Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε στην προκειμένη περίπτωση τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 92/491/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 23ης Σεπτεμβρίου 1992, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), Τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1989 (1). Με την απόφασή της η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν μπορεί να δεχθεί ότι βαρύνει το Ταμείο δαπάνη διενεργηθείσα από τις γαλλικές αρχές ύψους περίπου 8,5 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων (FF).
2. Το ποσόν αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι οι γαλλικές αρχές απέδωσαν τις εισφορές συνυπευθυνότητας επί των σιτηρών στους γεωργούς που πώλησαν σιτηρά με ρήτρα εξωνήσεως και οι οποίοι πράγματι προέβησαν σε επαναγορά των σιτηρών. Η Επιτροπή φρονεί ότι η απόδοση διενεργήθηκε αχρεωστήτως από τις γαλλικές αρχές. Η Επιτροπή παραπέμπει στο γεγονός ότι η εισφορά, σύμφωνα με τους εφαρμοζόμενους κανόνες, πρέπει να εισπράττεται κατά τη διάθεση των σιτηρών στην αγορά και ότι τα πωληθέντα με ρήτρα εξωνήσεως σιτηρά διατέθηκαν στην αγορά κατά την έννοια των σχετικών επί του θέματος κανόνων.
3. Η εισφορά συνυπευθυνότητας οφείλεται στην υπερπαραγωγή σιτηρών εντός της Κοινότητας. Προκειμένου να επιτευχθεί μια προσφορά αντιστοιχούσα στη ζήτηση και να συνειδητοποιήσουν οι παραγωγοί ότι δεν υπάρχουν δυνατότητες διαθέσεως στην αγορά, το Συμβούλιο αποφάσισε να θεσπίσει εισφορά συνυπευθυνότητας για τα σιτηρά. Η εισφορά θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1579/86 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1986, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2727/75 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (2). Το τροποποιηθέν άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 (3) όριζε, μεταξύ άλλων, ότι η επιβολή της εισφοράς θα αφορούσε τα σιτηρά "που υφίστανται μια πρώτη μεταποίηση". Προεβλέπετο επιπλέον ότι "ο ορισμός της πρώτης μεταποίησης" και "οι ενέργειες που απαλλάσσονται από την εισφορά συνυπευθυνότητας" θα θεσπίζονταν με κανονισμό περί λεπτομερειών εφαρμογής.
4. Η Επιτροπή θέσπισε τις λεπτομέρειες εφαρμογής με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2040/86, της 30ής Ιουνίου 1986 (4), ο οποίος τροποποιήθηκε κατόπιν από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2572/86, της 12ης Αυγούστου 1986 (5). Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2040/86, όπως τροποποιήθηκε, όριζε τα εξής:
"Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού νοείται ως 'πρώτη μεταποίηση' κάθε επεξεργασία του σπόρου ώστε το προϊόν που λαμβάνεται να μην μπορεί πλέον να υπαχθεί στο κεφάλαιο 10 του κοινού δασμολογίου. Η μεταποίηση των σιτηρών που παραδίδονται ή διατίθενται σε μια επιχείρηση από έναν παραγωγό με σκοπό τη μεταγενέστερη χρησιμοποίηση στην εκμετάλλευσή του θεωρείται ως πρώτη μεταποίηση.
Απαλλάσσονται από την εισφορά συνυπευθυνότητας οι πρώτες μεταποιήσεις που πραγματοποιεί ένας παραγωγός στην γεωργική του εκμετάλλευση εφόσον το προϊόν που λαμβάνεται από τη μεταποίηση χρησιμοποιείται για τη διατροφή των ζώων σ' αυτήν την γεωργική εκμετάλλευση και εφόσον:
* η εγκατάσταση μεταποίησης αποτελεί μέρος του μόνιμου ή προσωρινού γεωργικού εξοπλισμού της γεωργικής εκμετάλλευσης (...)"
