Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εξετάσουμε σήμερα, το αγγλικό Court of Appeal υπέβαλε διάφορα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 21, 22 και 57 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978 (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών).
2. Για την πλήρη κατανόηση των ερωτημάτων είναι σκόπιμο να υπενθυμιστούν τα πραγματικά περιστατικά της κύριας υποθέσεως, τα οποία είναι αρκετά περίπλοκα (1).
Τον Σεπτέμβριο 1988 η πολωνική εταιρία θαλασσίων μεταφορών Zegluga Polska Spolka Akceyjna (στο εξής: πλοιοκτήτες) μετέφερε από τη Βραζιλία στο Ρόττερνταμ και στο Αμβούργο, με το πλοίο της Tatry, φορτίο ελαίου σόγιας, το οποίο είχε φορτωθεί χύδην. Η μεταφορά πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό διαφόρων αποστολέων, κυρίων του εμπορεύματος, και βάσει διαφόρων φορτωτικών, οι οποίες πάντως είχαν παρόμοιο περιεχόμενο. Κατά την παράδοση των παρτίδων ελαίου, τόσο αυτών που εκφορτώθηκαν στο Ρόττερνταμ όσο και αυτών που εκφορτώθηκαν στο Αμβούργο, οι εν λόγω κύριοι ισχυρίστηκαν ότι το εμπόρευμα είχε χειροτερεύσει λόγω διαποτίσεώς του από πετρέλαιο ντίζελ και άλλους υδρογονάνθρακες.
Στις 18 Νοεμβρίου 1988 οι πλοιοκτήτες άσκησαν ενώπιον του Arrondissementsrechtbank του Ρόττερνταμ αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι δεν υπείχαν ευθύνη για τη ζημία. Εναγόμενοι στη δίκη αυτή είναι η ολλανδική εταιρία Igeb International BV, η οποία παρέλαβε, για λογαριασμό διαφόρων κυρίων (στο εξής: ομάδα 1), το έλαιο σόγιας που εκφορτώθηκε στο Ρόττερνταμ, και ορισμένοι από τους κυρίους του ελαίου που εκφορτώθηκε στο Αμβούργο, δηλαδή οι γερμανικές εταιρίες Handelsgesellschaft Kurt Nitzer GmbH, Hobum Oele und Fette AG και η αγγλική εταιρία Bunge & Co. Ltd, καθώς και η εταιρία Daehn & Hamann GmbH, η οποία παρέλαβε το εν λόγω φορτίο στο Αμβούργο. Οι άλλοι κύριοι του εν λόγω φορτίου, για λογαριασμό των οποίων ενεργούσε η αγγλική εταιρία Phillip Brothers Ltd (στο εξής: Phibro), δεν ενήχθησαν (στο εξής θα αναφέρομαι συλλογικά στους κυρίους του φορτίου που εκφορτώθηκε στο Αμβούργο ως: ομάδα 3). Εξάλλου, η Phibro δεν ενήχθη ούτε για τις παρτίδες ελαίου που εκφορτώθηκαν στο Ρόττερνταμ, των οποίων είχε επίσης την κυριότητα και τις οποίες παρέλαβε για λογαριασμό της η ολλανδική εταιρία ICM BV (στο εξής: ομάδα 2).
3. Μετά από δέκα περίπου μήνες, στις 14 Σεπτεμβρίου 1989, η ομάδα 3 άσκησε στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώπιον του High Court of Justice, Queen' s Bench Division, Admiralty Court, αγωγή in rem ("εμπράγματη αγωγή") (στο εξής: υπόθεση 2006) για τη συντηρητική κατάσχεση των πλοίων Tatry και Maciej Rataj, δεδομένου ότι και το σκάφος αυτό ανήκε στους πλοιοκτήτες του Tatry. Η αγωγή επιδόθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 1989 και την ίδια ημέρα επιτράπηκε η συντηρητική κατάσχεση του Maciej Rataj, το οποίο ήταν προσορμισμένο στον λιμένα του Λίβερπουλ. Στη συνέχεια οι πλοιοκτήτες πέτυχαν, κατόπιν εγγυοδοσίας, την ανάκληση της συντηρητικής κατασχέσεως κατόπιν αυτού η δίκη συνεχίστηκε ενώπιον του αγγλικού δικαστηρίου και σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, στο πλαίσιο της οποίας είχε υποβληθεί η αίτηση συντηρητικής κατασχέσεως, δηλαδή σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεως για τη ζημία που οφειλόταν στο γεγονός ότι το έλαιο σόγιας που είχε εκφορτωθεί στο Αμβούργο είχε, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, χειροτερεύσει. Το Admiralty Court στήριξε την επί της ουσίας δικαιοδοσία του στη νομοθεσία με την οποία εφαρμόστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο η διεθνής σύμβαση περί ενοποιήσεως ορισμένων κανόνων επί συντηρητικής κατασχέσεως θαλασσοπλοούντων πλοίων, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 10 Μαΐου 1952 (2). Στο αγγλικό δίκαιο τίθεται το ζήτημα αν στις περιπτώσεις αυτές η αγωγή εκδικάζεται τόσο ως εμπράγματη όσο και ως ενοχική ή μόνο ως ενοχική.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1989 πάντοτε, και ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, ασκήθηκε ανάλογη αγωγή (στο εξής: υπόθεση 2007) και από την ομάδα 2 η διαδικασία επί της αγωγής αυτής συνεχίστηκε όπως ακριβώς και επί της αγωγής στην υπόθεση 2006.
Τέλος, η ομάδα 1, η οποία δεν υπέβαλε καμία αίτηση παροχής έννομης προστασίας στα αγγλικά δικαστήρια, ζήτησε από το Arrondissementsrechtbank του Ρόττερνταμ στις 29 Σεπτεμβρίου 1989 να της επιδικάσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από τη χειροτέρευση των εμπορευμάτων που είχαν εκφορτωθεί στις Κάτω Χώρες (3).
4. Στην υπόθεση 2006 οι πλοιοκτήτες πρότειναν ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των αγγλικών δικαστηρίων, ισχυριζόμενοι ότι το αγγλικό δικαστήριο έπρεπε να αναγνωρίσει την έλλειψη δικαιοδοσίας του υπέρ του ολλανδικού δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, καθόσον στις Κάτω Χώρες εκκρεμούσε ήδη μεταξύ των ίδιων διαδίκων δίκη επί της ίδιας υποθέσεως. Επικουρικά, αν δεν γινόταν δεκτή η εφαρμογή της διατάξεως περί εκκρεμοδικίας, το Admiralty Court έπρεπε, κατά τους πλοιοκτήτες, να αναστείλει τη δίκη και ενδεχομένως να αναγνωρίσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του βάσει του άρθρου 22 της ίδιας Συμβάσεως, δεδομένου ότι είναι προφανές ότι η υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων και οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των ολλανδικών είναι συναφείς. Η ύπαρξη εκκρεμοδικίας αμφισβητήθηκε από την ομάδα 3, η οποία ισχυρίστηκε ότι οι διάδικοι και το αντικείμενο των εν λόγω δύο υποθέσεων δεν είναι ίδια εντούτοις, η ομάδα αυτή δέχθηκε την ύπαρξη συνάφειας.
Αντίθετα, στην υπόθεση 2007 οι πλοιοκτήτες αναγνώρισαν ότι το αγγλικό δικαστήριο ήταν πράγματι το πρώτο που επελήφθη της υποθέσεως, αλλά του ζήτησαν να αναστείλει τη δίκη και ενδεχομένως να αναγνωρίσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του βάσει του άρθρου 22 της Συμβάσεως των Βρυξελλών και μόνο, το οποίο αφορά τη συνάφεια, πράγμα που αντίθετα δεν δέχεται η ομάδα 2.
5. Το Admiralty Court απέρριψε, σε πρώτο βαθμό, την ένσταση εκκρεμοδικίας που πρόβαλαν οι πλοιοκτήτες και, μολονότι δέχθηκε ότι οι αγγλικές υποθέσεις ήσαν συναφείς προς τις ολλανδικές, εντούτοις δεν θεώρησε αναγκαία την αναστολή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, των διαδικασιών που είχαν κινηθεί ενώπιόν του. Κατά της αποφάσεως αυτής οι πλοιοκτήτες άσκησαν έφεση ενώπιον του Court of Appeal.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής, η ομάδα 3 ισχυρίστηκε ότι τα άρθρα 21 και 22 της Συμβάσεως των Βρυξελλών δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να εφαρμοστούν εν προκειμένω, καθόσον η δικαιοδοσία του αγγλικού δικαστηρίου στηρίζεται στη σύμβαση περί συντηρητικής κατασχέσεως, της οποίας η εφαρμογή δεν θίγεται, σύμφωνα με το άρθρο 57 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, αφού αφορά "ειδικό θέμα".
Υπό τις συνθήκες αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των άρθρων 21, 22 και 57 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο διάφορα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία αφορούν ουσιαστικά τα ακόλουθα σημεία:
α) Πώς πρέπει να ερμηνευθεί, όταν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 21, η προϋπόθεση ότι οι διαδικασίες που έχουν κινηθεί σε διαφορετικά συμβαλλόμενα κράτη πρέπει να εκκρεμούν μεταξύ των ίδιων διαδίκων και να έχουν το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία;
β) 'Οταν πρόκειται για θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ότι η αγωγή αποζημιώσεως, που ασκούν οι κύριοι του εμπορεύματος, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, χειροτέρευσε κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, και η οποία εμφανίζεται ως εμπράγματη αγωγή (actio in rem), στρεφομένη κατά του πλοίου επί του οποίου πραγματοποιήθηκε η μεταφορά, ασκείται μεταξύ των ίδιων διαδίκων και έχει το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, κατά την έννοια του άρθρου 21, όπως και η ενοχική αγωγή (actio in personam) που άσκησε προηγουμένως ο πλοιοκτήτης σε σχέση με την ανωτέρω ζημία; Ειδικότερα, ερωτάται αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να είναι διαφορετική, ανάλογα με το αν η εκδίκαση της αγωγής, η οποία αρχικά ασκήθηκε ως εμπράγματη αγωγή, συνεχίζεται, αφού ο πλοιοκτήτης αναγνωρίσει ότι του έγινε επίδοση, είτε συγχρόνως ως εμπράγματη και ως ενοχική είτε μόνο ως ενοχική.
