Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο είναι στην πλειοψηφία γυναίκες, επιτάσσει το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ να αμείβονται οι υπερωρίες των εν λόγω εργαζομένων που πραγματοποιούνται πέραν του συμβατικού ωραρίου εργασίας όπως και ο χρόνος εργασίας του εργαζομένου με πλήρες ωράριο πέραν του εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας, όπως αυτό καθορίζεται με συλλογική σύμβαση;
2. Αυτό είναι το κύριο ερώτημα που υποβάλλουν στο Δικαστήριο πέντε γερμανικά δικαστήρια, στο πλαίσιο υποθέσεων οι οποίες ομοιάζουν πολύ, τα γενικά χαρακτηριστικά των οποίων περιγράφω κατωτέρω.
3. Μία υπάλληλος με μειωμένο ωράριο (1) εργάζεται πέραν του καθοριζομένου από τη σύμβαση εργασίας της εβδομαδιαίου ωραρίου. Ο εργοδότης αμείβει αυτή την επιπλέον εργασία όπως και την κανονική εργασία. Η συλλογική σύμβαση προβλέπει ότι οι υπερωρίες πέραν του κανονικού εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας των εργαζομένων με πλήρες ωράριο (ήτοι 38,30 ώρες στην περίπτωση της ΒΑΤ (2)) αμείβονται με βάση τον ωριαίο μισθό αυξημένο κατά 15 έως 25 % (3).
4. Η εργαζομένη ζητεί να υπολογιστεί αυτή η προσαύξηση για όλες τις ώρες που εργάστηκε πέραν του συμβατικού ωραρίου, οι οποίες ωστόσο δεν υπερβαίνουν το κανονικό εβδομαδιαίο ωράριο κατόπιν της αρνήσεως του εργοδότη, προσβάλλει αυτήν την απόφαση, την οποία θεωρεί αντίθετη προς το άρθρο 119 της Συνθήκης και την οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητος των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (4) (στο εξής: οδηγία).
5. Τα αιτούντα δικαστήρια υποβάλλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα τα οποία αφορούν, κατ' ουσία, τα ακόλουθα τρία ζητήματα (5):
1) Εισάγει έμμεση διάκριση, απαγορευομένη από το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και την οδηγία, η συλλογική σύμβαση η οποία προβλέπει την καταβολή προσαυξήσεως για υπερωρίες μόνο σε περίπτωση υπερβάσεως της κανονικής διάρκειας εργασίας, όπως αυτή καθορίζεται για τους εργαζομένους με πλήρες ωράριο, αποκλείοντας έτσι κάθε προσαύξηση για υπερωρίες στους μισθωτούς που εργάζονται με μειωμένο ωράριο * κυρίως γυναίκες * οι οποίοι δεν υπερβαίνουν αυτό το όριο;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, δικαιολογείται η εν λόγω δυσμενής διάκριση από αντικειμενικούς λόγους, ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση με βάση το φύλο, λαμβανομένης υπόψη α') της αυξημένης εργασίας και β') του περιορισμού του ελεύθερου χρόνου που επιβαρύνουν τους εργαζομένους με πλήρες ωράριο;
3) Αν ο εργαζόμενος με μειωμένο ωράριο δικαιούται προσαυξήσεως για κάθε ώρα εργασίας πέραν του συμβατικού χρόνου εργασίας, πώς πρέπει να υπολογίζεται αυτή η προσαύξηση;
6. Έρχομαι στο πρώτο ερώτημα.
7. Επιβάλεται να γίνουν τέσσερις προκαταρκτικές παρατηρήσεις.
8. Πρώτον, οι απόψεις που εκτίθενται κατωτέρω ισχύουν όσον αφορά τόσο το άρθρο 119 της Συνθήκης όσο και το άρθρο 1 της οδηγίας που εκδόθηκε προς εφαρμογή του.
9. Δεύτερον, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και από το άρθρο 4 της οδηγίας προκύπτει ότι η απαγόρευση κάθε διακρίσεως με βάση το φύλο όσον αφορά τις αμοιβές ισχύει για τις συλλογικές συμβάσεις όπως και για τις νομοθετικές και τις κανονιστικές διατάξεις (6).
