Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση το tribunal de commerce de La Roche-sur-Yon (Γαλλία( υπέβαλε στο Δικαστήριο δεκαπέντε ερωτήματα σχετικά με το κύρος μιας διατάξεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 345/92 του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1992, για την ενδέκατη τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3094/86 για τη θέσπιση ορισμένων τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων (1).
Η διάταξη αυτή περιλαμβάνει γενική απαγόρευση της αλιείας με συρόμενα δίχτυα το ατομικό ή το συνολικό μήκος των οποίων υπερβαίνει τα 2,5 χιλιόμετρα και προβλέπει παρέκκλιση για την αλιεία με συρόμενα δίχτυα το συνολικό μήκος των οποίων δεν υπερβαίνει τα 5 χιλιόμετρα, η οποία ισχύει μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1993 και εφαρμόζεται σε σκάφη που αλίευσαν τόνο με συρόμενα δίχτυα στον Bορειοανατολικό Ατλαντικό επί δύο τουλάχιστον έτη.
Ορισμένα ερωτήματα ανέκυψαν ως προς το κύρος τόσον της απαγορεύσεως όσον και της παρεκκλίσεως, όπως αυτή προβλέπεται στα κατά ανωτέρω όρια (2).
2. Η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως των εν λόγω συρομένων διχτυών θεσπίστηκε, μεταξύ άλλων, ενόψει ενός ψηφίσματος που εξέδωσε στις 22 Δεκεμβρίου 1989 η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, για την αλιεία με μεγάλα συρόμενα πελαγικά δίχτυα και για τις συνέπειες που έχει στους βιολογικούς πόρους των ωκεανών και των θαλασσών (ψήφισμα 44/225), με το οποίο τα μέλη της διεθνούς κοινότητας κλήθηκαν * μεταξύ άλλων * να λάβουν το αργότερο μέχρι τις 30 Ιουνίου 1992 "ανασταλτικά μέτρα όλων των αλιευτικών δραστηριοτήτων στην ανοιχτή θάλασσα με τα μεγάλα συρόμενα πελαγικά δίχτυα" (3) και να "σταματήσουν αμέσως κάθε νέα επέκταση των αλιευτικών δραστηριοτήτων με τα μεγάλα συρόμενα πελαγικά δίχτυα στον Βόρειο Ειρηνικό και σε όλες τις ανοιχτές θάλασσες εκτός του Ειρηνικού ωκεανού". Οι συστάσεις αυτές διατυπώθηκαν μεταξύ άλλων εν όψει των ακολούθων σκέψεων:
"Διαπιστώνοντας ότι πολλές χώρες ανησυχούν λόγω του ότι χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο μεγάλα συρόμενα πελαγικά δίχτυα, το μήκος των οποίων μπορεί να φθάσει ή να υπερβεί συνολικά τα 30 μίλια (48 χιλιόμετρα), για την αλίευση στην ανοιχτή θάλασσα βιολογικών πόρων,
Γνωρίζοντας ότι η αλιεία με τα μεγάλα συρόμενα πελαγικά δίχτυα, μέθοδος η οποία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ενός ή περισσοτέρων διχτυών που τοποθετούνται κατά το μάλλον ή ήττον κάθετα με πλωτήρες και με μολυβήθρες και στα μάτια των οποίων συλλαμβάνεται ο ιχθύς όταν σύρονται στην επιφάνεια ή μέσα στο νερό, αποτελεί συχνά μη επιλεκτική και ολίγον αποδοτική μέθοδο, η οποία θεωρείται γενικώς ότι διακυβεύει την αποτελεσματική διατήρηση των βιολογικών πόρων της θάλασσας, ειδικότερα των ειδών αναδρομικών και μεγάλων μεταναστευτικών ιχθύων, των θαλασσίων πτηνών και των θαλασσίων θηλαστικών".
3. Το ψήφισμα, το οποίο αναφερόταν επιπλέον στην υποχρέωση όλων των μελών της διεθνούς κοινότητας, σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, "να συνεργάζονται σε παγκόσμια και περιφερειακή κλίμακα για τη διατήρηση και τη διαχείριση των βιολογικών πόρων της ανοιχτής θάλασσας και να λαμβάνουν ατομικώς ή συλλογικώς τα μέτρα που πρέπει να εφαρμόζουν οι υπήκοοί τους για να διασφαλίσουν την διατήρηση των πόρων αυτών" (4), ενισχύθηκε με ψηφίσματα που εκδόθηκαν από διάφορα διεθνή όργανα.
4. Η απαγόρευση που θέσπισε το Συμβούλιο θίγει, μεταξύ άλλων, μία κατηγορία Γάλλων αλιέων οι οποίοι είχαν αρχίσει το 1987, στον Ατλαντικό Ωκεανό, την αλιεία τόνου με συρόμενα δίχτυα (5). Η προσωρινή παρέκκλιση από την απαγόρευση αφορά την κατηγορία αυτή (6). Η εναγομένη της κυρίας δίκης ανήκει στην κατηγορία αυτή.
5. Η εναγομένη της κύριας δίκης ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι η επίδικη διάταξη είναι παράνομη, επειδή το Συμβούλιο δεν έχει αρμοδιότητα να επεκτείνει την εφαρμογή της στην αλιεία στην ανοιχτή θάλασσα, επειδή θεσπίστηκε χωρίς την κατάλληλη νομική βάση και είναι πλημμελώς αιτιολογημένη και περιέχει σφάλματα ουσίας.
Οι ισχυρισμοί αυτοί που στρέφονται κατά του κύρους της διατάξεως αντικατοπτρίζονται στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, τα οποία θα εξετάσω με κάπως διαφορετική σειρά από εκείνη την οποία ακολούθησε το δικαστήριο. Στην έκθεση ακροατηρίου περιέχεται η ακριβής διατύπωση των ερωτημάτων.
6. Η επίδικη διάταξη θεσπίστηκε βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (7)(στο εξής: βασικός κανονισμός). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του βασικού κανονισμού, τα μέτρα διατηρήσεως που θεσπίζονται βάσει του κανονισμού πρέπει να αποσκοπούν στη διασφάλιση της προστασίας των αλιευτικών πεδίων, της διατηρήσεως των θαλασσίων βιολογικών πόρων και της ισόρροπης εκμεταλλεύσεώς τους σε διαρκή βάση και υπό κατάλληλες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, ορίζει ότι τα μέτρα διατηρήσεως μπορούν, μεταξύ άλλων, να περιλαμβάνουν τον καθορισμό των προδιαγραφών για τα αλιευτικά μέσα, το δε άρθρο 11 ορίζει συναφώς ότι τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 2 θεσπίζονται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής.
Βάσει της εξουσιοδοτήσεως αυτής, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 171/83, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί ορισμένων προσωρινών τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων (8), ο οποίος αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3094/86, της 7ης Οκτωβρίου 1986, για τη θέσπιση ορισμένων τεχνικών μέτρων διατήρησης των αλιευτικών πόρων (9). Ο κανονισμός θεσπίζει κανόνες σχετικούς με το μέγεθος των ματιών των διχτυών, το ελάχιστο μέγεθος του ιχθύος και τους περιορισμούς της αλιείας ορισμένων ειδών, σε ορισμένες ζώνες και περιόδους και για ορισμένα σκάφη και τύπους εργαλείων. Ο κανονισμός 345/92 περιέχει την ενδέκατη τροποποίηση του ως άνω κανονισμού. Η επίδικη στην υπό κρίση περίπτωση διάταξη, ήτοι το άρθρο 1, παράγραφος 8, του κανονισμού 345/92, με το οποίο προστέθηκε ένα νέο άρθρο, το 9α, στον κανονισμό 3094/86, ορίζει τα εξής:
"1. Απαγορεύεται σε όλα τα σκάφη να διατηρούν ή να αλιεύουν με ένα ή περισσότερα συρόμενα δίχτυα (απλάδια) το ατομικό ή το συνολικό μήκος των οποίων είναι μεγαλύτερο από 2,5 χιλιόμετρα.
2. Συμφωνείται παρέκκλιση μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1993 για τα σκάφη που αλιεύουν τόνο (Thunnus alalunga) με συρόμενα δίχτυα στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό κατά τα δύο έτη τουλάχιστον που προηγούνται της έναρξης της ισχύος του παρόντος κανονισμού. Τα σκάφη αυτά είναι νηολογημένα σε κοινοτικό νηολόγιο και μπορούν να χρησιμοποιούν συρόμενα δίχτυα μήκους το οποίο μπορεί να φθάνει τα 2,5 χιλιόμετρα, ενώ το συνολικό μήκος του διχτυού που προκύπτει δεν υπερβαίνει ολικό μήκος 5 χιλιομέτρων. Η άνω νεύρωση θα βυθίζεται σε ελάχιστο βάθος δύο μέτρων. Η παρέκκλιση αυτή τερματίζεται την προαναφερόμενη ημερομηνία, εκτός αν το Συμβούλιο αποφασίσει, με ειδική πλειοψηφία, προτάσει της Επιτροπής, παράταση της παρέκκλισης υπό το φως επιστημονικών δεδομένων, που αποδεικνύουν έλλειψη κάθε οικολογικού κινδύνου από αυτή.
3. (...)
4. Παρά το άρθρο 1, παράγραφος 1, το παρόν άρθρο εφαρμόζεται, εξαιρέσει της Βαλτικής, των Belts και του OEresund, σε όλα τα ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία των κρατών μελών και, εκτός αυτών των υδάτων, σε κάθε αλιευτικό σκάφος που φέρει σημαία κράτους μέλους ή είναι νηολογημένο σε κράτος μέλος."
Είναι η Κοινότητα αρμόδια να ρυθμίσει τη διατήρηση των βιολογικών πόρων στην ανοιχτή θάλασσα; (ερωτήματα 1.1 και 1.2)
7. Από την παράγραφο 4 της επίδικης διατάξεως προκύπτει σαφώς ότι η απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως μεγάλων συρομένων διχτυών δεν εφαρμόζεται μόνο στην αλιεία στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία των κρατών μελών, αλλά και στην αλιεία στην ανοιχτή θάλασσα, εφόσον διενεργείται από αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία κράτους μέλους ή είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος. Με τα δύο πρώτα ερωτήματά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν η Κοινότητα έχει αρμοδιότητα να νομοθετεί κατά τον τρόπο αυτό όσον αφορά την ανοιχτή θάλασσα.
