Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στις υπαλληλικές υποθέσεις, ποια υποχρέωση υπέχει, βάσει του άρθρου 176, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, το θεσμικό όργανο του οποίου η πράξη έχει ακυρωθεί με δικαστική απόφαση;
2. Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που τίθεται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, το ιστορικό της οποίας παρατίθεται κατωτέρω.
3. Δεκαοκτώ έκτακτοι υπάλληλοι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο εξής: Κοινοβούλιο), μεταξύ των οποίων και η Mireille Meskens, άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως κατά των ατομικών αποφάσεων με τις οποίες το όργανο αυτό τις απέκλεισε από τον εσωτερικό διαγωνισμό (Β/164) ο οποίος προκηρύχθηκε για την πρόσληψη αναπληρωτών βοηθών διοικήσεως.
4. Οι αποφάσεις αυτές στηρίχθηκαν σε εσωτερικό κανονισμό του Κοινοβουλίου, χρονολογούμενο από το 1979, του οποίου το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, όριζε τα εξής:
"οι έκτακτοι υπάλληλοι οι οποίοι έχουν προσληφθεί εκτός των εφεδρικών πινάκων που έχουν καταρτιστεί κατόπιν εξωτερικών γενικών διαγωνισμών δεν μπορούν να συμμετάσχουν στους εσωτερικούς διαγωνισμούς, εκτός αν ληφθεί σχετικώς ειδική απόφαση της ΑΔΑ κατόπιν γνωμοδοτήσεως της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως."
5. Με απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου (στο εξής: πρώτη απόφαση του Πρωτοδικείου), το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ακύρωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις.
6. Εν τω μεταξύ, στις 15 Μαρτίου 1989, το Κοινοβούλιο τροποποίησε την προαναφερθείσα κανονιστική ρύθμιση: στο μέλλον οι έκτακτοι υπάλληλοι που έχουν συμπληρώσει επταετή προϋπηρεσία θα μπορούν να διεκδικούν τέτοιες θέσεις.
7. Ωστόσο, παρά την τροποποίηση αυτή, της οποίας η έναρξη εφαρμογής ορίστηκε για την 1η Απριλίου 1989, οι προσφεύγοντες δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό Β/164, οι εξετάσεις του οποίου διεξήχθησαν στις 6 Μαρτίου 1989.
8. Δύο σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη αυτή δίκη, στις 8 Οκτωβρίου 1992, το Πρωτοδικείο * στο οποίο προσέφυγε αυτή τη φορά μόνο η Meskens * εκδίδει μια νέα απόφαση (στο εξής: δεύτερη απόφαση του Πρωτοδικείου), κατά της οποίας στρέφεται η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
9. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνει τις κατωτέρω συνοπτικά παρατιθέμενες διευκρινίσεις (1).
10. Ο δικηγόρος της Meskens απηύθυνε διάφορα έγγραφα στον γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου, ζητώντας του να του υποδείξει ποια μέτρα έλαβε το όργανο αυτό σε εκτέλεση της πρώτης αποφάσεως του Πρωτοδικείου, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 176 της Συνθήκης.
11. Στις 19 Απριλίου 1991, το Κοινοβούλιο απάντησε ότι η νέα κανονιστική ρύθμιση μπορεί να "θεωρηθεί σύμφωνη με τους κανόνες του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων καθώς και με όλη τη σχετική κοινοτική νομολογία" και ότι επομένως "η εφαρμογή (της) επιτρέπει στο θεσμικό όργανο να εκπληρώσει την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΟΚ".