γ) Συνεπάγεται η παρέκκλιση που προβλέπει το άρθρο 57 για τις ειδικές συμβάσεις ότι τα άρθρα 21 και 22, τα οποία αφορούν την εκκρεμοδικία και τη συνάφεια, δεν έχουν εφαρμογή, όταν η δικαιοδοσία του δικαστηρίου θεμελιώνεται σε διατάξεις μιας τέτοιας ειδικής συμβάσεως;
δ) Ποια είναι η πραγματική έννοια των "συναφών αγωγών" του άρθρου 22, παράγραφος 3;
ε) 'Οταν πρόκειται για θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων, υφίσταται εκκρεμοδικία, κατά την έννοια του άρθρου 21, όταν ο πλοιοκτήτης ασκεί εντός συμβαλλομένης χώρας αγωγή, με αίτημα να αναγνωριστεί ότι δεν υπέχει ευθύνη έναντι των κατόχων δικαιωμάτων επί εμπορευμάτων τα οποία, όπως διαπίστωσαν οι κάτοχοι αυτοί μετά την εκφόρτωσή τους, είχαν χειροτερεύσει κατά τη μεταφορά, και στη συνέχεια οι κύριοι του εμπορεύματος ασκούν κατά του πλοιοκτήτη, εντός άλλης συμβαλλομένης χώρας, άλλη αγωγή, με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας (4);
Η σχέση μεταξύ της Συμβάσεως των Βρυξελλών και των συμβάσεων σε ειδικά θέματα
6. Καταρχάς θα ήθελα να εξετάσω το τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου * δηλαδή το ερώτημα που αφορά τη σχέση μεταξύ της Συμβάσεως των Βρυξελλών και των συμβάσεων σε ειδικά θέματα, όπως ρυθμίζεται από το άρθρο 57 της Συμβάσεως των Βρυξελλών * αφού, αν δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό, τα άλλα ερωτήματα ενδέχεται να καταστούν απλώς και μόνο θεωρητικά.
7. Ως γνωστόν, το άρθρο 57 προβλέπει, σε σχέση με τις παρούσες και τις μελλοντικές συμφωνίες που συνάπτονται σε ειδικά θέματα, μια σημαντική εξαίρεση από τον γενικό κανόνα ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών υπερισχύει των άλλων συμβάσεων που συνάπτονται ή έχουν συναφθεί μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών σε σχέση με τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων. Η εξαίρεση αυτή δικαιολογείται από την ανάγκη προτιμήσεως των ειδικότερων επιλογών στις οποίες έχουν προβεί οι ειδικές συμβάσεις του οικείου τομέα, με τις οποίες έχει ληφθεί υπόψη η ιδιαιτερότητα του προς ρύθμιση θέματος. Κατά συνέπεια, εφόσον οι συμβάσεις αυτές περιέχουν διατάξεις άμεσης ή αποκλειστικής δικαιοδοσίας, οι διατάξεις αυτές είναι αυτές που πρέπει να εφαρμοστούν (5). Δεδομένου συνεπώς ότι η σύμβαση περί συντηρητικής κατασχέσεως ανήκει χωρίς αμφιβολία στην κατηγορία των ειδικών συμφωνιών, όταν υφίσταται σύγκρουση μεταξύ της συμβάσεως αυτής και της Συμβάσεως των Βρυξελλών, κατισχύουν καταρχήν οι διατάξεις περί διεθνούς δικαιοδοσίας τις οποίες περιέχει η σύμβαση περί συντηρητικής κατασχέσεως.
8. Εντούτοις, νομίζω ότι δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί το άρθρο 57 απλώς ως ρήτρα ιεραρχήσεως, δηλαδή ως ρήτρα που διακηρύσσει απλώς την υπεροχή των διατάξεων μιας προγενέστερης ή μεταγενέστερης ειδικής συμβάσεως, ως διάταξη συνεπώς η οποία προβλέπει ότι, αν συντρέχουν τα κριτήρια που προβλέπει η ειδική σύμβαση για την εφαρμογή της, αποκλείεται πλήρως η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Δεν πιστεύω ότι αυτή είναι η ορθή ανάλυση της παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 57 υπέρ των ειδικών συμφωνιών αντίθετα, αν η διάταξη αυτή ερμηνευθεί εντός του όλου πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθίσταται σαφής η φύση της ως ρήτρας συντονισμού, σκοπός της οποίας είναι η συνδυασμένη εφαρμογή των αντίστοιχων διατάξεων των δύο συμβάσεων (6).
Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορούν ιδιαίτερα οι εκτελεστικές διατάξεις της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου, οι οποίες θεσπίστηκαν κατά την αναθεώρηση της Συμβάσεως των Βρυξελλών κατόπιν της προσχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, της Δανίας και της Ιρλανδίας και περιέχονται πλέον στην παράγραφο 2. 'Οπως προκύπτει από το κείμενο που παρατέθηκε ανωτέρω, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές αφενός τονίζει ότι η ειδική συμφωνία, η οποία περιέχει κανόνες άμεσης διεθνούς δικαιοδοσίας, υπερισχύει στις περιπτώσεις στις οποίες η ρύθμιση της συμφωνίας αυτής συγκρούεται προς τη ρύθμιση της Συμβάσεως και αφετέρου επιβάλλει, οσάκις δικαιοδοσία δυνάμει της συμφωνίας αυτής έχει άλλο δικαστήριο και όχι το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του εναγομένου, το οποίο είναι κατά κανόνα το αρμόδιο κατά τη Σύμβαση δικαστήριο, την εφαρμογή του άρθρου 20 της εν λόγω Συμβάσεως, προς τον σκοπό εξασφαλίσεως του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας. Η άλλη εκτελεστική διάταξη προβλέπει εξάλλου ότι οι διατάξεις της Συμβάσεως εφαρμόζονται για την αναγνώριση και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται βάσει των κανόνων περί δικαιοδοσίας μιας ειδικής συμβάσεως οσάκις δε η ειδική σύμβαση περιέχει κανόνες για την αναγνώριση και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, αναγνωρίζεται η δυνατότητα εναλλακτικής εφαρμογής των διατάξεων της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
9. Εξάλλου, η ορθότητα της ανωτέρω ερμηνείας της σχέσεως μεταξύ Συμβάσεως των Βρυξελλών και συμβάσεων σε ειδικά θέματα επιβεβαιώνεται και από την έκθεση Schlosser, η οποία συνοδεύει τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, της Δανίας και της Ιρλανδίας (7), στην οποία διευκρινίζεται ότι "οι διατάξεις των ειδικών συμβάσεων αποτελούν ιδιαίτερες διατάξεις, που κάθε κράτος, μετά την προσχώρησή του στη Σύμβαση exequatur [σημ. του συντάκτη: με τον όρο αυτό νοείται η Σύμβαση των Βρυξελλών], μπορεί να επικαλεστεί ότι υπερισχύουν της εν λόγω Συμβάσεως. Στον βαθμό που δεν προβλέπεται ειδική ρύθμιση στις ειδικές συμβάσεις, η Σύμβαση exequatur υπερέχει και πάλι [η υπογράμμιση δική μου]. Το ίδιο ισχύει όταν η ειδική σύμβαση περιέχει κανόνες δικαιοδοσίας που δεν συμβιβάζονται με διατάξεις διαφόρων τμημάτων της Συμβάσεως exequatur (...)" (8). Από τα ανωτέρω συνάγεται κυρίως ότι "οι κανόνες δικαιοδοσίας που καθιερώνονται με τις ειδικές συμβάσεις * ακόμη και αν ένα μόνο κράτος συμμετέχει στην ειδική σύμβαση * πρέπει να θεωρούνται ως κανόνες δικαιοδοσίας της ίδιας της Συμβάσεως" (9) [η υπογράμμιση δική μου].
Είναι βέβαια αλήθεια ότι κατά τις διαπραγματεύσεις της προσχωρήσεως δεν εξετάστηκαν όλα τα ζητήματα που δημιουργούσε η καθιέρωση της αρχής ότι υφίσταται ουσιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ρυθμίσεως της Συμβάσεως των Βρυξελλών και της ρυθμίσεως των συμβάσεων σε ειδικά θέματα τα ζητήματα αυτά συνεπώς δεν επιλύθηκαν πλήρως με το άρθρο 57, αλλά η επίλυσή τους αφέθηκε, όπως προκύπτει πάντα από την έκθεση Schlosser (10), στη θεωρία και τη νομολογία. Εντούτοις, νομίζω ότι είναι αναμφισβήτητο ότι η σχέση μεταξύ των διαφόρων συμβάσεων πρέπει, δυνάμει του άρθρου αυτού, να οικοδομείται με σκοπό την αμοιβαία συμπλήρωσή τους. Κατά συνέπεια, είναι απολύτως νόμιμη η εφαρμογή των διατάξεων της γενικής συμβάσεως για την κάλυψη των ενδεχομένων κενών που εμφανίζει η ρύθμιση της ειδικής συμβάσεως.