8. Τίποτα δεν εμποδίζει, από πλευράς γενικού διεθνούς δικαίου, τα κράτη να ρυθμίζουν τις αλιευτικές δραστηριότητες στην ανοιχτή θάλασσα ως προς τα σκάφη τους ούτε υπάρχουν ειδικοί κανόνες του διεθνούς δικαίου που περιορίζουν, στον υπό εξέταση τομέα, τη γενική κανονιστική αρμοδιότητα των κρατών (10).
9. Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Κοινότητα έχει αρμοδιότητα να νομοθετεί όσον αφορά την ανοιχτή θάλασσα, καθόσον αντίστοιχη αρμοδιότητα ανήκει στα κράτη δυνάμει του δημοσίου διεθνούς δικαίου (11).
10. Εξάλλου, η άποψη που υποστηρίζει κυρίως η εναγομένη της κυρίας δίκης είναι ότι η επίδικη απαγόρευση θεσπίστηκε με έρεισμα τον βασικό κανονισμό, ενώ ο κανονισμός αυτός δεν παρέχει αρμοδιότητα στο Συμβούλιο να περιορίσει την ελεύθερη πρόσβαση στους αλιευτικούς βυθούς της ανοικτής θάλασσας. Σε αντίθεση προς τις διατάξεις του άρθρου 43, σε συνδυασμό με το άρθρο 38, της Συνθήκης ΕΟΚ, ο βασικός κανονισμός εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο να θεσπίζει κανόνες χωρίς διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η άποψη αυτή πρέπει να απορριφθεί. Κανένα στοιχείο στον βασικό κανονισμό δεν επιτρέπει ερμηνεία κατά την οποία η αρμοδιότητα της Κοινότητας να λαμβάνει τεχνικά μέτρα διατηρήσεως με έρεισμα τον κανονισμό αυτόν περιορίζεται στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία των κρατών μελών (12). Ο περιορισμός αυτός δεν μπορεί άλλωστε να συναχθεί ούτε από τους κανονισμούς 101/76 και 171/83 του Συμβουλίου (13). Το γεγονός ότι οι προπαρατεθέντες κανονισμοί θεσπίζουν καταρχάς μόνο κανόνες που τυγχάνουν εφαρμογής στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία των κρατών μελών δεν αποκλείει, αν παρουσιαστεί ανάγκη, τη δυνατότητα θεσπίσεως κανόνων που εφαρμόζονται στα σκάφη των κρατών μελών ακόμη και όταν αλιεύουν εκτός των υδάτων αυτών (14). Η θέσπιση κανόνων που εφαρμόζονται στην αλιεία στην ανοιχτή θάλασσα, για τα δικά της σκάφη, είναι φυσική και μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, αναγκαία συνέπεια της αρμοδιότητας της Κοινότητας στον τομέα της αλιείας, δεν είναι δε δυνατόν να συναχθεί από την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 11 του βασικού κανονισμού περιορισμός της αρμοδιότητας του Συμβουλίου να θεσπίζει τέτοιους κανόνες, όταν ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει στο δημόσιο διεθνές δίκαιο (15).
11. Δεδομένου ότι το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο σχετικά με την απαγόρευση διατηρήσεως συρομένων διχτυών προϋποθέτει αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, δεν χρειάζεται να εξετασθεί ειδικότερα.
Στηρίχθηκε ο κανονισμός σε ορθή νομική βάση; (ερωτήματα 4.1 και 4.2)
12. Το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε το ερώτημα αν εγκύρως η επίδικη διάταξη στηρίχθηκε στον βασικό κανονισμό, ο οποίος αφορά τη διατήρηση και τη διαχείριση των αλιευτικών πόρων. Στη διάταξη περί παραπομπής εκτίθεται ότι από ένα σύνολο γεγονότων προκύπτει ότι η θέσπιση της διατάξεως υπαγορεύθηκε όχι από τη διατήρηση των πόρων αλλά, κυρίως, από οικολογικούς λόγους, οπότε η επίδικη διάταξη θα έπρεπε να θεσπισθεί με αναφορά στους κανόνες της Συνθήκης που ισχύουν στον τομέα του περιβάλλοντος (16).
13. Η εναγομένη της κυρίας δίκης ισχυρίζεται
* ότι η επίδικη διάταξη θεσπίστηκε όχι για λόγους που αφορούν τη διατήρηση των πόρων, εφόσον το απόθεμα των τονοειδών ανανεώνεται ταχύτερα από ό,τι περιορίζεται με την αλιεία, αλλά για οικολογικούς λόγους, δεδομένου ότι ο κανονισμός δικαιολογείται πρωτίστως και ουσιαστικώς από την προστασία των δελφινιών (17) και
* ότι υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 11ης Ιουνίου 1991 στην υπόθεση C-300/89, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (απορρίμματα διοξειδίου του τιτανίου) (18), η διάταξη θα έπρεπε να έχει εκδοθεί βάσει των άρθρων 130Ρ και 130Σ και όχι δυνάμει του βασικού κανονισμού, και με ομοφωνία αντί με ειδική πλειοψηφία.
14. Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Βεβαίως μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι ένας βασικός σκοπός της επίδικης διατάξεως είναι να εμποδίσει τις παρεμπίπτουσες αλιεύσεις δελφινιών και υπό τις συνθήκες αυτές θεωρώ εύλογο να γίνει δεκτό ότι η επίδικη διάταξη εξυπηρετεί οικολογικό σκοπό. Δεν μπορεί ωστόσο να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η διάταξη δεν μπορεί να θεσπιστεί βάσει των διατάξεων της Συνθήκης και του παραγώγου δικαίου που αφορούν τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων.
15. Πρώτον, η επίδικη διάταξη αποσκοπεί άμεσα να ρυθμίσει τη χρησιμοποίηση συγκεκριμένης αλιευτικής μεθόδου και, κατά την άποψή μου, μία τέτοια ρύθμιση εντάσσεται κατά τον πλέον φυσικό τρόπο στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής.
Αντιλαμβάνομαι την άποψη της εναγομένης της κυρίας δίκης υπό την έννοια ότι ισχυρίζεται ότι μία ρύθμιση των αλιευτικών μεθόδων για τον τόνο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί στον βασικό κανονισμό παρά μόνον εάν η ρύθμιση αυτή ήταν αναγκαία για τη διατήρηση του αποθέματος τόνου, ενώ η ίδια ρύθμιση εκφεύγει του πλαισίου της εξουσιοδοτικής διατάξεως του βασικού κανονισμού, εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι εκδόθηκε, καταρχάς και κυρίως, για λόγους διατηρήσεως των δελφινιών.
Δεν μπορεί να θεωρηθεί αποφασιστικό αυτό καθ' αυτό το γεγονός ότι το μέτρο αυτό αποσκοπεί στην προστασία άλλου είδους εκτός από αυτό που αλιεύεται με την υπό κρίση μέθοδο αλιεύσεως, εφόσον τα τεχνικά μέτρα διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων πρέπει αναμφιβόλως να περιλαμβάνουν μέτρα που αντιτίθενται σε μη επιλεκτικές αλιευτικές μεθόδους, προκειμένου να αποφευχθούν παρεμπίπτοντα αλιεύματα (19).
Νομίζω ότι ούτε το γεγονός ότι μπορεί, ενδεχομένως, να τεθεί θέμα προστασίας των δελφινιών πρέπει να είναι αποφασιστικής σημασίας. Ενδέχεται βεβαίως τα δελφίνια να μην περιλαμβάνονται, αυτά ταύτα, στους αλιευτικούς πόρους η διατήρηση των οποίων σκοπείται άμεσα με τον βασικό κανονισμό (20), και η επιχειρηματολογία της εναγομένης της κυρίας δίκης να στηρίζεται εμμέσως στην προβληματική αυτή. Το ζήτημα δεν εξετάστηκε ωστόσο ρητώς στις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις και ούτε είναι αναγκαίο να λάβω θέση ως προς το σημείο αυτό. Είναι πράγματι σαφές κατ' εμέ ότι, στο πλαίσιο ενός κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων, μπορεί να εφαρμοστεί μια σφαιρική πολιτική προκειμένου να διατηρηθούν όλοι οι θαλάσσιοι βιολογικοί πόροι (βλ. το άρθρο 1 του βασικού κανονισμού), καθόσον η πολιτική αυτή υλοποιείται με μέτρα τα οποία αφορούν τις συνθήκες υπό τις οποίες οι αλιείς ασκούν τη δραστηριότητά τους. Ούτε ενδείκνυται ούτε είναι δυνατό στην πράξη να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός μεν, των μέτρων που ρυθμίζουν τη χρησιμοποίηση αλιευτικών μεθόδων και αποδίδουν πρωτεύουσα σημασία στην αποφυγή των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων ειδών που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των αλιευτικών πόρων που καθίστανται αντικείμενο εκμεταλλεύσεως στο πλαίσιο του τομέα της αλιείας, αφετέρου δε, των μέτρων του ιδίου είδους που αποσκοπούν κυρίως στην αποφυγή των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων άλλων ειδών. Στην δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του επίδικου κανονισμού αναφέρεται απλώς ότι "η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και εντατικοποίηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων με συρόμενα δίχτυα (απλάδια) μπορούν να παρουσιάσουν σοβαρά μειονεκτήματα όσον αφορά την αύξηση της αλιείας και των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων άλλων ειδών διαφορετικών από το είδος στόχος" και, επιπλέον, από τα προσκομισθέντα στην υπόθεση αυτή στοιχεία προκύπτει ότι ο κανονισμός δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στην προστασία των δελφινιών.
16. Δεύτερον, τόσον από το άρθρο 130 Ρ της Συνθήκης όσον και από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι ανάγκες στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος αποτελούν σημαντική συνιστώσα της πολιτικής της Κοινότητας σε άλλους τομείς (21). Οι οικολογικές ανησυχίες αποτελούν κατ' εμέ αναπόσπαστο μέρος κάθε μέτρου που λαμβάνεται στο πλαίσιο κοινής αλιευτικής πολιτικής το οποίο αποσκοπεί στη διατήρηση των θαλασσίων βιολογικών πόρων.