10. Τρίτον, είναι αναμφισβήτητο ότι οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο είναι στην πλειοψηφία γυναίκες και ότι κάθε δυσμενής διάκριση σε βάρος των εν λόγω εργαζομένων τις ζημιώνει έμμεσα.
11. Τέλος, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι προσαυξήσεις λόγω υπερωριών αποτελούν αμοιβές κατά την έννοια του άρθρου 119, πρώτο εδάφιο, που πρέπει να ερμηνευθεί ευρέως (7).
12. Με το άρθρο αυτό τίθεται η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων για όμοια εργασία . Όπως διευκρινίζεται με το τρίτο εδάφιο του άρθρου αυτού, στοιχείο β', η ισότητα των αμοιβών σημαίνει ότι η αμοιβή, η παρεχομένη για εργασία που πληρώνεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας (8). Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας, η αρχή της ισότητας των αμοιβών (...) συνεπάγεται, για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία, την κατάργηση για το σύνολο των στοιχείων και όρων αμοιβής κάθε διακρίσεως βασιζομένης στο φύλο (9).
13. Η νομολογία του Δικαστηρίου επί των εμμέσων διακρίσεων διαμορφώθηκε ακριβώς στο πλαίσιο υποθέσεων που αφορούσαν ρυθμίσεις ή συμβατικές διατάξεις σχετικά με το μειωμένο ωράριο (10): (...) οσάκις μια δυσμενής κατάσταση, προκύπτουσα από την εφαρμογή κριτηρίων που δεν στηρίζονται στο φύλο, (...) αφορά έναν σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό γυναικών, η κατάσταση αυτή αντιβαίνει προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, εκτός αν αποδεικνύεται ότι αυτή 'δικαιολογείται από λόγους αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο' (11).
14. Έτσι, σε όλες τις σχετικές υποθέσεις, το Δικαστήριο έκρινε κάθε φορά ότι έπρεπε να εξακριβώσει αν υφίσταται άνιση μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων με πλήρες και με μειωμένο ωράριο ή δυσμενής κατάσταση σε βάρος των τελευταίων, πριν από την εξέταση της ενδεχόμενης δικαιολόγησης της καταστάσεως αυτής.
15. Όταν πρόκειται για ίδιες συνθήκες εργασίας, αυτό μπορεί να συμβαίνει στην περίπτωση εργαζομένου με μειωμένο ωράριο, ο οποίος λαμβάνει ωριαία αμοιβή μικρότερη από την καταβαλλόμενη στον εργαζόμενο με πλήρες ωράριο (12).
16. Αυτό μπορεί ακόμα να συμβαίνει στην περίπτωση εργαζομένου που αποκλείεται από το σύστημα συντάξεως επιχειρήσεως (13) ή στερείται του δικαιώματος να συνεχίσει να λαμβάνει μισθό όταν ασθενεί (14) ή του δικαιώματος λήψεως προσωρινής αποζημιώσεως σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας (15).
17. Ακόμα, δυσμενής διάκριση υφίσταται όταν η δοκιμαστική περίοδος για την πρόσβαση σε ανώτερη μισθολογική βαθμίδα είναι διπλάσια για τους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο (16) ή όταν το σύστημα για την αμοιβή της πρακτικής ασκήσεως των τελευταίων, όταν αυτοί είναι μέλη της επιτροπής επιχειρήσεως, είναι δυσμενέστερο σε σχέση με εκείνο των εργαζομένων με πλήρες ωράριο (17).
18. Τέλος, υφίσταται δυσμενής διάκριση όταν ο καταστάς ανίκανος προς εργασία ασφαλισμένος λαμβάνει την ελάχιστη προβλεπόμενη αποζημίωση υπό λιγότερο ευνοϊκούς όρους, με μόνη αιτιολογία ότι εργάζεται με μειωμένο ωράριο (18).