10. Το βάσιμο των ανωτέρω παρατηρήσεων είναι προφανέστατο όταν, όπως εν προκειμένω, η σύμβαση που ρυθμίζει το ειδικό θέμα δεν περιέχει καμία διάταξη σχετικά με την περίπτωση στην οποία εκκρεμούν ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικά κράτη αγωγές στηριζόμενες στα ίδια πραγματικά περιστατικά. Ο συγκεκριμένος κίνδυνος που εμφανίζεται στην περίπτωση αυτή, δηλαδή η αλληλεπικάλυψη δικών που έχουν το ίδιο αντικείμενο και η έκδοση ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων, θα είχε στην πραγματικότητα ως αποτέλεσμα τη διακύβευση του θεμελιώδους σκοπού που επιδιώκεται με τη Σύμβαση των Βρυξελλών, δηλαδή "την ενίσχυση στην Κοινότητα της έννομης προστασίας των εγκατεστημένων σε αυτή προσώπων" (11). Για τους λόγους αυτούς κρίνω συνεπώς * συμφωνώντας εξάλλου με την πλειονότητα των θεωρητικών του δικαίου (12) * ότι στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται πλήρως τα άρθρα 21 και 22 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, σκοπός των οποίων είναι ακριβώς να εξασφαλιστεί ότι η ίδια υπόθεση θα εκδικαστεί μία μόνο φορά ή να εναρμονιστούν οι λύσεις στις οποίες ενδέχεται να καταλήξουν τα δικαστήρια διαφορετικών συμβαλλομένων κρατών.
11. Εξάλλου, δεν θεωρώ βάσιμο τον ισχυρισμό των εναγόντων στις δύο υποθέσεις 2006 και 2007 ότι η σύμβαση περί συντηρητικής κατασχέσεως περιέχει στην πραγματικότητα διατάξεις περί εκκρεμοδικίας, και συγκεκριμένα το άρθρο 3, παράγραφος 3: κατά τη διάταξη αυτή, για την ίδια θαλάσσια απαίτηση δεν επιτρέπεται να διαταχθεί νέα κατάσχεση του ίδιου πλοίου από τα δικαστήρια ενός ή περισσότερων συμβαλλομένων κρατών. Σκοπός της διατάξεως αυτής πάντως είναι να αποκλειστεί η δυνατότητα του δανειστή, στον οποίο αναγνωρίζεται καταρχήν πλήρης ελευθερία κατά την επιλογή του δικαστηρίου, να υποβάλει εκ νέου την ίδια αίτηση ενώπιον άλλου δικαστηρίου πέραν του πρώτου επιληφθέντος. Πρόκειται συνεπώς για ένα μέσο το οποίο, μολονότι βέβαια προορίζεται να ματαιώσει το ενδεχόμενο εκδόσεως αντιφασκουσών αποφάσεων, αφορά εντούτοις άλλες καταστάσεις και όχι την εκκρεμοδικία. Εφόσον ο δανειστής επιλέξει το δικαστήριο με την αίτηση συντηρητικής κατασχέσεως του πλοίου, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβάλλεται η ίδια αίτηση μεταγενέστερα πρέπει απλώς να την απορρίψει για τον λόγο και μόνο ότι η ίδια διαδικασία έχει ήδη κινηθεί αλλού. Προς τούτο, το δικαστήριο αυτό δεν χρειάζεται να εξακριβώσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναγνωρίσεως της αποφάσεως που θα εκδοθεί από το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο, ενώ, για να γίνει δεκτή η ένσταση εκκρεμοδικίας, πρέπει να εξακριβώνεται η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
12. Προκειμένου να προσδιοριστεί το πραγματικό περιεχόμενο του άρθρου 57, νομίζω, τέλος, ότι είναι σκόπιμο να εξεταστεί η εθνική νομολογία με την οποία εφαρμόζεται το άρθρο αυτό και η οποία αποτελεί πρωταρχικής σημασίας μέσο για την εξεύρεση του περιεχομένου των διατάξεων των διεθνών συμφωνιών. Από την εξέταση ακριβώς της νομολογίας αυτής, και ειδικότερα της αγγλικής νομολογίας επί των σχέσεων μεταξύ της Συμβάσεως των Βρυξελλών και της συμβάσεως περί συντηρητικής κατασχέσεως, επιβεβαιώνεται ότι η άποψη της συμπληρωματικής ή από κοινού εφαρμογής των συμβάσεων αυτών έχει γίνει ευρέως αποδεκτή, ακόμη και σε σχέση με το ζήτημα της εκκρεμοδικίας ή της συνάφειας των υποθέσεων (13).
13. Το συμπέρασμά μου είναι ότι, οσάκις μια σύμβαση σε ειδικό θέμα δεν περιέχει διάταξη που να αφορά την εκκρεμοδικία και τη συνάφεια, το άρθρο 57 επιβάλλει την εφαρμογή των άρθρων 21 και 22 της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
Η εκκρεμοδικία κατά την έννοια του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών
14. Κατόπιν του συμπεράσματος που διατύπωσα ανωτέρω σε σχέση με το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ της Συμβάσεως των Βρυξελλών και των ειδικών συμβάσεων, επιβάλλεται επομένως να δοθεί απάντηση στα περαιτέρω ερωτήματα που υπέβαλε το Court of Appeal. Με το πρώτο, το δεύτερο και το πέμπτο από τα ερωτήματα αυτά ζητείται κατ' ουσία ο προσδιορισμός της έννοιας της εκκρεμοδικίας, όπως χρησιμοποιείται από τη Σύμβαση των Βρυξελλών, ζητείται δηλαδή να διασαφηνιστεί πότε δύο υποθέσεις έχουν το ίδιο αντικείμενο, την ίδια αιτία και τους ίδιους διαδίκους. Στις προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού απαντούν ορισμένα στοιχεία που είναι χρήσιμα για την απάντηση στα ερωτήματα αυτά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, πρώτον, η απόφαση στην υπόθεση Palumbo (14), με την οποία διευκρινίστηκε ότι οι έννοιες που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 21 για την περιγραφή των προϋποθέσεων της εκκρεμοδικίας πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς έναντι των εννοιών που απορρέουν από τις δικονομικές διατάξεις των εθνικών δικαίων. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Δικαστήριο προσέδωσε ιδιαίτερη σημασία στον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε το άρθρο 21, το οποίο "αποσκοπεί, προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης εντός της Κοινότητας, στην αποφυγή παραλλήλων διαδικασιών εκκρεμών ενώπιον των δικαστηρίων διαφόρων συμβαλλομένων κρατών και της εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από αυτές. 'Ετσι, η ρύθμιση αυτή αποβλέπει στον εξαρχής αποκλεισμό, κατά το μέτρο του δυνατού, μιας καταστάσεως όπως η του άρθρου 27, τρίτο εδάφιο, δηλαδή της μη αναγνωρίσεως μιας αποφάσεως λόγω του ασυμβιβάστου της με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος αναγνωρίσεως" (15). Με την ίδια απόφαση τονίζεται επίσης το γεγονός ότι το άρθρο 21 δεν αναφέρεται στον όρο εκκρεμοδικία, όπως χρησιμοποιείται στις διάφορες εθνικές νομοθεσίες, αλλά παραθέτει το ίδιο μια σειρά ουσιαστικών προϋποθέσεων, οι οποίες αποτελούν στοιχεία του ορισμού της έννοιας αυτής.
Κατόπιν των σκέψεων αυτών, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υφίστατο εκκρεμοδικία σε μια περίπτωση σαν την περίπτωση που είχε υποβληθεί στην κρίση του και στην οποία είχε ασκηθεί εντός συμβαλλομένου κράτους αγωγή για την ακύρωση διεθνούς συμβάσεως πωλήσεως, ενώ εκκρεμούσε αγωγή που είχε ασκηθεί προηγουμένως ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου κράτους και με την οποία ζητούνταν η εκτέλεση της ίδιας συμβάσεως. Από την απόφαση αυτή του Δικαστηρίου προκύπτει συνεπώς ότι, για να έχει εφαρμογή το άρθρο 21, πρέπει και αρκεί να πρόκειται για τους ίδιους διαδίκους, ανεξάρτητα από τη δικονομική θέση που έχει κάθε διάδικος σε καθεμία από τις δίκες, και για την ίδια βασική έννομη σχέση από την οποία προκύπτουν οι καταστάσεις τις οποίες επικαλούνται οι διάδικοι: η τελευταία αυτή προϋπόθεση συντρέχει ιδιαίτερα όταν το ζήτημα που τίθεται στη μία υπόθεση αποτελεί τη λογική προϋπόθεση του αιτήματος που υποβάλλεται στην άλλη ή όταν τα διαφορετικά αιτήματα που υποβάλλονται ανάγονται τελικά στην ίδια ουσιαστική κατάσταση.
15. Επί της σημασίας της λειτουργίας που επιτελεί το άρθρο 21 στο πλαίσιο της Συμβάσεως των Βρυξελλών και επί της συνακόλουθης ανάγκης να λαμβάνεται υπόψη η λειτουργία αυτή κατά τον προσδιορισμό της έννοιας της εκκρεμοδικίας, όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό, το Δικαστήριο ενέμεινε επίσης με την απόφαση της 27ης Ιουνίου 1991 στην υπόθεση Overseas Union Insurance (16). Με την απόφαση αυτή τονίζεται ότι, προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί που επιδιώκονται με το άρθρο 21, το άρθρο αυτό "πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, κατά τρόπο που να καλύπτει καταρχήν όλες τις περιπτώσεις εκκρεμοδικίας ενώπιον δικαστηρίων συμβαλλομένων κρατών": στη συνέχεια το Δικαστήριο, βασιζόμενο στη διαπίστωση αυτή, έδωσε στο ερώτημα που του είχε υποβληθεί την απάντηση ότι κατά την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων στις δύο δίκες.
