Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Οι συνεκδικαζόμενες αυτές υποθέσεις αφορούν αιτήσεις του τμήματος οικονομικών υποθέσεων του Gerechtshof te' s Hertogenbosch (στο εξής: Gerechtshof) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το ζήτημα αν ο Nederlandse Winkelsluitingswet (ολλανδικός νόμος περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά) της 23ης Ιουνίου 1976 (1) (στο εξής: Winkelsluitingswet) συμβιβάζεται με τα άρθρα 30 έως 36 και 3, στοιχείο ζ', σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 και 86 της Συνθήκης ΕΚ (2). Τα υποβληθέντα ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο δύο ποινικών δικών που εκκρεμούν ενώπιον του Gerechtshof κατά αντιστοίχως του Tankstation 't Heukske V.O.F. (στο εξής: t' Heukske) και του J. B. E. Boermans.
2. Τα περιστατικά των δύο συνεκδικαζομένων υποθέσεων είναι όμοια και δεν αμφισβητούνται. Το Μάιο του 1991, οι υπάλληλοι των ολλανδικών αρχών διαπίστωσαν ότι δύο καταστήματα, που αποτελούν μέρος των εγκατεστημένων εντός κατοικημένης περιοχής πρατηρίων βενζίνης Heukske και Boermans, ήταν ανοιχτά για το κοινό, χωρίς να έχει αναρτηθεί σε κάθε μία από τις προοριζόμενες για το κοινό εισόδους εγκεκριμένη ειδοποίηση, όπως απαιτείται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του Winkelsluitingswet. Οι εν λόγω υπάλληλοι διαπίστωσαν επίσης ότι ορισμένα "άσχετα προς τον δρόμο" προϊόντα διετίθεντο προς πώληση χωρίς να είναι τοποθετημένα εντός κλειστών ερμαρίων. Σε ένα τουλάχιστον από τα καταστήματα διαπιστώθηκε επιπλέον ότι είδη καπνού δεν πωλούνταν μέσω μηχανημάτων αυτόματης διανομής.
3. Κατά των t' Heukske και Boermans ασκήθηκε ποινική δίωξη οι οποίοι και καταδικάστηκαν με αποφάσεις της 6ης Νοεμβρίου 1991 και της 9ης Μαρτίου 1992 του Economische Politierechter (αγορανομικού δικαστή) του Arrondissementsrechtbank te Roermond και te Maastricht. Οι καταδικασθέντες άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής έφεση ενώπιον του Gerechtshof, προέβαλαν δε, μεταξύ άλλων, ενώπιόν του ότι η ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά που περιέχεται στον Winkelsluitingswet και στις κατ' εφαρμογήν αυτού εκδοθείσες εκτελεστικές αποφάσεις (ιδίως τις αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 1977 και της 13ης Δεκεμβρίου 1988) αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο. Κατόπιν αυτού, το Gerechtshof αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1) Αντιτίθενται οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ, μεταξύ των οποίων τα άρθρα 30 έως 36 καθώς και το άρθρο 86 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, στοιχείο στ', και 5, στο να στηρίζονται σε μια καθ' εαυτή θεμιτή ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες παραμένουν υποχρεωτικώς κλειστά τα καταστήματα, όπως προβλέπεται στο Nederlandse Winkelsluitingswet του 1976, εκτελεστικές διατάξεις, όπως οι προβλεπόμενες στην (τροποποιηθείσα) εκτελεστική απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1977, κατά τις οποίες επιτρέπεται στους εκμεταλλευομένους, μεταξύ άλλων, πρατήρια βενζίνης, καταστήματα εντός σιδηροδρομικών σταθμών και αεροδρομίων, καταστήματα εντός νοσοκομείων και μουσείων να διαθέτουν προς πώληση και να πωλούν είδη καπνιστού, ποτά, εφημερίδες, κασέτες μουσικής και τρόφιμα, ενώ άλλα, μεταξύ των οποίων ειδικά καταστήματα, έχουν προφανώς περισσότερο περιορισμένη δυνατότητα να παραμένουν ανοικτά;
2) 'Εχουν την έννοια οι προαναφερθείσες ή και άλλες διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ ότι αντιτίθενται στην επιβολή ποινών σ' αυτούς που εκμεταλλεύονται πρατήρια βενζίνης κατά μήκος δημοσίας οδού βάσει του προαναφερθέντος Winkelsluitingswet και της προαναφερθείσας εκτελεστικής αποφάσεως, καθόσον έχουν θεσπιστεί βάσει αυτών κανόνες για τα καταστήματα που βρίσκονται σε σταθμούς βενζίνης, όταν οι κανόνες αυτοί:
α) δεν ασκούν επίδραση στις ώρες λειτουργίας των πρατηρίων βενζίνης και αφορούν απλώς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες και τις περιόδους κατά τις οποίες ορισμένα εμπορεύματα μπορούν να πωλούνται εντός αυτών των πρατηρίων βενζίνης
β) κάνουν διάκριση μεταξύ πρατηρίων βενζίνης που βρίσκονται στις εθνικές οδούς και πρατηρίων βενζίνης που βρίσκονται στις άλλες δημόσιες οδούς, υπό την έννοια ότι η πρώτη κατηγορία έχει μεγαλύτερη ευχέρεια να πωλεί καπνό και προϊόντα καπνού απ' ό,τι η δεύτερη κατηγορία;
3) 'Εχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα 2, περίπτωση α' και/ή β', αν μεταξύ των δύο κατηγοριών πρατηρίων βενζίνης, μεταξύ των οποίων γίνεται διάκριση στην περίπτωση β', υφίσταται διαφορά ως προς τη συμβολή για τον σχηματισμό συνήθους εισοδήματος που προέρχεται αντιστοίχως από καύσιμα για κινητήρες και από άλλα προϊόντα, υπό την έννοια ότι η πρώτη κατηγορία εξαρτάται (ουσιωδώς) λιγότερο ως προς τον σχηματισμό του εισοδήματος αυτού από την πώληση άλλων προϊόντων πλην καυσίμων για κινητήρες απ' ό,τι η δεύτερη κατηγορία;
4) 'Εχει σημασία για την απάντηση στα ερωτήματα 2, περίπτωση α', β', και 3, το αν βάσει κρατικής ρυθμίσεως, ενδεχομένως με την παρεμβολή μιας επιτροπής εκπροσώπων εταιριών πετρελαίου, η παροχή αδειών για πρατήρια βενζίνης που βρίσκονται στις εθνικές οδούς πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο που δίνει προτεραιότητα σε εταιρίες πετρελαίου κατέχουσες σχετικά μεγάλο μερίδιο αγοράς;
4. Προκαλεί εντύπωση ότι το Gerechtshof περιγράφει στο πρώτο του προδικαστικό ερώτημα τον Winkelsluitingswet ως "καθαυτή θεμιτή ρύθμιση". Από αυτό θα μπορούσε να συναχθεί ότι το Gerechtshof έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι εθνικές ρυθμίσεις περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν υποχρεωτικώς κλειστά συνάδουν κατ' αρχήν προς το κοινοτικό δίκαιο και θέτει απλώς το ερώτημα αν το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει να επιβάλλονται με στηριζόμενες σε τέτοιες ρυθμίσεις εκτελεστικές διατάξεις βαρύτερες υποχρεώσεις σε ορισμένες κατηγορίες εμπόρων από ό,τι σε άλλες. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι η ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά καθώς και οι στηριζόμενες σ' αυτήν εκτελεστικές διατάξεις πρέπει να εξετασθούν με γνώμονα το κοινοτικό δίκαιο.
Με τα προδικαστικά ερωτήματα τίθενται κατ' ουσίαν δύο ζητήματα. Αφενός μεν, το Gerechtshof ερωτά αν το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως τα άρθρα 30 έως 36 της Συνθήκης ΕΚ, αντιτίθεται σε μια ρύθμιση η οποία προβλέπει τις ώρες κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν υποχρεωτικώς κλειστά και κάνει συναφώς διάκριση μεταξύ διαφόρων κατηγοριών επιχειρηματιών (πρώτο ερώτημα). Στην πραγματικότητα, το ερώτημα αυτό επικεντρώνεται, όπως θα καταδειχθεί κατωτέρω, σε ορισμένο είδος προϊόντων, τα είδη καπνού, των οποίων η διάθεση προς πώληση ως προς μια συγκεκριμένη κατηγορία πρατηρίων βενζίνης περιορίζεται περισσότερο από ό,τι σε σχέση με άλλα πρατήρια βενζίνης (δεύτερο ερώτημα), ενώ αυτή ακριβώς η συγκεκριμένη κατηγορία πρατηρίων βενζίνης εξαρτάται περισσότερο ως προς την αποδοτικότητά τους από την πώληση άλλων προϊόντων εκτός των καυσίμων (τρίτο ερώτημα). Αφετέρου δε, ανακύπτει το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα το άρθρο 36 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, στοιχείο ζ', και 5 της Συνθήκης ΕΚ αντιτίθεται σε μία ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά με την οποία διατηρούνται οι προαναφερθείσες διαφορές, ιδίως όταν η ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά θεωρείται σε συνδυασμό με μια ρύθμιση της διοικήσεως σχετικά με τη χορήγηση αδειών πρατηρίων βενζίνης που θα μπορούσε να συνεπάγεται ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για εταιρίες πετρελαίου με σχετικά μεγάλο μερίδιο αγοράς (τέταρτο ερώτημα).
Θα εξετάσω κατωτέρω χωριστά τα δύο αυτά ερωτήματα, αφού προηγουμένως εκθέσω όσο το δυνατόν ακριβέστερα τις σχετικές εθνικές ρυθμίσεις βάσει των γραπτών παρατηρήσεων που κατέθεσαν τα μέρη της παρούσας διαδικασίας.
1. Περιγραφή των αναφερομένων στα προδικαστικά ερωτήματα εθνικών ρυθμίσεων
1.1. Ο Winkelsluitingswet και οι κατ' εφαρμογήν αυτού εκδοθείσες εκτελεστικές αποφάσεις
5. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του Winkelsluitingswet απαγορεύει το άνοιγμα καταστήματος (3) για το κοινό:
"α. όταν δεν έχει τοποθετηθεί σε καθεμία προοριζόμενη για το κοινό είσοδο του καταστήματος μια εύκολα αντιληπτή από έξω και εγκεκριμένη από τον Δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους ειδοποίηση στην οποία αναγράφονται οι ώρες λειτουργίας,
β. σε χρόνο, που δεν περιλαμβάνεται στις αναφερόμενες ώρες λειτουργίας (...)"
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του Winkelsluitingswet, το οποίο παρατίθεται εδώ όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών (4), προσθέτει εν προκειμένω τα ακόλουθα:
"Επίσης, η ειδοποίηση δεν εγκρίνεται, όταν με τις αναφερόμενες σε αυτήν ώρες λειτουργίας προβλέπεται ότι το οικείο κατάστημα είναι ανοικτό για το κοινό:
α. την Κυριακή
β. τις καθημερινές πριν από τις 5.00'
γ. την Κυριακή μετά τις 17.00'
δ. τις άλλες ημέρες της εβδομάδας μετά τις 18.00'
ε. πλέον των 52 ωρών εβδομαδιαίως."
6. Επομένως, ο Winkelsluitingswet περιορίζει τριπλά τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων στις Κάτω Χώρες: ορίζεται μέγιστο όριο ωρών λειτουργίας εβδομαδιαίως (κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών: κατά μέγιστο όριο 52 ώρες), ορίζονται για κάθε ημέρα της εβδομάδας όρια εντός των οποίων πρέπει να βρίσκονται οι ώρες λειτουργίας (κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών: μεταξύ 5.00' και 18.00' τις καθημερινές, μεταξύ 5.00' και 17.00' το Σάββατο), την δε Κυριακή ορίζεται ότι τα καταστήματα είναι υποχρεωτικώς κλειστά. Παρά τους περιορισμούς αυτούς, ο Winkelsluitingswet αφήνει στους καταστηματάρχες ορισμένη ελευθερία, εφόσον αποφασίζουν πώς θα κατανείμουν το μέγιστο όριο των ωρών λειτουργίας εβδομαδιαίως κατά τις επιτρεπόμενες περιόδους λειτουργίας ανά ημέρα της εβδομάδας. Προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η ελευθερία αυτή να συνεπάγεται τη μη τήρηση των ανωτέρω περιγραφομένων περιορισμών, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α', του Winkelsluitingswet υποχρεώνει τους καταστηματάρχες να θέτουν σε κάθε είσοδο για το κοινό εγκεκριμένη ειδοποίηση για τις ώρες λειτουργίας.
7. Δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν βάσει του Winkelsluitingswet προβλέπουν παρεκκλίσεις από τη γενική ρύθμιση. Δεν πρόκειται εδώ για μια απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1976 (5) που προβλέπει δυνατότητες για ατομικές εξαιρέσεις (6). Η διαδικασία αφορά αντιθέτως την απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1977 "περί εφαρμογής του άρθρου 11 του Winkelsluitingswet 1976". Δυνάμει του εν λόγω άρθρου 11, είναι δυνατό μέσω "πράξεως γενικής ισχύος της διοικήσεως" να παρασχεθεί εξαίρεση από τις διατάξεις περί απαγορεύσεως που έχουν περιληφθεί στον Winkelsluitingswet. Η απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1977, μία πράξη γενικής ισχύος της διοικήσεως κατά την έννοια αυτού του νόμου, παρέχει τέτοιου είδους εξαιρέσεις σε, μεταξύ άλλων, μουσεία, φαρμακεία και καταστήματα που πωλούν εφημερίδες και περιοδικά εντός, π.χ., σταθμών, αερολιμένων ή νοσοκομείων. Δυνάμει του άρθρου 2 της αποφάσεως αυτής, μπορούν κατ' αρχήν επί 24 ώρες ημερησίως να πωλούν μια - με ή χωρίς περιορισμούς - σειρά προϊόντων (7). Προς διευκόλυνση των οδικών μεταφορών παρέχεται επίσης υπό όρους εξαίρεση για τα πρατήρια βενζίνης σύμφωνα με τις κατωτέρω εκτιθέμενες προϋποθέσεις.
8. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως της 6ης Δεκεμβρίου 1977, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1988 (8), ορίζει:
"Οι προβλεπόμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του Wet απαγορεύσεις δεν ισχύουν ως προς καταστήματα εντός πρατηρίου βενζίνης, ευρισκομένου εκτός κατοικημένης περιοχής, όπως καθορίζεται δυνάμει του άρθρου 8 του Wegenverkeerswet (νόμου περί οδικής κυκλοφορίας - Staatsblad 1935, σ. 554), σε αυτοκινητόδρομο ή σε οδό ταχείας κυκλοφορίας κατά την έννοια του κεφαλαίου 2, παράγραφος 10, της Reglement Verkeersregels en Verkeerstekens (κανονιστικής αποφάσεως περί κανόνων οδικής κυκλοφορίας και οδικής σημάνσεως - Staatsblad 1966, σ. 181), όταν στα καταστήματα αυτά δεν διατίθενται προς πώληση ή δεν πωλούνται ή δεν παραδίδονται άλλα είδη εκτός από
a. καύσιμα και προϊόντα λιπάνσεως για οχήματα ή σκάφη
b. προϊόντα για τη χρήση, τον καθαρισμό ή τις άμεσες επισκευές οχημάτων ή σκαφών καθώς και των εξαρτημάτων τους
c. είδη ατομικής καθαριότητας, τρόφιμα άμεσης καταναλώσεως, παγωτά, μη οινοπνευματώδη ποτά καθώς και καπνό και προϊόντα καπνού, εφόσον καταναλίσκονται συνήθως κατά τη διαδρομή." (9)
Δυνάμει αυτής της διατάξεως, πρατήρια βενζίνης που βρίσκονται κατά μήκος αυτοκινητοδρόμου ή οδού ταχείας κυκλοφορίας και εκτός κατοικημένης περιοχής (10) και τα συνδεδεμένα με αυτά καταστήματα μπορούν να είναι ανοικτά την ημέρα και τη νύκτα και να πωλούν ορισμένα "έχοντα σχέση με τον δρόμο" είδη όπως βενζίνη και είδη καπνού. Για τα "άσχετα προς τον δρόμο" είδη εξακολουθεί αντιθέτως να ισχύει η γενική ρύθμιση: τα εν λόγω πρατήρια και καταστήματα μπορούν να πωλούν μόνο στο πλαίσιο ορισμένου αριθμού ωρών λειτουργίας, ο οποίος επιπλέον πρέπει να εμφαίνεται σε κάθε μια από τις εισόδους των καταστημάτων που προορίζονται για το κοινό. Εκτός των εμφαινομένων ωρών λειτουργίας τα εν λόγω άσχετα προς τον δρόμο προϊόντα πρέπει να φυλάσσονται εντός κλειστού ερμαρίου.
9. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως της 6ης Δεκεμβρίου 1977, το οποίο επίσης τροποποιήθηκε με την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1988, περιέχει τη ρύθμιση ως προς όλα τα άλλα πρατήρια βενζίνης. 'Εχει την ίδια ακριβώς διατύπωση όπως η ρύθμιση της παραγράφου 1 με την επιφύλαξη πάντως ότι στο στοιχείο c προβλέπεται ότι τα αναφερόμενα στο στοιχείο αυτό είδη καπνού και προϊόντα καπνού μπορούν να πωλούνται εκτός των κανονικών ωρών λειτουργίας μόνο "μέσω μηχανημάτων αυτόματης διανομής".
Ως αιτιολογία αυτής της - ασφαλώς πολύ περιορισμένης - διακρίσεως μεταξύ πρατηρίων βενζίνης που βρίσκονται εντός και αυτών που βρίσκονται εκτός κατοικημένης περιοχής σε αυτοκινητοδρόμους και οδούς ταχείας κυκλοφορίας αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση επί της αποφάσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1988 ότι η χορήγηση πλήρους εξαιρέσεως σε όλα τα πρατήρια βενζίνης για την πώληση προϊόντων καπνού "θα είχε ως συνέπεια στρεβλώσεις του ανταγωνισμού έναντι του λιανικού εμπορίου καπνού". Στις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο, η Ολλανδική Κυβέρνηση διευκρινίζει αυτό ως εξής:
"Η πώληση καπνού και προϊόντων καπνού εντός πρατηρίων βενζίνης θεωρείται από την κλαδική οργάνωση των καπνοπωλείων που βρίσκονται σε κατοικημένες περιοχές και όχι σε κύριες οδικές αρτηρίες ότι προκαλεί στρέβλωση του ανταγωνισμού. Ο κλάδος δεν είχε πρόβλημα με τη διατήρηση της παλαιάς καταστάσεως (11), δηλαδή τις πωλήσεις μέσω μηχανών αυτόματης διανομής. Τα παράπονα αυτά δεν αφορούσαν τα πρατήρια που βρίσκονται στο δίκτυο των κύριων οδικών αρτηριών. Από αυτό προκύπτει ότι οι πωλήσεις καπνού και προϊόντων καπνού δεν απαγορεύεται σε κανένα συγκεκριμένο πρατήριο βενζίνας αλλά απλώς ρυθμίζονται λεπτομερέστερα οι πωλήσεις αυτές."
1.2. Η ολλανδική νομοθετική ρύθμιση ως προς τη χορήγηση αδειών για την εκμετάλλευση πρατηρίων βενζίνης
10. Οι κάτοχοι αδειών πρατηρίων βενζίνης που βρίσκονται στις εθνικές οδούς (12), ορίζονται από το 1972 από τον Ολλανδό Υπουργό Οικονομικών, αυτό δε κατόπιν προτάσεως της Commissie 'Benzinestations langs Rijkswegen' (επιτροπή πρατηρίων βενζίνης σε εθνικές οδούς)" (13) (14). Μετά τη χορήγηση της άδειας, το δημόσιο συνάπτει με τους κατόχους της άδειας σύμβαση ιδιωτικού δικαίου σχετικά με τη χρησιμοποίηση του ανήκοντος στο δημόσιο γηπέδου στο οποίο θα ανεγερθεί το πρατήριο βενζίνης.
Εκτός από την κάτοχο της άδειας, ο Υπουργός Οικονομικών ορίζει επίσης για κάθε πρατήριο βενζίνης που πρόκειται να λειτουργήσει ένα πρόσωπο το οποίο θα εκμεταλλευθεί αυτοτελώς το πρατήριο. Στη συνέχεια, ο κάτοχος της άδειας και το επιφορτισμένο με την εκμετάλλευση πρόσωπο οφείλουν να συνάψουν μια, όπως αποκαλείται, Standaard Exploitatiecontract (τυποποιημένη σύμβαση εκμεταλλεύσεως) (15), στην οποία ορίζεται ότι ο επιφορτισμένος με την εκμετάλλευση που πωλεί μεγαλύτερη ποσότητα καυσίμων από την προηγουμένως καθορισθείσα οφείλει να καταβάλει αντίστοιχη αποζημίωση στον κάτοχο της άδειας (16). Τα έσοδα από τις πωλήσεις του καταστήματος κατά κανένα τρόπο δεν εμπίπτουν στην Standaard Exploitatiecontract.
11. Από τους "κανόνες περί παραχωρήσεως και εκμεταλλεύσεως πρατηρίων βενζίνης σε εθνικές οδούς", που ισχύουν πριν από τις 26 Ιουνίου 1972 στις Κάτω Χώρες, προκύπτει περαιτέρω ότι κατά τη χορήγηση αδειών πρατηρίων βενζίνης σε εθνικές οδούς πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μερίδια αγοράς των υποψηφίων κατόχων αδείας. Εν προκειμένω, οι παράγραφοι 2 και 5 της εν λόγω ρυθμίσεως ορίζουν, μεταξύ άλλων:
"2. 'Αδεια εκμεταλλεύσεως πρατηρίου βενζίνης σε εθνικές οδούς μπορούν να χορηγηθούν σε εγκατεστημένες στις Κάτω Χώρες εταιρίες πωλήσεως βενζίνης οι οποίες πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- να έχουν μερίδιο στην ολλανδική αγορά βενζίνης (μερίδιο αγοράς) τουλάχιστον 1 %
- να διαθέτουν δίκτυο διανομής επί εθνικού επιπέδου
- να έχουν εξασφαλισμένο σε επαρκή βαθμό τον συνεχή εφοδιασμό με τα αναγκαία προϊόντα.
Κατά τον καθορισμό του μεριδίου αγοράς, η ποσότητα βενζίνης (κοινής ή super) η οποία πωλήθηκε κατά το αμέσως προηγούμενο ημερολογιακό έτος στις Κάτω Χώρες από εταιρία με ίδιο σήμα με το σήμα αυτό μέσω των σημείων πωλήσεως βενζίνης που είναι ελεύθερα προσιτά στο κοινό υπολογίζεται ως ποσοστό της συνολικής ποσότητας βενζίνης η οποία πωλήθηκε κατά το ίδιο αυτό έτος στις Κάτω Χώρες.
5. Ο Υπουργός Οικονομικών αποστέλλει στην Commissie 'Benzinestations langs Rijkswegen' σχετική ειδοποίηση, όταν υφίστανται διαθέσιμοι χώροι εγκαταστάσεως πρατηρίων βενζίνης προς κατανομή. Το καθήκον της Commisie συνίσταται στην παροχή γνώμης προς τον Υπουργό Οικονομικών σχετικά με την κατανομή των διαθέσιμων χώρων εγκαταστάσεως μεταξύ των μετεχουσών εταιριών. Η κατανομή αυτή πραγματοποιείται, λαμβανομένων υπόψη των κανόνων αυτών σύμφωνα με τα κατά το σημείο 2 των κανόνων προσδιοριζόμενα μερίδια αγοράς των μετεχουσών εταιριών. Ο πρόεδρος της Commissie 'Benzinestations langs Rijkswegen' μπορεί να μεσολαβήσει τόσο κατά τον προσδιορισμό των μεριδίων αγοράς των μετεχουσών εταιριών όσο και ως προς την εκτίμηση του αναμενόμενου κύκλου εργασιών των προς κατανομή πρατηρίων βενζίνης" (δικές μου υπογραμμίσεις).
Από το χωρίο αυτό προκύπτει συγχρόνως ότι κατά τον καθορισμό των μεριδίων αγοράς λαμβάνεται υπόψη μόνον η πώληση καυσίμων κινητήρων και όχι η πώληση άλλων προϊόντων τα οποία πωλούνται ενδεχομένως εντός των καταστημάτων.
12. Οι ολλανδικές επαρχίες αποφασίζουν ως προς τη χορήγηση αδειών για πρατήρια βενζίνης που βρίσκονται σε άλλες οδούς εκτός από τις εθνικές. Οι σχέσεις μεταξύ των κατόχων αδείας και των επιφορτισμένων με την εκμετάλλευση των πρατηρίων ρυθμίζονται, ως προς αυτά τα πρατήρια βενζίνης, μέσω συνάψεως συμβάσεων χωρίς παρέμβαση των αρχών.
2. Ως προς το περιεχόμενο των άρθρων 30 έως 36 της Συνθήκης ΕΚ σε σχέση με εθνικές διατάξεις που ρυθμίζουν τις ώρες λειτουργίας καταστημάτων
2.1. Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τα "εφαρμοζόμενα αδιακρίτως" μέτρα πριν από την απόφαση Keck και Mithouard
13. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε στο παρελθόν κατ' επανάληψη ως προς το ζήτημα αν συμβιβάζονται προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ εθνικές διατάξεις που ρυθμίζουν τις ώρες λειτουργίας καταστημάτων. Εν προκειμένω εξετάστηκε ιδίως το άρθρο 47 του βρετανικού "Shops Act 1950", στο οποίο ορίζεται ότι τα καταστήματα πρέπει να παραμένουν κλειστά την Κυριακή για το κοινό. Με την απόφαση B & Q της 23ης Νοεμβρίου 1989 το Δικαστήριο έκρινε:
"Το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι η θεσπιζόμενη με αυτό απαγόρευση δεν αφορά εθνικές διατάξεις οι οποίες απαγορεύουν σε καταστήματα λιανικής πωλήσεως να λειτουργούν την Κυριακή, εφόσον τα περιοριστικά αποτελέσματα που ενδέχεται να συνεπάγονται οι εν λόγω διατάξεις για το κοινοτικό εμπόριο δεν υπερακοντίζουν τα αποτέλεσματα που προσιδιάζουν σε ρυθμίσεις τέτοιου είδους" (δική μου υπογράμμιση) (17). Η απόφαση αυτή ερμηνεύθηκε σε ορισμένα κράτη μέλη κατά διαφορετικό τρόπο, πράγμα που έδωσε αφορμή για την υποβολή νέων προδικαστικών ερωτημάτων. Με τις αποφάσεις του της 16ης Δεκεμβρίου 1992 (18) το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την απόφασή του στην υπόθεση B & Q I, παραλείποντας πάντως το ανωτέρω υπογραμμισθέν χωρίο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να παραλειφθεί το χωρίο αυτό, επειδή διαπίστωσε ότι οι επίμαχες εθνικές ρυθμίσεις περί απαγορεύσεως της λειτουργίας καταστημάτων την Κυριακή δεν έχουν ως σκοπό τον επηρεασμό των ενδοκοινοτικών εμπορικών ρευμάτων και ότι δεν καθιστούσαν δυσχερέστερη την εμπορία προϊόντων από άλλα κράτη μέλη από ό,τι την εμπορία εγχωρίων προϊόντων (19). Το Δικαστήριο συνέχισε, δεχόμενο ότι:
"Εξάλλου (...) το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι εν λόγω νομοθεσίες επιδιώκουν σκοπό θεμιτό από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, οι εθνικές ρυθμίσεις που περιορίζουν τη λειτουργία των καταστημάτων την Κυριακή αποτελούν την έκφραση ορισμένων επιλογών που εξαρτώνται από τις εθνικές ή τοπικές κοινωνικές και πολιτιστικές ιδιομορφίες. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να πραγματοποιήσουν τις επιλογές αυτά, σεβόμενα τις απαιτήσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως την αρχή της αναλογικότητας." (20)
14. Η παρούσα περίπτωση διακρίνεται από τις προαναφερθείσες υποθέσεις από το ότι δεν αφορά υποχρέωση μη λειτουργίας την Κυριακή - οι παραβάσεις εξάλλου για τις οποίες κινήθηκε η ποινική διώξη διαπιστώθηκε ότι διαπράχθηκαν σε μια ημέρα της εβδομάδας - αλλά τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται μια γενική ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά σε ορισμένη κατηγορία επιχειρηματιών.
Εντούτοις, αυτός δεν είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο δεν μπορεί άνευ ετέρου να εφαρμοσθεί εν προκειμένω η προαναφερθείσα νομολογία. Ο λόγος αυτός περιέχεται στην απόφαση Keck και Mithouard της 24ης Νοεμβρίου 1993 (21) με την οποία το Δικαστήριο αναθεώρησε εν μέρει τη νομολογία του σχετικά με την έκταση εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Λόγω της υφισταμένης αβεβαιότητας ως προς τη σημασία της μεταβολής που επήλθε κατ' αυτόν τον τρόπο, θα εξετάσω κατωτέρω λεπτομερέστερα την απόφαση αυτή. Ας μου επιτραπεί πάντως, προκαταρκτικώς, να υπενθυμίσω την προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου.
