. 1974, σ. 153), η φύση του νομικού δεσμού που συνδέει τον εργαζόμενο με τον εργοδότη, είτε πρόκειται δηλαδή για καθεστώς δημοσίου δικαίου είτε για σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, δεν έχει σημασία για την εφαρμογή του άρθρου 48." (31)
23. Με τη νομολογία του σε θέματα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το Δικαστήριο διευκρίνισε το περιεχόμενο του στοιχείου της "αμοιβής" (32). Συναφώς, ανέφερε τα εξής στην απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Humbel:
"Το ουσιώδες χαρακτηριστικό της αμοιβής έγκειται, επομένως, στο γεγονός ότι η αμοιβή αποτελεί την οικονομική αντιπαροχή τής κατά τα ανωτέρω παροχής, αντιπαροχή την οποία, κατά κανόνα, προσδιορίζουν από κοινού ο παρέχων την υπηρεσία και ο αποδέκτης της." (33)
Εξάλλου, η απόφαση Steymann, ιδίως, εμφαίνει ότι το στοιχείο της αμοιβής, υπό την έννοια της οικονομικής αντιπαροχής, δεν προϋποθέτει κατ' ανάγκη την ύπαρξη κερδοσκοπικού σκοπού. Στην υπόθεση αυτή, η οποία αφορούσε ιδίως το ζήτημα σε ποιο βαθμό συγκεκριμένες δραστηριότητες μέλους της κοινότητας Bhagwan έπρεπε να θεωρηθούν οικονομικές δραστηριότητες κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚ, το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:
"Πράγματι, στο μέτρο που οι εργασίες αυτές, οι οποίες τείνουν να διασφαλίσουν την οικονομική ανεξαρτησία της κοινότητας Bhagwan, συνιστούν ουσιώδες στοιχείο της συμμετοχής στην εν λόγω κοινότητα, οι χορηγούμενες από αυτήν παροχές στα μέλη της μπορούν να θεωρηθούν ως έμμεσο αντάλλαγμα των εργασιών τους." (34)
24. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι οικονομικές δραστηριότητες που υπάγονται στη Συνθήκη ΕΚ δεν περιορίζονται σε εκείνες που ασκούνται με σκοπό το κέρδος ή συνεπάγονται την ανάληψη εμπορικού κινδύνου. Αντιθέτως, πρόκειται για κάθε δραστηριότητα που ασκείται, άμεσα ή έμμεσα, έναντι αμοιβής, όρος ο οποίος πρέπει να θεωρείται ότι σημαίνει την οικονομική αντιπαροχή.
Η έννοια της "επιχειρήσεως" κατά την οδηγία 77/187 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων. Ελλείψει ειδικού ορισμού στην ίδια την οδηγία, πάσα επιχείρηση ασκούσα οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚ εμπίπτει στην έννοια αυτή, η οποία ουδόλως περιορίζεται μόνον στις επιχειρήσεις που έχουν κερδοσκοπικό σκοπό (καίτοι η κατάσταση αυτή είναι στην πραγματικότητα η πιο συνηθισμένη). Η ερμηνεία αυτή, η οποία ευθυγραμμίζεται απολύτως με τις αποφάσεις Redmond Stichting (35) και Watson Rask (36), ουδόλως συνιστά παραβίαση της νομικής βάσεως της οδηγίας, εφόσον, όπως προανέφερα, η έννοια της "κοινής αγοράς" καλύπτει, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συνθήκης, το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων εντός της Κοινότητας.
25. Τα επιχειρήματα που η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου νομίζει ότι μπορεί να αντλήσει αντίστοιχα από τα άρθρα 58 και 66 της Συνθήκης ΕΚ και από τη νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα του ανταγωνισμού δεν μεταβάλλουν τίποτε επ' αυτού. Ως προς το πρώτο επιχείρημα, είναι ακριβές ότι το άρθρο 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ αποκλείει από το δικαίωμα εγκαταστάσεως (και, δυνάμει του άρθρου 66, από την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών) τις "εταιρείες που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό". Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εσφαλμένα αντλεί επιχείρημα από αυτό προκειμένου να στηρίξει τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 77/187. Η οδηγία αυτή ουδόλως αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως ή την παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚ, αλλ' αντιθέτως αποτελεί, ακριβώς όπως εξάλλου και η οδηγία 75/129, τμήμα του προγράμματος κοινωνικής δράσεως της Κοινότητας (37).