16. Ποια συμπεράσματα μπορούν συνεπώς να συναχθούν από τη νομολογία αυτή σε σχέση με το πρόβλημα που μας απασχολεί εν προκειμένω;
Καταρχάς θα ήθελα να παρατηρήσω ότι από τα περιστατικά των κύριων δικών προκύπτει ότι οι συμβατικές σχέσεις μεταξύ των διαφόρων κυρίων του φορτίου και των πλοιοκτητών διέπονται από φορτωτικές που έχουν το ίδιο περιεχόμενο και ότι σε όλες τις περιπτώσεις είναι ίδιες οι συνθήκες μεταφοράς (ακόμη και οι υλικές συνθήκες), αφού επρόκειτο για έλαιο που μεταφέρθηκε χύδην. Επομένως νομίζω ότι είναι θεμιτό το συμπέρασμα ότι η δικονομική κατάσταση την οποία αφορά το παρόν προδικαστικό ερώτημα χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι οι δίκες που εκκρεμούν ενώπιον του Arrondissementsrechtbank του Ρόττερνταμ και του Admiralty Court του Λονδίνου έχουν την ίδια "αιτία", δηλαδή την ίδια συμβατική σχέση, καθώς και * τουλάχιστον εν μέρει, όπως θα εξηγήσω αμέσως παρακάτω * το ίδιο "αντικείμενο", καθόσον και στις δύο υποθέσεις το βασικό ζήτημα είναι να εξακριβωθεί αν οι πλοιοκτήτες υπέχουν ευθύνη για τη χειροτέρευση του ελαίου σόγιας λόγω της διαποτίσεώς του από διάφορους υδρογονάνθρακες. Στην πραγματικότητα οι δύο αγωγές, τόσο αυτή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί η ευθύνη των πλοιοκτητών όσο και αυτή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι δεν υπάρχει τέτοια ευθύνη, δεν είναι παρά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή κατά την παρούσα διαδικασία.
17. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί μια καθόλου ασήμαντη διαφορά μεταξύ της υποθέσεως Palumbo και της υποθέσεως που εξετάζουμε σήμερα: πράγματι, μολονότι και στην υπόθεση εκείνη η λογική σχέση μεταξύ των αγωγών ήταν τέτοια, ώστε η μία να αποτελεί πρόκριμα για την άλλη, ήταν εντούτοις η αντίστροφη ακριβώς από τη λογική σχέση που υφίσταται στην υπό κρίση σήμερα υπόθεση, καθόσον ενώπιον του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου είχε ασκηθεί αγωγή με ευρύτερο περιεχόμενο έναντι της αγωγής που ασκήθηκε μεταγενέστερα. Δεδομένου δηλαδή ότι η αγωγή με την οποία ζητούνταν η εκτέλεση της διεθνούς συμβάσεως πωλήσεως είχε ασκηθεί πριν από την αγωγή για την ακύρωση ή τη λύση της ίδιας αυτής συμβάσεως, η τελευταία αυτή αγωγή μπορούσε κάλλιστα * κατά το Δικαστήριο * "να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέσο άμυνας κατά της πρώτης αγωγής που έχει ασκηθεί υπό τη μορφή αυτοτελούς αγωγής ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλόμενου κράτους" (17).
Αντίθετα, στην παρούσα υπόθεση, το αίτημα της αγωγής που ασκήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν περιλαμβάνεται πλήρως στο αίτημα της προγενέστερης αγωγής, καθόσον αφορά επίσης την αποκατάσταση της ζημίας και τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημιώσεως, που δεν αποτελούσαν (ούτε άλλωστε μπορούσαν να αποτελούν) αντικείμενο της δίκης που κινήθηκε αρχικά ενώπιον του ολλανδικού δικαστηρίου. Δεδομένου συνεπώς ότι το άρθρο 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών δεν προβλέπει κανέναν αυτόματο μηχανισμό για τη συνεκδίκαση υποθέσεων, αλλά μόνο την αναγνώριση από το δεύτερο επιλαμβανόμενο δικαστήριο της ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας του, η εφαρμογή του κανόνα περί εκκρεμοδικίας θα μπορούσε στις περιπτώσεις αυτές να οδηγήσει σε αρνησιδικία. Οσάκις δηλαδή δεν θα ήταν δυνατόν, βάσει των νομοθετικών διατάξεων που διέπουν τη διεξαγωγή της χρονικά πρώτης δίκης, να διευρύνεται το αντικείμενο, με την υποβολή νέων αιτημάτων ή την προβολή νέων αμυντικών ισχυρισμών, δεν θα υπήρχε η δυνατότητα εξετάσεως όλων των πλευρών της υποθέσεως, εάν η χρονικά προγενέστερη αγωγή είχε πιο περιορισμένο περιεχόμενο.
18. Φρονώ συνεπώς ότι, όταν η αγωγή με το ευρύτερο περιεχόμενο ασκείται μεταγενέστερα και δεν είναι δυνατή η διεύρυνση του αντικειμένου της πρώτης δίκης (πράγμα που εξάλλου δεν φαίνεται να συνέβη εν προκειμένω, αφού όλοι οι πλοιοκτήτες υπέβαλαν, ενώπιον του ολλανδικού δικαστηρίου, προληπτικά έστω, το αίτημα επιδικάσεως αποζημιώσεως), το δικαστήριο που επιλαμβάνεται δεύτερο της υποθέσεως πρέπει να αναγνωρίσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, δυνάμει του άρθρου 21, όσον αφορά το τμήμα του αντικειμένου που πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτεται από την πρώτη αγωγή, και μπορεί, αντίστροφα, να αναστείλει τη διαδικασία για το υπόλοιπο τμήμα του αντικειμένου αυτού, εφαρμόζοντας επίσης το άρθρο 22 της Συμβάσεως (18).
19. Αντίθετα, δεν νομίζω ότι έχει σημασία για την επίλυση του προκειμένου προβλήματος, δηλαδή για το πότε μπορεί να ειπωθεί ότι δύο αγωγές έχουν το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία υπό την έννοια της Συμβάσεως των Βρυξελλών, η διάκριση που απαντά στο αγγλικό δίκαιο μεταξύ των "actions in rem" ("εμπράγματων αγωγών"), με τις οποίες ο ενάγων επιδιώκει την ικανοποίηση των αξιώσεών του σχετικά με συγκεκριμένο αγαθό, και των "actions in personam" ("ενοχικών αγωγών"), με τις οποίες παράγονται δεσμευτικά αποτελέσματα στις σχέσεις μεταξύ υποκειμένων του δικαίου. Η εφαρμογή του άρθρου 21 δεν μπορεί να εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά ή τη διαφορετική διαμόρφωση των εθνικών δικονομικών δικαίων: η παραπομπή στο εσωτερικό δίκαιο των συμβαλλομένων κρατών, όταν καθίσταται αναγκαία λόγω του ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών δεν περιέχει πλήρη ρύθμιση, αποτελεί, εν πάση περιπτώσει, μέσο για την εφαρμογή των διατάξεων της Συμβάσεως και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει αποτελέσματα που να αντιβαίνουν προς τους σκοπούς και την οικονομία της ίδιας της Συμβάσεως (19). 'Οπως όμως αναφέρθηκε ήδη, σκοπός του άρθρου 21 είναι η αποφυγή διεξαγωγής δύο δικών σε σχέση με την ίδια υπόθεση ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών συμβαλλομένων κρατών και του συνακόλουθου κινδύνου εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, οι οποίες συνεπώς δεν θα μπορούσαν να αναγνωριστούν, κατά την έννοια του άρθρου 27, σημείο 3. Συναφώς νομίζω ότι εν προκειμένω δεν τίθεται το ζήτημα αντιφατικότητας των αποφάσεων, δεδομένου ότι το βασικό ζήτημα των διαφορών που εκκρεμούν στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις Κάτω Χώρες είναι η ευθύνη των πλοιοκτητών για τη χειροτέρευση του φορτίου. Κατά συνέπεια, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι η φύση των εν λόγω δικών είναι ενδεχομένως διαφορετική, ανάλογα με το αστικό δικονομικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους αυτό που έχει σημασία είναι αν στην κρίση του δικαστή υποβάλλεται το ίδιο ουσιαστικό ζήτημα ή όχι.
Σε ανάλογα συμπεράσματα κατέληξε εξάλλου πρόσφατα το ίδιο το Admiralty Court, με απόφαση που εξέδωσε τον Απρίλιο 1992 σε μια υπόθεση που έχει πολλά κοινά σημεία με την υπόθεση που μας απασχολεί εν προκειμένω (20). Το αγγλικό αυτό δικαστήριο, το οποίο καλούνταν να αποφανθεί, σε σχέση ακριβώς με την ερμηνεία των άρθρων 21 και 22 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, αν είχαν το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία η ολλανδική δίκη στην οποία οι κύριοι του εμπορεύματος ζητούσαν να τους επιδικαστεί αποζημίωση λόγω της χειροτερεύσεως του φορτίου ενός σκάφους και της δίκης που κίνησαν μεταγενέστερα οι ίδιοι αυτοί κύριοι στο Ηνωμένο Βασίλειο για τη συντηρητική κατάσχεση του σκάφους, κατ' εφαρμογή της συμβάσεως περί συντηρητικής κατασχέσεως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αντικείμενο των δύο αυτών δικών ήταν το ίδιο, παρά τη διαφορετική φύση των αγωγών in rem και των αγωγών in personam. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε ενόψει του γεγονότος ότι το αντικείμενο της αγωγής που ασκήθηκε σε σχέση με το πλοίο (21) πρέπει κατ' ανάγκη να είναι το ίδιο με το αντικείμενο της αγωγής κατά του πλοιοκτήτη και ότι, αν ο πλοιοκτήτης δεν δεχθεί την επίδοση της πράξεως περί κατασχέσεως, ο ενάγων πρέπει, για να επιτύχει την έκδοση αποφάσεως σε βάρος του πλοίου, να αποδείξει την ευθύνη του πλοιοκτήτη αυτού.