5. Με την απόφασή του της 29ης Ιουνίου 1988, Van Landschoot (6), το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της νομιμότητας της εν λόγω διατάξεως. Το διατακτικό της αποφάσεως έχει ως εξής:
"1) Το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2040/86 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1986, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2572/86 της Επιτροπής, της 12ης Αυγούστου 1986, είναι ανίσχυρο στο μέτρο που απαλλάσσει από την εισφορά συνυπευθυνότητας τις πρώτες μεταποιήσεις σιτηρών που πραγματοποιούνται στην εκμετάλλευση του παραγωγού, μέσω εγκαταστάσεων της εν λόγω εκμεταλλεύσεως, εφόσον το προϊόν της μεταποιήσεως χρησιμοποιείται στην ίδια αυτή εκμετάλλευση, ενώ δεν προβλέπει την απαλλαγή αυτή για τις πρώτες μεταποιήσεις που πραγματοποιούνται εκτός της εκμεταλλεύσεως του παραγωγού ή μέσω εγκαταστάσεων που δεν αποτελούν μέρος του γεωργικού εξοπλισμού αυτής της εκμεταλλεύσεως, όταν το προϊόν της μεταποιήσεως χρησιμοποιείται στην εκμετάλλευση αυτή.
2) Στον κοινοτικό νομοθέτη εναπόκειται να συναγάγει τις συνέπειες της παρούσας απόφασης και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την εγκαθίδρυση της ισότητας των επιχειρηματιών όσον αφορά το επίδικο καθεστώς απαλλαγής."
6. Πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως, το Συμβούλιο είχε τροποποιήσει το καθεστώς της συνυπευθυνότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1097/88, της 25ης Απριλίου 1988, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2727/75 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (7). Το άρθρο 4 του κανονισμού 2727/75 τροποποιήθηκε έτσι ώστε το γενεσιουργό της επιβαρύνσεως γεγονός δεν συνδεόταν πλέον με τη μεταποίηση αλλά με τη διάθεση στην αγορά από τους παραγωγούς. Νέες λεπτομέρειες εφαρμογής σχετικά με την εισφορά αποφασίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1432/88, της 26ης Μαΐου 1988 (8), που κατάργησε τον κανονισμό 2040/86, περί του κύρους του οποίου η απόφαση του Δικαστηρίου. Μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως, η Επιτροπή τροποποίησε τον κανονισμό 1432/88 με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2324/88, της 16ης Ιουλίου 1988 (9) η Επιτροπή φρονούσε, συγκεκριμένα, ότι μπορούσαν να διατυπωθούν κατά του κανονισμού 1432/88 οι ίδιες επικρίσεις που είχαν διατυπωθεί σχετικά με τον κανονισμό 2040/86.
7. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1432/88, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει τη διάθεση στην αγορά ως τις
"πωλήσεις εκ μέρους των παραγωγών προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, είτε ως έχουν είτε υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων (...) στις επιχειρήσεις που συλλέγουν, εμπορεύονται και μεταποιούν, σε άλλους παραγωγούς καθώς και στον οργανισμό παρέμβασης".
Η εν λόγω διάταξη δίδει έτσι τη δυνατότητα σε κάποιο παραγωγό να εκχωρήσει τα σιτηρά του σε μια μεταποιητική επιχείρηση, η οποία τα μεταποιεί σε ζωοτροφές προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει μεταγενέστερα στην εκμετάλλευσή του * εργασία facon * χωρίς αυτό να γεννά υποχρέωση καταβολής της εισφοράς. Δεν αμφισβητείται * ακόμη κι αν δεν προκύπτει από τη διάταξη * ότι αυτή πάντοτε ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε κατά τρόπο που δεν απαιτείτο, για την απαλλαγή, ταυτότητα μεταξύ των παραδοθέντων και των μεταποιηθέντων προϊόντων. Η προκύψασα εν προκειμένω διαφορά αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως.
8. Η Επιτροπή καθόρισε τη διαδικασία τη διέπουσα την απόδοση των αχρεωστήτως εισπραχθεισών βάσει του κανονισμού 2040/86 εισφορών, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3779/88, της 2ας Δεκεμβρίου 1988 (10). Ο κανονισμός αυτός αποτέλεσε το αντικείμενο της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, Van Landschoot (11), η οποία έχει ουσιώδη σημασία για την υπό κρίση υπόθεση.