15. Από της αποφάσεως Dassonville της 11ης Ιουλίου 1974, το Δικαστήριο δεχόταν κατά πάγια νομολογία ότι όχι μόνο τα συνεπαγόμενα αλλά και τα μη συνεπαγόμενα δυσμενή διάκριση εθνικά μέτρα μπορούν να συνιστούν "μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών" κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης. Για να συμβαίνει αυτό πρέπει "να είναι ικανά να εμποδίσουν άμεσα ή έμμεσα, πράγματι ή δυνάμει το ενδοκοινοτικό εμπόριο" (22). Ως εθνικά μέτρα που συνεπάγονται δυσμενή διάκριση νοούνται μέτρα που ισχύουν μόνο για τις εισαγωγές ή τα οποία επιφυλάσσουν διαφορετική μεταχείριση στα εισαγόμενα από ό,τι στα εγχώρια προϊόντα. Αντιθέτως, εθνικά μέτρα που δεν συναπάγονται δυσμενή διάκριση είναι τα μέτρα τα οποία εφαρμόζονται χωρίς διάκριση σε εγχώρια και εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα. Κατωτέρω, αναφέρονται ως "μέτρα εφαρμοζόμενα αδιακρίτως" (23).
Μέτρα που συνεπάγονται δυσμενή διάκριση μπορούν να δικαιολογούνται μόνο βάσει των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ. Μέτρα εφαρμοζόμενα αδιακρίτως μπορούν επίσης να δικαιολογούνται, ελλείψει εναρμονισμένης ευρωπαϊκής νομοθεσίας, από "επιτακτικούς λόγους". Στην απόφαση "Cassis de Dijon" της 20ής Φεβρουαρίου 1979 αυτό εκτίθεται ως εξής:
"Τα εμπόδια στην κυκλοφορία εντός της Κοινότητας, τα οποία προκύπτουν από τις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών περί της διαθέσεως στο εμπόριο των εν λόγω προϊόντων, πρέπει να γίνουν δεκτά στο μέτρο που αυτές οι διατάξεις μπορεί να γίνει δεκτό ότι είναι απαραίτητες για να ικανοποιηθούν επιτακτικές ανάγκες, ιδίως ως προς την αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων, την προστασία της δημοσίας υγείας, την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών." (24)
16. Τα αδιακρίτως εφαρμοζόμενα μέτρα, ως προς τα οποία το Δικαστήριο με την απόφαση Cassis de Didjon και τις πολυάριθμες μεταγενέστερες αποφάσεις (25) που αποτελούν προέκταση αυτής δέχθηκε ότι ισχύει το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ, αφορούν τους όρους παραγωγής ή διανομής στους οποίους, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφασή του Keck και Mithouard, "πρέπει να ανταποκρίνονται τα εμπορεύματα αυτά (όπως αυτοί που αφορούν την ονομασία, τη μορφή, τις διαστάσεις, το βάρος, τη σύνθεση, την παρουσίαση, τη σήμανση, τη συσκευασία τους)" (26). Με άλλα λόγια, οι διατάξεις αυτές, στο εξής "διατάξεις περί προϊόντων", αφορούν τα εσωτερικά και εξωτερικά χαρακτηριστικά του προϊόντος.
Πάντως, στην απόφαση Keck και Mithouard δεν επρόκειτο για μια τέτοια διάταξη περί προϊόντων. Επρόκειτο για μια άλλη κατηγορία μέτρων εφαρμοζομένων αδιακρίτως, ειδικότερα δε για μέτρα που απαγόρευαν ή περιόριζαν μια συγκεκριμένη μέθοδο προωθήσεως των πωλήσεων. Ως προς αυτή την κατηγορία μέτρων και των εξομοιούμενων προς αυτά κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου μέτρων περί απαγορεύσεων ή περιορισμού ορισμένων μορφών διαφημίσεως, το Δικαστήριο έχει δεχθεί από της αποφάσεώς του Oosthoek της 15ης Δεκεμβρίου 1982 - που εκδόθηκε σε σχέση με μια ολλανδική ρύθμιση που απαγόρευε την προσφορά βιβλίων ως δώρων για τους αγοραστές εγκυκλοπαιδιών:
"Νομοθεσία που περιορίζει ή απαγορεύει ορισμένες μορφές διαφημίσεως και ορισμένα μέσα προωθήσεως των πωλήσεων, καίτοι δεν επηρεάζει αμέσως τις εισαγωγές, είναι ικανή να περιορίσει τον όγκο τους διότι επηρεάζει τις δυνατότητες εμπορίας των εισαγομένων προϊόντων. Το γεγονός ότι ένας συγκεκριμένος επιχειρηματίας αναγκάζεται είτε να ακολουθήσει διαφορετικά συστήματα διαφημίσεως ή προωθήσεως των πωλήσεων αναλόγως των συγκεκριμένων κρατών μελών είτε να εγκαταλείψει ένα σύστημα που θεωρεί ιδιαιτέρως αποτελεσματικό, είναι δυνατόν να αποτελέσει εμπόδιο στις εισαγωγές ακόμα και αν η σχετική νομοθεσία εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εθνικά και στα εισαγόμενα προϊόντα." (27)
Με άλλα λόγια, εδώ πρόκειται για εθνικά μέτρα που αφορούν μεθόδους προωθήσεως πωλήσεων και μορφές διαφημίσεως (28).
17. Εκτός από τις δύο αυτές κατηγορίες, δηλαδή τις διατάξεις περί προϊόντων και προωθήσεως των πωλήσεων καθώς και τις διατάξεις περί διαφημίσεων - οι μόνες δύο κατηγορίες στις οποίες αναφέρεται η απόφαση Keck και Mithouard -, στην πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου έχουν εξεταστεί ενόψει της απαγορεύσεως που περιέχεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και πολλές άλλες κατηγορίες εθνικών μέτρων εφαρμοζομένων αδιακρίτως. Πρόκειται ιδίως για μέτρα τα οποία - χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων και χωρίς αυτά να συνιστούν γνήσιες διατάξεις περί προϊόντων - απαγορεύουν πλήρως (29) ή απαγορεύουν χωρίς καταχώριση (30) ή άδεια (31) ή πέραν ορισμένης ποσότητας (32) την πώληση ή εμπορία (33), προϊόντων αφορούν τις τοπικές και χρονικές περιστάσεις υπό τις οποίες πραγματοποιείται η πώληση ή η εμπορία (34), αφορούν την ιδιότητα των εμπλεκομένων στη συναλλαγή μερών που αντιπροσωπεύουν την προσφορά και τη ζήτηση (35) ή το επίπεδο των τιμών (36).
Δεν προτίθεμαι να εξετάσω στο πλαίσιο των προτάσεών μου αυτών την επίπτωση που έχει το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ, μετά την έκδοση της αποφάσεως Κeck και Μithouard, σε καθεμία από αυτές τις (μη πλήρως συνοψισθείσες και όχι επακριβώς οριοθετηθείσες) κατηγορίες εθνικών μέτρων εφαρμοζομένων αδιακρίτως (βλ. όμως κατωτέρω, σημείο 27). Υποθέτω ότι το Δικαστήριο θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό σε μελλοντικές υποθέσεις. Εδώ οφείλω απλώς να εξετάσω την επίδραση που έχει η απόφαση ως προς την κρίση επί των επίδικων στην κύρια δίκη μέτρων, τα οποία συνιστούν ρυθμίσεις που αφορούν τον χρόνο και τον τρόπο πωλήσεων. Παρά ταύτα, νομίζω ότι είναι χρήσιμο να εξεταστεί προηγουμένως σε ένα ευρύτερο πλαίσιο το περιεχόμενο της αποφάσεως Keck και Mithouard και η αιφνίδια μεταβολή που επήλθε με την απόφαση αυτή.
2.2. Το περιεχόμενο της αποφάσεως Keck και Mithouard
18. Στην απόφαση Keck και Mithouard το Δικαστήριο έπρεπε να ερμηνεύσει το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ σε συνάρτηση με έναν γαλλικό νόμο που απαγόρευε τη μεταπώληση σε τιμή κάτω του κόστους. Επομένως, επρόκειτο για νομοθεσία με την οποία απαγορευόταν μια συγκεκριμένη μέθοδος προωθήσεως των πωλήσεων. Στην απόφασή του το Δικαστήριο δεν λέει ότι είχε την πρόθεση να αποδυναμώσει την ερμηνεία που δόθηκε στην έννοια "μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος" με την απόφαση Dassonville, το αντίθετο μάλιστα. Εντούτοις, το Δικαστήριο εφαρμόζει πλήρως την ερμηνεία αυτή μόνο ως προς διατάξεις περί προϊόντων προκειμένου να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσο η ερμηνεία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί έναντι "εθνικών διατάξεων που περιορίζουν ή απαγορεύουν ορισμένες μορφές πωλήσεως". Το Δικαστήριο, αφού υπογράμμισε στη σκέψη 13 της αποφάσεως Keck και Mithouard ότι:
"Βεβαίως μια τέτοια νομοθεσία είναι ικανή να περιορίσει τον όγκο των πωλήσεων και κατά συνέπεια τον όγκο των πωλήσεων προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών εφόσον αφαιρεί από τους επιχειρηματίες τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν μια συγκεκριμένο μέθοδο προωθήσεως των πωλήσεων. Ερωτάται όμως αν το ενδεχόμενο αυτό αρκεί για να προσδώσει στην επίδικη νομοθεσία τον χαρακτήρα μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών."
εκθέτει στη σκέψη 16 της αποφάσεως αυτής ότι:
"Εξάλλου όμως, πρέπει να θεωρηθεί ότι, αντίθετα προς ό,τι έχει κρίνει μέχρι στιγμής το Δικαστήριο, δεν είναι ικανή να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, κατά την έννοια της νομολογίας Dassonville (...) η επί προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών εφαρμογή εθνικών διατάξεων που περιορίζουν ή απαγορεύουν ορισμένες μορφές πωλήσεως, αρκεί οι διατάξεις αυτές να εφαρμόζονται σε (όλους τους επιχειρηματίες) που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος και αρκεί να επηρεάζουν κατά τον ίδιο τρόπο, και νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εθνικών προϊόντων και των προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών." (37) (δική μου υπογράμμιση)
και καταλήγει με τη σκέψη 17 στο συμπέρασμα ότι:
"Πράγματι από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, η εφαρμογή ρυθμίσεων αυτού του είδους στην πώληση προϊόντων προελεύσεως άλλου κράτους μέλους, τα οποία ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές που έχει θεσπίσει το κράτος αυτό, δεν είναι ικανή να παρεμποδίσει την πρόσβασή τους στην αγορά ούτε να τη δυσχεράνει όπως δεν δυσχεραίνει την πρόσβαση στην αγορά των εθνικών προϊόντων. Επομένως, οι ρυθμίσεις αυτού του είδους δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης."
19. Ας μου επιτραπεί εξαρχής να διευκρινίσω ότι η απόφαση αυτή δεν θίγει την αρχή κατά την οποία εθνικά μέτρα που συνεπάγονται δυσμενή διάκριση σε βάρος προϊόντων άλλων κρατών μελών σε σχέση με εγχώρια προϊόντα μπορούν να δικαιολογούνται μόνο βάσει των λόγων που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ. Επίσης, δεν θίγει τον συναγόμενο από την απόφαση Dassonville κανόνα ότι εθνικά μέτρα αδιακρίτως εφαρμοζόμενα που δεν μπορούν να εμποδίσουν άμεσα ή έμμεσα, πράγματι ή δυνάμει το ενδοκοινοτικό εμπόριο ουδόλως εμπίπτουν στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (38). Περαιτέρω, η απόφαση δεν επιφέρει καμία μεταβολή ως προς τις διατάξεις περί προϊόντων που εφαρμόζονται αδιακρίτως σε εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα. Οι διατάξεις αυτές υπάγονται κατ' αρχήν στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ, όπως έχει ερμηνευθεί με τις αποφάσεις Dassonville και Cassis de Dijon εφόσον μπορούν, ελλείψει εναρμονισμένης ευρωπαϊκής ρυθμίσως, να δικαιολογούνται βάσει αναγνωρισμένης από το κοινοτικό δίκαιο "επιτακτικής απαιτήσεως" και είναι ανάλογα, δηλαδή δεν υπερβαίνουν αυτό που είναι αναγκαίο για την τήρηση μιας τέτοιας απαιτήσεως.
Νέο στοιχείο αποτελεί πάντως το ότι εθνικά μέτρα που περιορίζουν ή απαγορεύουν ορισμένες μεθόδους πωλήσεως ή εμπορίας - ή γενικότερα τρόπους πωλήσεως ή εμπορίας (39) - δεν καλύπτονται από την απόφαση Dassonville και επομένως, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμόζονται ως προς όλους τους επιχειρηματίες που αναπτύσσουν δραστηριότητες στο εθνικό έδαφος και υπό την προϋπόθεση ότι τόσο νομικώς όσο και ουσιαστικώς επηρεάζουν κατά τον ίδιο τρόπο την εμπορία εγχωρίων προϊόντων και την εμπορία προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη.