19. Με την απόφαση Bilka (19) το Δικαστήριο έθεσε τον ακόλουθο κανόνα: άνιση μεταχείριση υφίσταται οσάκις η συνολική αμοιβή που καταβάλεται στους εργαζομένους με πλήρες ωράριο είναι υψηλότερη, για ίδιο αριθμό ωρών εργασίας, από την καταβαλλόμενη στους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο.
20. Τι ισχύει στην περίπτωση της συμβατικής διατάξεως κατά την οποία η προσαύξηση για την υπερωριακή εργασία χορηγείται μόνο σε περίπτωση που αυτή υπερβαίνει το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας, όπως αυτό καθορίζεται από τη συλλογική σύμβαση για τους εργαζομένους με πλήρες ωράριο; Τυγχάνουν οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο διαφορετικής μεταχειρίσεως;
21. Παρατηρώ ότι η εν λόγω διάταξη, αυτή καθαυτή, δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις: εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλους τους μισθωτούς, ανεξάρτητα από το αν εργάζονται με πλήρες ή με μειωμένο ωράριο, εφόσον η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας τους υπερβαίνει την καθοριζόμενη με συλλογική σύμβαση.
22. Παρατηρώ επίσης ότι οι εργαζόμενοι τόσο με πλήρες ωράριο όσο και με μειωμένο ωράριο υφίστανται τις ίδιες δεσμεύσεις: καταβάλλουν αυξημένη σωματική προσπάθεια, ο δε ελεύθερος χρόνος τους μειώνεται ως αντιστάθμισμα τους χορηγείται η προβλεπόμενη για τις υπερωρίες προσαύξηση, η οποία παρέχεται υπό τους ίδιους όρους, όποια και αν είναι η προβλεπόμενη από τις κατ' ιδίαν συμβάσεις εργασίας διάρκεια της απασχολήσεως.
23. Επομένως, πρόκειται για κατάσταση στην οποία η ίδια εργασία, η οποία θεωρείται ότι έχει την ίδια αξία, αμείβεται με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από το αν παρέχεται από εργαζόμενο με πλήρες ή με μειωμένο ωράριο (20).
24. Επιπλέον, οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της προσαυξήσεως * το όριο μετά το οποίο οφείλεται αυτή η προσαύξηση * καθορίζονται αντικειμενικά από τη συλλογική σύμβαση και δεν εξαρτώνται από το περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας.
25. Σ' αυτήν ακριβώς τη σκέψη προσκρούει η συλλογιστική των εναγουσών της κύριας δίκης.
26. Ο ισχυρισμός ότι η υπέρβαση της συμβατικώς καθορισθείσας διάρκειας της εργασίας του εργαζομένου με μειωμένο ωράριο πρέπει να οδηγεί κατά κανόνα σε σχετική προσαύξηση σημαίνει ότι ο εργαζόμενος με συμβατικώς καθορισθείσα εβδομαδιαία εργασία πέντε ωρών δικαιούται προσαυξήσεως ήδη από την έκτη ώρα. Εντούτοις, αυτή η τελευταία ώρα αμείβεται χωρίς προσαύξηση όσον αφορά όχι μόνον τους εργαζομένους με πλήρες ωράριο, αλλά και εκείνους τους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο με μεγαλύτερη του πενταώρου συμβατική διάρκεια εργασίας.
27. Αυτός ο ισχυρισμός μού προκαλεί αμηχανία.
28. Η προσαύξηση λόγω υπερωριών θα πρέπει a priori να έχει εφαρμογή σε περιορισμένο βαθμό στην εργασία με μειωμένο ωράριο, καθόσον σκοπός της προσαυξήσεως αυτής είναι να αμειφθεί ο μισθωτός για την πρόσθετη προσπάθεια που καταβάλλει και να στερηθεί από ένα κίνητρο ο εργοδότης που προτίθεται να ζητήσει από το προσωπικό να εργασθεί πέραν του εβδομαδιαίου ωραρίου, όπως αυτό καθορίζεται με συλλογική σύμβαση.