17. Έστω και αν η προστασία των δελφινιών ενδέχεται να αποτελεί βασικό σκοπό της επίδικης διατάξεως, και έστω και αν η διάταξη αυτή λαμβάνει ενδεχομένως υπόψη, σε μεγάλο βαθμό, ανησυχίες οικολογικής φύσεως, η εν λόγω διάταξη μπορεί εγκύρως, κατ' εμέ, να εκδοθεί με έρεισμα τον βασικό κανονισμό.
Στηρίχθηκε η απαγόρευση σε επαρκή επιστημονική βάση; (ερωτήματα 2.1, 2.2, 2.3, 7.1 και 7.2)
18. Το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο σειρά ερωτημάτων με τα οποία ζητείται, κατ' ουσίαν, η έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου ως προς το αν το κύρος της επίδικης διατάξεως μπορεί να αμφισβητηθεί λόγω του ότι δεν στηρίχθηκε σε επαρκή επιστημονικά στοιχεία.
19. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε, πρώτον, στο γεγονός ότι
* το άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού ορίζει ότι "τα μέτρα διατήρησης που είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 1 καθορίζονται βάσει των διαθέσιμων επιστημονικών συστάσεων και ειδικότερα της έκθεσης της Επιστημονικής και Τεχνικής Επιτροπής για Θέματα Αλιείας που προβλέπεται από το άρθρο 12" (22), και
* ότι το άρθρο 119 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει την υποχρέωση των κρατών, οσάκις λαμβάνουν μέτρα προς τον σκοπό διατηρήσεως των βιολογικών πόρων όσον αφορά την ανοικτή θάλασσα, να "(επιδιώκουν), με βάση τα πλέον αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα που έχουν στη διάθεσή τους, να διατηρήσουν ή να αποκαταστήσουν τα αποθέματα (...)".
Το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε περαιτέρω ότι στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του επίδικου κανονισμού μνημονεύεται η υποχρέωση της Κοινότητας να λαμβάνει μέτρα διατηρήσεως υπό το φως των διαθεσίμων επιστημονικών συστάσεων, αλλά ότι ο κανονισμός δεν αναφέρεται σε κανένα επιστημονικό στοιχείο ούτε σε καμία επιστημονική έκθεση και ότι από τον κανονισμό μπορεί να συναχθεί ότι δεν εκδόθηκε πράγματι βάσει επιστημονικών συστάσεων, εφόσον από αυτόν προκύπτει ότι είναι ανάγκη να πραγματοποιηθούν επιστημονικές αναλύσεις (23).
20. Το αιτούν δικαστήριο επισήμανε, δεύτερον, ότι η επίδικη διάταξη δεν βρίσκεται σε αντιστοιχία με τις μοναδικές διαθέσιμες επιστημονικές συστάσεις, ήτοι
* μία έκθεση εκπονηθείσα κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής από το IFREMER και το ΙΕΟ, τον γαλλικό και ισπανικό οργανισμό θαλάσσιας έρευνας, βάσει της αλιευτικής περιόδου 1989, που φέρει τον τίτλο: "Αλληλεπίδραση των διαφόρων μέσων αλιείας που χρησιμοποιούνται για την αλιεία στην επιφάνεια του λευκού τόνου του Βορειοανατολικού Ατλαντικού" και από την οποία προκύπτει ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα πόρων όσον αφορά τον λευκό τόνο στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό, ότι το συρόμενο δίχτυ είναι το πλέον επιλεκτικό αλιευτικό εργαλείο για την αλιεία του τόνου, δεδομένου ότι δεν αλιεύει τόνο μικρού μεγέθους, ότι τα παρεμπίπτοντα αλιεύματα είναι ελάχιστα με τα συρόμενα δίχτυα και ότι η αλίευση δελφινιών μπορεί να χαρακτηριστεί περιπτωσιακή, και
* μία έκθεση της Μόνιμης Επιτροπής για την Έρευνα και τις Στατιστικές (SCRS) της Διεθνούς Επιτροπής για τη Διατήρηση των Τονοειδών του Ατλαντικού (ICCAT), του Νοεμβρίου 1991, από την οποία προκύπτει ότι βάσει των διαθεσίμων στοιχείων θα μπορούσε να υποτεθεί ότι το απόθεμα λευκού τόνου στον Βόρειο Ατλαντικό αποτελεί αντικείμενο μετρίας μόνον εκμεταλλεύσεως και ότι δεν προτείνεται κανένα μέτρο διαχειρίσεως.
21. Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί, τρίτον, ότι ο κανονισμός δεν στηρίχθηκε σε επαρκή επιστημονικά στοιχεία ώστε να αποδεικνύεται ότι δικαιολογείται από τους λόγους που προβάλλονται στο κείμενό του και ότι υφίστανται τουναντίον ενδείξεις για να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός εκδόθηκε αποκλειστικά για συμβολικούς λόγους. Αναφέρεται συναφώς, μεταξύ άλλων, σε μία συνέντευξη του αρμοδίου μέλους της Επιτροπής (24).
22. H εναγομένη της κυρίας δίκης συμφωνεί με τα εκτιθέμενα από το αιτούν δικαστήριο. Εντούτοις, από τις προφορικές ιδίως παρατηρήσεις που διατύπωσε η επιχείρηση προκύπτει ότι αυτή συνδέει στενά το ζήτημα της επιστημονικής βάσεως του κανονισμού με το ζήτημα της ορθής νομικής βάσεως της απαγορεύσεως των συρομένων διχτυών. Θεωρώντας ότι μία απαγόρευση των συρομένων διχτυών στηριζόμενη στον βασικό κανονισμό θα μπορούσε να θεσπιστεί μόνο προκειμένου να διατηρηθεί το απόθεμα τονοειδών και όχι για οικολογικούς λόγους που οφείλονται στην προστασία των δελφινιών, η επιχείρηση φρονεί ότι ο κανονισμός στερείται της αναγκαίας επιστημονικής βάσεως, έστω και για τον λόγο ότι από τίποτε δεν προκύπτει ότι απειλείται το απόθεμα τονοειδών (25). Με το ίδιο πνεύμα, η επιχείρηση πρόσθεσε ότι εάν το Συμβούλιο επιθυμούσε να λάβει μέτρα διατηρήσεως εφαρμόζοντας την αρχή της προλήψεως, τούτο θα μπορούσε να γίνει μάλλον με τον καθορισμό ποσότητας επιτρεπομένων αλιευμάτων (TAC) παρά με την ολική απαγόρευση της αλιείας, πράγμα που θεωρεί ότι είναι η συνέπεια της θεσπίσεως της απαγορεύσεως των συρομένων διχτυών, εφόσον, κατ' αυτήν, άλλες μέθοδοι αλιείας δεν είναι αποδοτικές μακροπροθέσμως.
23. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι από τη διατύπωση "εκπονηθείσα υπό το φως των διαθεσίμων επιστημονικών συστάσεων" (η υπογράμμιση είναι δική μου) προκύπτει ότι τα μέτρα διατηρήσεως δεν πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται σε πλήρη συμφωνία με τις συστάσεις αυτές και ότι το γεγονός ότι δεν υφίστανται τέτοιες συστάσεις ή οι υφιστάμενες είναι ανεπαρκείς δεν εμποδίζει άλλωστε τον κοινοτικό νομοθέτη να λαμβάνει τα μέτρα που κρίνει αναγκαία για την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 1 του βασικού κανονισμού. Τα δύο όργανα δικαιολογούν την άποψη αυτή με το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν μεταβίβασε καμία αρμοδιότητα σε επιστημονικούς οργανισμούς και ότι αν γινόταν δεκτό ότι ο κοινοτικός νομοθέτης υποχρεούνταν να ζητήσει και να ακολουθήσει τις συστάσεις επιστημονικών οργανισμών θα ανατρεπόταν η θεσμική ισορροπία.
24. Το Συμβούλιο ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι υπάρχουν πράγματι επιστημονικά στοιχεία τα οποία πιστοποιούν τα βλαπτικά για τη διατήρηση των θαλασσίων πόρων αποτελέσματα της χρησιμοποιήσεως των μεγάλων συρομένων διχτυών. Το Συμβούλιο παρατηρεί ότι η απαγόρευση θεσπίστηκε λαμβανομένων υπόψη των επιστημονικών εκτιμήσεων συνεπεία των οποίων πολλές χώρες και διεθνείς οργανώσεις απαγόρευσαν τα δίχτυα αυτά ή συνέστησαν την απαγόρευσή τους. Το Συμβούλιο παραπέμπει συναφώς ειδικότερα στο προπαρατεθέν ψήφισμα 44/225 των Ηνωμένων Εθνών, μετά το οποίο εκδόθηκαν ψηφίσματα από την Οργάνωση Αλιείας του Βορειοδυτικού Ατλαντικού, τη Διεθνή Επιτροπή για τη Φάλαινα, τη Διεθνή Επιτροπή για τη Διατήρηση των Τονοειδών του Ατλαντικού (ICCAT) (26) και τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης.
25. Για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά πρέπει να αναφερθεί η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία ο δικαστικός έλεγχος των μέτρων που λαμβάνει το Συμβούλιο πρέπει να περιορίζεται, εν όψει της διακριτικής ευχέρειας που αναγνωρίζεται στο Συμβούλιο κατά την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της κοινής αλιευτικής πολιτικής * βλ. άρθρα 38 και 43 της Συνθήκης *, στην εξέταση του ζητήματος αν το υπό κρίση μέτρο εκδόθηκε κατά προφανή πλάνη ή κατά κατάχρηση εξουσίας ή αν η εν λόγω αρχή υπερέβη καταφανώς τα άκρα όρια της ευχέρειας εκτιμήσεώς της (27). Μπορεί να ληφθεί ως βάση ότι το Συμβούλιο έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως οσάκις πρόκειται να προβεί σε συνολική αξιολόγηση της ανάγκης λήψεως συγκεκριμένου μέτρου διατηρήσεως "προκειμένου να διασφαλίσει την προστασία των αλιευτικών πεδίων, τη διατήρηση των θαλασσίων βιολογικών πόρων και την ισόρροπη εκμετάλλευσή τους σε διαρκή βάση και υπό κατάλληλες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες (...)" (βλ. άρθρο 1 του βασικού κανονισμού). (28)
26. Πρώτον, πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι, στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας του εκτιμήσεως, το Συμβούλιο δεν υποχρεούται να ακολουθεί συγκεκριμένες επιστημονικές συστάσεις ορισμένων επιστημονικών οργανώσεων. Όπως ανέφεραν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει την υπόθεση ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είχε την πρόθεση να απονείμει στις επιστημονικές οργανώσεις αρμοδιότητα ικανή να δεσμεύσει το Συμβούλιο κατά την άσκηση της ευχέρειας εκτιμήσεως που διαθέτει (29).