20. Στην απόφασή του Keck και Mithouard το Δικαστήριο δεν διευκρινίζει γιατί διατάξεις περί προϊόντων, αφενός, και ρυθμίσεις οι οποίες, όπως αυτή την οποία αφορούσε η απόφαση αυτή, αναφέρονται σε μία μέθοδο προωθήσεως των πωλήσεων, αφετέρου, εμπίπτουν εφεξής κατά διαφορετικό τρόπο στην καταρχήν απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ. Ενώ οι διατάξεις περί προϊόντων εμπίπτουν, σαν να ήταν αυτονόητο, στην κατ' αρχήν απαγόρευση (της οποίας και πάλι θα μπορούσαν να διαφύγουν κατ' εφαρμογήν ενός "rule of reason"), οι μέθοδοι προωθήσεως των πωλήσεων εμπίπτουν στην απαγόρευση αυτή μόνο όταν προκύπτει ότι δεν ανταποκρίνονται στις δύο προαναφερθείσες προϋποθέσεις. Η διάκριση αυτή μπορεί να συνδυαστεί με τη δοθείσα με τη σκέψη 17 της αποφάσεως ερμηνεία κατά την οποία όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές η εφαρμογή της οικείας εθνικής ρυθμίσως "στην πώληση προϊόντων προελεύσεως άλλου κράτους μέλους, τα οποία ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές που έχει θεσπίσει το κράτος αυτό, δεν είναι ικανή να παρεμποδίσει την πρόσβασή τους στην αγορά ούτε να τη δυσχεράνει όπως δεν δυσχεραίνει την πρόσβαση στην αγορά των εθνικών προϊόντων." (δική μου υπογράμμιση)
Υπό το φως των δεδομένων αυτών αντιλαμβάνομαι τη διάκριση στην οποία προέβη το Δικαστήριο ως εξής: Ενώ οι διατάξεις περί προϊόντων λόγω της φύσεώς τους συνεπάγονται ότι ως προς τα εισαγόμενα προϊόντα "παρεμποδίζουν την πρόσβασή τους στην αγορά και τη δυσχεραίνουν όπως δεν δυσχεραίνουν την πρόσβαση στην αγορά των εθνικών προϊόντων", αυτό δεν ισχύει ως προς εθνικές διατάξεις που αφορούν μεθόδους προωθήσεως των πωλήσεων. Οι διατάξεις περί προϊόντων εμποδίζουν πράγματι από τη φύση τους την πρόσβαση στην αγορά του κράτους μέλους που έχει θεσπίσει τη σχετική ρύθμιση, επειδή συνεπάγονται ότι ένα προϊόν το οποίο νομίμως παράγεται και διατίθεται στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους καταγωγής πρέπει να προσαρμόζεται κατά την εισαγωγή σε άλλο κράτος μέλος προς τις ισχύουσες σ' αυτό διατάξεις περί προϊόντων, οπότε πρέπει, σε αντίθεση προς την μετ' επιτάσεως υπογραμμιζόμενη από της εκδόσεως της αποφάσεως Cassis de Dijon αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των νομοθεσιών, να ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που θέτουν δύο διαφορετικές νομοθεσίες. Συνεπεία των κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργουμένων εξόδων επιβάλλεται στον παραγωγό μία συμπληρωματική επιβάρυνση (40) κατά την εισαγωγή και είναι σχεδόν βέβαιο ότι δυσχεραίνεται η πρόσβαση εισαγομένων προϊόντων στην αγορά, μάλιστα δε, όταν τα έξοδα είναι απαγορευτικής φύσεως, εμποδίζεται. Διαφορετική είναι η κατάσταση ως προς τις ρυθμίσεις που απαγορεύουν ή περιορίζουν μεθόδους προωθήσεως των πωλήσεων: τέτοιου είδους ρυθμίσεις κανονικά δεν συνεπάγονται ότι τα εισαγόμενα προϊόντα που αφορούν πρέπει να προσαρμόζονται ως προς τα εσωτερικά και εξωτερικά τους χαρακτηριστικά προς τις απαιτήσεις που θέτει η νομοθεσία της χώρας εισαγωγής (η υποχρέωση εφαρμογής διαφορετικής από κράτος σε κράτος μέλος μεθόδου πωλήσεως μπορεί προφανώς να προκαλέσει και πρόσθετα έξοδα αλλά πάντως, στην περίπτωση αυτή, ασφαλώς σε μικρότερα έκταση (41)). Ως εκ τούτου, οι διατάξεις αυτές διαφεύγουν κατ' αρχήν, σύμφωνα με τη νέα νομολογία, της απαγορεύσεως του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ.
21. Αν η κατά το μάλλον ή ήττον δυσχερής πρόσβαση των εισαγομένων προϊόντων στην αγορά αποτελεί τον λόγο της διακρίσεως στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την απόφασή του Keck και Mithouard, μεταξύ διατάξεων περί προϊόντων (ως προς τις οποίες κατά κάποιο τρόπο τεκμαίρεται ότι υφίσταται περιορισμένη δυνατότητα προσβάσεως) και μέτρων που αφορούν τις μεθόδους ή τους τρόπους πωλήσεως (ως προς τα οποία δεν υποτίθεται αλλά πρέπει να αποδεικνύεται η ύπαρξη περιορισμένης δυνατότητας προσβάσεως), οι εισαγόμενες με το "εφόσον" προαναφερθείσες (στο σημείο 19) δύο προϋποθέσεις πρέπει να νοούνται βάσει επίσης αυτού του κριτηρίου.
Αυτό σημαίνει, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση - κατά την οποία η οικεία ρύθμιση πρέπει να εφαρμόζεται σε "όλους τους επιχειρηματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος" (42) - ότι η παρατιθέμενη φράση πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι η εθνική ρύθμιση, προκειμένου να μην εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ, δεν πρέπει κατά κανένα τρόπο να εμποδίζει την πρόσβαση στην αγορά του κράτους μέλους που έχει προβεί στη σχετική ρύθμιση επιχειρηματιών από άλλα κράτη μέλη σε μεγαλύτερη έκταση από ό,τι των επιχειρηματιών αυτού του κράτους μέλους. Αντιθέτως, το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ δεν αντιτίθεται σε διαφορετική μεταχείριση κατηγοριών ημεδαπών επιχειρηματιών (π.χ. εισαγωγέων και παραγωγών που είναι εγκατεστημένοι και ασκούν τις δραστηριότητές τους στο κράτος μέλος), (43) υπό την προϋπόθεση πάντως ότι η σχετική ρύθμιση δεν επηρεάζει διαφορετικά το εμπόριο εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων (αυτό αφορά η δεύτερη προϋπόθεση). Η εθνική απαγόρευση πωλήσεων σε τιμή κάτω του κόστους η οποία αποτέλεσε την αφορμή για την έκδοση της αποφάσεως Keck και Mithouard, συνιστούσε εξάλλου μια τέτοια διαφοροποίηση, δεδομένου ότι ίσχυε για μεταπωλητές αλλά όχι για παραγωγούς. Θεωρώ επομένως ότι η απόφαση αυτή έχει την έννοια ότι η εν λόγω απαγόρευση μεταπωλήσεως σε τιμές κάτω του κόστους, παρά το ότι ίσχυε κατά διαφορετικό τρόπο ως προς τους ημεδαπούς μεταπωλητές και παραγωγούς, ανταποκρινόταν στην πρώτη προϋπόθεση, επειδή εφάρμοζε μια διάκριση η οποία ίσχυε για εισαγωγείς και παραγωγούς τόσο του ιδίου κράτους μέλους όσο και άλλων κρατών μελών.
22. Και η δεύτερη επίσης προϋπόθεση - κατά την οποία η εξετασθείσα ρύθμιση "πρέπει να επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο, και νομικώς και πραγματικώς την εμπορία των εθνικών προϊόντων και των προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών" - πρέπει να νοείται βάσει του κριτηρίου της δυνατότητας προσβάσεως στην αγορά. Στην απόφαση διατυπώνονται συναφώς δύο παρατηρήσεις γενικής φύσεως. Πράγματι, στη σκέψη 13 διευκρινίζεται, ότι το γεγονός ότι μια εθνική ρύθμιση μπορεί να περιορίζει τον όγκο των πωλήσεων και, κατά συνέπεια, τον όγκο των πωλήσεων προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών δεν αρκεί για να θεωρηθεί η ρύθμιση αυτή ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών. Εξάλλου, από τη σκέψη 12 της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει εντούτοις σημασία το αν η ρύθμιση έχει ή δεν έχει ως αντικείμενο την κυκλοφορία εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών (44). Με άλλα λόγια, εθνικές ρυθμίσεις που περιορίζουν γενικώς την εμπορία ενός προϊόντος - και επομένως και την εισαγωγή του - δεν μπορούν βάσει αυτού και μόνο του γεγονότος να θεωρηθούν ότι περιορίζουν τη δυνατότητα προσβάσεως εισαγομένων προϊόντων στην αγορά σε μεγαλύτερη έκταση από ό,τι των εγχωρίων προϊόντων. Σχετική ένδειξη περί αυτού μπορεί αντιθέτως να θεωρηθεί ότι αποτελεί το γεγονός ότι η ρύθμιση έχει ως αντικείμενο την κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, με άλλα λόγια τα ρεύματα ή τους διαύλους εισαγωγών ορισμένων προϊόντων.
23. 'Οσον τώρα αφορά την ουσιαστική πλευρά της δεύτερης προϋποθέσεως, ανακύπτει το ζήτημα πότε μια ρύθμιση επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο "νομικώς" και "πραγματικώς" την εμπορία εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων.
Κατά τη γνώμη μου, μία ρύθμιση ασκεί "νομικώς" την ίδια επιρροή, όταν κατά τον σκοπό και το γράμμα της ισχύει ομοίως για τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα - πράγμα που κατ' ουσίαν σημαίνει ότι εφαρμόζεται "αδιακρίτως" - και ότι αυτό συμβαίνει και όταν θεωρείται σε συνδυασμό με άλλες νομοθετικές ρυθμίσεις (45).
Με την προϋπόθεση ότι η ρύθμιση, επίσης, "επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο πραγματικώς την εμπορία των προϊόντων" νοείται αναμφιβόλως ότι η ρύθμιση πράγματι, δηλαδή ως προς τα αποτελέσματά της, δεν μπορεί να συνεπάγεται άνιση μεταχείριση εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων ως προς την πρόσβασή τους στην αγορά. Το ζήτημα είναι εντούτοις πώς πρέπει να εξεταστούν τα αποτελέσματα αυτά. Αποφασιστικής σημασίας είναι τα αποτελέσματα μιας εθνικής ρυθμίσεως σε ατομικές καταστάσεις ("υφίσταται μια κατάσταση κατά την οποία η εθνική ρύθμιση συνεπάγεται άνιση μεταχείριση έναντι των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων ή μπορεί να θεωρηθεί δυνατή μια τέτοια κατάσταση") ή αντιθέτως - σύμφωνα με το παράδειγμα που παρέχει η νομολογία του Δικαστηρίου σε σχέση με την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών (46) καθοριστικά είναι τα συνολικά αποτελέσματα της ρυθμίσεως ("μπορεί η εθνική ρύθμιση, θεωρούμενη συνολικώς, να περιορίσει την πρόσβαση στην αγορά εισαγομένων προϊόντων σε σημαντικότερη έκταση από ό,τι εγχωρίων προϊόντων") (47);
Νομίζω ότι το Δικαστήριο στις υποθέσεις Κeck και Mithouard προτίμησε τη λύση της συνολικής κρίσεως και, επομένως, όχι της κρίσεως επί ατομικών περιπτώσεων (η οποία εξάλλου εναπόκειται κατά το πλείστον στο εθνικό δικαστήριο). Πράγματι, παρόλο που και στις δύο προτάσεις μου επί των υποθέσεων αυτών είχα τονίσει ότι η γαλλική απαγόρευση μεταπωλήσεων σε τιμή κάτω του κόστους θα μπορούσε να εμποδίσει σε ορισμένες περιπτώσεις την πρόσβαση εισαγομένων προϊόντων στη γαλλική αγορά περισσότερο από την πρόσβαση στην αγορά εγχωρίων προϊόντων (48), το Δικαστήριο δέχθηκε ανεπιφύλακτα με την απόφασή του ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ "δεν έχει εφαρμογή στη νομοθεσία κράτους μέλους που απογορεύει γενικώς τη μεταπώληση προϊόντων σε τιμή κάτω του κόστους" (49). Προφανώς το Δικαστήριο σχημάτισε την πεποίθηση ότι μια εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη, θεωρούμενη στο σύνολό της, δεν εμποδίζει την πρόσβαση στην αγορά εισαγομένων προϊόντων περισσότερο από ό,τι των εγχωρίων προϊόντων.
24. Αν το Δικαστήριο επέλεξε πράγματι τη λύση της συνολικής προσεγγίσεως, είναι αναντίρρητο ότι κατ' αυτόν τον τρόπο παρεξέκλινε μέχρις ορισμένου σημείου από τη διατύπωση της αποφάσεως Dassonville (η οποία εντούτοις στη σκέψη 11 της αποφάσεως εξακολουθεί να λαμβάνεται ως θεμελιώδες έρεισμα και στη σκέψη 16 υπογραμμίζεται και πάλι μετ' επιτάσεως). Πράγματι, δεν μπορεί πλέον, τουλάχιστον όσον αφορά "εθνικές διατάξεις που περιορίζουν ή απαγορεύουν ορισμένες μορφές πωλήσεως", να τεκμαίρεται ότι κάθε εθνικό μέτρο που μπορεί να περιορίσει άμεσα ή έμμεσα, πράγματι ή δυνάμει το ενδοκοινοτικό εμπόριο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ (50).
Ανακύπτει τότε το ζήτημα κατά πόσον το Δικαστήριο με την απόφαση Keck και Mithouard παρεξέκλινε, ως προς άλλες διατάξεις πλην των περί προϊόντων από το κριτήριο της αποφάσεως Dassonville, ειδικότερα δε αν το Δικαστήριο θέλησε να περιορίσει την απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ σε μία (εν ευρεία εννοία) απαγόρευση των διακρίσεων (51). Στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να δοθεί απάντηση με βεβαιότητα: αφενός μεν, το Δικαστήριο αναφέρεται δύο φορές στη διατύπωση της αποφάσεως Dassonville, αφετέρου δε, όπως φαίνεται, το Δικαστήριο την εξομοιώνει εντούτοις, όσον αφορά το εθνικό μέτρο που αφορούσε η απόφαση αυτή, με απαγόρευση των διακρίσεων ratione personae (όσον αφορά την ιδιότητα των επιχειρηματιών) ή ratione materiae (όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων). Προφανώς, το ζήτημα αυτό δεν έχει πολύ μεγάλη σημασία, δεδομένου ότι - καθόσον μπορώ να λάβω υπόψη μου τη νομολογία - τόσο ως προς τις διατάξεις περί προϊόντων που εφαρμόζονται "αδιακρίτως" όσο και ως προς παρόμοιες διατάξεις που δεν αφορούν προϊόντα τα πλείστα - αν μη όλα - τα μέτρα που απαντούν στη νομολογία του Δικαστηρίου συνιστούσαν κάποια μορφή "εν τοις πράγμασι διακρίσεως", τουλάχιστον όταν εδώ νοούνται μη συμπληρωματικές επιβαρύνσεις από τις οποίες πλήττονταν με το εξετασθέν μέτρο κατά την εισαγωγή προϊόντα καταγωγής άλλων κρατών μελών (52). Εντούτοις, δεν μπορεί εκ των προτέρων να αποκλεισθεί ότι ορισμένες ρυθμίσεις, αν και δεν συνιστούν δυσμενή διάκριση κατά την προαναφερθείσα ευρεία έννοια της λέξεως, εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να εμποδίσουν, γενικώς θεωρούμενες, κατά άλλο τρόπο από ό,τι, πράγματι ή δυνάμει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών (53). Χάριν πλήρους σαφηνείας (54) θα εξετάσω στη συνέχεια και το ζήτημα αν η επίμαχη εθνική γενική ρύθμιση, πάντοτε θεωρούμενη στο σύνολό της, συνεπάγεται νομικώς ή πραγματικώς δυσμενή διάκριση ή αν εμποδίζει κατ' άλλο τρόπο το ενδοκοινοτικό εμπόριο (55).