9. Η υπόθεση στην κύρια δίκη * η οποία εξάλλου ήταν η ίδια με αυτήν που προκάλεσε την προδικαστική παραπομπή και την απόφαση του Δικαστηρίου του 1988 * αφορούσε περίπτωση γεωργού ο οποίος είχε πωλήσει περίπου 5 000 kg σίτου σε επιχείρηση μεταποιήσεως η οποία, εν συνεχεία, πώλησε στον ίδιο γεωργό περίπου 13 000 kg σύνθετων τροφών για πτηνά. Η σύνθετη ζωοτροφή απετελείτο από σίτο κατά 35 % περίπου, ήτοι περίπου 4 500 kg. Ο γεωργός ισχυρίστηκε βάσει αυτών ότι δεν έπρεπε να καταβάλει εισφορά για τα εν λόγω 4 500 kg. Το Vredegerecht van het kanton Brasschhaat, που επελήφθη της διαφοράς, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ερώτημα κατά πόσον ο θεσπίζων την απόδοση κανονισμός ήταν έγκυρος στο μέτρο που εξακολουθούσε να προβλέπεται η καταβολή εισφοράς για τα σιτηρά που πωλούνται σε επιχείρηση μεταποιήσεως, "ακόμη και αν στη συνέχεια αγοράζονται εκ νέου από τον παραγωγό υπό μορφή ζωοτροφών, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στη γεωργική του εκμετάλλευση".
10. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός ήταν ανίσχυρος. Δέχθηκε κατ' αρχήν, στη σκέψη 22, ότι ο σκοπός της εισφοράς, ο οποίος συνίσταται στον περιορισμό της πλεονασματικής παραγωγής σιτηρών, δικαιολογεί "την επιβολή της εισφοράς μόνο στις μεταποιήσεις σιτηρών που διατίθενται στην αγορά, δεδομένου ότι οι ποσότητες σιτηρών που απορροφώνται σε κλειστό κύκλωμα δεν συμβάλλουν στη δημιουργία πλεονασμάτων". Εν συνεχεία δέχθηκε, στη σκέψη 24, ότι, ενόψει του σκοπού που επιδιώκεται με την εισφορά συνυπευθυνότητας, "κριτήριο για τη διαφοροποίηση των επιχειρηματιών σε σχέση με την επιβολή της εισφοράς (...) είναι το αν τα προϊόντα διατίθενται στην αγορά". Εν συνεχεία στις σκέψεις 25 και 27 δέχθηκε τα εξής:
"Στο σημείο αυτό επιβάλλεται η διαπίστωση ότι διάθεση στην αγορά υφίσταται μόλις ο παραγωγός παραδώσει, με σκοπό την πώλησή τους σε οποιονδήποτε μεταποιητή, τα σιτηρά που έχει παραγάγει, ακόμη και αν αργότερα ο παραγωγός αυτός αγοράσει από τον μεταποιητή τα σιτηρά υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων.
Βάσει του ίδιου αυτού κριτηρίου πρέπει επίσης να γίνει δεκτό το ότι οι παραγωγοί βρίσκονται σε διαφορετικές καταστάσεις και επομένως μπορούν να αντιμετωπίζονται διαφορετικά, αναλόγως του αν πωλούν σιτηρά σε μεταποιητές, έστω και αν πρόκειται να αγοράσουν από τους μεταποιητές αυτούς, για να καλύψουν τις ανάγκες εκμεταλλεύσεώς τους, σύνθετες ζωοτροφές που θα έχουν παραχθεί με τα σιτηρά αυτά ή αν περιορίζονται να αναθέσουν τη μεταποίηση των σιτηρών σε κάποιο μεταποιητή. Στην πρώτη περίπτωση δηλαδή τα προϊόντα διατίθενται στην αγορά, ενώ στη δεύτερη αυτό δεν συμβαίνει."
11. Στην υπό κρίση υπόθεση τίθεται το ερώτημα κατά πόσον η πώληση σιτηρών με ρήτρα εξωνήσως μπορεί να θεωρηθεί ως "διάθεση στην αγορά". Η πώληση με ρήτρα εξωνήσεως αποτελεί είδος συμβάσεως το οποίο προβλέπεται και οργανώνεται από τα άρθρα 1659 και 1673 του γαλλικού Αστικού Κώδικα.