12. Στις 17 Ιουλίου 1991, η Meskens, αμφισβητώντας τη δήλωση αυτή, απηύθυνε προς τη διοίκηση του οργάνου έγγραφο με τίτλο "ένσταση ασκούμενη δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων", η οποία στρεφόταν "κατά της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περί αρνήσεως λήψεως των μέτρων που συνεπάγεται η εκτέλεση (...)" της πρώτης αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Αφού υποστήριξε ότι η απόφαση αυτή του Πρωτοδικείου δημιουργούσε υποχρέωση του Κοινοβουλίου να επαναλάβει τη διαδικασία του εσωτερικού διαγωνισμού Β/164 για όλους τους προσφεύγοντες και να ζητήσει από την εξεταστική επιτροπή να επανεξετάσει τις αιτήσεις συμμετοχής τους, ζητεί την ακύρωση της προαναφερθείσας αρνητικής αποφάσεως και, προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που της προκάλεσε η απόφαση αυτή, την επιδίκαση "του ποσού των 100 ECU για κάθε ημέρα καθυστερήσεως από την ημέρα ασκήσεως της παρούσας ενστάσεως έως την ημέρα που θα συγκληθεί εκ νέου η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού Β/164 για να εξετάσει την αίτηση συμμετοχής της υπό το φως" της πρώτης αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
13. Επειδή το Κοινοβούλιο δεν απάντησε εντός της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών, η αναιρεσείουσα κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου δικόγραφο με τίτλο "προσφυγή ακυρώσεως", ζητώντας από το Πρωτοδικείο:
* να αναγνωρίσει ότι το Κοινοβούλιο, παραλείποντας να λάβει τα μέτρα που συνεπήγετο η εκτέλεση της πρώτης αποφάσεως του Πρωτοδικείου, παρέβη τις υποχρεώσεις του
* να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να της καταβάλει το ποσό των 100 ECU για κάθε ημέρα από τις 17 Ιουλίου 1991 και μέχρι τη λήψη των αιτηθέντων μέτρων.
14. Το Πρωτοδικείο διερωτάται εάν με τη νέα εσωτερική κανονιστική ρύθμιση το Κοινοβούλιο εκπλήρωσε την υποχρέωση την οποία υπέχει από το άρθρο 176 της Συνθήκης (2).
15. Καταλήγει σε αρνητική απάντηση. Το Πρωτοδικείο θεωρεί, κατ' ουσίαν, ότι, εφόσον η κανονιστική αυτή ρύθμιση δεν εφαρμόζεται αναδρομικά, διατηρεί εις βάρος της προσφεύγουσας τα αποτελέσματα της ατομικής απορριπτικής της υποψηφιότητάς της αποφάσεως την οποία ακύρωσε η πρώτη απόφασή του. Συνεπώς, το Κοινοβούλιο είχε υποχρέωση να λάβει, ως προς την προσφεύγουσα, μέτρα τα οποία να συμβιβάζουν τα συμφέροντα της υπηρεσίας με την ανάγκη αποκαταστάσεως της ζημιάς που προκλήθηκε σ' αυτήν. Η άρνηση λήψεως των μέτρων αυτών "συνιστά παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης και συγκροτεί την έννοια του υπηρεσιακού πταίσματος".
16. Το Πρωτοδικείο, στηριζόμενο επ' αυτής ακριβώς της βάσεως, αφού χαρακτήρισε την προσφυγή ακυρώσεως ως αγωγή αποζημιώσεως (3) και απέρριψε τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί υπάρξεως υλικής ζημίας (4), της επιδίκασε το ποσό των 50 000 βελγικών φράγκων (BFR) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την "άρνηση του γενικού γραμματέα (του Κοινοβουλίου) να λάβει οποιοδήποτε συγκεκριμένο μέτρο για να εξαλείψει τις συνέπειες της ακυρωθείσας αποφάσεως", άρνηση η οποία "μπορούσε να θέσει την ενάγουσα σε κατάσταση αβεβαιότητας και ανησυχίας ως προς το επαγγελματικό της μέλλον" (5).
17. Προς στήριξη της αναιρέσεώς του, το Κοινοβούλιο επικαλείται τέσσερις λόγους.
18. Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί, πρώτον, το υπηρεσιακό πταίσμα το οποίο του προσάπτει το Πρωτοδικείο. 'Οχι μόνο δεν παρέβη το άρθρο 176 της Συνθήκης, αλλά εκπλήρωσε στο ακέραιο τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει το άρθρο αυτό, δεδομένου ότι, πριν ακόμη εκδοθεί η δεύτερη απόφαση, τροποποίησε το κανονιστικό κείμενο επί του οποίου βασίστηκε η απόφασή του η οποία ακυρώθηκε από την πρώτη απόφαση του Πρωτοδικείου.
19. Σε αντίκρουση του λόγου αυτού, η Meskens περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι το Κοινοβούλιο, αν και είχε υποχρέωση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 176 της Συνθήκης, να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της πρώτης αποφάσεως του Πρωτοδικείου, αρνήθηκε να το πράξει.