29. Ακόμη, οι ενάγουσες της κύριας δίκης θέλουν να υποκαταστήσουν το σταθερό κριτήριο της οριζόμενης από νόμο ή από συλλογική σύμβαση εβδομαδιαίας εργασίας με ένα μεταβλητό κριτήριο, που διαφέρει ανάλογα με την καθοριζόμενη από την ατομική σύμβαση εργασίας διάρκεια της απασχολήσεως και το οποίο καταλήγει, υπό το πρόσχημα της ανάγκης που υπάρχει να εξαλειφθεί μια υποτιθέμενη ανισότητα, στη δημιουργία μιας πραγματικής ανισότητας, καθόσον, για τον ίδιο χρόνο εργασίας, ορισμένοι εργαζόμενοι θα ελάμβαναν την προσαύξηση, ενώ άλλοι όχι.
30. Στις εν λόγω συλλογικές συμβάσεις ισχύει και για τους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο το ίδιο σύστημα όπως και για τους υπολοίπους, όμως ανάλογα με τον χρόνο εργασίας τους. Πιστεύω ότι αυτό είναι "το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς", κατά την έννοια της αποφάσεως Kowalska (21).
31. Αντιθέτως, υφίσταται άνιση μεταχείριση, με την οποία παρέχεται ένα πλεονέκτημα στους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο που είναι αντιστρόφως ανάλογο προς τη συμβατική διάρκεια του ωραρίου εργασίας τους, σε περίπτωση καταβολής των ως άνω προσαυξήσεων για εργασία πέραν του ωραρίου αυτού.
32. Όπως ορθά παρατηρεί η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η προτεινόμενη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα να αποτρέπει τους εργοδότες να προσλαμβάνουν εργαζομένους με μειωμένο ωράριο, των οποίων η αμοιβή θα ήταν, για ίση διάρκεια εργασίας, μεγαλύτερη για την επιχείριση σε περίπτωση που θα αναγκαζόταν να τους ζητήσει να πραγματοποιήσουν υπερωρίες (22).
33. Από αυτά συμπεραίνω ότι δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 119 της Συνθήκης η προβλεπόμενη από συλλογική σύμβαση εργασίας καταβολή προσαυξήσεως για υπερωρίες μόνον σε περίπτωση υπερβάσεως του κανονικού εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας.
34. Θα εξετάσω, επομένως, το δεύτερο ερώτημα μόνον επικουρικά και για την περίπτωση που το Δικαστήριο δώσει καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
35. Δικαιολογείται από λόγους αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο ο βάσει συλλογικής συμβάσεως αποκλεισμός των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο από κάθε δυνατότητα λήψεως προσαυξήσεως λόγω υπερωριών;
36. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι
Στο εθνικό δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά και να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία, απόκειται να προσδιορίσει αν και σε ποιο βαθμό μια νομοθετική διάταξη που εφαρμόζεται ανεξαρτήτως φύλου του εργαζομένου, πλήττει όμως στην πράξη περισσότερο τις γυναίκες παρά τους άνδρες, δικαιολογείται από λόγους αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο (23).
37. Προς τούτο, το Δικαστήριο συνήγαγε τα ακόλουθα κριτήρια τα οποία μπορεί να λάβει ως βάση το εθνικό δικαστήριο: τα επιλεγόμενα μέσα πρέπει να ανταποκρίνονται σε πραγματική ανάγκη της επιχειρήσεως και να είναι πρόσφορα και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού (24).
38. Με την απόφαση της 1ης Ιουλίου 1986, Rummler (25), το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία δεν απαγορεύει ένα σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως να χρησιμοποιήσει, προκειμένου να καθοριστεί το επίπεδο αμοιβών, το κριτήριο της μυϊκής προσπάθειας ή κοπώσεως ή το κριτήριο του βαθμού του χαρακτήρα μιας εργασίας ως βαριάς, εάν, ενόψει της φύσεως των εργασιών, η προς εκτέλεση εργασία απαιτεί, πράγματι, την καταβολή ορισμένης σωματικής δυνάμεως, υπό την προϋπόθεση ότι, λαμβάνοντας υπόψη και άλλα κριτήρια, επιτυγχάνει το σύστημα αυτό να αποκλείσει, στο σύνολό του, κάθε διάκριση λόγω φύλου (26).