12. 'Οσον αφορά τα περιστατικά επί των οποίων βασίζεται η προσφυγή σ' αυτόν τον τύπο συμβάσεως στο εμπόριο των σιτηρών, η Γαλλική Κυβέρνηση επεσήμανε ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου του 1988 και τους τροποποιηθέντες μετά την απόφαση αυτή κανόνες, η απαλλαγή είναι δυνατή, αφενός, στην περίπτωση όπου ο παραγωγός αναθέτει σε τρίτον τη μεταποίηση των σιτηρών προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει μεταγενέστερα στην εκμετάλλευσή του και όπου του επιστρέφονται, μετά από μεταποίηση, τα ίδια σιτηρά, και αφετέρου, στην περίπτωση όπου ο παραγωγός εκχωρεί σιτηρά σε τρίτον προκειμένου να τα μεταποιήσει, αλλά τα μεταποιημένα σιτηρά που του επιστρέφονται δεν προέρχονται από τα σιτηρά που παρέδωσε ο παραγωγός. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, όταν δεν ταυτίζονται τα παραδοθέντα και τα μεταποιηθέντα σιτηρά θεωρείται από φορολογικής απόψεως ότι υπάρχουν δύο πωλήσεις. Η έκτη οδηγία 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών * κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49), δίδει τη δυνατότητα σε ένα κράτος μέλος να προβλέψει το ίδιο ότι μια τέτοια περίπτωση πρέπει να θεωρείται ως διπλή πώληση και η Γαλλική Κυβέρνηση δεσμεύθηκε να τη θεωρεί ως τέτοια. Δοθέντος ότι η εν λόγω συναλλαγή χαρακτηρίζεται, κατά το γαλλικό δίκαιο, ως πώληση, η συναλλαγή αυτή δεν μπορεί να απαλλαγεί της εισφοράς συνυπευθυνότητας. Για να μην υποχρεούνται οι Γάλλοι γεωργοί, όπως οι άλλοι κοινοτικοί γεωργοί, να καταβάλλουν την εισφορά στην περίπτωση αυτή, ελήφθη απόφαση να πληροφορηθούν οι Γάλλοι γεωργοί ότι η εισφορά δεν ήταν απαιτητή στην περίπτωση που ανακτούσαν σιτηρά πωληθέντα με ρήτρα εξωνήσεως. Οι αντιστοιχούσες σε ένα τέτοιο σύστημα προϋποθέσεις κοινοποιήθηκαν δι' εγκυκλίου του Office national interprofessionnel des cereales (ONIC).
13. Από την εγκύκλιο αυτή προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η προσφυγή σ' αυτόν τον τύπο συμβάσεως εξαρτάται από ολόκληρη σειρά προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων, ιδίως:
* η υποχρέωση συνάψεως της περιλαμβάνουσας τη ρήτρα εξωνήσεως συμβάσεως προ πάσης παραδόσεως σιτηρών,
* η έλλειψη δυνατότητας ενεργοποιήσεως της ρήτρας εξωνήσεως πριν από την παράδοση,
* ο περιορισμός συνάψεως τέτοιου συμφώνου μόνον για την τρέχουσα περίοδο γεωργικών εργασιών,
* η πραγματική καταβολή της εισφοράς συνυπευθυνότητας κατά τη στιγμή της πωλήσεως, έτσι ώστε τη χρηματική επιβάρυνση να φέρει ο παραγωγός,
* η υποχρέωση να εμφαίνεται, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, η εκτίμηση των περί ών το δικαίωμα εξωνήσεως ποσοτήτων, προκειμένου να ενσωματωθούν σε ζωοτροφές που θα χρησιμοποιηθούν στην εκμετάλλευση του παραγωγού, και
* η υποχρέωση του αγοραστή να αποδώσει, κατόπιν απλής αιτήσεως του πωλητή, την ποσότητα των σιτηρών που πωλήθηκαν υπό την επιφύλαξη επαναγοράς.