20. Μια επιπλέον απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 21 είναι ότι οι διάδικοι στις δίκες που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων των διαφόρων συμβαλλομένων χωρών πρέπει να είναι οι ίδιοι. 'Οπως αναφέρθηκε ήδη προηγουμένως, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι το γεγονός ότι οι διάδικοι είναι οι ίδιοι δεν αναιρείται στην περίπτωση κατά την οποία η δικονομική τους θέση αντιστρέφεται στη δεύτερη από τις δύο δίκες, δηλαδή ο ενάγων της πρώτης είναι εναγόμενος στη δεύτερη, εφόσον βέβαια η νομική κατάσταση που αφορούν αμφότερες οι δίκες είναι η ίδια. Μολονότι λοιπόν * σε σχέση με τις περιστάσεις υπό τις οποίες ανέκυψαν τα παρόντα προδικαστικά ερωτήματα * πρέπει οπωσδήποτε να αποκλειστεί η δυνατότητα να αναγνωριστεί ότι υφίσταται εκκρεμοδικία μεταξύ της αγωγής της Phibro στο Ηνωμένο Βασίλειο (υπόθεση 2007) και της προγενέστερης ολλανδικής αγωγής, δεδομένου ότι στην τελευταία αυτή δίκη η Phibro δεν ήταν διάδικος, τι πρέπει να γίνει δεκτό σε σχέση με την άλλη υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του αγγλικού δικαστηρίου (την υπόθεση 2006), της οποίας οι ενάγοντες, δηλαδή οι κύριοι του φορτίου της ομάδας 3, εν μέρει μόνον εμπλέκονται στη δίκη που κινήθηκε προηγουμένως στις Κάτω Χώρες;
Νομίζω ότι στην περίπτωση αυτή ο κίνδυνος εκδόσεως ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων, ο οποίος θα γινόταν πραγματικότητα, αν το αγγλικό δικαστήριο αναγνώριζε την ευθύνη των πλοιοκτητών και τους υποχρέωνε σε καταβολή αποζημιώσεως, ενώ το ολλανδικό δικαστήριο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι κύριοι του φορτίου δεν έχουν καμία αξίωση έναντι των πλοιοκτητών αυτών, είναι προφανέστατος όσον αφορά αυτούς που είναι διάδικοι σε αμφότερες τις δίκες.
Αν ληφθεί υπόψη η ανάγκη εξασφαλίσεως σε όλους της δυνατότητας επικλήσεως των δικαιωμάτων τους ενώπιον των δικαστηρίων και των σκοπών του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, η διάταξη αυτή πρέπει συνεπώς να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι, στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται δεύτερο πρέπει να αναγνωρίσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, εφόσον οι διάδικοι στη δίκη που εκκρεμεί ενώπιόν του είναι επίσης διάδικοι της δίκης που κινήθηκε προγενέστερα. Το δικαστήριο αυτό θα πρέπει να συνεχίσει τη δίκη μεταξύ των άλλων διαδίκων, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει την ευχέρεια να την αναστείλει και έναντι αυτών, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής λόγω συνάφειας, εφόσον δηλαδή συντρέχουν οι προϋποθέσεις όχι του άρθρου 21, αλλά του άρθρου 22 της Συμβάσεως αυτής (22).
21. Τέλος, πρέπει να εξεταστεί το τελευταίο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο σε σχέση με το άρθρο 21 (το πέμπτο ερώτημα), με το οποίο ερωτάται κατ' ουσία αν τα συμπεράσματα που συνάγονται από την ερμηνεία της έννοιας της εκκρεμοδικίας, όπως χρησιμοποιείται στην ανωτέρω διάταξη, είναι διαφορετικά, όταν με την αγωγή που έχει ασκηθεί ενώπιον του πρώτου δικαστηρίου ζητείται η αναγνώριση της μη υπάρξεως ευθύνης. Επ' αυτού υποστηρίχθηκε, ιδίως από τους κυρίους του φορτίου, ότι οι αγωγές αυτές υποκρύπτουν στην πραγματικότητα καταστρατήγηση των διατάξεων περί δικαιοδοσίας και ελεύθερη επιλογή του αρμόδιου δικαστηρίου (forum shopping). Κατά την άποψη αυτή δηλαδή, ο ενάγων δεν έχει καμία αξίωση έναντι του εναγομένου, αλλά επιδιώκει αποκλειστικά να προλάβει την πιθανή άσκηση αγωγής από τον εναγόμενο, προκαθορίζοντας εν ανάγκη, προς το δικό του συμφέρον, το αρμόδιο δικαστήριο και στερώντας συνεπώς από όποιον έχει πραγματικό έννομο συμφέρον τη δυνατότητα επιλογής του αρμόδιου δικαστηρίου βάσει των διατάξεων της Συμβάσεως των Βρυξελλών ή άλλης ειδικής συμβάσεως, της οποίας η εφαρμογή δεν θίγεται, σύμφωνα με το άρθρο 57 της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Κατά συνέπεια, η ερμηνεία του άρθρου 21 από την οποία θα συναγόταν ότι η αγωγή που ασκεί ο φερόμενος ως δράστης του ζημιογόνου γεγονότος, με αίτημα να αναγνωριστεί ότι δεν υπέχει ευθύνη, πρέπει να εξομοιωθεί προς αγωγή αποζημιώσεως που ασκείται από τον ζημιούμενο θα ενίσχυε, σύμφωνα με την εν λόγω άποψη, την αβεβαιότητα περί τον καθορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου, θα διακύβευε το δικαίωμα όποιου έχει πραγματικά εναγώγιμη αξίωση να επιλέγει το αρμόδιο δικαστήριο και θα αποτελούσε αδικαιολόγητο κίνητρο για άσκηση αγωγής με μόνο σκοπό την εξασφάλιση δικονομικών πλεονεκτημάτων.
22. Δεν συμφωνώ με την ανωτέρω άποψη ούτε με τα επιχειρήματα επί των οποίων στηρίζεται αν μάλιστα ληφθούν υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, νομίζω ότι η προβολή της απόψεως αυτής εν προκειμένω είναι τελείως αδικαιολόγητη. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πράγματι, ότι το γεγονός ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών, όπως άλλωστε, πράγμα που θα ήθελα να τονίσω ευθύς αμέσως, και η σύμβαση περί κατασχέσεως, προβλέπουν διάφορα εναλλακτικά κριτήρια για τη διεθνή δικαιοδοσία και ότι συνεπώς ο ενάγων διαθέτει ευρέα περιθώρια, προκειμένου να επιλέξει σε ποιο από τα δικαστήρια που έχουν διεθνή δικαιοδοσία θα υποβάλει την επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς δίνει τη δυνατότητα "ευφυούς" χρησιμοποιήσεως των μηχανισμών αυτών. Συγκεκριμένα, δεν μπορούν να αποφευχθούν οι απόπειρες προσδώσεως διεθνούς δικαιοδοσίας σε συγκεκριμένο δικαστήριο με μόνο σκοπό την εφαρμογή της συμφερότερης για τον ενάγοντα ουσιαστικής ρυθμίσεως που ισχύει εκεί ή μάλιστα με σκοπό τη δημιουργία δυσχερειών για τον αντίδικο.
Συναφώς πρέπει πάντως να τονιστεί ότι οι απόπειρες αυτές, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως forum shopping, είναι πιθανότερες στο πλαίσιο των συστημάτων που ευνοούν την αυτόματη εφαρμογή του κριτηρίου του lex fori, όσο και αν αυτό είναι συγκαλυμμένο. 'Οταν, αντίθετα, οι κανόνες του διεθνούς ιδιωτικού δικαίου και/ή η νομολογία εφαρμόζουν κριτήρια αναφοράς πιο προσαρμοσμένα προς τη φύση και τα χαρακτηριστικά της σχέσεως και στις προσδοκίες των διαδίκων που "συνέλαβαν" και δημιούργησαν αρχικά τη σχέση αυτή, τότε μειώνονται και οι πιθανότητες εκμεταλλεύσεως ή μάλιστα καταστρατηγήσεως των μηχανισμών του ιδιωτικού και δικονομικού διεθνούς δικαίου στο σύνολό του. Εν πάση περιπτώσει, στο επιλαμβανόμενο δικαστήριο εναπόκειται να ματαιώσει τις ενδεχόμενες απόπειρες καταστρατηγήσεων.
Σε τελική ανάλυση, δεν νομίζω ότι το πρόβλημα αυτό μπορεί να λυθεί με στενή ερμηνεία του άρθρου 21, κατά την οποία δηλαδή θα αποκλειόταν η εφαρμογή του άρθρου αυτού * όπως μάλιστα υποστηρίχθηκε κατά την παρούσα διαδικασία * όταν το αίτημα της δίκης που έχει ήδη κινηθεί σε ένα από τα συμβαλλόμενα κράτη είναι η έκδοση βεβαιωτικής αποφάσεως αρνητικού περιεχομένου.
Εξάλλου, όπως τόνισε η Επιτροπή, θα ήταν επιφανειακά μόνο σκόπιμο να γίνεται διάκριση ανάλογα με το αν το αίτημα αναγνωρίσεως της μη υπάρξεως ευθύνης υποβάλλεται σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό η διάκριση, πέραν του ότι δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στο γράμμα του άρθρου 21, δεν κωλύει τη δημιουργία του προβλήματος που η διάταξη αυτή επιδιώκει να επιλύσει προληπτικά, δηλαδή το πρόβλημα της πιθανής εκδόσεως ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων δύο δικαστηρίων που καλούνται ταυτόχρονα να επιληφθούν της ίδιας υποθέσεως.
23. Επιπλέον, πρέπει να υπομνηστεί ότι οι αναγνωριστικές ή βεβαιωτικές αγωγές αρνητικού περιεχομένου, οι οποίες άλλωστε προβλέπονται κατά κανόνα από τα εθνικά δικονομικά συστήματα και είναι καθ' όλα πλήρως θεμιτές, ενδέχεται να εξυπηρετούν πραγματικές ανάγκες του ενάγοντος. Ο ενάγων π.χ. ενδέχεται να έχει συμφέρον, όταν αντιμετωπίζει ενδεχομένως μια πολιτική αναμονής του αντιδίκου, για τον εκ μέρους του δικαστηρίου ταχύ προσδιορισμό, σε περίπτωση αμφιβολίας ή αμφισβητήσεως, των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων ή της ευθύνης που απορρέουν από συγκεκριμένη συμβατική σχέση. Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω, αν ληφθεί υπόψη η χρονική σειρά με την οποία κινήθηκαν οι δίκες.