20. Σε ορισμένες περιπτώσεις η εφαρμογή του άρθρου 176 δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία. Παραθέτω ένα υποθετικό παράδειγμα: η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) εσφαλμένως θεωρεί ότι ένας μη μόνιμος υπάλληλός της δεν δικαιούται προαγωγής λόγω αρχαιότητας. Απορρίπτει την αίτησή του και στη συνέχεια την ένστασή του. Η απόφαση αυτή προσβάλλεται ενώπιον του Πρωτοδικείου, το οποίο την ακυρώνει. Η ΑΔΑ εκτελεί την κατά τα ως άνω εκδοθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου, αποκαθιστώντας τον ενδιαφερόμενο στα δικαιώματά του, από την ημέρα της γενέσεώς τους.
21. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις * όπως φανερώνει η υπό κρίση υπόθεση * η εκτέλεση της αποφάσεως παρουσιάζει πιο σύνθετα προβλήματα, ιδίως διότι διακυβεύονται συμφέροντα και άλλων εκτός από τους προσφεύγοντες.
22. Πρέπει ένα θεσμικό όργανο να ακυρώσει κάποιο διαγωνισμό λόγω του ότι αδίκως δεν επετράπη σε υποψήφιο να μετάσχει σ' αυτόν; 'Ενα τέτοιο μέτρο * το οποίο πάντως δεν ζητήθηκε εν προκειμένω * θα παρέβλαπτε σοβαρά τη λειτουργία του οργάνου και θα έθιγε αδίκως τους υποψηφίους στους οποίους επετράπη να συμμετάσχουν και στους οποίους τίποτα δεν μπορεί να προσαφθεί. Το μέτρο αυτό θα μπορούσε επίσης να αποδειχθεί επιβλαβές γι' αυτούς που αφορά η δράση του οργάνου: επί παραδείγματι λόγω των ελαττωμάτων από τα οποία πάσχουν οι αποφάσεις τις οποίες έλαβαν κατά την άσκηση των νέων καθηκόντων τους οι υποψήφιοι που έγιναν δεκτοί σε διαγωνισμό για την πρόσβαση σε υπεύθυνες θέσεις. Επίσης η νομολογία σας μεριμνά για την ορθή ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων της υπηρεσίας και των συμφερόντων των θιγομένων υπαλλήλων (6).
23. Βεβαίως, το όργανο πρέπει να αναζητεί μια λύση η οποία να αποκαθιστά στο ακέραιο τη ζημία την οποία υπέστη ο υποψήφιος στον οποίο παρανόμως δεν επετράπη η συμμετοχή στον διαγωνισμό. Αν αυτή η "στο ακέραιο αποκατάσταση" αποδειχθεί αδύνατη, αν, ελλείψει μέσων, η ΑΔΑ δεν επιτύχει την πλήρη αποκατάσταση, επιδικάζεται χρηματική αποζημίωση για την εναπομένουσα ζημία, την ύπαρξη και το μέγεθος της οποίας πρέπει να αποδείξει αυτός που ισχυρίζεται ότι την υπέστη.
24. Αυτή είναι εξάλλου η έννοια του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 176, το οποίο ορίζει τα εξής:
"Η υποχρέωση αυτή (να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της ακυρωτικής δικαστικής αποφάσεως) δεν θίγει τις υποχρεώσεις που δύνανται να προκύψουν από την εφαρμογή του άρθρου 215, παράγραφος 2",
η οποία, ως γνωστόν, αφορά την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας.
25. Εδώ έγκειται το σφάλμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Δεν αντιλέγω στο γεγονός ότι η θέσπιση της νέας κανονιστικής ρυθμίσεως, χωρίς αναδρομική εφαρμογή, διατήρησε εις βάρος της Meskens ζημία η οποία συνεπάγεται την εξωσυμβατική ευθύνη του Κοινοβουλίου. Θεωρώ απλώς ότι, προκειμένου να αποδώσει αυτή την εναπομένουσα ζημία στην εκ μέρους του Κοινοβουλίου παράβαση της υποχρεώσεως που του επιβάλλει το άρθρο 176, το Πρωτοδικείο όφειλε, λαμβάνοντας πρόνοια ώστε να μην εισέλθει στο πεδίο αρμοδιοτήτων του οργάνου, να προσδιορίσει το συμπληρωματικό μέτρο το οποίο έπρεπε αυτό να λάβει, προκειμένου να επιτύχει την πλήρη αποκατάσταση.