26. 'Οσον αφορά το επιχείρημα που η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αντλεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου περί του περιεχομένου της εννοίας της επιχειρήσεως στο κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού, και ιδιαίτερα από την προμνησθείσα απόφαση Poucet και Pistre, έχω να παρατηρήσω τα εξής. Με την απόφαση Poucet και Pistre, το Δικαστήριο, κατ' ουσίαν, εφήρμοσε μόνον το κριτήριο της "οικονομικής δραστηριότητας", όπως το περιέγραψα προηγουμένως. Η υπόθεση αφορούσε το ζήτημα αν τα ταμεία υγείας, τη συμμετοχή στα οποία κατέστησε υποχρεωτική η γαλλική νομοθεσία, μπορούσαν να θεωρηθούν επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι:
"(...) τα ταμεία υγείας ή οι οργανισμοί που τα συντρέχουν στη διαχείριση της παρεχόμενης από το κράτος κοινωνικής ασφαλίσεως ασκούν λειτούργημα κοινωνικού, αμιγώς, χαρακτήρα. 'Οντως, η δραστηριότητα αυτή στηρίζεται στην αρχή της εθνικής αλληλεγγύης και στερείται οποιουδήποτε κερδοσκοπικού στόχου. Οι καταβαλλόμενες παροχές είναι παροχές προβλεπόμενες από τον νόμο και ανεξάρτητες του ύψους των εισφορών.
Εξ αυτού έπεται ότι η σχετική δραστηριότητα δεν είναι οικονομική και ότι, ως εκ τούτου, οι επιφορτισμένοι με αυτήν οργανισμοί δεν αποτελούν επιχειρήσεις κατά την έννοια των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης." (38)
Εντούτοις, ουδόλως προκύπτει από την απόφαση αυτή ότι το Δικαστήριο θα χρησιμοποιούσε τον κερδοσκοπικό σκοπό ως αποφασιστικό κριτήριο της εννοίας της "επιχειρήσεως" κατά το δίκαιο περί ανταγωνισμού. Αντιθέτως, με την απόφαση Poucet και Pistre, το Δικαστήριο επιβεβαιώνει ρητά τον ευρύ ορισμό της εννοίας της επιχειρήσεως που ανέπτυξε με την απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, Hoefner και Elser, ήτοι "κάθε φορέας, ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει και τον τρόπο της χρηματοδοτήσεώς του" (39). Αντιθέτως, από την απόφαση προκύπτει ότι τίθενται όρια στην κοινοτική έννοια της "οικονομικής δραστηριότητας". Συγκεκριμένα, δεν υπάγονται στην έννοια αυτή οι δραστηριότητες οργανισμών ή θεσμικών οργάνων που ιδρύει ο νομοθέτης με σκοπό αμιγώς κοινωνικό και των οποίων η λειτουργία στηρίζεται μάλλον στην αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ των μελών και της αναδιανομής των εισοδημάτων (40) παρά στην αρχή της καθορισμένης οικονομικής αντιπαροχής (41).
27. Από τα ανωτέρω, μπορώ να συμπεράνω ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187 όλες οι επιχειρήσεις που ασκούν οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 2 της Συνθήκης ΕΚ και όχι μόνον εκείνες που επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό. Δεδομένου ότι, υπό τη μορφή που είχε πριν από τη νομοθετική μεταρρύθμιση του 1993, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του Κανονισμού περιελάμβανε στην έννοια της "επιχειρήσεως" μόνον τις ανήκουσες στη δεύτερη κατηγορία επιχειρήσεις, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας παρέβη, ως προς το σημείο αυτό, τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής.