2.3. Δυνατότητα εφαρμογής της αποφάσεως Keck και Mithouard στις εφαρμοζόμενες αδιακρίτως ρυθμίσεις περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν υποχρεωτικώς κλειστά (και σε άλλες εφαρμοζόμενες αδιακρίτως εθνικές ρυθμίσεις)
25. Βάσει του κατά τα ανωτέρω περιεχομένου της αποφάσεως Keck και Mithouard μπορεί τώρα να εξεταστεί αν και άλλες εθνικές ρυθμίσεις εκτός από τα μέτρα που αφορούν τις μεθόδους προωθήσεως των πωλήσεων εμπίπτουν στους νέους κανόνες που διατυπώνονται με την απόφαση. Εντούτοις, το ζήτημα αυτό είχε λυθεί ως προς τις ρυθμίσεις που αφορούν διάφορα είδη διαφημίσεως: με την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1993 στην υπόθεση Huenermund επαναλαμβάνει πράγματι το Δικαστήριο, mutatis mutandis, τις ανωτέρω (σημείο 18) παρατιθέμενες σκέψεις 13 και 16 καθώς και 17 της αποφάσεως Keck και Mithouard αναφορικά με μία ρύθμιση την οποία περιγράφει ως εξής:
"Στη συνέχεια πρέπει να γίνει δεκτό ότι ένας κανόνας δεοντολογίας, που έχει τεθεί από ένα εμπορικό επιμελητήριο, ο οποίος απαγορεύει στους φαρμακοποιούς να διαφημίζουν, εκτός του φαρμακείου, τα φαρμακευτικά προϊόντα, δεν έχει ως σκοπό τη ρύθμιση των εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ των κρατών μελών. Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι η απαγόρευση αυτή δεν θίγει τη δυνατότητα άλλων επιχειρηματιών πλην των φαρμακοποιών να διαφημίζουν τα προϊόντα αυτά." (56)
Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο επανήλθε στην απόφαση που εξέδωσε στις 18 Μαΐου 1993 στο ίδιο απολύτως πνεύμα με την προηγούμενη απόφαση Oosthoek (ανωτέρω, σημείο 16), στην υπόθεση C-126/91, Yves Rocher (57).
26. Πρέπει να θεωρηθεί ότι ισχύει η συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο στις αποφάσεις Κeck και Mithouard καθώς και Huenermund και ως προς μια εθνική ρύθμιση όπως του επίμαχου Winkelsluitingswet; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, μια τέτοια εθνική ρύθμιση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ, στο μέτρο που ανταποκρίνεται στις ανωτέρω εκτεθείσες προϋποθέσεις που τέθηκαν με την απόφαση Κeck και Mithouard. Σε αντίθεση προς την μέχρι τώρα μέθοδο του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις που αφορούσαν την απαγόρευση της λειτουργίας καταστημάτων την Κυριακή (58), δεν χρειάζεται να εξεταστεί περαιτέρω αν η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται βάσει επιτακτικής απαιτήσεως και του σε συνάρτηση με αυτήν εφαρμοστέου κανόνα της αναλογικότητας.
Η εθνική ρύθμιση για την οποία πρόκεται εδώ περιλαμβάνεται στην κατηγορία των μέτρων που αφορούν χρονικές και τοπικές περιστάσεις και τον τρόπο με τον οποίο τα οικεία εμπορεύματα μπορούν να πωλούνται στους καταναλωτές. Με άλλα λόγια, αφορά μεθόδους πωλήσεων κατά την έννοια της αποφάσεως Keck και Mithouard. Από την προαναφερθείσα περιγραφή (ανωτέρω, σημεία 5 έως 9) προκύπτει πράγματι ότι η οικεία ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά απαγορεύει σε ορισμένες κατηγορίες λιανοπωλητών την κατά το μάλλον ή ήττον περιορισμένη πώληση ορισμένων προϊόντων σε συγκεκριμένες ώρες ή την κατά τον προσφορότερο, κατ' αυτούς, τρόπο εν λόγω πώληση (επιβάλλοντάς τους εν προκειμένω την υποχρέωση να πωλούν μέσω μηχανημάτων αυτόματης διανομής).
27. 'Εχω τη γνώμη ότι μια τέτοια ρύθμιση οπωσδήποτε εμπίπτει στη νέα νομολογία. Αυτό οφείλεται στο ότι η ρύθμιση δεν περιέχει καμία διάταξη ως προς τα εσωτερικά ή εξωτερικά χαρακτηριστικά των οικείων προϊόντων και στο ότι, επομένως, κατά την εξαγωγή του προϊόντος από το κράτος μέλος στο οποίο νομίμως παράγεται και διατίθεται στο εμπόριο προς το κράτος που έχει θεσπίσει τη ρύθμιση, δεν δημιουργεί πρόσθετα έξοδα παραγωγής ή διανομής. Μία ρύθμιση όπως η υπό κρίση πρέπει επομένως να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ, μόνον εφόσον δεν ανταποκρίνεται στις δύο προϋποθέσεις που αναφέρονται στην απόφαση Keck και Mithouard και, όπως εκτέθηκε ανωτέρω (σημείο 24), ούτε υφίστανται άλλες περιστάσεις που θα μπορούσαν να συνεπάγονται ότι η ρύθμιση, θεωρούμενη στο σύνολό της, μπορεί να εμποδίσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Παρεμπιπτόντως θα ήθελα να προσθέσω ότι, κατά τη γνώμη μου, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, και όλα τα άλλα εφαρμοζόμενα αδιακρίτως εθνικά μέτρα εμπίπτουν κατ' αρχήν στη νέα νομολογία Keck και Mithouard καθόσον, σε αντίθεση προς τις διατάξεις περί προϊόντων, δεν καθιστούν αναγκαία την προσαρμογή των εσωτερικών ή εξωτερικών χαρακτηριστικών των εισαγομένων προϊόντων. Αυτό ισχύει ειδικότερα για μέτρα όπως αυτό για το οποίο επρόκειτο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Cinetheque της 11ης Ιουλίου 1985 (59), μία απόφαση που θεωρείται ότι υπαγορεύθηκε από την ανάγκη διευρύνσεως της εφαρμογής του κριτηρίου της αποφάσεως Dassonville πέρων των ορίων της ενοίας της δυσμενούς διακρίσεως, ειδικότερα μέσω υπαγωγής στο κριτήριο αυτό και των (αδιακρίτως εφαρμοζομένων) απαγορεύσεων εμπορίας (60).
28. Επομένως, για να μην υπαχθεί τελικά στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ η υπό κρίση ρύθμιση πρέπει εν πάση περιπτώσει να ισχύει για όλους τους επιχειρηματίες οι οποίοι αναπτύσσουν τις δραστηριότητές τους στο εθνικό έδαφος και τόσο νομικώς όσο και πραγματικώς επηρεάζουν κατά τον ίδιο τρόπο την εμπορία εγχωρίων προϊόντων ως και προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη.
Νομίζω ότι πράγματι αυτό συμβαίνει. 'Οσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, έχω τη γνώμη ότι μια εθνική ρύθμιση όπως η υπό κρίση δεν κάνει διάκριση μεταξύ ημεδαπών επιχειρηματιών και επιχειρηματιών από άλλα κράτη μέλη κατά την έννοια ότι δεν διασφαλίζεται στους τελευταίους αυτούς η επί ίσοις όροις πρόσβαση στην εθνική αγορά. 'Οσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, ουδόλως προκύπτει ότι μια τέτοια ρύθμιση - η οποία εξάλλου δεν έχει ως αντικείμενο τα ενδοκοινοτικά εμπορικά ρεύματα - μπορεί, θεωρούμενη στο σύνολό της, να επηρεάσει "νομικώς" ή "πραγματικώς" την εμπορία προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη κατά τρόπο που εμποδίζεται ή περιορίζεται η πρόσβαση των προϊόντων αυτών στην εθνική αγορά σε σχέση με τα εγχώρια προϊόντα. 'Οπως ρητώς εκθέτει το Δικαστήριο στην απόφαση Κeck και Mithouard, δεν αρκεί εν προκειμένω το ενδεχόμενο ότι η ρύθμιση μπορεί να περιορίσει το μέγεθος των πωλήσεων προϊόντων γενικώς, κατά συνέπεια δε και προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη (βλ. ανωτέρω, σημείο 22). Τέλος, δεν διαπιστώνω την ύπαρξη άλλων περιστάσεων που θα μπορούσαν να συνεπάγονται ότι η ρύθμιση θα πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος. Ούτε η αναφερόμενη στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα περίσταση ότι η αποδοτικότητα μιας κατηγορίας πρατηρίων βενζίνης εξαρτάται (ουσιωδώς) λιγότερο από την πώληση άλλων προϊόντων εκτός από καύσιμα από ό,τι μια άλλη κατηγορία, ούτε η αναφερόμενη στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα αλληλουχία με την κατωτέρω εξεταζόμενη ρύθμιση περί παροχής αδειών σε πρατήρια βενζίνης νομίζω ότι συνιστούν περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί ότι η ρύθμιση, θεωρούμενη στο σύνολό της, εμποδίζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
29. Ενόψει των ανωτέρω συνάγω το συμπέρασμα ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται ως προς εθνική ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά η οποία, όπως η υπό κρίση, ισχύει ομοίως για όλους τους επιχειρηματίες (συμπεριλαμβανομένων των επιχειρηματιών από άλλα κράτη μέλη) οι οποίοι αναπτύσσουν τις δραστηριότητές τους στο εθνικό έδαφος, επηρεάζει νομικώς και, γενικώς θεωρούμενη, πραγματικώς κατά τον ίδιο τρόπο την εμπορία εγχωρίων προϊόντων και προϊόντων από άλλα κράτη μέλη και η οποία, γενικώς θεωρούμενη, δεν εμποδίζει κατ' άλλο τρόπο το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
3. Ως προς το ζήτημα αν συμβιβάζεται προς τα άρθρα 3, στοιχείο ζ', 5 και 86 (85) της Συνθήκης ΕΚ η διαφοροποιημένη εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά
30. Η ολλανδική ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά προβλέπει εξαιρέσεις ως προς ορισμένες κατηγορίες καταστημάτων (ανωτέρω, σημείο 5 επ.), πράγμα που συνεπάγεται ότι δεν επιβάλλει σε όλους τους καταστηματάρχες τους ίδιους αυστηρούς περιορισμούς ως προς τις ώρες κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά και ως προς τα προς πώληση εμπορεύματα. Το Gerechtshof ερωτά το Δικαστήριο αν μια τέτοια διαφοροποιημένη εφαρμογή συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο.
Η διατυπούμενη στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα αναφορά στο άρθρο 86, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, στοιχείο ζ', και 5 της Συνθήκης ΕΚ, οφείλεται προφανώς στον ισχυρισμό των 't Heukske και Boermans ότι ο Winkelsluitingswet παρέχει παρά ταύτα στα πρατήρια βενζίνης, των οποίων ο κύκλος εργασιών και το κέρδος ελάχιστα εξαρτώνται από την πώληση άλλων προϊόντων πλην καυσίμων - ιδίως τα πρατήρια βενζίνης που βρίσκονται εκτός κατοικημένης περιοχής σε αυτοκινητοδρόμους και οδούς ταχείας κυκλοφορίας - ευρύτατες δυνατότητες πωλήσεως των εν λόγω άλλων προϊόντων πλην καυσίμων. Στην πραγματικότητα πάντως μπορούν να πωλούν απευθείας εντός του καταστήματος καπνό και είδη καπνού εκτός των κανονικών ωρών λειτουργίας του καταστήματος. 'Αλλα πρατήρια βενζίνης μπορούν να πωλούν τέτοια είδη εκτός των κανονικών ωρών λειτουργίας του καταστήματος μόνο μέσω μηχανήματος αυτόματης διανομής, αυτό δε μάλιστα καθόσον, όπως μπορεί να συναχθεί από τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισαν οι 't Heukske και Βoermans (61), εξαρτώνται πράγματι ως προς τον κύκλο εργασιών τους και το κέρδος τους σε μεγαλύτερο βαθμό από την πώληση άλλων ειδών πλην καυσίμων.
31. Συναφώς, οι 't Heukske και Βoermans υποστηρίζουν ότι η ολλανδική νομοθετική ρύθμιση περί παροχής αδειών για την εκμετάλλευση πρατηρίων βενζίνης στις εθνικές οδούς (ανωτέρω, σημεία 10 έως 12) διευκολύνει την καταχρηστική εκμετάλλευση (συλλογικής) δεσπόζουσας θέσεως ή τη σύναψη συμφωνιών kartel (συμπράξεων) από τις μεγάλες εταιρίες πετρελαίου στο πλαίσιο της επιτροπής "Benzinestations langs Rijkswegen". Οι εταιρίες αυτές κατανέμουν μεταξύ τους τις θέσεις εγκαταστάσεως πρατηρίων βενζίνης στις εθνικές οδούς και, κατόπιν, επιτυγχάνουν την έγκριση της κατανομής αυτής από τον Υπουργό Οικονομικών.
Κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τον ισχυρισμό αυτόν. Στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για την ολλανδική ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά, μόνο δε παρεμπιπτόντως τίθεται ζήτημα ως προς την ολλανδική ρύθμιση περί χορηγήσεως αδειών πρατηρίων βενζίνης και χωρίς το ίδιο το Gerechtshof - τα προαναφερθέντα (στα σημεία 10 έως 12 καθώς και εδώ) στοιχεία έλαβα από τις παρατηρήσεις των μερών που μετέχουν της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου - να παρέχει στο Δικαστήριο επαρκή πραγματικά ή νομικά στοιχεία ως προς το ζήτημα αυτό προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να αποφανθεί αν συμβιβάζεται η ρύθμιση αυτή με τα άρθρα 3, στοιχείο ζ', 5 και 86 της Συνθήκης ΕΚ (ή 85, το οποίο ούτε καν αναφέρεται από το αιτούν δικαστήριο).
32. Απομένει το ζήτημα αν μία ρύθμιση περί ωρών λειτουργίας καταστημάτων η οποία επιβάλλει σε ορισμένες κατηγορίες επιχειρηματιών μεγαλύτερους περιορισμούς από ό,τι σε άλλους συμβιβάζεται προς τις διατάξεις περί ανταγωνισμού του κοινοτικού δικαίου. Με μία σειρά αποφάσεων (62) - τελείως πρόσφατα με τις αποφάσεις Meng, Reiff και Ohra της 17ης Νοεμβρίου 1993 (63) - το Δικαστήριο εξέθεσε βάσει ποίων κριτηρίων πρέπει να δοθεί απάντηση στο ζήτημα αυτό.