26. Ωστόσο, οι δυνατότητες τις οποίες παραθέτει το Πρωτοδικείο "υπό τύπον σχολιασμού" στα σημεία 79 και 80 της αποφάσεώς του δεν ανταποκρίνονται στην απαίτηση αυτή. Η προκήρυξη νέου διαγωνισμού για όλο το προσωπικό του οργάνου ή για τους δεκαοκτώ προσφεύγοντες της πρώτης υποθέσεως μπορούσε να παρουσιάσει δυσκολίες που δικαιολογούν το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν κατέφυγε στο μέτρο αυτό. 'Οσον αφορά δε τη διεξαγωγή "διαλόγου" με τη Meskens "για να επιτευχθεί συμφωνία που να προσφέρει στην τελευταία μια δίκαιη αποκατάσταση για την παρανομία της οποίας υπήρξε θύμα", αν και θα ήταν ευκταία, θα αποτελούσε ένα διερευνητικό διάβημα, αλλά όχι μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 176, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, δηλαδή πράξη παράγουσα έννομα αποτελέσματα.
27. Συνοψίζοντας, το Πρωτοδικείο, αν του είχε ζητηθεί να αποφανθεί βάσει του άρθρου 176 της Συνθήκης, θα μπορούσε να εξετάσει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, στο οποίο παραπέμπει, αν, παρά τη νέα κανονιστική ρύθμιση του Κοινοβουλίου, εξακολουθούσε να υφίσταται εναπομένουσα ζημία εις βάρος της Meskens από την πράξη που ακύρωσε η πρώτη απόφαση του Πρωτοδικείου και να διατάξει την αποκατάστασή της επιδικάζοντας χρηματική αποζημίωση.
28. Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να προσάψει στο Κοινοβούλιο υπηρεσιακό πταίσμα λόγω παραβάσεως του άρθρου 176, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης χωρίς να προσδιορίσει το μέτρο ή τα μέτρα που συνεπάγονται έννομα αποτελέσματα και που έπρεπε να λάβει το όργανο αυτό προκειμένου να επιτύχει την εκτέλεση της πρώτης αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
29. Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι ελεγκτέα από το Δικαστήριό σας και προτείνω την αναίρεσή της.
30. Επομένως, ως εκ περισσού εξετάζω τους άλλους λόγους αναιρέσεως τους οποίους επικαλείται το Κοινοβούλιο, δηλαδή την παράβαση των άρθρων:
* 33 του Οργανισμού του Δικαστηρίου,
* 4, 27 και 29 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
* 90 και 91 του ως άνω Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως.
31. Το Κοινοβούλιο, επικαλούμενο το άρθρο 33 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, βάλλει κατά των σκέψεων 69 έως 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν αιτιολόγησε την απόφαση του "δεόντως και νομίμως". Προβάλλει ειδικότερα την αιτίαση ότι, ενώ το Πρωτοδικείο είχε διαφορετική σύνθεση από αυτήν η οποία εξέδωσε την προηγούμενη απόφασή του, προέβη σε μια ανάλυση της αποφάσεως αυτής την οποία θα μπορούσε να πραγματοποιήσει μόνο στα πλαίσια διαδικασίας ερμηνείας της αποφάσεως.