14. Η Γαλλική Κυβέρνηση, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που διεξήγαγε με την Επιτροπή πριν από την έγκριση των λογαριασμών, διευκρίνισε, όσον αφορά το είδος αυτό της συμβάσεως και την εφαρμογή του, τα εξής:
"Στην περίπτωση που ο παραγωγός φρονεί ότι πρέπει να κρατήσει για τον εαυτό του ορισμένη ποσότητα σιτηρών, για να μπορέσει να τη χρησιμοποιήσει στην εκμετάλλευσή του, είτε ως έχει είτε κατόπιν μεταποιήσεως, την πωλεί με ρήτρα εξωνήσεως στον συγκομιστή στην τιμή που ισχύει την ημέρα της πωλήσεως, καταβάλλοντας όμως την εισφορά συνυπευθυνότητας. Ουδόλως, επομένως, πρόκειται περί απαλλαγής εκ της εισφοράς (...) αλλά περί κανονικής πωλήσεως, το δε σύμφωνο εξωνήσεως έχει απλώς ως αποτέλεσμα, όταν συντελείται η επαναγορά, να ακυρώνει νομικώς την πώληση 'επαναφέροντας τα πράγματα στην κατάσταση που θα βρίσκονταν εάν η πώληση δεν είχε ποτέ λάβει χώρα' . Η επαναγορά επιφέρει επομένως ακύρωση της πωλήσεως και, κατ' ακολουθία, της διαθέσεως στην αγορά. Κατά το γαλλικό δίκαιο, ο πωλητής μπορεί να προβεί στην επαναγορά είτε από τον αρχικό αγοραστή, είτε από αυτόν που, μετά από διαδοχικές μεταβιβάσεις, είναι κύριος κατά τη στιγμή της επαναγοράς ενδεχομένως από τον μεταποιητή."
15. Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι ποσότητες των σιτηρών που πωλήθηκαν με ρήτρα εξωνήσεως και πράγματι επαναγοράστηκαν δεν μπορούν να θεωρηθούν ως διατεθείσες στην αγορά. Δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η κυριότητα των σιτηρών μεταβιβάστηκε στον αγοραστή λόγω πωλήσεως. Φρονεί ωστόσο ότι η εν λόγω περίσταση δεν είναι καθοριστική από νομικής απόψεως. Προς υποστήριξη της απόψεώς της ότι δεν υπήρξε διάθεση στην αγορά κατά την πώληση των σιτηρών, η Κυβέρνηση παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η κατάρτιση αυτού του είδους συμβάσεως και στο γεγονός ότι το δικαίωμα του αγοραστή να διαθέτει τα σιτηρά είναι περιορισμένο λόγω του ότι πρέπει να είναι σε θέση, κάποια στιγμή, να ανταποκριθεί στην υποχρέωση που τον βαρύνει λόγω της επιφυλάξεως επαναγοράς.
16. Η απόφανση επί των ζητημάτων που εγείρονται στην εν λόγω υπόθεση, πρέπει να λάβει ως αφετηρία την έννοια "διάθεση στην αγορά" όπως έχει προσδιοριστεί επακριβώς από το Δικαστήριο. Κατά τη γνώμη μου, από την απόφαση του 1990 προκύπτει ότι, προκειμένου να καθοριστεί η στιγμή της "διαθέσεως στην αγορά", δεν έχει αποφασιστική σημασία, κατά το Δικαστήριο, εάν τα σιτηρά επιστρέφουν ή όχι, μετά την πώληση, στην εκμετάλλευση από την οποία προέρχονται. Το νόημα που πρέπει να συναχθεί από την απόφαση του Δικαστηρίου είναι ότι το γεγονός ότι μια εκμετάλλευση χρησιμοποιεί σιτηρά δεν είναι αφ' εαυτού απαλλακτικό. Η χρησιμοποίηση, εντός της εκμεταλλεύσεως, σιτηρών ή μεταποιημένων σιτηρών δεν απαλλάσσεται παρά μόνον εφόσον τα σιτηρά δεν διατέθηκαν στην αγορά.