27. Δεύτερον, πρέπει ενδεχομένως να υπογραμμιστεί ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στις προπαρατεθείσες επιστημονικές εκθέσεις η ιδιαίτερη σημασία, εν όψει του ζητήματος που μας απασχολεί, την οποία τους αποδίδουν το αιτούν δικαστήριο και η εναγομένη της κυρίας δίκης. Όσον αφορά την έκθεση της Μόνιμης Επιτροπής για την Έρευνα και τις Στατιστικές (SCRS), οργάνου ιδρυθέντος στο πλαίσιο της ICCAT, διαπιστώνεται ότι η έκθεση αυτή λαμβάνει θέση μόνον ως προς το εάν απειλείται το απόθεμα τονοειδών, χωρίς να ασχολείται με το ζήτημα των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων, επιπλέον δε ότι την έκθεση αυτή ακολούθησε το προπαρατεθέν ψήφισμα της ICCAT, το οποίο συνιστά την τήρηση του ψηφίσματος 44/225 των Ηνωμένων Εθνών. Η έκθεση εξάλλου που εκπόνησαν οι IFREMER/IEO αφορά κατ' ουσίαν την αλληλεπίδραση των διαφόρων αλιευτικών μέσων, ενώ αντιμετωπίζει τα παρεμπίπτοντα αλιεύματα θαλασσίων θηλαστικών μόνον ως παρεπόμενο ζήτημα. Όσον αφορά το έγγραφο εργασίας της Επιστημονικής και Τεχνικής Επιτροπής που προσκόμισε το Συμβούλιο, δεν νομίζω ότι συνηγορεί κατά της απαγορεύσεως των συρομένων διχτυών, δεδομένου ότι ουδόλως μπορεί να συναχθεί από την έκθεση αυτή τίποτα άλλο από το ότι η Επιτροπή αυτή δεν διαθέτει τα αναγκαία επιστημονικά στοιχεία για να εκτιμήσει την ανάγκη απαγορεύσεως (30).
28. Τρίτον, νομίζω ότι μπορεί να ληφθεί ως βάση ότι το Συμβούλιο διέθετε επαρκή στοιχεία για να εκτιμήσει, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, ότι η επίμαχη διάταξη είναι αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού.
Δεν πρέπει, εν όψει των διαθεσίμων στοιχείων, να επικρίνεται η εκτίμηση του Συμβουλίου, για τον λόγο ότι ελλείπουν οι επιστημονικές πληροφορίες που επιτρέπουν να κριθεί με απόλυτη βεβαιότητα η αναγκαιότητα του μέτρου. Όπως ανέφερε η Επιτροπή, πρέπει, σε ορισμένες περιπτώσεις, να θεωρείται αναγκαία η λήψη μέτρων βάσει της αρχής της προφυλάξεως (31). Με άλλα λόγια, ο νόμιμος χαρακτήρας της επίδικης διατάξεως του κανονισμού 345/92 δεν μπορεί να επηρεαστεί από την παρατήρηση που περιλαμβάνεται στον κανονισμό αυτό, σχετικά με την ανάγκη νέων επιστημονικών αναλύσεων προκειμένου να αξιολογηθεί ο οικολογικός αντίκτυπος των αλιευτικών δραστηριοτήτων με συρόμενα δίχτυα.
Το γεγονός ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού ορίζει ότι τα υπό κρίση μέτρα καθορίζονται υπό το φως των διαθεσίμων επιστημονικών συστάσεων δεν μπορεί, κατ' εμέ, να ερμηνευθεί ως υποχρέωση του Συμβουλίου να έχει πάντοτε το ίδιο στη διάθεσή του επιστημονικά στοιχεία και να λαμβάνει ρητώς θέση επί των στοιχείων αυτών. Νομίζω αντιθέτως ότι πρέπει σαφώς να θεωρηθεί ότι το Συμβούλιο δρα εντός των ορίων της ευχέρειας εκτιμήσεώς του, οσάκις λαμβάνει τεχνικά μέτρα διατηρήσεως, παραπέμποντας σε ψήφισμα που έχουν εκδόσει τα Ηνωμένα Έθνη με το οποίο συνιστούν να λαμβάνονται μέτρα κατά της αλιείας με συρόμενα δίχτυα, μεταξύ άλλων, στον Ατλαντικό Ωκεανό και το οποίο ακολούθησαν ψηφίσματα που εκδόθηκαν από σειρά άλλων διεθνών οργανώσεων (32).
29. Το γεγονός ότι το Συμβούλιο αποφασίζει να ενεργήσει σε αρμονία με γνώμη ευρέως διαδεδομένη διεθνώς δεν μπορεί βεβαίως να συνηγορήσει υπέρ της απόψεως ότι το Συμβούλιο ενεργεί στην πραγματικότητα για συμβολικούς λόγους. Αντιλαμβάνομαι το ερώτημα που υπέβαλε συναφώς το αιτούν δικαστήριο ως ερώτημα που αφορά το ζήτημα αν το Συμβούλιο πρέπει να θεωρηθεί ότι ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας, με άλλα λόγια ότι, εκδίδοντας τον κανονισμό αυτό, επιδίωξε σκοπούς άλλους από τους εκτιθεμένους. Ωστόσο, η αναφορά σε ψηφίσματα που έχουν εκδοθεί από τα Ηνωμένα Έθνη και άλλες διεθνείς οργανώσεις, καθώς και στη θέση που υιοθέτησαν, μεταξύ άλλων, οικολογικές οργανώσεις και πολυάριθμοι αλιείς, αποσκοπεί ακριβώς στο να αποδείξει την ύπαρξη περιστατικών τα οποία, κατά τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, δικαιολογούν την απαγόρευση, ήτοι "ότι η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και εντατικοποίηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων με συρόμενα δίχτυα (απλάδια) μπορούν να παρουσιάσουν σοβαρά μειονεκτήματα όσον αφορά την αύξηση της αλιείας και των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων άλλων ειδών διαφορετικών από το είδος στόχος".
30. Το αιτούν δικαστήριο έθεσε επίσης το ζήτημα αν η απαγόρευση μπορεί να θεσπιστεί με αναφορά στο ψήφισμα 44/225 των Ηνωμένων Εθνών, λαμβανομένου υπόψη ότι το ψήφισμα αυτό αφορά τα μεγάλα συρόμενα πελαγικά δίχτυα, το μήκος των οποίων μπορεί να υπερβαίνει τα 50 χιλιόμετρα, ενώ αντιθέτως * κατά το αιτούν δικαστήριο * οι Γάλλοι αλιείς δεν είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν παρά συρόμενα δίχτυα μεγίστου μήκους πέντε ναυτικών μιλίων (9,6 χιλιομέτρων) (33) και, για πρακτικούς λόγους, δεν χρησιμοποίησαν πράγματι παρά δίχτυα το μήκος των οποίων δεν υπερέβαινε τα επτά χιλιόμετρα (ερώτημα 7.1).
31. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει το κύρος της επίδικης διατάξεως. Το περί ου ο λόγος ψήφισμα δεν περιέχει ορισμό της έννοιας των μεγάλων συρομένων διχτυών και πρέπει να είναι σαφές ότι το γεγονός ότι το ψήφισμα αναφέρει ότι τα μεγάλα συρόμενα πελαγικά δίχτυα μπορούν να υπερβαίνουν τα 50 χιλιόμετρα δεν μπορεί να στηρίξει ερμηνεία κατά την οποία τα συρόμενα δίχτυα 2,5 χιλιομέτρων δεν εμπίπτουν στην έννοια αυτή και επομένως το ψήφισμα δεν τα αφορά. Επιπλέον, στο έγγραφο εργασίας της Επιστημονικής και Τεχνικής Επιτροπής για Θέματα Αλιείας επισημαίνεται υπό μορφή εισαγωγής, ότι "there is no specific definition of 'large scale' , but for practical purposes it was arbitrarily agreed to consider these as nets when strung together, exceeding about 1 km" (δεν υπάρχει ειδικός ορισμός του μεγάλου διχτυού, αλλά για πρακτικούς λόγους αποφασίστηκε να θεωρούνται ως μεγάλα τα δίχτυα τα οποία, όταν είναι συνδεδεμένα, υπερβαίνουν το ένα περίπου χιλιόμετρο). Κατά τα λοιπά, πρέπει ενδεχομένως να μνημονευθεί ότι, κατά τη διευκρίνιση της παροχής ψήφου όσον αφορά μεταγενέστερο ψήφισμα των Ηνωμένων Εθνών για το ίδιο ζήτημα, η Επιτροπή πληροφόρησε τα Ηνωμένα Έθνη ότι είχε θεσπίσει την επίδικη απαγόρευση κατ' εφαρμογήν του ψηφίσματος 44/225 και ότι η Σύμβαση για την Απαγόρευση της Αλιείας με Μεγάλα Συρόμενα Δίχτυα στον Νότιο Ειρηνικό, η οποία συνήφθη στο Wellington στις 24 Νοεμβρίου 1989, εφαρμόζεται στα συρόμενα δίχτυα μήκους άνω των 2,5 χιλιομέτρων. Υπό το φως των στοιχείων αυτών, δεν νομίζω ότι μπορεί να επικριθεί η άποψη του Συμβουλίου ότι εν πάση περιπτώσει συρόμενα δίχτυα μήκους 2,5 χιλιομέτρων πρέπει να χαρακτηρισθούν ως μεγάλα συρόμενα δίχτυα, τα οποία αφορά το ψήφισμα 44/225.