24. Ακόμη και ενόψει των ανωτέρω στοιχείων δεν νομίζω ότι είναι κρίσιμη, αλλά αντίθετα είναι μάλλον περίεργη, η εκ μέρους των κυρίων του εμπορεύματος αναφορά στους κινδύνους που ενέχει η πρακτική του forum shopping. Ακόμη και αν αφήσω κατά μέρος τις λοιπές αντιρρήσεις μου, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι οι κύριοι του εμπορεύματος είναι οι πλέον κατάλληλοι να μας κάνουν το κήρυγμα αυτό. Μολονότι βέβαια είναι πιθανό ότι οι πλοιοκτήτες αποφάσισαν να προσφύγουν στο ολλανδικό δικαστήριο επειδή επιδίωκαν, μεταξύ άλλων, να εφαρμοστεί στην περίπτωσή τους μια ρύθμιση που οι ίδιοι έκριναν ευνοϊκότερη, είναι επίσης βέβαιο ότι η αγωγή τους ενώπιον του Arrondissementsrechtbank του Ρόττερνταμ ασκήθηκε ενάμιση και πλέον μήνα μετά την εκφόρτωση των εμπορευμάτων, ενώ η αγωγή των κυρίων του εμπορεύματος των ομάδων 2 και 3 ασκήθηκε δέκα μήνες αργότερα και βάσει ενός κριτηρίου αναφοράς που ήταν, όπως θα ήθελα να επαναλάβω, τελείως τυχαίο. Εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκε ότι οι κύριοι του εμπορεύματος ενήχθησαν νομοτύπως ενώπιον του ολλανδικού δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων της Συμβάσεως των Βρυξελλών, και συγκεκριμένα των άρθρων 2 και 6, σημείο 1. Από την άποψη αυτή, η δικαιοδοσία του αγγλικού δικαστηρίου, η οποία στηρίχθηκε στο άρθρο 7, σημείο 1, της συμβάσεως περί κατασχέσεως, είναι τελείως τυχαία, αφού οφειλόταν στο γεγονός και μόνο ότι ένα πλοίο του ίδιου πλοιοκτήτη είχε προσορμιστεί σε αγγλικό λιμένα και οι κύριοι του φορτίου μπορούσαν επομένως να ζητήσουν την κατάσχεσή του. Αν ληφθούν συνεπώς υπόψη όλες οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, νομίζω ότι δεν θα ήταν καθόλου εκτός τόπου το ερώτημα ποιος μπορεί ενδεχομένως να θεωρηθεί, στην προκειμένη περίπτωση, "υπεύθυνος" για πρακτική forum shopping αν βεβαίως υποτεθεί, πράγμα παράλογο, ότι θα ήταν ορθό να γίνεται λόγος για "ευθύνη".
25. Ως συμπέρασμα των ανωτέρω σκέψεων θα ήθελα πάντως να επαναλάβω ότι ο κίνδυνος καταχρηστικής ασκήσεως των αγωγών με τις οποίες ζητείται αρνητική βεβαίωση δεν μπορεί να αποφευχθεί βάσει του άρθρου 21. Αυτή νομίζω είναι η έννοια και της επανειλημμένα προαναφερθείσας αποφάσεως Palumbo, από την οποία συνάγεται ότι η έννοια της εκκρεμοδικίας, κατά τη Σύμβαση των Βρυξελλών, καλύπτει την περίπτωση στην οποία ένας διάδικος έχει ασκήσει ενώπιον δικαστηρίου συμβαλλομένου κράτους αγωγή με αίτημα την ακύρωση ή τη λύση συμβάσεως, ενώ ήδη εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου κράτους αγωγή του αντισυμβαλλομένου με αντικείμενο την εκτέλεση της ίδιας συμβάσεως. Στην ανωτέρω υπόθεση μάλιστα το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την πρόταση του γενικού εισαγγελέα, ο οποίος είχε επιστήσει ρητά την προσοχή του Δικαστηρίου επί των πιθανών κινδύνων που θα είχε η ερμηνεία αυτή του άρθρου 21, καθόσον θα έδινε τη δυνατότητα σε έναν συμβαλλόμενο να ασκήσει αγωγή προς αμφισβήτηση του κύρους της συμβάσεως και κατόπιν να παραλύει, προβάλλοντας ένσταση εκκρεμοδικίας, κάθε μεταγενέστερη αγωγή που θα ασκείται βάσει της συμβάσεως αυτής ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους (23). Εξάλλου, η ερμηνεία που έγινε δεκτή με την ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου γίνεται δεκτή και από την πλέον πρόσφατη εθνική νομολογία (24).
Η συνάφεια, κατά την έννοια του άρθρου 22 της Συμβάσεως των Βρυξελλών
26. Τέλος, όσον αφορά ειδικότερα, όχι όμως και αποκλειστικά, την υπόθεση 2007, τίθενται τα τελευταία ερωτήματα, τα οποία αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 22 της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να προσδιορίσει την έννοια της συνάφειας, όπως χρησιμοποιείται στο τρίτο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως, το οποίο θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ορίζει ότι είναι συναφείς "αγωγές που συνδέονται μεταξύ τους τόσο στενά, ώστε να υπάρχει συμφέρον να εξεταστούν και να εκδικαστούν ταυτόχρονα, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα ήταν ασυμβίβαστες, αν οι υποθέσεις εκδικάζονταν χωριστά".
27. Καταρχάς θα ήθελα να διευκρινίσω ότι ο ορισμός αυτός, κατ' αναλογία των όσων αναφέρθηκαν σχετικά με την εκκρεμοδικία, πρέπει και αυτός να ερμηνευθεί αυτοτελώς έναντι των ορισμών που απαντούν στα διάφορα εθνικά δικονομικά δίκαια και οι οποίοι διαφέρουν μεταξύ τους (25). Συναφώς είναι καταρχάς σαφές ότι, για να είναι δύο (ή περισσότερες) αγωγές συναφείς κατά την έννοια του άρθρου 22, τρίτο εδάφιο, δεν είναι απαραίτητο οι διάδικοι να είναι ίδιοι και οι αγωγές αυτές να έχουν το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία. Οσάκις συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, εφαρμογή θα έχει το άρθρο 21: προϋπόθεση της συνάφειας είναι, αντίθετα, η ύπαρξη διαφορετικών υποκειμενικών ή αντικειμενικών (ή ενδεχομένως τόσο των υποκειμενικών όσο και των αντικειμενικών) στοιχείων των σχετικών αγωγών.
Αν ληφθούν υπόψη τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου, το οποίο, ως γνωστό, παράγει αποτελέσματα μόνον έναντι του ενάγοντος και του εναγομένου, είναι προφανές ότι οι αποφάσεις επί συναφών υποθέσεων ενδέχεται να είναι ασυμβίβαστες μόνον εφόσον στις υποθέσεις αυτές εμπλέκονται οι ίδιοι διάδικοι, έστω και αν οι υποθέσεις έχουν διαφορετικό αντικείμενο και/ή διαφορετική αιτία. Σε μια υπόθεση που εξέτασε το Δικαστήριο σε σχέση με το άρθρο 27, τρίτο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών και στην οποία παραπέμπουν σήμερα πολλοί από αυτούς που κατέθεσαν παρατηρήσεις (26) το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αλλοδαπή απόφαση που υποχρεώνει τον σύζυγο να καταβάλλει διατροφή στη σύζυγό του, λόγω της υποχρεώσεως διατροφής που υπέχει από τον γάμο, είναι ασυμβίβαστη με την απόφαση με την οποία εκδόθηκε, εντός του κράτους εντός του οποίου ζητείται η εκτέλεση της αλλοδαπής αυτής αποφάσεως, το διαζύγιο μεταξύ των ίδιων συζύγων. Με την ανωτέρω απόφαση συνεπώς το Δικαστήριο τόνισε ότι οι αποφάσεις που έχουν το περιεχόμενο αυτό "αναπτύσσουν έννομες συνέπειες οι οποίες αποκλείουν η μία από την άλλη. Πράγματι, ζητείται η εκτέλεση της αλλοδαπής αποφάσεως που προϋποθέτει αναγκαστικώς την ύπαρξη συζυγικού δεσμού, ενώ ο δεσμός αυτός ελύθη με απόφαση που εκδόθηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος αναγνωρίσεως" (η υπογράμμιση δική μου) (27).