39. Ομοίως, η επιπλέον κόπωση και η μείωση του ελεύθερου χρόνου που προκαλείται από την εργασία πέραν του κανονικού εβδομαδιαίου ωραρίου αποτελούν αντικειμενικούς λόγους οι οποίοι μπορούν να δικαιολογούν τον βάσει συλλογικής συμβάσεως αποκλεισμό της δυνατότητας των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο να λάβουν σχετική αύξηση εφόσον η εκ μέρους τους υπερωριακή απασχόληση δεν υπερβαίνει το προαναφερθέν εβδομαδιαίο ωράριο.
40. Όσον αφορά τον ισχυρισμό σχετικά με τα βάρη ανατροφής των τέκνων τα οποία φέρουν οι ενάγουσες της κύριας δίκης, παρατηρώ τα ακόλουθα.
41. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί, με την απόφαση Bilka, ότι
(...) το άρθρο 119 δεν έχει ως αποτέλεσμα να υποχρεώνει τον εργοδότη να οργανώνει το συνταξιοδοτικό σύστημα επιχειρήσεως, το οποίο προβλέπει για τους υπαλλήλους του, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες δυσχέρειες που συναντούν οι εργαζόμενοι που φέρουν οικογενειακά βάρη για να συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις κτήσεως δικαιώματος επί τέτοιας συντάξεως (27).
42. Στην υπό κρίση υπόθεση, αυτός ο τρόπος υπολογισμού θα είχε ως αποτέλεσμα την ευνοϊκότερη μεταχείριση των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο έναντι των εργαζομένων με πλήρες ωράριο, οι οποίοι ωστόσο έχουν τις ίδιες οικογενειακές υποχρεώσεις.
43. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αυξημένη σωματική προσπάθεια και ο περιορισμός του ελεύθερου χρόνου λόγω των υπερωριών αποτελούν αντικειμενικούς λόγους, που εκτιμώνται από το εθνικό δικαστήριο, οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων με μειωμένο και με πλήρες ωράριο.
44. Κατά συνέπεια, θα προχωρήσω στην εξέταση του τρίτου ερωτήματος ακόμη επικουρικότερα.
45. Αν υποτεθεί ότι οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο δικαιούνται την αύξηση για τις υπερωρίες μόλις η εργασία τους υπερβεί τον προβλεπόμενο από τη σύμβασή τους χρόνο, πώς πρέπει να υπολογίζεται η αύξηση αυτή; Δικαιούνται το σύνολο της συμβατικής προσαυξήσεως που προβλέπεται για τους εργαζομένους με πλήρες ωράριο ή μόνον ένα ποσοστό της;
46. Η σχετική προσαύξηση, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι επιβάλλεται η καταβολή της σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν μπορεί παρά να είναι ανάλογη προς τον χρόνο απασχολήσεως.
47. Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Kowalska, στο πλαίσιο της οποίας μνημονευόταν η απόφαση Ruzius-Wilbrink (28), ότι
(...) σε περίπτωση έμμεσης διάκρισης, που εισάγεται με διάταξη συλλογικής συμβάσεως, τα μέλη της ομάδας που θίγονται από τη διάκριση αυτή πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο και να υπόκεινται στο ίδιο καθεστώς με τους υπόλοιπους εργαζομένους, κατ' αναλογία του χρόνου εργασίας τους (29).
Ο κανόνας αυτός μπορεί να εφαρμόζεται για κάθε εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις διάταξη, ανεξάρτητα από το αν προβλέπεται από νόμο ή από συμβατική ρύθμιση (30).
48. Μια τελευταία παρατήρηση. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 119, κατά τη γνώμη μου δεν θα χρειαστεί να περιορίσει χρονικώς τα αποτελέσματα της αποφάσεώς του.
49. Με τις προτάσεις μου στην προαναφερθείσα απόφαση Nimz εξέφρασα την άποψη ότι η άμεση εφαρμογή [το άμεσο αποτέλεσμα] του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελεί κεκτημένο του κοινοτικού δικαίου από το 1976. Οι κοινωνικοί εταίροι δεν μπορούν, επομένως, να μη λάβουν υπόψη τις απαιτήσεις της διατάξεως αυτής κατά τη διαπραγμάτευση των συλλογικών συμβάσεων (31).