32. Δεν θα μακρολογήσω επί του σκέλους του λόγου αναιρέσεως που αφορά τη σύνθεση του Πρωτοδικείου, από το οποίο άλλωστε ο δικηγόρος του Κοινοβουλίου παραιτήθηκε κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία. Πράγματι, δεν βλέπω πώς θα ήταν δυνατόν να απαγορευθεί σ' ένα δικαστήριο να ερμηνεύσει μια απόφαση την οποία το ίδιο, έστω και υπό άλλη σύνθεση, έχει εκδώσει παλαιότερα, χωρίς αυτό να αποτελεί εν τέλει αρνησιδικία. Θα μπορούσαν, επί παραδείγματι, το κώλυμα, η συνταξιοδότηση, ο θάνατος ενός δικαστή να στερήσουν από τα υποκείμενα δικαίου κάποιο ένδικο βοήθημα;
33. 'Οσον αφορά το δεύτερο σκέλος, υπενθυμίζω τη διατύπωση του άρθρου 40 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο αφορά τη διαδικασία ερμηνείας. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι: "Σε περίπτωση αμφιβολίας περί της εννοίας και της εκτάσεως των αποτελεσμάτων αποφάσεως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την ερμηνεία της, αιτήσει του έχοντος συμφέρον διαδίκου ή οργάνου της Κοινότητας". Οπωσδήποτε το άρθρο αυτό εφαρμόζεται όταν δεν εκκρεμεί καμία νέα διαφορά, πλην όμως δεν απαγορεύει στο Πρωτοδικείο να ερμηνεύσει μια απόφαση την οποία είχε εκδώσει στο παρελθόν, προκειμένου να αποφανθεί επί νέας υποθέσεως μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Θα παρατηρήσω επιπλέον ότι από τη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η ερμηνεία αυτή κατέστη απαραίτηση λόγω της συμπεριφοράς του ίδιου του Κοινοβουλίου. Συγκεκριμένα, το Κοινοβούλιο, αντιτάσσοντας στο νέο αίτημα της Meskens έναν αμυντικό ισχυρισμό κατά τον οποίο "δεν ήταν αναγκαία η λήψη συγκεκριμένων μέτρων, λόγω του ότι το Πρωτοδικείο είχε σιωπηρά απορρίψει, με [την πρώτη απόφαση], το αίτημα των προσφευγόντων να τους επιτραπεί να μετάσχουν στον διαγωνισμό Β/164", υποχρέωσε το Πρωτοδικείο να ερμηνεύσει την προηγούμενη απόφασή του, προκειμένου να εκτιμήσει το βάσιμο του ισχυρισμού αυτού.
34. Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
35. Το Κοινοβούλιο, επικαλούμενο τα άρθρα 4, 27 και 29 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα με τα σημεία 79 και 80 αυτής, κυριολεκτικά παρενέβη στη σφαίρα των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της ΑΔΑ.
36. Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Τα παρατεθέντα συγκεκριμένα μέτρα αναφέρθηκαν από το Πρωτοδικείο "υπό τύπον σχολιασμού" (7), αφού πρώτα υπενθύμισε ότι δεν είναι αρμόδιο "να υποκαταστήσει τη διοικητική αρχή" (8), και χωρίς να συνοδεύονται από την παραμικρή εντολή.
37. Απομένει ο λόγος που αφορά την παράβαση των άρθρων 90 και 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων, τον οποίο το Κοινοβούλιο συμπληρώνει με την ακόλουθη αιτίαση: χαρακτηρίζοντας το δικόγραφο που υποβλήθηκε στην κρίση του Πρωτοδικείου ως αγωγή αποζημιώσεως, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση "αλλοίωσε τα αιτήματα της προσφεύγουσας". Επομένως, ο λόγος αποτελείται από δύο σκέλη.
38. 'Οσον αφορά την αιτίαση περί αλλοιώσεως, παρατηρώ ότι η Meskens, με το εισαγωγικό της δικόγραφο το οποίο συνοψίζεται κατά τα ουσιώδη σημεία του ως άνω (9), ζήτησε από το Πρωτοδικείο,
"1) να κρίνει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, παραλείποντας να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως που δημοσίευσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 28 Νοεμβρίου 1990, στην υπόθεση Τ-56/89, παρέβη τις υποχρεώσεις του
2) να υποχρεώσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 100 ECU για κάθε ημέρα από τις 17 Ιουλίου 1991, ημερομηνία υποβολής της ενστάσεως, έως ότου ληφθούν τα μέτρα εκτελέσεως
3) να καταδικάσει το εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα."
39. Μολονότι τιτλοφορείται, κακώς, ως "προσφυγή ακυρώσεως", το ένδικο αυτό βοήθημα πρέπει να θεωρηθεί ως αγωγή αποζημιώσεως, όπως ορθώς έπραξε το Πρωτοδικείο, αφού πρώτα ζήτησε από την ενάγουσα να διευκρινίσει το περιεχόμενο του αιτήματός της (10). Συγκεκριμένα, το αίτημά της αποσκοπεί, όχι στην ακύρωση διοικητικού μέτρου, αλλά στην καταβολή χρηματικού ποσού.