28. Λαμβάνοντας υπόψη τους σκοπούς που επιδιώκονται με τον θεσμό της συνάφειας στο πλαίσιο της Συμβάσεως των Βρυξελλών, θα ήθελα πάντως να αποκλείσω το ενδεχόμενο να έχει ο όρος "λύσεις που θα ήταν ασυμβίβαστες", ο οποίος χρησιμοποιείται στο άρθρο 22, τρίτο εδάφιο, την ίδια στενή έννοια που έχει ο όρος "απόφαση ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί [προηγουμένως]" του άρθρου 27, σημείο 3, όπως υποστήριξαν οι περισσότεροι από αυτούς που κατέθεσαν παρατηρήσεις στην προκειμένη υπόθεση. Πράγματι, η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει, κατά παρέκκλιση από τις αρχές και τους σκοπούς της Συμβάσεως, τη δυνατότητα της κατ' εξαίρεση αρνήσεως αναγνωρίσεως αλλοδαπής αποφάσεως, ενώ σκοπός του άρθρου 22, τρίτο εδάφιο, είναι μάλλον η βελτίωση του συντονισμού της ασκήσεως των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων εντός της Κοινότητας, η αποφυγή δυσαρμονίας και αντιφατικότητας των δικαστικών αποφάσεων, έστω και αν δεν εμποδίζεται η αυτοτελής εκτέλεση καθεμιάς από αυτές (28). Για την καλύτερη κατανόηση των όσων ανέφερα μόλις ανωτέρω, θα ήθελα να αναφέρω ένα παράδειγμα, το οποίο δανείζομαι από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση Καλφέλης (29): το παράδειγμα αυτό προσφέρεται εξάλλου ιδιαίτερα, επειδή παρουσιάζει σημαντικές αναλογίες με τα πραγματικά περιστατικά που αφορά η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Αν λοιπόν επί δύο αγωγών που έχουν ασκηθεί χωριστά κατά δύο προσώπων που φέρονται ως υπεύθυνα για την πρόκληση ατυχήματος εκδοθούν δύο αποφάσεις, από τις οποίες η μία δέχεται την αγωγή και η άλλη αντίθετα την απορρίπτει με το σκεπτικό ότι η ζημία δεν δικαιολογεί την επιδίκαση αποζημιώσεως, οι αποφάσεις αυτές, μολονότι είναι αντιφατικές, μπορούν να εκτελεστούν ταυτόχρονα, καθόσον εκδόθηκαν μεταξύ διαφορετικών διαδίκων. Εντούτοις, η αναγνώριση της συνάφειας μεταξύ των δύο δικών και η ενδεχόμενη αναστολή ή, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, η διαπίστωση εκ μέρους του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται δεύτερο ότι δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία, σύμφωνα με το άρθρο 22, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, θα συνέβαλλαν οπωσδήποτε στην επίτευξη ενότητας περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων και θα εξυπηρετούσαν συνεπώς τους σκοπούς της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
Ο σκοπός της διατάξεως αυτής συνίσταται συνεπώς στη διευκόλυνση εξευρέσεως αρμονικών λύσεων κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας και στην αποφυγή συνεπώς του κινδύνου εκδόσεως αποφάσεων που θα ήσαν, από λογική μόνο έστω άποψη, αντιφατικές. Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται δεύτερο πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς που προβλέπει η διάταξη αυτή, όποτε κρίνει ότι η συλλογιστική που θα εφαρμοστεί για την επίλυση της διαφοράς εκ μέρους του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η προγενέστερη δίκη ενδέχεται να αφορά ζητήματα που μπορεί να έχουν σημασία για τη δική του απόφαση.
29. Νομίζω ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει εν προκειμένω. Δεδομένου δηλαδή ότι τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που αφορά η υπόθεση που εκκρεμεί στις Κάτω Χώρες είναι ίδια με τα ζητήματα που αφορά η υπόθεση 2007, αφού η μεταφορά την οποία αφορούν οι δύο δίκες είναι η ίδια, το φορτίο είχε στοιβαχθεί χύδην και οι φορτωτικές που είχαν υπογράψει οι διάφοροι κύριοι του εμπορεύματος είχαν το ίδιο περιεχόμενο, είναι προφανές ότι, αν οι δύο δίκες συνεχιστούν παράλληλα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να καταλήξουν σε "αντιφατικές" λύσεις, υπό την έννοια που διευκρινίστηκε μόλις ανωτέρω.
Πρόταση
30. Κατόπιν των ανωτέρω συλλογισμών, προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Court of Appeal ως προς την ερμηνεία της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις:
"1. Το άρθρο 57 της Συμβάσεως έχει την έννοια ότι, όταν * όπως εν προκειμένω * μια σύμβαση που ρυθμίζει ειδικό θέμα δεν περιέχει διατάξεις σχετικά με την εκκρεμοδικία και τη συνάφεια, εφαρμογή έχουν τα άρθρα 21 και 22 της Συμβάσεως.
2. Το άρθρο 21 της Συμβάσεως έχει την έννοια ότι συντρέχει εκκρεμοδικία, οσάκις ταυτίζονται πλήρως ή εν μέρει το αντικείμενο, η αιτία και οι διάδικοι δύο (ή περισσότερων) υποθέσεων. Ειδικότερα:
* Η αγωγή που ασκείται εντός συμβαλλομένου κράτους με αίτημα να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων δεν υπέχει ευθύνη για τη ζημία που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι έχουν υποστεί έχει το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία με την αγωγή που ασκεί μεταγενέστερα εντός άλλου συμβαλλομένου κράτους ένας από τους εναγομένους της πρώτης δίκης με αίτημα να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων της πρώτης δίκης έχει ευθύνη για την ίδια αυτή ζημία.
* Δεν έχει σημασία συναφώς ότι η μορφή που προσδίδουν τα δικονομικά δίκαια των δύο ενδιαφερομένων κρατών στις αιτήσεις αυτές παροχής έννομης προστασίας είναι διαφορετική.
* Η υποχρέωση του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται δεύτερο να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του σύμφωνα με το άρθρο 21 υφίσταται μόνο για το μέρος της δίκης του οποίου το αντικείμενο και οι διάδικοι συμπίπτουν με το αντικείμενο και τους διαδίκους της χρονικά προγενέστερης δίκης.
3. Το άρθρο 22, τρίτο εδάφιο, της Συμβάσεως έχει την έννοια ότι συναφείς θεωρούνται οι αγωγές που έχουν τόσο στενή σχέση, ώστε να είναι σκόπιμη η συνεξέτασή τους και η έκδοση κοινής αποφάσεως, προκειμένου να αποφεύγονται ασυμβίβαστες μεταξύ τους λύσεις, οσάκις οι αγωγές αυτές αφορούν πραγματικά και νομικά ζητήματα που είναι ουσιαστικά τα ίδια και οσάκις επομένως υφίσταται ο κίνδυνος να εκδοθούν επ' αυτών αποφάσεις που είναι αντιφατικές, από λογική έστω μόνο άποψη."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) * Η Διάταξη περί παραπομπής είναι πράγματι αρκετά λακωνική επ' αυτού, καθόσον περιορίζεται ουσιαστικά στη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων που έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο. Εντούτοις, θεωρώ ότι είναι υπεραρκετά τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που περιλαμβάνονται πλέον στη δικογραφία, κατόπιν της καταθέσεως των υπομνημάτων και των εγγράφων των μετεχόντων στη διαδικασία μερών. Για τον λόγο αυτό δεν θα εμπλακώ εν προκειμένω σε ενδελεχή εξέταση των τυπικών προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί η Διάταξη περί παραπομπής, προκειμένου να εξεταστεί από το Δικαστήριο, καθόσον θεωρώ, μεταξύ άλλων, ότι η συνεργασία μεταξύ του κοινοτικού δικαστή και των εθνικών δικαστηρίων πρέπει να έχει ουσιαστικό χαρακτήρα.
(2) * Το κείμενο της εν λόγω Συμβάσεως περιλαμβάνεται στο International Transport Treaties, suppl. 12 (Μάιος 1988), σ. Ι-68 (η εν λόγω Σύμβαση κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.Δ. 4570/1966, το οποίο δημοσιεύθηκε στο τεύχος Α' ΦΕΚ 224/1966).
(3) * Χάριν πληρότητας θα ήθελα τέλος να επισημάνω ότι οι κύριοι του εμπορεύματος και οι πλοιοκτήτες άσκησαν στη συνέχεια και άλλες αγωγές, οι οποίες όμως πολύ μικρή σημασία έχουν για την επίλυση των ερμηνευτικών ζητημάτων που έχουν υποβληθεί στην κρίση του Δικαστηρίου. Πρόκειται συγκεκριμένα: α) για αγωγές αποκαταστάσεως της ζημίας που οφείλεται στη χειροτέρευση του ελαίου σόγιας, τις οποίες άσκησαν προληπτικά στις Κάτω Χώρες οι ομάδες 2 και 3 στις 29 Σεπτεμβρίου και στις 3 Οκτωβρίου 1989 αντίστοιχα, για την περίπτωση κατά την οποία τα αγγλικά δικαστήρια κρίνουν ότι δεν έχουν δικαιοδοσία, και β) για την αγωγή που άσκησαν οι πλοιοκτήτες στις 26 Οκτωβρίου 1990, πάντα στις Κάτω Χώρες, και με την οποία ζητούν τον περιορισμό της ευθύνης τους σε σχέση με όλο το φορτίο που εκφορτώθηκε στο Ρόττερνταμ και στο Αμβούργο η αγωγή αυτή βασίζεται στη διεθνή σύμβαση για τον περιορισμό της ευθύνης των πλοιοκτητών θαλασσοπλοούντων πλοίων, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 10 Οκτωβρίου 1957.
(4) * Προκειμένου να διευκολυνθεί η κατανόηση των παρατηρήσεων που θα ακολουθήσουν, κρίνω σκόπιμο να εκθέσω το κείμενο των διατάξεων της Συμβάσεως των Βρυξελλών τις οποίες αφορούν τα προδικαστικά ερωτήματα, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο.
'Αρθρο 21 * Αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ιδίων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διάφορων συμβαλλομένων κρατών, κάθε δικαστήριο, εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί, οφείλει, ακόμη και αυτεπάγγελτα, να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του υπέρ του πρώτου.
Το δικαστήριο που οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία, αν η διεθνής δικαιοδοσία του άλλου δικαστηρίου αμφισβητείται.
'Αρθρο 22 * 'Οταν συναφείς αγωγές έχουν ασκηθεί ενώπιον δικαστηρίων διάφορων συμβαλλόμενων κρατών και είναι εκκρεμείς σε πρώτο βαθμό, κάθε δικαστήριο, εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί, μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία.
Κάθε δικαστήριο, εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί, μπορεί επίσης, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, υπό την προϋπόθεση ότι το δίκαιό του επιτρέπει την ένωση συναφών υποθέσεων και ότι το πρώτο δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία και για τις δύο αγωγές.