Τέταρτη αιτίαση: διαβουλεύσεις με σκοπό την αναζήτηση συμφωνίας για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε περίπτωση μεταβιβάσεως
28. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 77/187 προβλέπει ότι οσάκις ο μεταβιβάζων ή ο προς ον η μεταβίβαση σχεδιάζουν τη λήψη μέτρων για τους αντίστοιχους εργαζομένους τους, υποχρεούνται να προβαίνουν εγκαίρως σε διαβουλεύσεις για τα μέτρα με τους εκπροσώπους των εργαζομένων τους "προς τον σκοπό αναζητήσεως συμφωνίας". Αντιθέτως, στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 10 του Κανονισμού ουδεμία αναφορά γίνεται στον σκοπό να επιτευχθεί συμφωνία.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναγνωρίζει, ως προς το σημείο αυτό, ότι ο Κανονισμός δεν μεταφέρει ορθά στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία και επισημαίνει ότι η σχετική νομοθεσία προσφάτως αναπροσαρμόστηκε. Η Επιτροπή, η οποία, κατά την προφορική διαδικασία, δήλωσε ικανοποιημένη από την τροποποίηση, ζητεί ωστόσο από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την παράβαση. Δεδομένου ότι, κατά πάγια νομολογία, "στο πλαίσιο του συστήματος του άρθρου 169 της Συνθήκης, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια για την άσκηση της προσφυγής λόγω παραβάσεως και δεν απόκειται στο Δικαστήριο να εκτιμά τη σκοπιμότητα της ασκήσεώς της" (42) και ότι, όπως επισήμανα, το ζήτημα της υπάρξεως παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται κατά το χρονικό σημείο της λήξεως της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής ως προς το σημείο αυτό.
Πέμπτη αιτίαση: ανεπάρκεια των κυρώσεων
29. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου:
"οσάκις ένας κοινοτικός κανονισμός δεν προβλέπει ειδική κύρωση για την περίπτωση παραβιάσεως, αλλά παραπέμπει σχετικώς στις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη έχουν διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των κυρώσεων. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν όλα τα μέτρα που απαιτούνται για τη διασφάλιση του περιεχομένου και της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε για παραβιάσεις του κοινοτικού κανονισμού να επιβάλλονται κυρώσεις υπό ουσιαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις ανάλογες με εκείνες που ισχύουν στις περιπτώσεις παρεμφερούς φύσεως και σημασίας παραβιάσεων της εθνικής νομοθεσίας και οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, προσδίδουν στην κύρωση αποτελεσματικότητα, αναλογικότητα και αποτρεπτικότητα" (43).
30. Κατά την Επιτροπή, οι προβλεπόμενες με τον Κανονισμό κυρώσεις σε περίπτωση που ο εργοδότης δεν ενημερώνει τους εκπροσώπους των εργαζομένων ή δεν προβαίνει σε διαβουλεύσεις με αυτούς δεν είναι αρκούντως αποτρεπτικές και αποτελεσματικές. Το άρθρο 11 παρέχει στην ενδιαφερομένη συνδικαλιστική οργάνωση να προσφύγει ενώπιον του Industrial Tribunal, το οποίο μπορεί να υποχρεώσει τον εργοδότη να καταβάλει την ενδεικνυόμενη αποζημίωση. Εντούτοις, η αποζημίωση αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ισόποσο του μισθού δύο εβδομάδων για το σύνολο των εργαζομένων που θίγονται. Εξάλλου, το ύψος της αποζημιώσεως μειώνεται κατά το ποσό που εισπράττεται ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως καθώς και κατά το ποσό που ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει εάν έχει επίσης παραλείψει να διαβουλευθεί με τη συνδικαλιστική οργάνωση σε περίπτωση ομαδικής απολύσεως, όπως απαιτεί το άρθρο 99 του Employment Protection Act.
31. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναγνωρίζει ότι το δεύτερο αυτό στοιχείο, ήτοι ο συμψηφισμός με άλλες αποζημιώσεις, καθιστά την κύρωση μη αρκούντως αποτελεσματική και αποτρεπτική και ότι συνεπώς το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη. Συνεπεία τούτου, προσφάτως η βρετανική νομοθεσία τροποποιήθηκε ως προς το σημείο αυτό. Αντιθέτως, κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το πρώτο στοιχείο, ήτοι ο περιορισμός της αποζημιώσεως στο ισόποσο του μισθού δύο εβδομάδων, δεν είναι, αυτό καθαυτό, ικανό να καταστήσει την κύρωση μη αρκούντως αποτελεσματική και αποτρεπτική. Η ίδια πρόσφατη νομοθετική τροποποίηση αύξησε ωστόσο το ανώτατο όριο στο ισόποσο του μισθού τεσσάρων εβδομάδων. Με την τελευταία αυτή τροποποίηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θέλησε μόνον να εκφράσει τη βούλησή της να συνεργάζεται καλή τη πίστει με την Επιτροπή και όχι να αναγνωρίσει την ύπαρξη προηγουμένης παραβάσεως.
32. Κατά τη γνώμη μου, η αναγνώριση από το Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά τον συμψηφισμό με άλλες αποζημιώσεις αρκεί και παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δεχθεί το αίτημα της Επιτροπής, ήτοι να αναγνωριστεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, "μη προβλέποντας αποτελεσματικές κυρώσεις σε περίπτωση που δεν πραγματοποιήθηκε η ενημέρωση και η διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, όπως επιτάσσει η οδηγία", παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη. Επομένως, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρέβη επίσης την υποχρέωση αυτή, επειδή προέβλεψε κύρωση περιορίζουσα το ύψος της αποζημιώσεως στο ισόποσο του μισθού δύο εβδομάδων (που εν τω μεταξύ αυξήθηκε στο ισόποσο του μισθού τεσσάρων εβδομάδων). Επιθυμώ μόνον να προσθέσω ότι για την αξιολόγηση της κυρώσεως πρέπει να ληφθεί υπόψη η σημασία που έχει η υποχρέωση ενημερώσεως και διαβουλεύσεως στα πλαίσια της οδηγίας 77/187 (βλ. ανωτέρω σημείο 11).
Οι άλλες αιτιάσεις στην υπόθεση C-383/92
Δεύτερη αιτίαση: περιορισμός του πεδίου εφαρμογής
33. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 75/129 ως "ομαδικές απολύσεις" νοούνται, για την εφαρμογή της οδηγίας αυτής, "οι απολύσεις που πραγματοποιούνται από έναν εργοδότη για έναν ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων (...)". Αντιθέτως, τα άρθρα 99 και 100 του Employment Protection Act 1975, τα οποία μεταφέρουν την οδηγία στο δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου, έχουν εφαρμογή μόνον σε περίπτωση απολύσεως εργαζομένων για "οικονομικούς λόγους", πράγμα που, κατά το άρθρο 81 του Employment Protection (Consolidation) Act 1978 (44) αφορά τις περιπτώσεις παύσεως ή μειώσεως της δραστηριότητας ή πτώσεως της ζητήσεως ιδιαίτερου είδους εργασίας.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναγνωρίζει ότι, περιορίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μεταφέρει ορθά την οδηγία στο εσωτερικό του δίκαιο και ήδη προέβη σε νομοθετική τροποποίηση προκειμένου να διορθωθεί η κατάσταση αυτή. Ωστόσο, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την παράβαση και, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του (βλ. ανωτέρω σημείο 22), πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα αυτό.
Τρίτη αιτίαση: σκοπός και αντικείμενο των διαβουλεύσεων
34. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/129 υποχρεώνει τον εργοδότη που σχεδιάζει ομαδικές απολύσεις να προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων "με σκοπό να καταλήξει σε συμφωνία". Η παράγραφος 2 προβλέπει ότι οι διαβουλεύσεις αυτές "αφορούν τουλάχιστον τις δυνατότητες αποφυγής ή μειώσεως των ομαδικών απολύσεων καθώς και τις δυνατότητες αμβλύνσεως των εξ αυτών συνεπειών". Αντιθέτως, το άρθρο 99, παράγραφος 7, του Employment Protection Act υποχρεώνει τον εργοδότη μόνον να διαβουλεύεται με τους συνδικαλιστές εκπροσώπους, να λαμβάνει υπόψη του τις παρατηρήσεις τους, να απαντά σε αυτές και, εάν τις απορρίπτει, να αναφέρει τους λόγους.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναγνωρίζει και αυτό το κενό της νομοθεσίας του, το οποίο επίσης έχει ήδη καλύψει. Η Επιτροπή ζητεί ωστόσο από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την παράβαση, πράγμα που το Δικαστήριο, ενόψει της νομολογίας του, πρέπει να πράξει.