17. Συμφωνώ με την Επιτροπή ως προς την άποψη ότι, προκειμένου να καθοριστεί η στιγμή της διαθέσεως στην αγορά, πρέπει να δοθεί σημασία στο γεγονός ότι η τιμή καθορίζεται και, επίσης, τιμολογείται κατά τη σύναψη της συμβάσεως. Μετά την παράδοση των σιτηρών, ο παραγωγός δεν βαρύνεται με καμία υποχρέωση όσον αφορά τα σιτηρά και βρίσκεται εν πολλοίς στην ίδια κατάσταση με τον πωλητή, ο οποίος ο οποίος πώλησε σιτηρά χωρίς ρήτρα εξωνήσεως. Μπορεί ακόμη να βρίσκεται και σε καλύτερη κατάσταση, εφόσον, ανάλογα με την εξέλιξη των τιμών, μπορεί να διερωτάται αν πρέπει ή όχι να ασκήσει το δικαίωμα επαναγοράς. Στο μέτρο που μπορεί να θεωρηθεί προβλέψιμο, τη στιγμή της συνάψεως συμβάσεως, το ότι θα ασκηθεί το δικαίωμα εξωνήσεως, δεν μπορεί βεβαίως να αποκλεισθεί ότι η αγορά θα επηρεαστεί λιγότερο απ' ό,τι σε περίπτωση πωλήσεως χωρίς δυνατότητα εξωνήσεως. Πρέπει πράγματι να υποτεθεί ότι ο μεταποιητής, στην τελευταία αυτή περίπτωση, θα παρακινηθεί περισσότερο να προσπαθήσει να επαναπωλήσει τα σιτηρά. Ωστόσο, όσο ο παραγωγός μπορεί να απέχει από το να χρησιμοποιεί τη δυνατότητα εξωνήσεως που διαθέτει, η διάκριση μεταξύ πωλήσεως με ρήτρα εξωνήσεως και απλής πωλήσεως δεν προσλαμβάνει παρά μικρή σημασία. Επιπλέον, ο περιορισμός που τίθεται στον αγοραστή ως προς το δικαίωμά του να διαθέτει τα σιτηρά δεν φαίνεται καθόλου αναγκαστικός εφόσον, σε μία αγορά χαρακτηριζόμενη από πλεονάσματα, μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις, που τον βαρύνουν λόγω της επιφυλάξεως επαναγοράς, προμηθευόμενος άλλα σιτηρά.
18. Δεν θέτω, επομένως, εν αμφιβόλω την ακρίβεια των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν από τη Γαλλική Κυβέρνηση όσον αφορά την προσφυγή στο εν λόγω είδος συμβάσεως και στους ουσιαστικούς κανόνες που θεσπίστηκαν για να αποφευχθούν οι καταχρήσεις. Τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία θα μπορούσαν, επί παραδείγματι, να είναι κρίσιμα εάν ο σκοπός της εισφοράς ήταν να φορολογήσει τη χρησιμοποίηση των σιτηρών εξαιρουμένων των ποσοτήτων που χρησιμοποιούν οι γεωργοί για τις δικές τους ανάγκες. Ο σκοπός, ωστόσο, είναι να εμποδίσει τα σιτηρά να διατεθούν στην αγορά και ο σκοπός αυτός διακυβεύεται από τη στιγμή που τα σιτηρά διατίθενται στην αγορά με ή χωρίς δικαίωμα εξωνήσεως. Φρονώ, επομένως, ότι η Επιτροπή δεν πρέπει να δεχθεί ότι οι γαλλικές αρχές δικαιούνταν να αποδώσουν την εισφορά για τις ποσότητες οι οποίες επαναγοράστηκαν εκ των υστέρων από τον οικείο παραγωγό προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει στην εκμετάλλευσή του.
Συμπέρασμα
19. Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω επομένως στο Δικαστήριο
* να απορρίψει την προσφυγή
* να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) * ΕΕ 1992, L 298, σ. 23.
(2) * ΕΕ 1986, L 139, σ. 29.
(3) * ΕΕ, ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158.
(4) * ΕΕ 1986, L 173, σ. 65.
(5) * ΕΕ 1986, L 229, σ. 25.
(6) * Υπόθεση 300/86, Συλλογή 1986, σ. 3443.
(7) * ΕΕ 1988, L 110, σ. 7. Ο κανονισμός αυτός εισήγαγε επίσης μια συμπληρωματική εισφορά συνυπευθυνότητας, υπαγόμενη στους ίδιους κανόνες στους οποίους υπάγεται και η εισφορά συνυπευθυνότητας όσον αφορά το επίδικο σημείο στην υπό κρίση υπόθεση.
(8) * ΕΕ 1988, L 131, σ. 37.
(9) * ΕΕ 1988, L 202, σ. 39.
(10) * ΕΕ 1988, L 332, σ. 17.
(11) * Υπόθεση C-203/89, Συλλογή 1990, σ. Ι-3509.
Full & Egal Universal Law Academy