40. Εξάλλου, εφόσον πρόκειται περί χρηματικού αιτήματος, το Πρωτοδικείο έχει, βάσει της τελευταίας φράσεως του άρθρου 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων, αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας.
41. Η νομολογία του Δικαστηρίου επί των υπαλληλικών υποθέσεων διευκρινίζει ότι επί των διαφορών αυτών το Δικαστήριο * και συνεπώς, το Πρωτοδικείο, από την ίδρυσή του *
"(...) ακόμη και χωρίς να έχει υποβληθεί νομότυπο αίτημα συναφώς, έχει την εξουσία όχι μόνο να ακυρώνει, αλλά και να υποχρεώνει αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχει λόγος, το καθού η προσφυγή όργανο να επιδικάζει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προκλήθηκε από το υπηρεσιακό πταίσμα του οργάνου" (11)
και προσθέτει ότι στην περίπτωση αυτή,
"(...) το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία του φακέλου, μπορεί να εκτιμήσει τη ζημία ex aequo et bono" (12).
42. 'Ερχομαι στο άλλο σκέλος του λόγου αναιρέσεως.
43. 'Εχω αναφερθεί στην ανταλλαγή εγγράφων η οποία μεσολάβησε, κατόπιν της πρώτης αποφάσεως του Πρωτοδικείου, μεταξύ του δικηγόρου της Meskens και του Κοινοβουλίου (13).
44. Το Κοινοβούλιο, διευκρινίζοντας, με το από 19ης Απριλίου 1991 έγγραφό του, ότι η εφαρμογή της νέας εσωτερικής κανονιστικής ρυθμίσεως επιτρέπει "στο θεσμικό όργανο να εκπληρώσει την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΟΚ", το Κοινοβούλιο ανακοίνωσε εμμέσως πλην σαφώς την οριστική απόφασή του να μη λάβει κανένα άλλο μέτρο.
45. Συνεπώς, ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι το έγγραφο που απηύθυνε η Meskens στο Κοινοβούλιο στις 17 Ιουλίου 1991 (14) αποτελούσε ένσταση στρεφόμενη κατά βλαπτικής για την ενδιαφερομένη πράξεως.
46. Επαναλαμβάνω ωστόσο ότι οι παρατηρήσεις μου επί του δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγου αναιρέσεως αναπτύσσονται ως εκ περισσού και ότι έκρινα ότι ο πρώτος λόγος τον οποίο επικαλέστηκε το Κοινβούλιο προς στήριξη της αναιρέσεώς του είναι βάσιμος.
47. Συνεπώς προτείνω:
* την αναίρεση της αποφάσεως την οποία εξέδωσε το Πρωτοδικείο (πέμπτο τμήμα) στις 8 Οκτωβρίου 1992 στην υπόθεση Τ-84/91
* να καταδικαστεί η Meskens στα δικαστικά έξοδα της υπό κρίση αναιρέσεως, εκτός από τα δικαστικά έξοδα της παρεμβάσεως, τα οποία πρέπει να φέρει η παρεμβαίνουσα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) - Σκέψεις 10 έως 13.
(2) - Σκέψεις 76 έως 81 της δεύτερης αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(3) - Σκέψη 28 της δεύτερης αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(4) - Σκέψεις 83 έως 88 της δεύτερης αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(5) - Σκέψεις 89 έως 92 της δεύτερης αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(6) - Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 144/82, Detti κατά Δικαστηρίου (Συλλογή 1983, σ. 2421, σκέψη 33).
(7) - Σκέψη 79.
(8) - 'Οπ.π.
(9) - Ανωτέρω, σκέψη 13.
(10) - Σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(11) - Απόφαση της 5ης Ιουνίου 1980, 24/79, Oberthuer κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 229, σκέψη 14).
(12) - Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1987, 176/86 και 177/86, Houyoux και Guery κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4333, σκέψη 16).
(13) - Ανωτέρω, σκέψεις 10 και 11.
(14) - Βλ. ανωτέρω, σκέψη 13.
Full & Egal Universal Law Academy