Τέταρτη αιτίαση: ανεπάρκεια των κυρώσεων
35. Κατά την Επιτροπή, οι προβλεπόμενες από τον Employment Protection Act κυρώσεις σε περίπτωση που ο εργοδότης δεν τηρεί τις υποχρεώσεις διαβουλεύσεως και ενημερώσεως δεν είναι αρκούντως αποτελεσματικές και αποτρεπτικές, διότι η αποζημίωση που ενδεχομένως πρέπει να καταβληθεί μειώνεται κατά το ποσό άλλων αποζημιώσεων που οφείλονται δυνάμει της συμβάσεως ή λόγω καταγγελίας της. Η τρίτη αυτή αιτίαση είναι όμοια με το δεύτερο στοιχείο της πέμπτης αιτιάσεως στην υπόθεση C-382/92.
H Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν αμφισβητεί ούτε αυτήν την αιτίαση, η Επιτροπή όμως ζητεί να αναγνωριστεί ωστόσο η παράβαση ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου, το αίτημα αυτό πρέπει να γίνει δεκτό.
Πρόταση
36. Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο, όσον αφορά την υπόθεση C-382/92, να αναγνωρίσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης και από την οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων:
* μη προβλέποντας μέτρα καθιστώντα δυνατή την ανάδειξη εκπροσώπων των εργαζομένων για την εφαρμογή της οδηγίας, οσάκις ο εργοδότης δεν αναγνωρίζει οικειοθελώς τους εκπροσώπους αυτούς (πρώτη αιτίαση)
* αποκλείοντας ορισμένες επιχειρήσεις από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής (τρίτη αιτίαση)
* μη υποχρεώνοντας τον μεταβιβάζοντα και τον προς ον η μεταβίβαση που σχεδιάζουν τη λήψη μέτρων για τους εργαζομένους τους και υποχρεούνται συναφώς να προβαίνουν σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους τους, να το πράττουν με σκοπό την αναζήτηση συμφωνίας (τέταρτη αιτίαση), και
* μη προβλέποντας αρκούντως αποτελεσματικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε περίπτωση που ο εργοδότης δεν ενημερώνει τους εκπροσώπους των εργαζομένων ή δεν διαβουλεύεται με αυτούς υπό τους προβλεπομένους από την οδηγία όρους (πέμπτη αιτίαση).
Προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής κατά τα λοιπά και, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, να αποφανθεί ότι κάθε διάδικος θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
37. 'Οσον αφορά την υπόθεση C-383/92, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης και την οδηγία 75/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις:
* μη λαμβάνοντας μέτρα καθιστώντα δυνατή την ανάδειξη εκπροσώπων των εργαζομένων για την εφαρμογή της οδηγίας, οσάκις ο εργοδότης δεν αναγνωρίζει οικειοθελώς τους εκπροσώπους αυτούς (πρώτη αιτίαση)
* περιορίζοντας το πεδίο της νομοθεσίας που προορίζεται για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο υιοθετώντας στενότερη έννοια της ομαδικής απολύσεως σε σχέση με την προβλεπομένη από την οδηγία (δεύτερη αιτίαση)
* μη υποχρεώνοντας τον εργοδότη που σχεδιάζει την πραγματοποίηση ομαδικών απολύσεων και είναι υποχρεωμένος να διαβουλεύεται με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, να το πράττει με σκοπό να καταλήξει σε συμφωνία, και μη επιβάλλοντας να έχουν οι διαβουλεύσεις ως αντικείμενο τουλάχιστον τα σημεία που μνημονεύονται στην οδηγία (τρίτη αιτίαση), και
* μη προβλέποντας αρκούντως αποτελεσματικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε περίπτωση που ο εργοδότης δεν προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων υπό τους προβλεπομένους από την οδηγία όρους (τέταρτη αιτίαση).