50. Σημειώνω ότι το Δικαστήριο δεν περιόρισε χρονικά τα αποτελέσματα των αποφάσεων Kowalska και Nimz, με τις οποίες εκτίμησε ότι διάταξη συλλογικής συμβάσεως εισήγε έμμεση διάκριση.
51. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί
* ότι δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και προς την οδηγία 75/117/ΕΟK του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητος των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, η προβλεπόμενη από συλλογική σύμβαση εργασίας καταβολή προσαυξήσεων για υπερωρίες μόνον σε περίπτωση υπερβάσεως του κανονικού εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, όπως αυτός προσδιορίζεται από την εν λόγω σύμβαση για τους εργαζομένους με πλήρες ωράριο
* επικουρικά, ότι η αυξημένη σωματική κόπωση και η απώλεια ελευθέρου χρόνου που προκαλείται λόγω των υπερωριών αποτελούν αντικειμενικούς λόγους ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, που μπορούν να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων με πλήρες και με μειωμένο ωράριο η σχετική εκτίμηση εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο
* ακόμη επικουρικότερα, ότι η προσαύξηση για τις υπερωρίες, η οποία χορηγείται στους εργαζομένους με πλήρες ωράριο που απασχολούνται πέραν του συμβατικού εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας και επιπλέον της κανονικής εβδομαδιαίας διάρκειας του χρόνου απασχολήσεως η οποία καθορίζεται με συλλογική σύμβαση εργασίας, πρέπει να είναι ανάλογη προς τη χρονική διάρκεια της υπερωριακής απασχολήσεως.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) - 19,30 ώρες ανά εβδομάδα στην υπόθεση C-399/92, 23,75 ώρες στην υπόθεση C-409/92, 30 ώρες στην υπόθεση C-425/92, χωρίς σχετική μνεία στην υπόθεση C34/93, 3,75 ώρες x 6 ημέρες ανά εβδομάδα στην υπόθεση C-50/93, 21 ώρες ανά εβδομάδα και, στη συνέχεια, 3/4 της κανονικής διάρκειας της εβδομαδιαίας εργασίας στην υπόθεση C-78/93.
(2) - Συλλογική σύμβαση των υπαλλήλων που εργάζονται στον ομοσπονδιακό δημόσιο τομέα (Bundesangestelltentarifvertrag).
(3) - Βλ. τα άρθρα 15, παράγραφος 1, 17, παράγραφος 1, και 35, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, στοιχείο a, της ΒΑΤ που έχει εφαρμογή στις υποθέσεις C-399/92, C-425/92 και C-78/93. Η συλλογική σύμβαση των εργαζομένων σε ιδιωτικά ασφαλιστικά ταμεία ασθενείας (Ersatzkassentarifvertrag) που έχει εφαρμογή στην υπόθεση C-409/92, η συλλογική σύμβαση των εργαζομένων στο ασφαλιστικό ταμείο εργατών ορυχείων (Knappschaftsangestelltentarifvertrag) που έχει εφαρμογή στην υπόθεση C-34/93 και η συλλογική σύμβαση των μισθωτών των επιχειρήσεων βιομηχανικού καθαρισμού (Rahmentarifvertrag fuer die gewerblichen Arbeitnehmer im Gebaeudereinigerhandwerk) που έχει εφαρμογή στην υπόθεση C-50/93 περιλαμβάνουν ανάλογες διατάξεις.
(4) - ΕΕ ειδ.έκδ. 05/002, σ. 42.
(5) - Στις υποθέσεις C-409/92 και C-50/93 υποβάλλεται μόνο το πρώτο ερώτημα. Στις υποθέσεις C-425/92 και C-78/93 υποβάλλονται μόνο τα δύο πρώτα ερωτήματα.
(6) - Βλ. τις αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska (Συλλογή 1990, σ. Ι-2591, σκέψεις 12 και 18), της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-184/89, Nimz (Συλλογή 1991, σ. Ι-297, σκέψη 11), και της 27ης Οκτωβρίου 1993, C-127/92, Enderby (Συλλογή 1993, σ. Ι-5535, σκέψη 21).