32. Τέλος, το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου περί του αν η έκδοση του κανονισμού μπορεί να αιτιολογηθεί με αναφορά στη Σύμβαση της Βέρνης (34) (ερώτημα 7.2) συνδέεται με το ζήτημα του επιστημονικού ερείσματος του κανονισμού. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι η Σύμβαση φαίνεται να απαγορεύει μόνο την εκ προθέσεως αλίευση ή τη χρησιμοποίηση διχτυών εφόσον χρησιμοποιούνται για τη μαζική και μη επιλεκτική αλίευση ή θανάτωση ορισμένων προστατευομένων ειδών, πράγμα το οποίο * όπως προκύπτει (κατά το αιτούν δικαστήριο) από την προπαρατεθείσα έκθεση IFREMER/IEO * δεν συμβαίνει οσάκις χρησιμοποιούνται τα συρόμενα δίχτυα.
33. Από το άρθρο 6 της Συμβάσεως της Βέρνης προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη υποχρεούνται να απαγορεύουν "οιασδήποτε μορφής εκ προθέσεως σύλληψη, κατοχή και θανάτωση", μεταξύ άλλων, ορισμένων θηλαστικών. Το άρθρο 8 ορίζει ότι, σε περίπτωση παρεκκλίσεων από την απαγόρευση αυτή, τα συμβαλλόμενα μέρη "απαγορεύουν τη χρήση κάθε μέσου που επιτρέπει την άνευ επιλογής σύλληψη και θανάτωση και μέσων που μπορούν να προκαλέσουν τοπικά την εξαφάνιση ή να διαταράξουν σοβαρά την ηρεμία των πληθυσμών ενός είδους". Εν όψει των προεκτεθεισών σκέψεων, όσον αφορά την ευχέρεια που αναγνωρίζεται στο Συμβούλιο να λαμβάνει σοβαρώς υπόψη το γεγονός ότι μία ευρέως διαδεδομένη διεθνώς γνώμη θεωρεί το συρόμενο δίχτυ ως μη επιλεκτικό αλιευτικό μέσο, που συνεπάγεται παρεμπίπτοντα αλιεύματα, μεταξύ άλλων, δελφινιών, δεν είναι δυνατόν, κατ' εμέ, να αποτελέσει αντικείμενο αιτιάσεων η εκτίμηση του Συμβουλίου, καθόσον αυτό έκρινε ότι η αναφορά στη Σύμβαση της Βέρνης δεν ήταν άνευ αντικειμένου.
Μπορεί η παρέκκλιση από την απαγόρευση να περιοριστεί εγκύρως κατά τον αναφερόμενο στον κανονισμό τρόπο; (ερωτήματα 2.4, 2.5, 3 και 7.3)
34. Το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο ερωτήματα αφορώντα την προβλεπόμενη με την επίδικη διάταξη παρέκκλιση από τη γενική απαγόρευση αλιείας με μεγάλα συρόμενα δίχτυα, από τα οποία ερωτήματα προκύπτει ότι ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς τα ακόλουθα σημεία:
* Μπορεί ο κανονισμός εγκύρως να περιορίσει σε 5 χιλιόμετρα και μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1993 την παρέκκλιση από την απαγόρευση;
* συγκεκριμένα δε, συνάδουν οι περιορισμοί αυτοί προς την αρχή της σχετικής σταθερότητας και προς τους σκοπούς της κοινής αλιευτικής πολιτικής, και
* είναι οι περιορισμοί αυτοί πρόσφοροι, εν όψει του γεγονότος ότι, κατά τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, πρέπει απλώς να αποφευχθεί "η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και εντατικοποίηση",
καθώς και:
* μπορεί ο κανονισμός εγκύρως να προβλέπει ότι η ισχύς της διατάξεως θα παραταθεί μόνον "υπό το φως επιστημονικών δεδομένων που αποδεικνύουν έλλειψη κάθε οικολογικού κινδύνου από αυτή", πράγμα το οποίο συνεπάγεται αντιστροφή του βάρους αποδείξεως;
35. Όπως ανέφεραν η Επιτροπή και το Συμβούλιο, ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αρμόδιος να θεσπίσει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, μεταβατικούς κανόνες. Τούτο συμβαίνει με την επίδικη παρέκκλιση επειδή, σύμφωνα με την εικοστή αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, αποσκοπεί σε σταδιακή προσαρμογή όσον αφορά τους αλιείς που εξαρτώνται οικονομικά από τη χρησιμοποίηση συρομένων διχτυών. Τα διαχρονικά αποτελέσματα ενός μεταβατικού κανόνα πρέπει κατ' ανάγκην να είναι περιορισμένα. Όσον αφορά τη σταδιακή προσαρμογή, το Συμβούλιο και η Επιτροπή διευκρίνισαν ότι μία πρώτη προσαρμογή έγκειται στη μείωση του μήκους των συρομένων διχτυών, από πέντε ναυτικά μίλια * όριο που αποφασίστηκε από τους ίδιους τους Γάλλους αλιείς * σε πέντε χιλιόμετρα * όριο επιτρεπόμενο δυνάμει της προβλέπουσας παρέκκλιση διατάξεως * και μια δεύτερη προσαρμογή θα επέλθει με την έναρξη ισχύος της οριστικής απαγορεύσεως των συρομένων διχτυών μήκους άνω των 2,5 χιλιομέτρων.
Το ζήτημα είναι εάν από τη δικογραφία προκύπτουν στοιχεία που επιτρέπουν να υποτεθεί ότι το Συμβούλιο, θεσπίζοντας μεταβατικό κανόνα αυτού του είδους, υπερέβη καταφανώς τα άκρα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως ή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας (35).
36. Η αρχή της σχετικής σταθερότητας ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού κατά το οποίο: "η διατιθέμενη για την Κοινότητα ποσότητα αλιευμάτων (...) κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών, κατά τρόπο που να εξασφαλίζει σε κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα των δραστηριοτήτων που ασκούνται σε κάθε απόθεμα." Η κατανομή της διαθέσιμης ποσότητας αλιευμάτων μεταξύ των κρατών μελών πραγματοποιείται με τη μέθοδο των εθνικών ποσοστώσεων και, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο προσφάτως με τις αποφάσεις του της 13ης Οκτωβρίου 1992 στις υποθέσεις C-70/90, C-71/90 και C-73/90, Ισπανία κατά Συμβουλίου (36), η αρχή της σχετικής σταθερότητας πρέπει να νοείται ως "η διατήρηση σταθερού ποσοστού για κάθε κράτος μέλος στην κατανομή αυτή". Υπό το φως της κατά τον τρόπο αυτό ορισθείσας αρχής της σχετικής σταθερότητας, ένα τεχνικό μέτρο που περιορίζει τη δυνατότητα ορισμένων αλιέων να χρησιμοποιούν την αλιευτική μέθοδο που εφάρμοζαν μέχρι τούδε, χωρίς όμως να περιορίζει την ευχέρεια προσβάσεώς τους στο επίμαχο απόθεμα, δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετο προς την αρχή αυτή.
37. Όσον αφορά τους άλλους σκοπούς της κοινής αλιευτικής πολιτικής, το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε σε ορισμένους σκοπούς της γεωργικής πολιτικής, που απαριθμούνται στο άρθρο 39 της Συνθήκης, και οι οποίοι ισχύουν, δυνάμει του άρθρου 38 της Συνθήκης, και για την αλιεία. Νομίζω ότι αρκεί ως προς το σημείο αυτό να αναφερθεί η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, κατά την επιδίωξη των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 39, τα κοινοτικά όργανα "οφείλουν να διασφαλίζουν τη διαρκή εναρμόνιση που επιβάλλεται λόγω των ενδεχομένων αντιθέσεων μεταξύ των στόχων αυτών, θεωρουμένων χωριστά, και, ενδεχομένως, να προσδίδουν σε έναν από αυτούς την προσωρινή προτεραιότητα που επιβάλλεται από τα γεγονότα ή τις οικονομικές συνθήκες εν όψει των οποίων λαμβάνουν τις αποφάσεις τους" (37).
38. Η παρέκκλιση εφαρμόζεται στους αλιείς που άσκησαν αλιευτικές δραστηριότητες με συρόμενα δίχτυα επί δύο τουλάχιστον έτη. Το αιτούν δικαστήριο υπογράμμισε ότι οι εν λόγω περιορισμοί της παρεκκλίσεως συνεπάγονται επομένως περιορισμό των αλιευτικών δραστηριοτήτων με συρόμενο δίχτυ και υπέβαλε το ερώτημα εάν αυτό συνάδει προς τα αναφερόμενα στη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, ήτοι ότι είναι απλώς ανάγκη να αποφευχθούν τα μειονεκτήματα που συνδέονται με "την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και εντατικοποίηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων με συρόμενα δίχτυα (απλάδια)".
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίστηκαν ότι ένας κανόνας κατά τον οποίο η αλιεία με συρόμενα δίχτυα απαγορεύεται μόνον για τους νέους αλιείς θα δημιουργούσε παρατεταμένη δυσμενή διάκριση. Νομίζω ότι η εκτίμηση του Συμβουλίου ότι είναι απευκταία μία τέτοια νομική κατάσταση βρίσκεται σαφώς εντός των ορίων της εξουσίας εκτιμήσεως του Συμβουλίου.
39. Όσον αφορά, τέλος, το ζήτημα αν ο κανονισμός μπορεί εγκύρως να προβλέψει ότι η παρέκκλιση θα παραταθεί μόνον υπό το φως επιστημονικών δεδομένων που αποδεικνύουν την έλλειψη κάθε οικολογικού κινδύνου απ' αυτή, θα παρατηρήσω ότι ο νομοθέτης μπορεί εν πάση περιπτώσει να τροποποιεί ανά πάσα στιγμή τη νομοθεσία του, ακόμη και ελλείψει ρητής εξουσιοδοτήσεως προς τούτο. Επομένως, το γεγονός ότι προβλέφθηκε η ρητή αυτή εξουσιοδότηση και διευκρινίστηκε, στο πλαίσιο αυτό, ότι η παρέκκλιση θα μπορεί να παραταθεί μόνον εάν τα στοιχεία που δικαιολόγησαν τους περιορισμούς, εξεταζόμενα υπό το φως των νέων επιστημονικών ερευνών, πρέπει να θεωρηθούν ανυπόστατα δεν μπορεί να σημαίνει ότι το Συμβούλιο υπερέβη τα περιθώρια της διακριτικής του ευχέρειας.
40. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί η υπόθεση ότι, περιορίζοντας την παρέκκλιση κατά τον αναφερθέντα τρόπο, το Συμβούλιο υπερέβη τα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως ή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
Όσον αφορά τα προβλήματα συγκατοικήσεως σε ορισμένη ζώνη (ερώτημα 5)
41. Το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι οι Ισπανοί αλιείς δεν μπορούν, κατά την ισπανική νομοθεσία, να αλιεύουν με συρόμενα δίχτυα και ότι, κατά συνέπεια, αλιεύουν με τις παλαιές μεθόδους αλιείας με το καλαμίδι και την ορμιά και ότι η ταυτόχρονη αυτή χρησιμοποίηση διαφορετικών αλιευτικών μέσων στις αλιευτικές ζώνες προκάλεσε σειρά προβλημάτων, διότι "οι Ισπανοί αλιείς δεν προτίθενται να αφήσουν τους άλλους κοινοτικούς αλιείς να αλιεύουν με συρόμενα δίχτυα, ενώ οι ίδιοι δεν μπορούν να το πράξουν". Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η επίδικη διάταξή είναι απόρροια της καταστάσεως αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι στη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αναφέρονται οι "ανησυχίες που έχουν εκφράσει (...) πολλοί αλιείς, ακόμα και της Κοινότητας", και θεωρεί ότι πρέπει να τεθεί ζήτημα κύρους της διατάξεως, καθόσον αυτή ευνοεί αυθαίρετα τους Ισπανούς αλιείς, καίτοι αλιεύουν εξαρχής πολύ περισσότερο τόνο από τους Γάλλους αλιείς.
42. Η εναγομένη της κυρίας δίκης ισχυρίστηκε κατά την προφορική διαδικασία ότι τα προπαρατεθέντα πραγματικά περιστατικά αποτελούν μαρτυρία για την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγένειας.
43. Από το γεγονός ότι οι Ισπανοί αλιείς ενδέχεται να έχουν σημαντικό συμφέρον στην εφαρμογή της απαγορεύσεως χρησιμοποιήσεως των συρομένων διχτυών, η οποία τους επιβάλλεται δυνάμει της ισπανικής νομοθεσίας, και στους Γάλλους αλιείς τόνου που αλιεύουν στις ίδιες αλιευτικές ζώνες, και από το γεγονός ότι οι Ισπανοί αλιείς γνωστοποίησαν την άποψή τους στον κοινοτικό νομοθέτη όσον αφορά την αλιεία με συρόμενα δίχτυα, ο οποίος και σημείωσε την άποψή τους, ουδόλως είναι δυνατόν, κατ' εμέ, να προκληθούν αμφιβολίες ως προς το κύρος της επίδικης διατάξεως.
Συνιστά η επίδικη διάταξη δυσμενή διάκριση μεταξύ αλιέων; (ερώτημα 6)
44. Αναφερόμενο στην παράγραφο 4 της επίδικης διατάξεως, κατά την οποία η θεσπισθείσα απαγόρευση χρησιμοποιήσεως των συρομένων διχτυών δεν εφαρμόζεται στη Βαλτική, στους Belts και στο OEresund, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο κανονισμός δεν συνιστά δυσμενή διάκριση μεταξύ αλιέων, εν όψει του γεγονότος ότι η απαγόρευση εφαρμόζεται στον Ατλαντικό ωκεανό, σφαίρα αρμοδιότητας της Διεθνούς Επιτροπής για τη Διατήρηση των Τονοειδών του Ατλαντικού, όχι όμως στη Βαλτική Θάλασσα, στους Belts και στο OEresund, σφαίρα αρμοδιότητας της Διεθνούς Επιτροπής για τα Θέματα Αλιείας στη Βαλτική. Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι πρόκειται για παρεμφερείς καταστάσεις οι οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται ενιαίως.
45. Η εναγομένη της κυρίας δίκης προσέθεσε ότι η κατά τα ανωτέρω περιγραφείσα δυσμενής διάκριση είναι ιδιαιτέρως σοβαρή, διότι οι αλιείς της Βαλτικής, των Belts και του OEresund μπορούν να αλιεύουν, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1866/86 του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1986 (38), με συρόμενα δίχτυα μήκους μέχρι 21 χιλιόμετρα.
46. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή διευκρίνισαν ότι ο κανονισμός δεν εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στη Βαλτική Θάλασσα, διότι η κανονιστική εξουσία για όλα τα είδη που βρίσκονται στη θάλασσα αυτή ανήκει, κατόπιν της προσχωρήσεως της Κοινότητας στη Σύμβαση για τη Βαλτική θάλασσα (39), στη Διεθνή Επιτροπή για την Αλιεία στη Βαλτική Θάλασσα (βλ. συναφώς την εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού). Το Συμβούλιο προσθέτει ότι η Κοινότητα υπέβαλε προτάσεις για τη θέσπιση παρεμφερών μέτρων όσον αφορά τα συρόμενα δίχτυα για τα ύδατα αυτά. Τουναντίον, η Κοινότητα δεν είναι ακόμη μέρος της Συμβάσεως για τη Διατήρηση των Θυννοειδών του Ατλαντικού, αλλά έχει απλώς την ιδιότητα του παρατηρητή (40). Το Συμβούλιο και η Επιτροπή φρονούν επομένως ότι οι καταστάσεις δεν είναι παρεμφερείς.
47. Εν όψει των διευκρινίσεων που παρασχέθηκαν από το Συμβούλιο και την Επιτροπή, θεωρώ ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος για να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός συνεπάγεται κατ' αυτόν τον τρόπο δυσμενή διάκριση μεταξύ αλιέων.
Πρόταση
48. Εν όψει των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο αιτούν δικαστήριο ότι από την εξέταση των ερωτημάτων δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 8, του κανονισμού (ΕΟΚ) 345/92 του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1992, για την ενδέκατη τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3094/86 για τη θέσπιση ορισμένων τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) * ΕΕ L 42, σ. 15.
(2) * Η υπόθεση της οποίας επελήφθη το εθνικό δικαστήριο αφορά μία διαφορά μεταξύ της Etablissements Armand Mondiet, γαλλικής εταιρίας κατασκευής συρομένων διχτυών, και της Armement Islais, γαλλικής πλοιοκτήτριας εταιρίας που αλιεύει τόνο με συρόμενα δίχτυα τη διαφορά προκάλεσε το γεγονός ότι, κατόπιν της θεσπίσεως της προπαρατεθείσας απαγορεύσεως από το Συμβούλιο, η Armement Islais ακύρωσε παραγγελία 200 συρομένων διχτυών προς τη Mondiet. Το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε, και τούτο δεν φαίνεται να αμφισβητείται από τους διαδίκους, ότι ο κανονισμός μπορεί να συνιστά πράξη της αρχής που έχει στο γαλλικό δίκαιο τα χαρακτηριστικά της ανωτέρας βίας και απαλλάσσει την Armement Islais από τις υποχρεώσεις της, εκτός εάν ο κανονισμός είναι παράνομος.
(3) * Το μέτρο αυτό ωστόσο μπορεί να μη ληφθεί κατά το ψήφισμα, εάν λαμβάνονται αποτελεσματικά μέτρα διατηρήσεως και διαχειρίσεως βάσει στατιστικώς εμπεριστατωμένης αναλύσεως πραγματοποιουμένης από κοινού από τα μέλη της διεθνούς κοινότητας που έχουν συμφέρον για τους αλιευτικούς πόρους της περιοχής, ώστε οι μέθοδοι αυτές αλιείας να μην προκαλέσουν, για την οικεία περιοχή, απαράδεκτες συνέπειες και να διασφαλιστεί η διατήρηση των βιολογικών πόρων της θάλασσας της περιοχής αυτής .
(4) * Βλ. άρθρα 117 και 118 της Συμβάσεως η Σύμβαση αυτή, η οποία δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ, υπογράφηκε αλλά δεν κυρώθηκε από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Παρέλκει εν προκειμένω η εξέταση του αν η επίμαχη διάταξη εκφράζει, ενδεχομένως, το παρόν στάδιο εξελίξεως του διεθνούς εθιμικού δικαίου.
(5) * Η Επιτροπή παρατήρησε ότι η απαγόρευση έθιξε επίσης, μεταξύ άλλων, έναν ιταλικό αλιευτικό στόλο 700 σκαφών ο οποίος επιδιδόταν στην αλιεία με συρόμενα δίχτυα και τον οποίο δεν αφορά η εισάγουσα την παρέκκλιση διάταξη.
(6) * Τριάντα τρεις επιχειρήσεις που ανήκουν στην κατηγορία αυτή άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή κατά του Συμβουλίου ζητώντας την ακύρωση της επίδικης παρεκκλίσεως βλ. υπόθεση C-131/92. Το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή αυτή ως απαράδεκτη, με διάταξη της 24ης Μαΐου 1993.
(7) * ΕΕ L 24, σ. 1.
(8) * ΕΕ L 24, σ. 14.
(9) * ΕΕ L 288, σ. 1.
(10) * Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας περιλαμβάνει στο άρθρο 117 υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν έναντι των υπηκόων τους τα αναγκαία μέτρα για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων στην ανοιχτή θάλασσα. Βλ. στο πλαίσιο αυτό και την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Νοεμβρίου 1992, C-286/90, Poulsen (Συλλογή 1992, σ. Ι-6019, σκέψη 22), η οποία έλαβε ως προϋπόθεση την αρμοδιότητα των κρατών μελών να ρυθμίζουν τις αλιευτικές δραστηριότητες που ασκούν στην ανοιχτή θάλασσα τα σκάφη τους.