Κατά το Δικαστήριο, τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ αφορούν πράγματι μόνο τη συμπεριφορά επιχειρήσεων και όχι νομοθετικά ή διοικητικά μέτρα των κρατών μελών. Το Δικαστήριο πάντως συνάγει από τον συνδυασμό των άρθρων 85 και 86 με τα άρθρα 3, στοιχείο ζ', και 5 της Συνθήκης ΕΚ ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να λαμβάνουν ή να διατηρούν κανενός είδους μέτρο, ακόμη και νομοθετικής ή διοικητικής φύσεως, που μπορεί να εξαλείψει την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων περί ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις. 'Ηδη με την απόφαση ΙΝΝΟ της 16ης Νοεμβρίου 1977, το Δικαστήριο δέχθηκε εν προκειμένω:
"το σύστημα της ενιαίας αγοράς στο οποίο αποβλέπει η Συνθήκη αποκλείει, πρώτον, κάθε εθνική κανονιστική ρύθμιση που παρεμποδίζει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το διακοινοτικό εμπόριο.
Δεύτερον, ο στόχος που διακηρύσσεται στο άρθρο 3 στ' συγκεκριμενοποιείται σε διάφορες διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν τους κανόνες ανταγωνισμού, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 86 (...)
Το άρθρο 5, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης προβλέπει ότι τα κράτη μέλη απέχουν από κάθε μέτρο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης.
Επομένως, ναι μεν το άρθρο 86 απευθύνεται στις επιχειρήσεις, η Συνθήκης όμως επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μη λαμβάνουν ή να μη διατηρούν σε ισχύ μέτρα που θα μπορούσαν να εξαλείψουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της διατάξεως αυτής.
(...)
Το άρθρο 86 απαγορεύει γενικά την καταχρηστική εκμετάλλευση από μια ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους, ακόμη και αν η κατάχρηση αυτή διευκολύνεται από εθνικές νομοθετικές διατάξεις" (64).
Με μεταγενέστερες αποφάσεις (65) το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι απαγορεύεται ιδίως στα κράτη μέλη να επιβάλουν ή να διευκολύνουν τη σύναψη ασυμβίβαστων προς το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ συμφωνιών ή τη δημιουργία ασυμβίβαστων προς το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ δεσποζουσών θέσεων ή να ενισχύουν τα αποτελέσματα τέτοιων συμφωνιών. Επίσης, απαγορεύεται στα κράτη μέλη να στερούν από τη νομοθετική τους ρύθμιση τον χαρακτήρα της ως πράξεως θεσπισθείσας από τη δημόσια εξουσία μεταθέτοντας την ευθύνη για τη λήψη αποφάσεων παρεμβατικής φύσεως στο οικονομικό πεδίο σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Στις επόμενες παραγράφους θα εφαρμόσω στην παρούσα υπόθεση τα κριτήρια που έχει διαμορφώσει το Δικαστήριο.
33. Οι 't Heukske και Boermans διατύπωσαν εξαιρετικά ασαφώς (ως επί το πλείστον δεν διατυπώνεται η κατηγορία) τους ισχυρισμούς τους ότι οι μεγάλες εταιρίες πετρελαίου στις Κάτω Χώρες αποκτούν (συλλογική) δεσπόζουσα θέση της οποίας κάνουν καταχρηστική εκμετάλλευση ή συνάπτουν συμφωνίες kartel ούτε προσκόμισαν, προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, αρχή καν αποδείξεως. To Gerechtshof ουδόλως αναφέρεται γενικώς σε ενδεχόμενες συμφωνίες kartel ή δεσπόζουσες θέσεις. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν υφίσταται κανένας λόγος για να θεωρηθεί ότι ένα κράτος μέλος όπως οι Κάτω Χώρες, θεσπίζοντας μια ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά η υπό κρίση, ενίσχυσε, σε αντίθεση προς τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ, προηγουμένως υφιστάμενες συμφωνίες kartel ή δεσπόζουσες θέσεις ή επέβαλε ή διευκόλυνε την κατάρτιση τέτοιων συμφωνιών ή τη δημιουργία δεσποζουσών θέσεων.
Εξάλλου, πρέπει εν προκειμένω να αναφερθεί ο συσταλτικός τρόπος με τον οποίο το Δικαστήριο ερμήνευσε με τις αποφάσεις Meng, Reiff και Ohra (66) τις ένοιες "ενισχύουν", ή αντιστοίχως "επιβάλλουν ή διευκολύνουν". Ως προς την έννοια "ενισχύουν" το Δικαστήριο δέχθηκε με την απόφαση Meng:
"Ρύθμιση εφαρμοζόμενη σε συγκεκριμένο τομέα ασφαλίσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύει τα αποτελέσματα προϋπάρχουσας συμπράξεως παρά μόνον αν περιορίζεται να επαναλάβει τα στοιχεία μιας συμπράξεως που έχει δημιουργηθεί μεταξύ των επιχειρηματιών του τομέα αυτού" (δική μου η υπογράμμιση) (67) (προσωρινή μετάφραση)
Ως προς τις έννοιες "επιβάλλουν" και "διευκολύνουν", το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Ohra:
"Συναφώς, πρέπει καταρχάς να γίνει δεκτό ότι η ολλανδική ρύθμιση περί ασφαλιστικών εταιριών ούτε επιβάλλει ούτε διευκολύνει τη σύναψη αθέμιτων συμφωνιών συμπράξεως μέσω ενδιάμεσων ασφαλιστών, δεδομένου ότι η απαγόρευση που προβλέπει είναι ήδη αφ' εαυτής επαρκής." (δική μου η υπογράμμιση) (68) (Σ.τ.Μ.: προσωρινή μετάφραση)
34. Κανένα από τα μέρη που μετέχουν της διαδικασίας δεν απέδειξε, ούτε δε καν εξέθεσε, ότι ο Winkelsluitingswet περιορίζεται στην παγίωση ήδη υφισταμένων συμφωνιών ή καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσποζουσών θέσεων ή ότι οι προβλεπόμενες με τον νόμο αυτό απαγορευτικές διατάξεις δεν αρκούν προκειμένου να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος με αυτόν σκοπός. Επομένως, ούτε η νομοθετική αυτή ρύθμιση μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύει, διευκολύνει ή επιβάλλει μεθόδους επιχειρήσεων που περιορίζουν τον ανταγωνισμό σύμφωνα με το περιεχόμενο που προσέδωσε στις έννοιες αυτές το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Meng, Reiff και Ohra.
Tελικά, ούτε ως προς την ολλανδική ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά, η οποία περιέχει όλες τις αναγκαίες για την εφαρμογή της επιτακτικές και απαγορευτικές διατάξεις, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ρύθμιση αυτή μεταθέτει την ευθύνη για τη λήψη αποφάσεων σε ιδιωτικές επιχειρήσεις (69).
Κατόπιν των ανωτέρω, συνάγω το συμπέρασμα ότι μια εθνική ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά η οποία προβλέπει εξαίρεση για ορισμένες κατηγορίες καταστηματαρχών δεν θίγει, υπό περιστάσεις όπως οι παρούσες, την πρακτική αποτελεσματικότητα των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ.
35. Επιθυμώ εδώ να προσθέσω και τα ακόλουθα. Και στις υποθέσεις περί απαγορεύσεως της λειτουργίας καταστημάτων την Κυριακή επί των οποίων εκδόθηκαν οι (προαναφερθείσες (70)) αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1989 και 16ης Δεκεμβρίου 1992 υποστηρίχθηκε ότι οι κανόνες περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά, των οποίων το περιεχόμενο ή η εφαρμογή θέτει σε δυσμενή μοίρα ορισμένα υποκείμενα δικαίου ή ορισμένες περιοχές, αντιβαίνουν προς το κοινοτικό δίκαιο. Στις προτάσεις μου για την έκδοση των αποφάσεων της 16ης Δεκεμβρίου 1992 θέλησα να τονίσω ότι (71):
"Ναι μεν δέχομαι ότι πρέπει να προσδιορίζεται αν μια εθνική ρύθμιση δικαιολογείται από πλευράς κοινοτικού δικαίου λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της ρυθμίσεως αυτής και τη συγκεκριμένη εφαρμογή της, πλην όμως αιτιάσεις που στηρίζονται σε προβαλλόμενη άνιση ή ασυνεπή εφαρμογή της ρυθμίσεως εντός κράτους μέλους μπορούν χωρίς αμφιβολία να αποτελούν λόγο προσφυγής κατά το εθνικό δίκαιο, αλλ' όχι και κατά το κοινοτικό δίκαιο - εφόσον δεν υφίσταται ούτε αυθαίρετη διάκριση ούτε συγκεκαλυμμένος περιορισμός στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών." (72)
Νομίζω ότι και στην παρούσα υπόθεση δεν έχει επαρκώς αποδειχθεί ότι η διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ διαφόρων κατηγοριών πρατηρίων βενζίνης μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Οι 't Heukske και Boermans υποστηρίζουν μεν ότι η δημιουργηθείσα με τη ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ πρατηρίων βενζίνης είναι υπαρκτή - κατά την έννοια ότι κάθε άλλο παρά ασήμαντη επίδραση έχει στον αντίστοιχο κύκλο εργασιών και το μέγεθος του κέρδους αυτών των πρατηρίων βενζίνης (73) - αλλά ούτε από αυτό προκύπτει ότι η διαφορά αυτή μεταχειρίσεως έχει αρνητική επίδραση στο διακρατικό εμπόριο κατά την έννοια των άρθρων 85, παράγραφος 1, ή 86, της Συνθήκης ΕΚ.
Πρόταση
36. Περαίνοντας, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί τα προδικαστικά ερωτήματα του Gerechtshof te 's Hertogenbosch ως εξής:
"1) Το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται ως προς εθνική ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά η οποία, όπως η υπό κρίση, ισχύει ομοίως για όλους τους επιχειρηματίες (συμπεριλαμβανομένων των επιχειρηματιών από άλλα κράτη μέλη) οι οποίοι αναπτύσσουν τις δραστηριότητές τους στο εθνικό έδαφος, επηρεάζει νομικώς, και γενικώς θεωρούμενη, πραγματικώς κατά τον ίδιο τρόπο την εμπορία εγχωρίων προϊόντων και προϊόντων από άλλα κράτη μέλη και η οποία, γενικώς θεωρούμενη, δεν εμποδίζει κατ' άλλο τρόπο το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
2) Εθνική ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν κλειστά η οποία προβλέπει εξαίρεση για ορισμένες κατηγορίες καταστηματαρχών δεν θίγει, υπό περιστάσεις όπως οι παρούσες, την πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) - Βλ. ως προς το περιεχόμενο, το ιστορικό θεσπίσεως και τις πρόσφατες τροποποιήσεις του Winkelsluitingswet: M. R. Mok, De winkeldeur op een kier , Sociaal-economische wetgeving, 1993, σ. 30 έως 39.
(2) - Το άρθρο 3, στοιχείο ζ', της Συνθήκης ΕΚ αντιστοιχεί στο αναφερόμενο στα προδικαστικά ερωτήματα άρθρο 3, στοιχείο στ', της Συνθήκης ΕΟΚ.
(3) - Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του Winkelsluitingswet ορίζει το κατάστημα ως έναν προσιτό από το κοινό κλειστό χώρο, εντός του οποίου διατίθενται συνήθως εμπορεύματα προς πώληση σε ιδιώτες, και δεν αποτελεί μέρος μέσου μεταφοράς .
(4) - Η ρύθμιση τροποποιήθηκε τον Ιανουάριο του 1993: ήδη ισχύει μέγιστο όριο 55 ωρών λειτουργίας εβδομαδιαίως, τα καταστήματα μπορούν να είναι ανοικτά από τη Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή μεταξύ 6 και 18.30, το δε Σάββατο μεταξύ 6 και 18. Το υποχρεωτικό κλείσιμο την Κυριακή εξακολουθεί να ισχύει πλήρως.
(5) - Απόφαση περί εφαρμογής του άρθρου 10, παράγραφος 3, του Winkelsluitingswet 1976.
(6) - Βάσει της αποφάσεως αυτής, οι δήμοι μπορούν, π.χ., να χορηγούν ατομικές εξαιρέσεις σε νυχτερινά καταστήματα .
(7) - Η πώληση εντός μουσείων δεν υπόκειται, κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, σε περιορισμό ειδών, επειδή η πώληση εμπορευμάτων εντός των μουσείων αποτελεί απλώς παρεπόμενη δραστηριότητα. Επίσης, δεν υπάρχει περιορισμός για τα προς πώληση είδη των φαρμακείων. Πράγματι, εν προκειμένω ελήφθη ως δεδομένο ότι η πώληση φαρμάκων εντός των φαρμακείων αποτελεί εν πάση περιπτώσει την κύρια δραστηριότητα. Επιπλέον, τα φαρμακεία λειτουργούν βάσει ωραρίου, ώστε μόνο σε περιορισμένη έκταση κάνουν χρήση της παρεχόμενης με τον νόμο δυνατότητας να παραμένουν ανοικτά εκτός των κανονικών ωρών λειτουργίας. Τέλος, η πώληση εφημερίδων και περιοδικών είναι ελεύθερη μόνο υπό την προϋπόθεση ότι το οικείο κατάστημα πωλεί αποκλειστικώς ή κυρίως τα είδη αυτά.
(8) - Stb. 1988, σ. 593. Η απόφαση αυτή τέθηκε σε ισχύ δυνάμει του άρθρου της ΙΙ την 1η Ιανουαρίου 1989, καίτοι ίσχυσε μετά την ημερομηνία αυτή μεταβατική περίοδος δύο ετών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρούσα διαφορά αφορά την οριστική ρύθμιση, όπως τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1991.
(9) - Πριν από την τροποποίηση που επήλθε με την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1988 δεν καθοριζόταν πράγματι επακριβώς ποια είδη μπορούσαν να πωλούνται κατά τη διάρκεια του 24ώρου εντός πρατηρίων βενζίνης. Στις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο, η Ολλανδική Κυβέρνηση διευκρινίζει την τροποποίηση που επήλθε ως εξής: τα είδη που πωλούνταν επίσης το βράδυ και τις Κυριακές εντός των πρατηρίων βενζίνης παρουσίαζαν πράγματι συνεχή ανοδική πορεία. Αυτό είχε ως συνέπεια ευνόητα παράπονα εκ μέρους, μεταξύ άλλων, των κλάδων των τροφίμων και των καταστημάτων καπνού για αθέμιτο ανταγωνισμό, πράγμα που υπαγόρευσε στη συνέχεια την προσαρμογή των οικείων διατάξεων .