Δεδομένου ότι, στην παρούσα υπόθεση, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας ηττήθη ως προς όλα τα σημεία, προτείνω στο Δικαστήριο να το καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171.
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 44. Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε εν τω μεταξύ με την οδηγία 92/56/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1992 (ΕΕ L 245, σ. 3).
(3) - S.I. 1981, αριθ. 1794.
(4) - 1975, κεφάλαιο 71.
(5) - Κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας 75/129, ο Employment Protection Act 1975 δεν είχε ακόμη εκδοθεί, ενώ ο Industrial Relations Act είχε ήδη καταργηθεί. Εντούτοις, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθ' όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ των κρατών μελών για την οδηγία 75/129 (από το 1972 έως το 1975), είτε ίσχυε σχετική νομοθεσία είτε νομοσχέδια ευρίσκονταν στο στάδιο της προπαρασκευής με σκοπό τη βελτίωση των οικείων μηχανισμών. Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, και για αυτήν την οδηγία, αφετηρία υπήρξε η άποψη ότι σε όλα τα κράτη μέλη υπήρχε μηχανισμός αναδείξεως των εκπροσώπων των εργαζομένων.
(6) - Στην υπόθεση 61/81, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1982, σ. 2601).
(7) - Στην υπόθεση 235/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1986, σ. 2291).
(8) - Υπόθεση 105/84, Συλλογή 1985, σ. 2639, σκέψεις 26 και 28.
(9) - Το γεγονός ότι η προβληματική όσον αφορά την εκπροσώπηση των εργαζομένων στο επίπεδο της επιχειρήσεως αποτελεί πολύ ευαίσθητο κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα, επί του οποίου οι απόψεις των κρατών μελών διαφέρουν, προκύπτει ιδίως από τις δυσκολίες τις οποίες προκάλεσε η συζήτηση των διατάξεων περί συμμετοχής των εργαζομένων της εκκρεμούς από το 1972 προτάσεως πέμπτης οδηγίας για τη δομή των ανωνύμων εταιριών και τις εξουσίες και υποχρεώσεις των οργάνων της (ΕΕ 1972, C 131, σ. 49 για την τροποποιημένη πρόταση βλ. ΕΕ 1983, C 240, σ. 2 βλ. επίσης τη δεύτερη τροποποίηση, ΕΕ 1991, C 7, σ. 4, και την τρίτη, ΕΕ 1991, C 321, σ. 9), καθώς και της προτάσεως κανονισμού περί του καταστατικού της Ευρωπαϊκής Εταιρίας (ΕΕ 1989, C 263, σ. 41 για την τροποποιημένη πρόταση βλ. ΕΕ 1991, C 176, σ. 1) και της προτάσεως οδηγίας του Συμβουλίου που συμπληρώνει το καταστατικό της ΕΕ όσον αφορά τη θέση των εργαζομένων (ΕΕ 1989, C 263, σ. 69 η τροποποιημένη πρόταση περιέχεται στην ΕΕ 1991, C 138, σ. 8). Βλ. επίσης τις συζητήσεις επί προτάσεως οδηγίας για τη σύσταση επιτροπής ευρωπαϊκής επιχείρησης σε κοινοτικής κλίμακας επιχειρήσεις ή ομίλους επιχειρήσεων για την ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων (ΕΕ 1991, C 39, σ. 10 για την τροποποιημένη πρόταση βλ. ΕΕ 1991, C 336, σ. 11).
(10) - Με την απόφασή του της 12ης Φεβρουαρίου 1985 στην υπόθεση 284/83, Nielsen (Συλλογή 1985, σ. 553, σκέψη 10), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η οδηγία 75/129 είχε στόχο οι απολύσεις αυτές να πραγματοποιούνται μετά από διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και μετά από ενημέρωση της αρμόδιας δημόσιας αρχής .
(11) - Απόφαση της 8ης Ιουνίου 1982 στην υπόθεση 91/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1982, σ. 2133, σκέψη 11).