(11) * Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1976, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 3/76, 4/76 και 6/76, Kramer (Συλλογή τόμος 1976, σ. 475, σκέψη 31). Η αρμοδιότητα της Κοινότητας για τη λήψη μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων στην ανοιχτή θάλασσα, που εφαρμόζονται στα σκάφη των κρατών μελών, αναγνωρίστηκε τελευταίως με την απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 1991, C-258/89, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1991, σ. 3977, σκέψη 9), με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι, εκτός των υδάτων κυριαρχίας ή δικαιοδοσίας των κρατών μελών, η Κοινότητα έχει αρμοδιότητα μόνο να διαπραγματεύεται και να εκτελεί διεθνείς συμφωνίες. Το Δικαστήριο τόνισε ότι η Κοινότητα έχει αρμοδιότητα να λαμβάνει μέτρα διατηρήσεως, και τούτο τόσον αυτοτελώς όσον και υπό μορφή συμβατικών δεσμεύσεων έναντι τρίτων κρατών ή στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών .
(12) * Η εναγομένη της κυρίας δίκης ισχυρίζεται ότι ο βασικός κανονισμός δεν παρέχει στην Κοινότητα αρμοδιότητα να περιορίζει την ελεύθερη πρόσβαση στους αλιευτικούς βυθούς στην ανοιχτή θάλασσα αλλά αναφέρει τουναντίον ότι αφορά τις ζώνες αλιείας 200 μιλίων και τις αιγιαλίτιδες ζώνες των 12 μιλίων. Αληθεύει ότι ο βασικός κανονισμός εκδόθηκε κατόπιν της πραγματοποιηθείσας επεκτάσεως των υδάτων. Τούτο ωστόσο δεν μπορεί αφεαυτού να επιτρέψει ερμηνεία κατά την οποία ο κανονισμός δεν μπορεί να αποτελεί βάση εξουσιοδοτήσεως παρά μόνον για μέτρα τα οποία εφαρμόζονται ως προς τα ύδατα αυτά.
(13) * Η εναγομένη της κυρίας δίκης παρατηρεί ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61) *, τον οποίον συμπληρώνει, όπως εκτίθεται σ' αυτόν, ο βασικός κανονισμός * αναφέρεται ρητώς στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία των κρατών μελών και ότι ο κανονισμός 171/83, ο οποίος εκδόθηκε την ίδια μέρα με τον βασικό κανονισμό και αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό 3094/86, ανέφερε ότι αφορούσε (...) την αλίευση και την εκφόρτωση των βιολογικών πόρων που απαντώνται σε όλα τα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία των κρατών μελών (...) . Σημειώνεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 171/83 αντιστοιχεί στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3094/86 και ότι η διάταξη αυτή εκφράζει απλώς έναν γενικό κανόνα (βλ. υποσημείωση 14).
(14) * Όπως ίσχυσε αρχικώς, ο κανονισμός 3094/86 προέβλεπε επίσης έναν κανόνα αυτού του είδους, βλ. το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β', το οποίο απαγορεύει την αλιεία του σολωμού και της θαλάσσιας πέστροφας εκτός των υδάτων που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία των κρατών μελών. Η διάταξη αυτή αποτέλεσε το αντικείμενο προδικαστικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της υποθέσεως Poulsen, βλ. υποσημείωση 10. Ορθώς το ζήτημα που αφορά την αρμοδιότητα του Συμβουλίου να θεσπίσει την επίδικη απαγόρευση της αλιείας του σολωμού στην ανοιχτή θάλασσα, καθόσον εφαρμοζόταν στις αλιευτικές δραστηριότητες που ασκούν σκάφη νηολογημένα σε ένα από τα κράτη μέλη, δεν ανέκυψε στο πλαίσιο της υποθέσεως εκείνης.
(15) * Από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-258/89 (βλ. υποσημείωση 11) προκύπτει εμμέσως ότι ο βασικός κανονισμός παρέχει στην Κοινότητα την προπαρατεθείσα αρμοδιότητα. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη εφαρμόζοντας επί των αλιεύσεων που πραγματοποιούνται εκτός της αλιευτικής ζώνης της Κοινότητας τα μέτρα ελέγχου που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου (ΕΕ 1982, L 220, σ. 1) καθώς και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου (ΕΕ 1987, L 207, σ. 1), ο οποίος κωδικοποιεί και αντικαθιστά τον κανονισμό 2057/82, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. Ο κανονισμός 2241/87 θεσπίστηκε ρητώς δυνάμει του βασικού κανονισμού. Το Δικαστήριο απέρριψε την ερμηνεία της Ισπανικής Κυβερνήσεως κατά την οποία οι κανονισμοί δεν εφαρμόζονταν στην αλιεία στην ανοιχτή θάλασσα και υπογράμμισε ότι οι κανονισμοί είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο της αρμοδιότητας που ανήκει στην Κοινότητα. Βλ. επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Νοεμβρίου 1989, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 6/78 και 7/88, Βασίλειο της Ισπανίας και Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 36 έως 39).
(16) * Το ερώτημα 4.2 αφορά, στην πραγματικότητα, τόσο το εαν η απαγόρευση συρομένων διχτυών που στηρίζεται στον βασικό κανονισμό μπορεί εγκύρως να θεσπιστεί για οικολογικούς λόγους όσο και το αν υφίσταται επαρκής επιστημονική βάση για να γίνει δεκτό ότι η απαγόρευση είναι αναγκαία για να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω οικολογικοί λόγοι. Θα ασχοληθώ συναφώς μόνον με την προβληματική που θέτει το πρώτο ζήτημα, ενώ το ζήτημα της επιστημονικής βάσεως θα εξεταστεί κατωτέρω.
(17) * Για να τεκμηριώσει ότι ο κανονισμός εκδόθηκε πράγματι στο πλαίσιο οικολογικών θεωρήσεων που αφορούν την προστασία των δελφινιών, η επιχείρηση τόνισε
ότι οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αναφέρονται καταρχάς στο περιβάλλον, καθόσον ο κανονισμός παραπέμπει στο ψήφισμα των Ηνωμένων Εθνών 44/225, στη Σύμβαση της Βέρνης και στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, και μόνο στη συνέχεια αναφέρονται στην ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και εντατικοποίηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων, που μπορούν να παρουσιάσουν σοβαρά μειονεκτήματα όσον αφορά την αύξηση της αλιείας,
ότι η δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αναφέρεται στις ανησυχίες που έχουν εκφράσει οι οικολογικές οργανώσεις,
ότι η επίδικη διάταξη που εισάγει παρέκκλιση προβλέπει τη δυνατότητα παρατάσεως της παρεκκλίσεως εάν από επιστημονικά δεδομένα προκύπτει η έλλειψη οιουδήποτε οικολογικού κινδύνου * και επομένως όχι κινδύνου για τους βιολογικούς πόρους της θάλασσας , και
ότι από ένα σύνολο περιστάσεων που συνδέονται με τη θέσπιση του κανονισμού προκύπτει ότι ο κανονισμός αυτός αποσκοπεί στην πραγματικότητα στην προστασία των δελφινιών. Για τον λόγο αυτό, σε έγγραφο εργασίας που προσκόμισε το Συμβούλιο, το οποίο προέρχεται από την Επιστημονική και Τεχνική Επιτροπή για Θέματα Αλιείας, αποδόθηκε βαρύνουσα σημασία στο ζήτημα των δελφινιών. Επιπλέον, το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής δήλωσε, σε συνέντευξη στο περιοδικό France-Ecopeche του Σεπτεμβρίου 1991, ότι το ζήτημα των συρομένων διχτυών είχε καταστεί συμβολικό και ότι δεν είχε πλέον σημασία η ορθή ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποτελεσμάτων της γαλλικής αλιείας του λευκού τόνου επί της θνησιμότητας των θαλασσίων θηλαστικών, δεδομένου ότι είχε διαμορφωθεί συναφώς ένα γενικό αίσθημα της κοινής γνώμης, προς το οποίο έπρεπε να συμμορφωθεί η Κοινότητα.
(18) * Συλλογή 1991, σ. Ι-2867.
(19) * Βλ. συναφώς τη δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 345/92, κατά την οποία η σημερινή έκταση των απορρίψεων αποτελεί απαράδεκτη σπατάλη (...) η απαγόρευση της αλιείας με τεχνικές που δεν είναι επαρκώς επιλεκτικές (...) [καθιστά δυνατό] ένα πρώτο βήμα προς την οριστική κατάργηση των μεθόδων που είναι ασυμβίβαστες με τη διατήρηση και την καλή χρησιμοποίηση των πόρων (...) είναι ανάγκη να δημιουργηθεί ένα συνεκτικό σύστημα διαχείρισης και εκμετάλλευσης, που θα οδηγήσει στη μείωση των απορρίψεων ιχθύων στο ελάχιστο .
(20) * Μπορεί να υπάρχουν δύο λόγοι γι' αυτό: αφενός, μπορεί να υποτεθεί ότι η έννοια των αλιευτικών πόρων αφορά μόνον τα είδη που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκμεταλλεύσεως στο πλαίσιο της επαγγελματικής αλιείας (βλ., μεταξύ άλλων, την πρώτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού και την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 345/92, που αναφέρεται στην ανάγκη των μέτρων διατηρήσεως ώστε να διαφυλαχθεί ο οικονομικός τομέας ο οποίος εξαρτάται από τους αλιευτικούς πόρους). Κατά τις παρασχεθείσες εν προκειμένω πληροφορίες, τα δελφίνια αλιεύονταν με το καμάκι κατά τις δεκαετίες '50 και '60 για σκοπούς εκμεταλλεύσεως και εκτιμάται ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής περίπου 5 έως 15 000 δελφίνια αλιεύονταν ετησίως. Εν τούτοις, κατέστη αναγκαίο, ως γνωστόν, να απαγορευθούν οι τείνουσες προς τούτο αλιεύσεις δελφινιών και ως εκ τούτου είναι αμφίβολο αν μπορεί να λεχθεί ότι ο τομέας της αλιείας εξαρτάται από τη δραστηριότητα αυτή. Αφετέρου, τα δελφίνια είναι θηλαστικά και θα μπορούσε επομένως να θεωρηθεί, έστω και για τον λόγο αυτό, ότι δεν εμπίπτουν στην έννοια των αλιευτικών πόρων.