(10) - Τα εν λόγω πρατήρια βενζίνης αναφέρονται από το Gerechtshof και από τους Heukske και Boermans ως πρατήρια βενζίνης σε εθνικές οδούς . Η Ολλανδική Κυβέρνηση ορθώς πάντως τονίζει ότι ότι δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ εθνικών οδών και άλλων οδών .
(11) - Ως παλαιά κατάσταση εννοεί προφανώς η Ολλανδική Κυβέρνηση την κατάσταση που ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος, την 1η Ιανουαρίου 1991, της αποφάσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1988.
(12) - Σε αντίθεση προς τον Winkelsluitingswet και τις εκτελεστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν για την εφαρμογή του (ανωτέρω, υποσημείωση 10) η νομοθετική ρύθμιση περί χορηγήσεως αδειών σε πρατήρια βενζίνης χρησιμοποιεί επομένως το κριτήριο εθνικές οδοί - άλλες οδοί .
(13) - Βλ. το άρθρο 5, τελευταίο εδάφιο, των Regels ten aanzien van de uitgifte en exploitatie van benzinestations langs Rijkswegen (κανόνων περί παραχωρήσεως και εκμεταλλεύσεως πρατηρίων βενζίνης σε εθνικές οδούς): η Commissie υποβάλλει εντός ευλόγου χρόνου αιτιολογημένη πρόταση για την από κοινού κατανομή των διαθέσιμων χώρων εγκαταστάσεως στο Υπουργείο Οικονομικών. Εφόσον ο υπουργός συμφωνεί με την πρόταση αυτή, διατυπώνει συναφώς γνώμη προς τον Υπουργό Μεταφορών και Δημοσίων 'Εργων, ο οποίος μεριμνά για την έκδοση των αδειών που πρέπει να χορηγηθούν βάσει του Rijkswegenreglement (κανονισμού περί εθνικών οδών). (...) Αν ο Υπουργός Οικονομικών δεν συμφωνεί με την Commissie, έρχεται σε διαβουλεύσεις με την Commissie.
(14) - Κανένας από τους διαδίκους δεν διευκρίνισε ποιος ακριβώς μετέχει της επιτροπής αυτής. Τα σωματεία βενζινοπωλών εκπροσωπούνται εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει από τα προδικαστικά ερωτήματα. Εξάλλου, η Ολλανδική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι με τη γνώμη που διατυπώνει η Commissie (...) έχουν πάντοτε συμφωνήσει προηγουμένως όλα τα ενδιαφερόμενα σωματεία .
(15) - Δυνάμει του άρθρου 4, στοιχείο d, μιας ανακοινώσεως της 7ης Νοεμβρίου 1972.
(16) - Αντιστρόφως, ο κάτοχος της άδειας οφείλει να αποζημιώσει τον επιφορτισμένο με την εκμετάλλευση σε περίπτωση πωλήσεως μικρότερης ποσότητας από την προηγουμένως συμφωνηθείσα.
(17) - C-145/88, B & Q I, Συλλογή 1989, σ. 3851, διατακτικό. Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-312/89 και C-332/89, Conforama και Marchandise (Συλλογή 1991, σ. Ι-997 και Ι-1027 αντιστοίχως) με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι η περιεχόμενη στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγόρευση δεν ισχύει ως προς εθνική ρύθμιση που απαγορεύει την απασχόληση μισθωτών την Κυριακή ή το απόγευμα του Σαββάτου μετά τις 12.
(18) - C-304/90, Payless DIY κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. Ι-6493) C-169/91, B & Q II, Συλλογή 1992, σ. Ι-6635. Στην υπόθεση C-306/88, Anders, Συλλογή 1992, σ. Ι-6457, το Δικαστήριο έκρινε ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί των υποβληθέντων ερωτημάτων .
(19) - Απόφαση B & Q II, σκέψεις 9 και 10.
(20) - Απόφαση B & Q II, σκέψη 11.
(21) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/91 και C-268/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-0000.
(22) - Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville, (Jurispr. 1974, σ. 837, σκέψη 5).
(23) - Η έκφραση μέτρα εφαρμοζόμενα αδιακρίτως είναι προκριτέα έναντι των μέτρων που δεν συνεπάγονται δυσμενή διάκριση , επειδή τα τελευταία αυτά, όπως θα καταδειχθεί κατωτέρω (σημείο 23) μπορούν πράγματι να εμπίπτουν λόγω των αποτελεσμάτων τους που συνιστούν δυσμενή διάκριση στην απαγόρευση του άρθρου 30.
(24) - Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral (Jurispr. 1979, σ. 649, σκέψη 8). Το ότι η δυνατότητα αυτή δεν παρέχεται για τη δικαιολόγηση μέτρων που συνεπάγονται δυσμενή διάκριση δεν ορίζεται ρητώς στην απόφαση αυτή, αλλά, π.χ., στην απόφαση της 17ης Ιουνίου 1981, 113/80, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1981, σ. 1625, σκέψη 11).
(25) - Γνωστά παραδείγματα από το πρόσφατο παρελθόν αποτελούν οι αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 1987, 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1987, σ. 1227 ( Reinheitsgebot υποχρέωση περί καθαρότητας του ζύθου), της 23ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Γαλλίας, 216/84, Συλλογή 1988, σ. 793 (απαγόρευση εμπορίας υποκαταστάτων γάλακτος σε σκόνη και συμπυκνωμένου γάλακτος), της 14ης Ιουλίου 1988, 407/85 και 90/86, 3 Glocken και Zoni, Συλλογή 1988, σ. 4233 και αντιστοίχως σ. 4285 (υποχρέωση χρησιμοποιήσεως αποκλειστικά σκληρού σίτου για την παρασκευή ζυμαρικών), της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 274/87, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1989, σ. 229 (απαγόρευση εμπορίας κρέατος που αποτελείται από άλλα συστατικά εκτός από το κρέας).
(26) - Απόφαση Keck και Mithouard, σκέψη 15. Η διατύπωση αυτή υπαγορεύθηκε προφανώς από το άρθρο 3 της οδηγίας 50/70/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1969, που στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 33, παράγραφος 7, περί καταργήσεως των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, τα οποία δεν αφορούν άλλες θεσπισθείσες δυνάμει της Συνθήκης ΕΟΚ διατάξεις (ΡΒ 1970, L 13, σ. 29). Δυνάμει της διατάξεως αυτής, η οδηγία 50/70/ΕΟΚ αφορά τα μέτρα που περιέχουν ρύθμιση ως προς τη διάθεση στο εμπόριο προϊόντων, και αφορούν ιδίως τη μορφή, τις διαστάσεις, το βάρος, τη σύνθεση, την παρουσίαση, τον προσδιορισμό και τη συσκευασία, και τα οποία μέτρα εφαρμόζονται χωρίς διάκριση επί εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων, η επίδρασή τους δε στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων υπερακοντίζουν τα αποτελέσματα που προσιδιάζουν σε εμπορικές ρυθμίσεις . Το Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη αναφερθεί στο άρθρο 3: βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1971, 62/70, Bock (Jurispr. 1971, σ. 897, σκέψη 17), της 30ής Απριλίου 1974, 155/73, Sacchi (Jurispr. 1974, σ. 409, σκέψη 8), της 31ης Μαρτίου 1982, 75/81, Blesgen (Συλλογή 1982, σ. 1211, σκέψη 8), C-169/91, B & Q I, σκέψη 15.
(27) - Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 268/81, Συλλογή 1982, σ. 4575, σκέψη 15.
(28) - 'Αλλες αποφάσεις σχετικά με εθνικά μέτρα τα οποία, αδιακρίτως, απαγορεύουν ή περιορίζουν μορφές διαφημίσεως είναι, π.χ.: οι αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1990, C-362/88, GΒ-INNO-BM, Συλλογή 1990, σ. Ι-667 (απαγόρευση ανακοινώσεως παλαιάς τιμής στο πλαίσιο προσφοράς πωλήσεως), της 12ης Δεκεμβρίου 1990, C-241/89, SARPP, Συλλογή 1990, σ. Ι-4695 (απαγόρευση κατά τη διαφήμιση συνθετικών γλυκαντικών οποιασδήποτε μνείας με την οποία υπονοείται η λέξη ζάχαρη ), της 25ης Ιουλίου 1991, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-1/90 και C-176/90, Aragonesa de Publicidad Exterior και Publivia, Συλλογή 1991, σ. Ι-4151 (απαγόρευση διαφημίσεως οινοπνευματωδών προϊόντων με υψηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα), της 18ης Μαΐου 1993, C-126/91, Yves Rocher, Συλλογή 1993, σ. Ι-2361 (απαγόρευση διαφημίσεως με την οποία γίνεται σύγκριση της τωρινής τιμής με προηγούμενη τιμή που εφάρμοζε ο ίδιος επιχειρηματίας). Παραδείγματα αποφάσεων οι οποίες, όπως η απόφαση Keck και Mithouard, αφορούν εθνικά μέτρα εφαρμοζόμενα αδιακρίτως που περιορίζουν τις μεθόδους πωλήσεως αποτελούν: οι αποφάσεις της 16ης Μαΐου 1989, 382/87, Buet, Συλλογή 1989, σ. 1235 (αναζήτηση πελατών), της 30ής Απριλίου 1991, C-239/90, Boscher, Συλλογή 1991, σ. Ι-2023 (υποχρέωση εγγραφής στο εμπορικό μητρώο σε περίπτωση πωλήσεως με δημοπρασία). Τέλος, η σκέψη 15 της αποφάσεως Oosthoek επιβεβαιώθηκε επίσης με τις αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1991, C-369/88, Delattre, Συλλογή 1991, σ. Ι-1487, σκέψη 50 (μονοπώλιο φαρμακοποιών) και της 21ης Μαρτίου 1991, C-60/89, Monteil και Samanni, Συλλογή 1991, σ. Ι-1547, σκέψη 37 (στο ίδιο).
(29) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 60/81 και 61/81, Cinetheque, Συλλογή 1985, σ. 2605 (περιορισμένη χρονικώς απαγόρευση διαδόσεως βιντεοκασετών ή βιντεοδίσκων).
(30) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1983, 277/82, Van Bennekom, Συλλογή 1983, σ. 3883 (απαγόρευση εμπορίας βιταμινών χωρίς προηγούμενη καταχώριση).
(31) - Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1991, C-18/88, GB-INNO-BM, Συλλογή 1991, σ. Ι-5941 (διαδικασία εγκρίσεως τηλεφωνικών συσκευών χωρίς τη δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου μέσου), της 27ης Οκτωβρίου 1993, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-46/90 και C-93/91, Lagauche, Συλλογή 1993, σ. Ι-0000 (έγκριση συσκευών ραδιοτηλεπικοινωνίας).
(32) - Με την απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1974, 190/73, van Haaster (Jurispr. 1974, σ. 1123, σκέψη 17), το Δικαστήριο έκρινε ότι εθνική ρύθμιση με την οποία επιδιώκεται ποσόστωση της παραγωγής είναι δυνατόν να επηρεάσει αρνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο και επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό. Με την απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986, 148/85, Forest (Συλλογή 1986, σ. 3449) το Δικαστήριο έκρινε ότι εθνική ρύθμιση για την ποσόστωση της αλευροποιίας, που ίσχυε τόσο ως προς την άλεση ημεδαπού όσο και εισαγόμενου σίτου, δεν επηρέαζε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και, επομένως, δεν αντέβαινε προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
(33) - Κάνω λόγο εδώ για πώληση ή εμπορία , επειδή προϊόντα μπορούν επίσης να διανέμονται μέσω, π.χ., leasing. Βλ. K. J. M. Mortelmans, Artikel 30 EG. Verduidelijking van de Dassonville-formule en van de Cassis de Dijon-rechtspraak (σημείωση στην απόφαση Keck και Mithouard) Sociaal-Economische Wetgeving, 1994, σ. 115, ιδίως σ. 122.
(34) - Βλ. ιδίως τις υποθέσεις που αφορούν το κλείσιμο των καταστημάτων την Κυριακή, ανωτέρω, υποσημειώσεις 17 και 18.
(35) - Βλ. προσφάτως την απόφαση της 25ης Μαΐου 1993, D-271/92, LPO, Συλλογή 1993, σ. Ι-2891 (ρύθμιση που επιτρέπει την πώληση ορισμένων - εγχωρίων και εισαγομένων - οπτικών ειδών μόνο από διπλωματούχους οπτικούς).
(36) - Κατά το Δικαστήριο, μια εθνική ρύθμιση περί τιμών, η οποία εφαρμόζεται αδιακρίτως σε εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα, αντιβαίνει προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ, όταν έχει ως συνέπεια ότι τα εισαγόμενα προϊόντα δεν μπορούν να πωλούνται με κέρδος (υπερβολικά χαμηλές ανώτατες τιμές) ή εκμηδενίζεται το προκύπτον από τις χαμηλότερες τιμές κόστους ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα (υπερβολικά υψηλές κατώτατες τιμές). Βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1976, 65/75, Tasca (Jurispr. 1976, σ. 291, σκέψη 27), της 24ης Ιανουαρίου 1978, 82/77, Van Tiggele (Jurispr. 1978, σ. 25, σκέψη 14), της 7ης Μαΐου 1991, C-287/89, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-2233, σκέψη 17).
(37) - ΣτΜ: η υποσημείωση αυτή αναφέρεται αποκλειστικώς στο ολλανδικό κείμενο της αποφάσεως και ενδιαφέρει μόνο τον Ολλανδό αναγνώστη.
(38) - Βλ. π.χ., τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1981, 155/80, Oebel, Συλλογή 1981, σ. 1993 (απαγόρευση νυχτερινής εργασίας στα αρτοποιία), της 31ης Μαρτίου 1982, 75/81, Blesgen, Συλλογή 1982, σ. 1211 (περιορισμοί στη διάθεση στο εμπόριο οινοπνευματωδών ποτών), της 11ης Ιουλίου 1990, C-23/89, Quietlynn, Συλλογή 1990, σ. Ι-3059 (απαγόρευση πωλήσεως πορνογραφικού υλικού από καταστήματα που δεν έχουν άδεια).
(39) - Σ.τ.Μ.: η υποσημείωση αυτή αναφέρεται στην εναλλαγή αυτών των όρων και στην ολλανδική μετάφραση της αποφάσεως και ενδιαφέρει μόνο τον Ολλανδό αναγνώστη.