(7) - Βλ. τη σκέψη 12 της αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889), και, ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1993, C-173/91, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1993, σ. Ι-673, σκέψη 13).
(8) - Η υπογράμμιση δική μου.
(9) - Η υπογράμμιση δική μου.
(10) - Βλ. Darmon και Huglo: L' egalite de traitement entre les hommes et les femmes dans la jurisprudence de la Cour de justice des Communautes europeennes: un univers en expansion , RTDE, 1992, σ. 1, 14.
(11) - Όπ. π.
(12) - Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1981, 96/80, Jenkins (Συλλογή 1981, σ. 911, σκέψεις 10 επ.).
(13) - Απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka (Συλλογή 1986, σ. 1607, σκέψη 27).
(14) - Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88, Rinner-Kuehn (Συλλογή 1989, σ. 2743, σκέψεις 10 έως 12).
(15) - Προαναφερθείσα (στην υποσημείωση 6) απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, Kowalska, σκέψη 13. Σ' αυτές τις δύο τελευταίες υποθέσεις, η αμφισβητούμενη διάταξη προερχόταν από τη ΒΑΤ.
(16) - Προαναφερθείσα (στην υποσημείωση 6) απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1991, Nimz, σκέψη 12.
(17) - Απόφαση της 4ης Ιουνίου 1992, C-360/90, Boetel (Συλλογή 1992, σ. Ι-3589, σκέψη 17).
(18) - Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1989, C-102/88, Ruzius-Wilbrink (Συλλογή 1989, σ. 4311, σκέψη 13).
(19) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 27. Βλ. επίσης τις προαναφερθείσες αποφάσεις Rinner-Kuehn, σκέψη 10, Kowalska, σκέψη 13, 19 και 20, και Boetel, σκέψεις 16 και 17.
(20) - Βλ. τις σκέψεις 13 και 14 της αποφάσεως της 1ης Ιουλίου 1986, 237/85, Rummler (Συλλογή 1986, σ. 2101). Το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζεται από το παράδειγμα που παραθέτει ο καθηγητής Schueren στο δημοσίευμά του Der Anspruch Teilzeitbeschaeftigter auf UEberstundenzuschlaege , RdA, 1990, σ. 18, 19. Πράγματι, εργασία 48 ωρών κοστίζει περισσότερο στον εργοδότη όταν παρέχεται από εργαζόμενο με πλήρες ωράριο (ο οποίος λαμβάνει προσαύξηση για την υπερωριακή απασχόλησή του) από όσο θα στοίχιζε αν αυτή παρεχόταν από δύο εργαζομένους με μειωμένο ωράριο, κανένας από τους οποίους δεν υπερβαίνει την καθοριζόμενη από τον νόμο εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας. Δεν σημαίνει άραγε αυτό ότι επιτυγχάνεται ο σκοπός της εν λόγω ρυθμίσεως, ο οποίος είναι να καταστήσει ακριβότερες τις υπερωρίες, χωρίς να υπολογίζεται το κίνητρο που δίδεται για την προώθηση της απασχολήσεως με μειωμένο ωράριο;
(21) - Σκέψη 20.
(22) - Σημείο 3.7 των παρατηρήσεών της.
(23) - Προαναφερθείσα απόφαση Rinner-Kuehn, σκέψη 15.
(24) - Προαναφερθείσα απόφαση Bilka, σκέψη 36.
(25) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20.
(26) - Σκέψη 17.
(27) - Σκέψη 43.
(28) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18.
(29) - Σκέψη 19.
(30) - Όπ. π. Βλ. επίσης τις σκέψεις 19 και 20 της προαναφερθείσας αποφάσεως Nimz.
(31) - Σημείο 21 των προτάσεων (Συλλογή 1991, σ. Ι-312). Βλ. επίσης το σημείο 24 των προτάσεών μου στην υπόθεση Kowalska (Συλλογή 1990, σ. Ι-2605).
Full & Egal Universal Law Academy