(21) * Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Μαρτίου 1990, 62/88, Ελληνική Δημοκρατία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. Ι-1527), με την οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 19, τα εξής: Με τα άρθρα 130 Ρ και 130 Σ επιδιώκεται η απονομή στην Κοινότητα αρμοδιότητας για την ανάληψη ειδικής δράσης στον τομέα του περιβάλλοντος. Ωστόσο τα άρθρα αυτά ουδόλως θίγουν τις αρμοδιότητες που έχει η Κοινότητα δυνάμει άλλων διατάξεων της Συνθήκης, έστω και αν με τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει των άλλων αυτών διατάξεων επιδιώκονται συγχρόνως κάποιοι από τους στόχους προστασίας του περιβάλλοντος. Βλ. επίσης, στο πλαίσιο αυτό, την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Μαρτίου 1993, C-155/91, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, υπόθεση σχετική με την οδηγία απορρίματα (Συλλογή 1993, σ. Ι-963).
(22) * Βλ. το άρθρο 12 του βασικού κανονισμού, το οποίο ορίζει τα εξής: Στην Επιτροπή συνιστάται Επιστημονική και Τεχνική Επιτροπή Αλιείας. Κατά περιόδους ζητείται η γνώμη της Eπιτροπής αυτής, η οποία συντάσσει κάθε χρόνο έκθεση για την κατάσταση των αλιευτικών πόρων, τους όρους που καθιστούν δυνατή τη διατήρηση των ιχθυοτόπων και των αποθεμάτων καθώς και για το διαθέσιμο στην Κοινότητα τεχνικό και επιστημονικό εξοπλισμό .
(23) * Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει συναφώς ότι, στη δέκατη όγδοη αιτιολογική του σκέψη, ο κανονισμός χρησιμοποιεί τον όρο μπορούν ( η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και εντατικοποίηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων με συρόμενα δίχτυα (απλάδια) μπορούν να παρουσιάσουν σοβαρά μειονεκτήματα (...) ), ότι στην εικοστή αιτιολογική σκέψη του ο κανονισμός αναφέρει ότι πρέπει να αναλυθεί ο οικολογικός αντίκτυπος της αλιείας με συρόμενα δίχτυα και ότι η επίδικη διάταξη προβλέπει τη δυνατότητα παρατάσεως της παρεκκλίσεως υπό το φως επιστημονικών δεδομένων, που αποδεικνύουν έλλειψη οικολογικού κινδύνου από αυτή .
(24) * Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 17.
(25) * Η επιχείρηση ανέφερε ότι τα πρακτικά της συνεδριάσεως της 12ης Νοεμβρίου 1992, που προσκόμισε το Συμβούλιο και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το συμπέρασμα ότι η SCRS εκτιμά ότι το βορειοατλαντικό απόθεμα λευκού τόνου βρίσκεται σε μια κατάσταση που πλησιάζει την πέραν του δέοντος εκμετάλλευση , δημοσιεύθηκαν μετά την έκδοση του κανονισμού 345/92 και ότι δεν σημαίνουν, εξάλλου, ότι το απόθεμα τόνου δεν εξακολουθεί να ανανεώνεται σε ρυθμό ταχύτερο από την αλιεία.
(26) * Το Συμβούλιο υπογράμμισε ότι η ICCAT κάλεσε όλα τα κράτη μέλη της, μεταξύ των οποίων τη Γαλλία, να υποστηρίξουν το ψήφισμα 44/225 των Ηνωμένων Εθνών.
(27) * Βλ. μεταξύ άλλων την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1990, υπόθεση C-331/88, Fedesa (Συλλογή 1990, σ. Ι-4023, σκέψη 8), με την οποία το Δικαστήριο καθιέρωσε την αρχή αυτή, ενώ είχε υποστηριχθεί κατά τη διαδικασία, μεταξύ άλλων, ότι η επίδικη οδηγία στερούνταν επιστημονικής βάσεως που να δικαιολογεί τις εκτιμήσεις σχετικά με τη δημόσια υγεία και τις ανησυχίες των καταναλωτών που οδήγησαν στην έκδοσή της.
(28) * Βλ. συναφώς την εξέταση της νομολογίας του Δικαστηρίου από τον γενικό εισαγγελέα Mischo στις προτάσεις του της 8ης Μαρτίου 1990 στην υπόθεση C-331/88.
(29) * Το γεγονός ότι η ίδια η Κοινότητα ζήτησε την προπαρατεθείσα έκθεση IFREMER/IEO και το γεγονός ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού αναφέρεται ιδιαιτέρως στην Επιστημονική και Τεχνική Επιτροπή για τα Θέματα Αλιείας, που ιδρύθηκε από την Επιτροπή, δεν συνιστούν επαρκή στοιχεία για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεώς του το Συμβούλιο δεσμεύεται από τις επιστημονικές συστάσεις των οργανισμών αυτών.
(30) * Το έγγραφο αυτό εργασίας φέρει ημερομηνία 11 Δεκεμβρίου 1990 και εξετάζει στο σημείο 12 τις πλέον πρόσφατες πληροφορίες όσον αφορά τη χρήση των μεγάλων συρομένων διχτυών και τα διάφορα μέτρα τα οποία ελήφθησαν από ορισμένα κράτη ή τα οποία συνέστησαν διεθνείς οργανώσεις.
(31) * Η Επιτροπή ανέφερε συναφώς ότι κατά τον ετήσιο καθορισμό των συνολικών επιτρεπομένων ποσοτήτων αλιευμάτων (TAC) δυνάμει του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού, καθορίζεται, μεταξύ άλλων, ορισμένος αριθμός TAC στηριζομένων στην αρχή της προφυλάξεως που ισχύουν για αποθέματα ιχθύων η ποσότητα αλιευμάτων των οποίων πρέπει να περιορίζεται και να ελέγχεται προς το συμφέρον της διατηρήσεως, για τα οποία όμως δεν υφίστανται ακόμη επαρκή επιστημονικά δεδομένα για να καθορισθεί ένα οριστικό TAC.
(32) * Η άποψη αυτή επιρρωννύεται με την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-331/88, Fedesa (Συλλογή 1990, σ. Ι-4023). Στη σκέψη 9, το Δικαστήριο απέρριψε την αιτίαση που στηριζόταν στην ύπαρξη επιστημονικών αποδείξεων περί του αβλαβούς χαρακτήρα των πέντε υπό κρίση στην υποθεση αυτή ορμονών, με το αιτιολογικό ότι το Συμβούλιο τήρησε τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας, επιλέγοντας τη λύση που συνίσταται στην απαγόρευση των υπό κρίση ορμονών και απαντώντας έτσι στις ανησυχίες που εκφράστηκαν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή καθώς και από διάφορες οργανώσεις καταναλωτών. Το Δικαστήριο δέχθηκε στη συνέχεια, με τη σκέψη 10, τα εξής: η υπό κρίση οδηγία δεν προσέβαλε εξάλλου τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιχειρηματιών που εθίγησαν από την απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως των υπό κρίση ορμονών. Είναι ακριβές ότι η οδηγία 81/602/ΕΟΚ (...) αναφέρεται σε αναμενόμενες λεπτομερείς μελέτες περί του αβλαβούς ή μη χαρακτήρα των υπό κρίση ουσιών (τέταρτη αιτιολογική σκέψη) και υποχρεώνει την Επιτροπή να λάβει υπόψη την επιστημονική εξέλιξη (άρθρο 8). Ωστόσο, η οδηγία αυτή δεν προδικάζει τα συμπεράσματα που μπορεί να αντλήσει το Συμβούλιο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Εν όψει, εξάλλου, των διαφορετικών εκτιμήσεων που είχαν διατυπωθεί, οι επιχειρηματίες δεν μπορούσαν να αναμένουν βάσιμα ότι η απαγόρευση της χορηγήσεως των υπό κρίση ουσιών σε ζώα θα μπορούσε να στηρίζεται μόνο σε επιστημονικά στοιχεία .
(33) * Κατά τα παρασχεθέντα στο Δικαστήριο στοιχεία, η Διεπαγγελματική Επιτροπή του Λευκού Τόνου, γαλλικός οργανισμός που έχει αρμοδιότητα να θεσπίζει κανόνες που ισχύουν για τα σκάφη που αλιεύουν τόνο, αποφάσισε, στις 2 Μαΐου 1990, να περιορίσει σε πέντε ναυτικά μίλια το μήκος των συρομένων διχτυών που μπορούν να χρησιμοποιούνται.
(34) * Βλ. απόφαση του Συμβουλίου 82/72/ΕΟΚ, περί εγκρίσεως της Συμβάσεως για τη Διατήρηση της Άγριας Ζωής και του Φυσικού Περιβάλλοντος της Ευρώπης (ΕΕ 1982, L 38, σ. 1).
(35) * Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 13 Νοεμβρίου 1990, C-331/88, Fedesa (Συλλογή 1990, σ. Ι-4023, σκέψη 8).
(36) * Βλ. τη σκέψη 15 στις υποθέσεις C-70/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-5153), και C-71/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-5175, καθώς και τη σκέψη 16 στην υπόθεση C-73/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-5151).
(37) * Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 1977, 29/77, Roquette (Συλλογή τόμος 1977, σ. 541).
(38) * Κανονισμός του Συμβουλίου για τον καθορισμό ορισμένων τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων στα ύδατα της Βαλτικής Θάλασσας, των Belts και του OEresund (ΕΕ L 162, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε κατ' εφαρμογή των συστάσεων της Διεθνούς Επιτροπής Αλιείας στη Βαλτική θάλασσα.
(39) * Βλ. την πληροφορία σχετικά με την έναρξη της ισχύος, για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, της Σύμβασης για την Αλιεία και τη Διατήρηση των Ζώντων Πόρων στη Βαλτική Θάλασσα και στους Belts (ΕΕ 1984 L 96, σ. 42).
(40) * Το Συμβούλιο αποφάσισε την προσχώρηση της Κοινότητας στη Σύμβαση στις 9 Ιουνίου 1986 (ΕΕ L 162, σ. 33).
Full & Egal Universal Law Academy