(40) - Βλ., σε συνδυασμό με την κατά το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ παροχή υπηρεσιών, την απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1982, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 62/81 και 63/81, Seco (Συλλογή 1982, σ. 223, σκέψη 9): πράγματι, υπό τέτοιες συνθήκες, η κανονιστική ρύθμιση του κράτους όπου εκτελείται η παροχή αποδεικνύεται οικονομικώς ως συμπληρωματική επιβάρυνση για τους εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος εργοδότες, οι οποίοι στην πραγματικότητα υφίστανται βαρύτερες επιβαρύνσεις από τους παρέχοντες υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένοι στο εθνικό έδαφος.
(41) - Βλ. τον γενικό εισαγγελέα Tesauro στο σημείο 22 των προτάσεών του επί της αναφερομένης κατωτέρω, στην υποσημείωση 56, υποθέσεως Huenermund: καίτοι είναι αληθές ότι η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως συγκεκριμένης μεθόδου πωλήσεως, όπως, παραδείγματος χάριν, πωλήσεων κατ' οίκον δεν θέτει σε δυσμενή μοίρα τα εισαγόμενα προϊόντα ούτε καθιστά δυσκολότερη την πρόσβαση στην αγορά αυτών καθαυτών των προϊόντων, είναι επίσης αληθές ότι μια τέτοια απαγόρευση μπορεί να υποχρεώσει τον ενδιαφερόμενο επιχειρηματία να μεταβάλει μια στρατηγική πωλήσεων που εφαρμόζεται νομίμως στο κράτος μέλος προελεύσεως μέχρι του σημείου να καταστεί λιγότερο ελκυστική η πρόσβαση στην αγορά του κράτους εντός του οποίου ισχύει η απαγόρευση και, κατά συνέπεια, να συνιστά, υπ' αυτό το πρίσμα, εμπόδιο στην ενδοκοινοτική κυκλοφορία των εμπορευμάτων (προσωρινή μετάφραση)
(42) - Σ.τ.Μ.: η υποσημείωση αυτή αφορά το ολλανδικό κείμενο της αποφάσεως.
(43) - Είναι αυτονόητο ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν μια τέτοια διαφοροποίηση μπορεί ενδεχομένως να συνιστά παραβίαση της κατά το εθνικό δίκαιο αρχής της ισότητας.
(44) - Το κριτήριο αυτό απαντά ήδη στην απόφαση Cinetheque, ανωτέρω, υποσημείωση 30, σκέψη 21.
(45) - Στην παρούσα υπόθεση υποστηρίζουν οι 't Heukske και Boermans, μεταξύ άλλων, ότι η ρύθμιση περί των ωρών κατά τις οποίες τα καταστήματα παραμένουν υποχρεωτικώς κλειστά συνεπάγεται εν πάση περιπτώσει δυσμενείς διακρίσεις, αν ληφθεί υπόψη σε συνδυασμό με τη ρύθμιση περί αδειών πρατηρίων βενζίνας (βλ. κατωτέρω, σημείο 31).
(46) - Βλ., τελείως πρόσφατα, την απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1994, C-343/92, Roks, Συλλογή 1994, σ. Ι-0000, σκέψη 33 και σημείο 3 του διατακτικού.
(47) - Βλ. επίσης, ως προς την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, την απόφαση 24ης Οκτωβρίου 1978, 15/78, Koestler (Jurispr. 1978, σ. 1971, σκέψη 6 σε συνδυασμό με τη σκέψη 4).
(48) - Ο λόγος για αυτό είναι ότι οι εισαγωγείς που θέλουν να διοχετεύσουν στη Γαλλία τα προϊόντα αυτά από άλλο κράτος μέλος πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι θα προσκρούσουν στην απαγόρευση, ενώ εγχώριοι παραγωγοί που πωλούν ανταγωνιστικά προϊόντα στη Γαλλία δεν χρειάζεται να λαμβάνουν υπόψη την απαγόρευση αυτή. Βλ. τις προτάσεις της 18ης Νοεμβρίου 1992, που δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σημείο 5, και τις προτάσεις της 28ης Απριλίου 1993, που δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 9.
(49) - Σκέψη 18 και διατακτικό.
(50) - Αυτό πράγματι ίσχυε προηγουμένως: ήδη με την απόφαση Yves Rocher (ανωτέρω, υποσημείωση 28) το Δικαστήριο δεν δέχθηκε το επιχείρημα ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εφαρμόζεται επί εθνικών μέτρων που εμποδίζουν σε ελάχιστο μόνο βαθμό την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (σκέψη 20). Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ δεν κάνει διάκριση μεταξύ των μέτρων που μπορούν να χαρακτηριστούν ως μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό ανάλογα με τον βαθμό που επηρεάζουν το εμπόριο εντός της Κοινότητας (σκέψη 21) και επομένως δεν δέχθηκε ότι εφαρμόζεται ο κανόνας de minimis (ήσσονος σημασίας).
(51) - Αυτό φαίνεται να έχει ως συνέπεια ότι ρυθμίσεις (διαφορετικές από διατάξεις περί προϊόντων) οι οποίες τότε, αποκλειστικά λόγω του χαρακτήρα τους ως ρυθμίσεων που συνεπάγονται δυσμενή διάκριση, εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ, θα μπορούν στο εξής να δικαιολογούνται μόνο βάσει ενός από τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ και όχι πλέον, κατ' εφαρμογή του rule of reason, βάσει επιτακτικής απαιτήσεως.
(52) - Στην ίδια την υπόθεση Dassonville επρόκειτο για μια νομοθεσία - η οποία προφανώς πρέπει να θεωρηθεί ότι αντιστοιχεί προς διατάξεις περί προϊόντων, δεδομένου ότι η νομοθεσία αυτή επιδίωκε τη διασφάλιση της γνησιότητας της ονομασίας καταγωγής ουίσκυ - η οποία συνεπήγετο ότι οι εισαγωγείς οι οποίοι εισήγαγαν ουίσκυ στο Βέλγιο μέσω άλλου κράτους μέλους μπορούσαν να λάβουν λιγότερο εύκολα το προβλεπόμενο από την εθνική νομοθεσία πιστοποιητικό γνησιότητας από ό,τι οι εισαγωγείς οι οποίοι προμηθεύονταν το ουίσκυ απευθείας από τη χώρα καταγωγής, με άλλα λόγια επρόκειτο για μια εν τοις πράγμασι διάκριση μεταξύ εισαγομένων προϊόντων (όχι μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων).
(53) - Αν γίνει δεκτό αυτό, τότε η απόφαση Keck και Mithouard επέφερε, ως προς εθνικές ρυθμίσεις διαφορετικές από τις διατάξεις περί προϊόντων (ως προς τις οποίες ισχύει πλήρως η απόφαση Dassonville για τον προαναφερθέντα στο σημείο 20 λόγο), κατ' ουσίαν αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως. Πράγματι, ενώ τέτοιες ρυθμίσεις προηγουμένως ενέπιπταν εκ πρώτης όψεως στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ, πράγμα όμως που μπορούσε να αποφευχθεί μέσω του rule of reason, τώρα ισχύει ότι οι ρυθμίσεις αυτές εκ πρώτης όψεως δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ, εκτός αν αποδεικνύεται ότι, γενικώς θεωρούμενες, συνεπάγονται διακρίσεις ή - αν γίνει δεκτή η κατά τα ανωτέρω προσθήκη - μια άλλη (πραγματική ή ενδεχόμενη) παρακώλυση του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
(54) - Αν η απόφαση Keck και Mithouard συνεπάγεται κάτι περισσότερο από μια απλή αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως ως προς διατάξεις που δεν αφορούν προϊόντα (βλ. την προηγούμενη υποσημείωση), ειδικότερα δε περιορίζει ως προς τις διατάξεις αυτές το κριτήριο της αποφάσεως Dassonville σε μια εν ευρεία εννοία απαγόρευση των διακρίσεων, τότε πρέπει το Δικαστήριο, κατά τη γνώμη μου, να το διευκρινίσει αυτό με την απόφαση που θα εκδώσει στην παρούσα υπόθεση.
(55) - Κατά την έρευνα του ακριβούς περιεχομένου του κριτηρίου της αποφάσεως Dassonville δεν πρέπει να αγνοηθεί η επίπτωση που έχει το κριτήριο αυτό στην απαγόρευση που ορίζεται στα άρθρα 59, 48 και 52 της Συνθήκης ΕΚ. Πράγματι, στο πλαίσιο της εφαρμογής των απαγορεύσεων αυτών το Δικαστήριο εφαρμόζει προσφάτως ομοίως μια ευρεία διατύπωση παρόμοια προς της αποφάσεως Dassonville. Ειδικότερα σε σχέση με τις υπηρεσίες που αποτελούν αντικείμενο ρυθμίσεων των διαφόρων κρατών μελών, όπως χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, μπορούν να ανακύψουν παρόμοια προβλήματα όπως αυτά που ανακύπτουν συνεπεία των διατάξεων περί προϊόντων (βλ., π.χ., την εκδοθείσα ένα μήνα πριν από την απόφαση Cassis de Dijon απόφαση Van Wesemael της 18ης Ιανουαρίου 1979, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 110/78 και 111/78, Jurispr. 1979, σ. 35).
(56) - Υπόθεση C-292/92, Συλλογή 1993, σ. Ι-0000, σκέψη 19.
(57) - Ανωτέρω, υποσημείωση 50.
(58) - Βλ. ως προς τους σχετικούς λόγους ανωτέρω, σημείο 13. Ως προς την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας βλ. την απόφαση B & Q II, σκέψεις 12 έως 16.
(59) - Απόφαση που αναφέρεται στην υποσημείωση 29.
(60) - Βλ. Waelbroeck, M., La role de la Cour de Justice dant la mise en oeuvre de l' Acte unique europeen , Cahiers de droit europeen, 1989, σ. 41 επ., ιδίως σ. 51 έως σ. 53, καθώς και τις προτάσεις μου στην υπόθεση B & Q I, που αναφέρονται στην υποσημείωση 17, σημείο 18 επ. Η απόφαση Cinetheque εκδόθηκε σε αντίθεση προς τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα Slynn ο οποίος με τις προτάσεις του, στη σελίδα 2611 και 2612, τόνισε ότι η οικεία ρύθμιση από καμία άποψη δεν αντιμετώπιζε διαφορετικά τα εισαγόμενα και εγχώρια προϊόντα. Η άποψη αυτή ισοδυναμεί προς το ότι η εν λόγω ρύθμιση, υπό το φως της νέας νομολογίας, θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να ανταποκρίνεται στη δεύτερη από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην απόφαση Κeck και Mithouard.
(61) - Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος της Ολλανδικής Κυβερνήσεως αμφισβήτησε τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα των αριθμητικών αυτών στοιχείων.
(62) - Αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 1977, 13/77, ΙΝΝΟ, Jurispr. 1977, σ. 2115, σκέψεις 28 έως 34 της 10ης Ιανουαρίου 1985, 229/83, Leclerc, Συλλογή 1985, σ. 1, σκέψη 14 της 29ης Ιανουαρίου 1985, 231/83, Cullet, Συλλογή 1985, σ. 305, σκέψη 10 της 30ής Απριλίου 1986, 209/84 έως 213/84, Asjes, Συλλογή 1986, σ. 1425, σκέψη 71 της 1ης Οκτωβρίου 1987, 311/85, Vereniging van Vlaamse Reisbureaus, Συλλογή 1987, σ. 3801, σκέψη 10 της 3ης Δεκεμβρίου 1987, 136/86, Aubert, Συλλογή 1987, σ. 4789, σκέψη 23 της 14ης Ιουλίου 1988, 254/87, L' Aigle distribution (ενιαία τιμή βιβλίου), Συλλογή 1988, σ. 4457, σκέψη 10 της 21ης Σεπτεμβρίου 1988, 267/86, Van Eycke, Συλλογή 1988, σ. 4769, σκέψη 16 απόφαση Μarchandise, σκέψη 22.
(63) - C-2/91, C-185/91 και C-245/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-0000.
(64) - Απόφαση ΙΝΝΟ, σκέψεις 28 έως 31 και 34.
(65) - Σχετικές ενδείξεις ανευρίσκονται ήδη στην απόφαση Leclerc.
(66) - Οι αποφάσεις αυτές επικεντρώνονται στο άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ, αλλά δεν βλέπω για ποιο λόγο ο αρχές που εκτίθενται στις αποφάσεις αυτές δεν θα μπορούσαν mutatis mutandis να ισχύουν και ως προς το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ.
(67) - Απόφαση Meng, σκέψη 19.
(68) - Απόφαση Ohra, σκέψη 11.
(69) - Βλ. την απόφαση Ohra, σκέψη 13.
(70) - Ανωτέρω, υποσημειώσεις 17 και 18.
(71) - Αναφερόμενος στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Β & Q Ι, Συλλογή 1989, σ. 3883, σημείο 32. Βλ. επίσης τις προτάσεις μου, σημείο 18, για την έκδοση των αποφάσεων Conforama και Marchandise, ανωτέρω, υποσημείωση 17.
(72) - Σημείο 33, Συλλογή 1992, σ. Ι-6484. Το Δικαστήριο δεν εξέτασε λεπτομερέστερα το σημείο αυτό.
(73) - Δεν είμαι πεπεισμένος ότι ο ισχυρισμός αυτός ευσταθεί από απόψεως πραγματικών περιστατικών. 'Οπως προκύπτει από τα διαγράμματα που προσκόμισαν στο Δικαστήριο οι 't Ηeukske και Boermans, τα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τον κύκλο εργασιών και το μέγεθος του κέρδους των πρατηρίων βενζίνης αποτελούνται σε ποσοστό λιγότερο του ενός τρίτου από την πώληση άλλων ειδών πλην καυσίμων. Μόνο ένα μέρος αυτού τους ενός τρίτου περιλαμβάνει είδη έχοντα σχέση με τον δρόμο, ενώ και πάλι μόνο ένα μέρος των εχόντων σχέση με τον δρόμο ειδών αποτελείται από είδη καπνού. Από τα είδη αυτά καπνού πωλείται μόνο ένα μέρος εκτός των κανονικών ωρών λειτουργίας του καταστήματος. Μόνο το μέρος αυτό, επομένως ένα κλάσμα των συνολικών πωλήσεων των πρατηρίων βενζίνης, αφορά την άνιση μεταχείριση για την οποία παραπονούνται οι 't Heukske και Boermans, όπου και πάλι πρόκειται για μια σχετικά ασήμαντη άνιση μεταχείριση: ορισμένα πρατήρια βενζίνης μπορούν να πωλούν απευθείας εντός του καταστήματος, ενώ άλλα υποχρεούνται να πωλούν μέσω μηχανήματος αυτόματης διανομής.
Full & Egal Universal Law Academy