(12) - Το άρθρο 118 Α, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, όπως εισήχθη με την Ενιαία Πράξη, δείχνει επίσης ότι η Κοινότητα, στα πλαίσια της κοινωνικής πολιτικής της, προσπαθεί να αποφεύγει να επιβάλλει στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις υπερβολικά επαχθείς υποχρεώσεις στον τομέα της προστασίας των εργαζομένων. Βλ. επίσης, μολονότι η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στο Ηνωμένο Βασίλειο, το άρθρο 2, παράγραφος 2, της Συμφωνίας που συνάπτεται μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πλην του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας για την κοινωνική πολιτική , το οποίο προσαρτάται στο Πρωτόκολλο σχετικά με την κοινωνική πολιτική , το οποίο, με τη σειρά του, προσαρτάται στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση.
(13) - Oρισμένες πιο πρόσφατες οδηγίες στον τομέα του εργατικού δικαίου περιέχουν υποχρεώσεις ενημερώσεως και διαβουλεύσεως με τους εργαζομένους και/ή τους εκπροσώπους τους : βλ., για παράδειγμα, τα άρθρα 6, 10 και 11 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ L 183, σ. 1) βλ. επίσης την οδηγία 92/56 (ανωτέρω σημείωση 2), η οποία εισάγει στην οδηγία 75/129 το άρθρο 5α περί προσβάσεως στις διοικητικές και/ή δικαστικές διαδικασίες.
(14) - Του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητος των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42).
(15) - Απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, όπ.π. (σημείωση 6), σκέψη 9.
(16) - Απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, όπ.π., σκέψη 13.
(17) - Απόφαση της 10ης Απριλίου 1984 στην υπόθεση 14/83 von Colson και Kamann (Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 15).
(18) - 'Οπ.π. (σημείωση 7), σκέψη 20, όπου γίνεται παραπομπή στην απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 143/83, Επιτροπή κατά Δανίας, (Συλλογή 1985, σ. 427, σκέψη 8), η οποία αφορούσε την οδηγία 75/117, όπ.π., σημείωση 14.
(19) - Η παράβαση συνίστατο στο ότι η Ιταλική Δημοκρατία είχε μεταφέρει στο εσωτερικό της δίκαιο το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, με συλλογικές συμβάσεις που αφορούσαν μόνον συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας (και οι οποίες, λόγω της συμβατικής τους φύσεως, δημιουργούσαν υποχρεώσεις μόνον ως προς τις σχέσεις μεταξύ εργαζομένων μελών της οικείας συνδικαλιστικής οργανώσεως και των εργοδοτών ή επιχειρήσεων που δεσμεύονταν από τις συμβάσεις αυτές) και με νόμο που είχε εφαρμογή μόνον στις επιχειρήσεις που με υπουργική απόφαση κηρύσσονταν σε κατάσταση κρίσεως .
(20) - Απόφαση της 11ης Μαΐου 1989 στην υπόθεση 76/87, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1989, σ. 1021, σκέψη 8).
(21) - Απόφαση της 25ης Μαΐου 1982 στην υπόθεση 96/81, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1982, σ. 1791, σκέψη 6).
(22) - Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1987 στην υπόθεση 287/86, Νy Moelle Kro (Συλλογή 1987, σ. 5465, σκέψη 12) και της 10ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 324/86, Daddy' s Dance Hall (Συλλογή 1988, σ. 739, σκέψη 9).
(23) - Robert Seligman Corp./Baker (1983) ICR 770 Hadden/University of Dundee Students' Association (1985) IRLR 449.
(24) - Lord Oliver στην υπόθεση Lister/Forth Dry Dock Co Ltd (1990) 1 AC 546 (1989) 1 All ER 1134.