Είναι συναφείς, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, αγωγές που συνδέονται μεταξύ τους τόσο στενά ώστε να υπάρχει συμφέρον να εξετασθούν και να εκδικασθούν ταυτόχρονα, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα ήταν ασυμβίβαστες αν οι υποθέσεις εκδικάζονταν χωριστά.
'Αρθρο 57 * 1. Η παρούσα Σύμβαση δεν θίγει τις συμβάσεις στις οποίες τα συμβαλλόμενα κράτη είναι ή θα γίνουν μέρη και οι οποίες, σε ειδικά θέματα, ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση ή την εκτέλεση αποφάσεων.
Η Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978 περιέχει, στο άρθρο 25, παράγραφος 2, την εξής διάταξη:
2. Προς εξασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας του, το άρθρο 57, πρώτη παράγραφος, εφαρμόζεται με τον ακόλουθο τρόπο:
α) η Σύμβαση του 1968, όπως τροποποιείται, δεν αποκλείει τη δυνατότητα ενός δικαστηρίου συμβαλλόμενου κράτους, που είναι μέρος συμβάσεως σχετικής με ειδικό θέμα, να θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του σε μια τέτοια σύμβαση, ακόμη και αν ο εναγόμενος κατοικεί στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους που δεν είναι μέρος της συγκεκριμένης συμβάσεως. Το δικαστήριο εφαρμόζει σε κάθε περίπτωση το άρθρο 20 της Συμβάσεως του 1968, όπως τροποιείται.
β) Απόφαση εκδιδόμενη σε συμβαλλόμενο κράτος από δικαστήριο που θεμελίωσε τη διεθνή δικαιοδοσία του σε σύμβαση σχετική με ειδικό θέμα αναγνωρίζεται και εκτελείται στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1968, όπως τροποποιείται.
Αν το κράτος προελεύσεως και το κράτος αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως είναι συμβαλλόμενα μέρη συμβάσεως σχετικής με ειδικό θέμα που ρυθμίζει τις προϋποθέσεις αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως αποφάσεων, εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις αυτές. Είναι πάντως δυνατή η εφαρμογή των διατάξεων της Συμβάσεως του 1968, όπως τροποποιείται, των σχετικών με τη διαδικασία αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των αποφάσεων.
Είναι σκόπιμο τέλος να υπενθυμιστούν οι κρίσιμες διατάξεις της συμβάσεως περί συντηρητικής κατασχέσεως. Πρόκειται ειδικότερα για το άρθρο 3, το οποίο παρέχει στα δικαστήρια των συμβαλλομένων κρατών τη δικαιοδοσία να διατάσσουν τη συντηρητική κατάσχεση του πλοίου το οποίο αφορά η θαλάσσια ή ναυτική απαίτηση (ή οποιουδήποτε άλλου πλοίου που ανήκει στον ίδιο πλοιοκτήτη) προς εξασφάλιση της απαιτήσεως αυτής. Η έννοια θαλάσσια απαίτηση , όπως χρησιμοποιείται στη Σύμβαση, περιγράφεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της Συμβάσεως αυτής, κατά το οποίο η έννοια αυτή καλύπτει, καθόσον ειδικότερα ενδιαφέρει εν προκειμένω, τις απαιτήσεις που προέρχονται από απώλεια ή βλάβη εμπορευμάτων μεταφερομένων διά πλοίου, περιλαμβανομένων και των αποσκευών (στοιχείο στ' της ανωτέρω διατάξεως). Τέλος, είναι χρήσιμο να παρατεθεί το άρθρο 7, παράγραφος 1, το οποίο παρέχει στα δικαστήρια του συμβαλλομένου κράτους εντός του οποίου διατάχθηκε η κατάσχεση την αρμοδιότητα να εξετάζουν επίσης την ουσία της διαφοράς σε ορισμένες περιπτώσεις: θα ήθελα απλώς να επισημάνω εδώ, όσον αφορά την προκειμένη υπόθεση, ότι μεταξύ των περιπτώσεων αυτών είναι η περίπτωση στην οποία τα δικαστήρια αυτά καθίστανται αρμόδια δυνάμει του εσωτερικού δικαίου του κράτους εντός του οποίου επιτράπηκε η κατάσχεση.
(5) * Βλ. συναφώς την έκθεση Jenard για τη Σύμβαση των Βρυξελλών (ΕΕ 1986, C 298, σ. 8 επ., και συγκεκριμένα σ. 88).
(6) * Βλ. Vassalli di Dachenhausen, T.: Il coordinamento tra convenzioni di diritto internazionale privato e processuale , Νεάπολη, 1993, και συγκεκριμένα σ. 106 επ., όπου γίνεται παραπομπή σε περαιτέρω βιβλιογραφία.
(7) * Η έκθεση Schlosser δημοσιεύθηκε (στα ελληνικά) στην ΕΕ 1986, L 298, σ. 99 επ.
(8) * Βλ. σημείο 240.
(9) * Βλ. σημείο 240.
(10) * Βλ. σημείο 240, με το οποίο τίθεται ρητά το πρόβλημα της εκκρεμοδικίας, η επίλυση του οποίου επαφίεται στη νομολογία.
(11) * Βλ. το προοίμιο της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
(12) * Βλ. συναφώς (και για περαιτέρω βιβλίογραφία), πλην του προαναφερθέντος έργου του T. Vassalli di Dachenhausen, τα εξής: Kaye, P.: Civil jurisdiction and enforcement of foreign judgments , Abingdon, 1987 (σ. 197 επ.) O' Malley * Layton: European civil practice , Λονδίνο, 1989 (σ. 858 επ.) και Di Blase, A.: Connessione e litispendenza nella Convenzione di Bruxelles , Padova, 1993 (σ. 142 επ.).
(13) * Βλ. ειδικότερα τις αποφάσεις του Queen' s Bench Division (Admiralty Court), της 17ης Ιουλίου 1987, The Nordglimt , στο: The Law Reports, 1988, σ. 183 επ., και της 23ης Οκτωβρίου 1987, The Linda , στο: Lloyd' s Law Reports, 1988, σ. 174 επ.
(14) * Απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 1987 στην υπόθεση 144/86 (Συλλογή 1987, σ. 4861).
(15) * Βλ. σκέψη 8.
(16) * Απόφαση στην υπόθεση C-351/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-3317, και ειδικότερα σκέψεις 12 έως 17).
(17) * Απόφαση Palumbo, όπ.π., σκέψη 16.
(18) * Βλ. επ' αυτού Di Blase, όπ.π., σ. 75 επ.
(19) * Βλ. επ' αυτού επίσης τις αποφάσεις Palumbo, όπ.π., σκέψεις 6 έως 8, και την προγενέστερη απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1976 στην υπόθεση 12/76, Tessili (Συλλογή τόμος 1976, σ. 533).
(20) * Πρόκειται για την απόφαση του Admiralty Court της 31ης Μαρτίου/1ης, 2ας και 6ης Απριλίου 1992, η οποία έχει δημοσιευθεί στο: Lloyd' s Law Reports, 1992, σ. 261 επ.
(21) * Πρέπει συναφώς να τονιστεί ότι, κατά το αγγλικό ναυτικό δίκαιο, εναγόμενος στην actio in rem, η οποία συνίσταται στη συντηρητική κατάσχεση του πλοίου, δεν είναι ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής, αλλά το ίδιο το πλοίο ή το φορτίο του, η δε αγωγή επιδίδεται, για τον λόγο αυτό, στο ... πλοίο!
(22) * Η άποψη αυτή υποστηρίζεται, με κάποια διστακτικότητα έστω, από τον Kaye, όπ.π., σ. 1227 επ.
(23) * Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mancini στην υπόθεση Palumbo, όπ.π., σ. 4867 (βλ. συγκεκριμένα σ. 4869).
(24) * Βλ. συναφώς την απόφαση του Oberlandesgericht του Μονάχου, της 22ας Δεκεμβρίου 1993, η οποία δημοσιεύθηκε στο: Recht der internationalen Wirtschaft, 1994, σ. 511: με την απόφαση αυτή το γερμανικό δικαστήριο, αναφερόμενο ακριβώς στην απόφαση Palumbo, δέχθηκε ότι η αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον ιταλικού δικαστηρίου για να αναγνωριστεί η μη ύπαρξη ευθύνης του ενάγοντος και η αγωγή αποζημιώσεως που ασκήθηκε μεταγενέστερα στη Γερμανία είχαν το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία κατά την έννοια του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
(25) * Βλ. συναφώς την προαναφερθείσα έκθεση Jenard, σ. 70, όπου διευκρινίζεται συγκεκριμένα ότι, δεδομένου ότι η έκφραση συνάφεια δεν έχει την ίδια έννοια σε όλα τα κράτη μέλη, το άρθρο 22, παράγραφος 3, δίδει έναν ορισμό ο οποίος είναι εμπνευσμένος από τον νέο βελγικό code judiciaire (άρθρο 30) .
(26) * Πρόκειται για την απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 145/86, Hoffmann κατά Krieg (Συλλογή 1988, σ. 645, και ειδικότερα σκέψεις 19 έως 25).
(27) * Βλ. σκέψη 24.
(28) * Βλ. συναφώς τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση 189/87, Καλφέλης, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 27 Σεπτεμβρίου 1988 (Συλλογή 1988, σ. 5565, και συγκεκριμένα σ. 5574 επ. των προτάσεων).
(29) * Βλ. προηγούμενη υποσημείωση, σ. 5575. Βλ., όσον αφορά αντίστοιχες απόψεις στη θεωρία, Kaye, P.: Civil jurisdiction and enforcement of foreign judgments , όπ.π., σ. 1233 επ., και Di Blase, A.: Connessione e litispendenza nella Convenzione di Bruxelles , όπ.π., σ. 179 επ.
Full & Egal Universal Law Academy