(25) - Στην ήδη κατ' επανάληψη μνημονευθείσα απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, Επιτροπή κατά Ιταλίας (όπ.π., σημείωση 7), το Δικαστήριο έκρινε βεβαίως ότι η κρίση ως προς το αν η οδηγία εφαρμόζεται ορθά εξαρτάται από την εφαρμογή στην πράξη (...), ιδίως από τα αρμόδια δικαστήρια των εθνικών διατάξεων οι οποίες, σύμφωνα με το οικείο κράτος μέλος, μεταφέρουν την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο. Επομένως, δεν θέλω να αποκλείσω ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι δικαστικές αποφάσεις. Εντούτοις, εν προκειμένω, υπάρχει δεσμευτική απόφαση του House of Lords, η οποία επιβάλλει στα κατώτερα δικαστήρια ερμηνεία σύμφωνη με την οδηγία. Εξάλλου, ακόμη και αν δεν υπήρχε τέτοια απόφαση, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται, δυνάμει της νομολογίας του Δικαστηρίου, να ερμηνεύουν την εθνική νομοθεσία σύμφωνα με την οδηγία: βλ. ιδίως τις αποφάσεις vοn Colson και Kamann (όπ.π., σημείωση 17), σκέψη 26, και την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-106/89, Marleasing (Συλλογή 1990, σ. Ι-4135, σκέψη 8).
(26) - Υπόθεση C-29/91, Συλλογή 1992, σ. Ι-3189.
(27) - Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1993 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-159/91 και C-160/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-637.
(28) - Η κατάργηση αυτή πραγματοποιήθηκε με το άρθρο 26 του Trade Union Reform and Employment Rights Act 1993.
(29) - Βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-200/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1990, σ. Ι-4299, σκέψη 13) και της 13ης Δεκεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-347/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1990, σ. Ι-4747, σκέψη 40).
(30) - Υπόθεση 13/76, Rec. 1976, σ. 1333, σκέψη 12. Το κείμενο που παρατίθεται είναι απόσπασμα από την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988 στην υπόθεση 196/87, Steymann (Συλλογή 1988, σ. 6159, σκέψη 10), η οποία αναφέρεται ρητά στην απόφαση Dona.
(31) - Υπόθεση 66/85, Συλλογή 1986, σ. 2121, σκέψη 20 (η υπογράμμιση δική μου).
(32) - Είναι λογικό, διότι το άρθρο 60, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ θεωρεί ως υπηρεσίες κατά την έννοια της Συνθήκης μόνον τις παροχές που κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής .
(33) - Υπόθεση 263/86, Συλλογή 1988, σ. 5365, σκέψη 17 προσφάτως επιβεβαιωθείσα με την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1993 στην υπόθεση C- 109/92, Wirth (Συλλογή 1993, σ. Ι-0000, σκέψη 15).
(34) - 'Οπ.π. (σημείωση 30), σκέψη 12.
(35) - 'Οπ.π. (σημείωση 26).
(36) - Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1992 στην υπόθεση C-209/91 (Συλλογή 1992, σ. Ι-5755).
(37) - Η οδηγία εξαγγέλθηκε με το ψήφισμα του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 1974, περί προγράμματος κοινωνικής δράσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 11).
(38) - Σκέψεις 18 και 19.
(39) - Υπόθεση C-41/90, Συλλογή 1991, σ. Ι-1979, σκέψη 21 (η υπογράμμιση δική μου) διατύπωση η οποία επαναλαμβάνεται στη σκέψη 17 της προμνησθείσας αποφάσεως Poucet και Pistre.
(40) - Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. τις σκέψεις 8 έως 15 της προμνησθείσας αποφάσεως Poucet και Pistre.
(41) - Εξάλλου, ανάλογο περιορισμό στην έννοια της οικονομικής δραστηριότητας έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση Humbel (όπ.π. σημείωση 33), με την οποία έκρινε ότι το ουσιώδες χαρακτηριστικό της αμοιβής (και επομένως της παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 60 της Συνθήκης ΕΚ) δεν υφίσταται προκειμένου περί μαθημάτων τα οποία διδάσκονται στο πλαίσιο του εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος, δεδομένου ότι, καθιερώνοντας και διατηρώντας ένα τέτοιο σύστημα, το κράτος εκπληρώνει την αποστολή του στον κοινωνικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό τομέα απέναντι στον πληθυσμό του (σκέψη 18).
(42) - Απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, όπ.π. (σημείωση 29), σκέψη 9.
(43) - Απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1991 στην υπόθεση C-7/90, Vandevenne (Συλλογή 1991, σ. Ι-4371, σκέψη 11).
(44) - 1978, κεφάλαιο 44.
Full & Egal Universal Law Academy