Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Bundesgerichtshof έχει υποβάλει στο Δικαστήριο ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών). Το ερώτημα αυτό ανέκυψε κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ της γερμανικής επιχειρήσεως Solo Kleinmotoren GmbH (στο εξής: SOLO KM) και του Ιταλού επιχειρηματία Emilio Boch. Αντικείμενο της διαφοράς είναι το ζήτημα κατά πόσον ένας δικαστικός συμβιβασμός που έχει καταρτιστεί στη Γερμανία κωλύει την εκτέλεση στη Γερμανία μιας δικαστικής αποφάσεως που έχει εκδοθεί υπέρ του Boch στην Ιταλία.
2. Τα πραγματικά περιστατικά είναι τα εξής: ο Emilio Boch είχε στο Μιλάνο μια επιχείρηση με την επωνυμία "SOLO" και εμπορευόταν γεωργικά μηχανήματα, τα οποία του προμήθευε η SOLO KM. Το 1966 ιδρύθηκε στην Μπολόνια η εταιρία SOLO Italiana SpA (στο εξής: SOLO Italiana), η οποία άρχισε να εμπορεύεται στην Ιταλία τα μηχανήματα που κατασκεύαζε η SOLO KM, η οποία κατόπιν αυτού διέκοψε τις παραδόσεις της προς τον Boch.
Κατόπιν αυτού ο Boch άσκησε δύο αγωγές. Η πρώτη αγωγή, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Tribunale civile di Milano, αφορούσε τη μη εκτέλεση της υφισταμένης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως. Η δεύτερη αγωγή ασκήθηκε ενώπιον του Tribunale civile di Bologna κατά της SOLO KM και της SOLO Italiana για προσβολή του δικαιώματος του Boch επί της εμπορικής επωνυμίας SOLO και για αθέμιτο ανταγωνισμό.
3. Η δίκη στο Μιλάνο κατέληξε το 1975 σε έκδοση αποφάσεως του Corte d' appello di Milano, με την οποία η SOLO KM υποχρεώθηκε να καταβάλει στον Emilio Boch εντόκως 48 περίπου εκατομμύρια ιταλικές λίρες (LIT). Η απόφαση αυτή περιβλήθηκε τον εκτελεστήριο τύπο στη Γερμανία σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Κατά της αποφάσεως όμως περί περιαφής του εκτελεστήριου τύπου η SOLO KM άσκησε προσφυγή ενώπιον του Oberlandesgericht Stuttgart. Στις 24 Φεβρουαρίου 1978 οι διάδικοι κατάρτισαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού και βάσει προτάσεώς του συμβιβασμό με το ακόλουθο περιεχόμενο:
"1. Η καθής [η SOLO KM] θα καταβάλει στον αιτούντα [τον Emilio Boch] (...) 160 000 γερμανικά μάρκα (DM).
2. Η καθής θα παραλάβει (...) τα εμπορεύματα (...).
3. Ο παρών συμβιβασμός έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση όλων των αμοιβαίων αξιώσεων των συμβαλλομένων που απορρέουν από τη συμβατική σχέση τους (...).
Ο αιτών αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην προβάλει τις αξιώσεις που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς κατά της εταιρίας SOLO Italiana, που εδρεύει στην Μπολόνια."
4. Η δίκη που εκκρεμούσε στην Μπολόνια περατώθηκε το 1979 με την έκδοση αποφάσεως του Corte d' appello di Bologna, με την οποία διαπιστώθηκε ότι η SOLO KM και η SOLO Italiana ήσαν συνυπεύθυνες για την προσβολή του δικαιώματος του Boch επί της εμπορικής επωνυμίας SOLO. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, το ύψος της αποζημιώσεως θα καθοριζόταν στο πλαίσιο μεταγενέστερης διαδικασίας. Το Corte d' appello εξέτασε, στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, τον ισχυρισμό ότι ο προαναφερθείς δικαστικός συμβιβασμός που είχε καταρτιστεί στη Στουτγάρδη στις 24 Φεβρουαρίου 1978 είχε ως αποτέλεσμα την απόσβεση όλων των αξιώσεων του Boch. Το Corte d' appello απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, με το σκεπτικό, μεταξύ άλλων, ότι ο συμβιβασμός αυτός δεν είχε κηρυχθεί εκτελεστός στην Ιταλία και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν αφορούσε την εκκρεμή ενώπιόν του διαφορά. Στη δικαστική αυτή απόφαση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
"Εξάλλου, από το περιεχόμενο των πρακτικών του συμβιβασμού και το αντικείμενο της διαφοράς, όπως οι διάδικοι το εξέθεσαν ενώπιον του γερμανικού δικαστηρίου και όπως εκτίθεται στο έγγραφο του συμβιβασμού, προκύπτει σαφώς ότι η ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ του Boch και της γερμανικής επιχειρήσεως που επιτεύχθηκε με τον συμβιβασμό αυτό δεν αφορά καθόλου τα επίδικα στην προκειμένη διαφορά ζητήματα. Αντικείμενο της διαδικασίας ενώπιον του Εφετείου της Στουτγάρδης ήταν η εκτελεστότητα της αποφάσεως που είχε εκδώσει το Εφετείο Μιλάνου σχετικά αφενός με το αίτημα καταγγελίας της συμβάσεως προμήθειας με περιοδικές παραδόσεις και αφετέρου με την αξίωση που πρόβαλε ο Boch (...) για αποκατάσταση της ζημίας που είχε υποστεί (...)".
5. Το 1981 ο Boch άσκησε ενώπιον του Tribunale civile di Bologna αγωγή, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση αποζημιώσεως για προσβολή του δικαιώματός του επί της εμπορικής επωνυμίας και για αθέμιτο ανταγωνισμό. Το Tribunale civile di Bologna υποχρέωσε το 1986 τη SOLO KM και τη SOLO Italiana να καταβάλουν αποζημίωση ύψους 180 περίπου εκατομμυρίων LIT. Η έφεση κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε από το Corte d' appello di Bologna. Η SOLO KM ισχυρίστηκε ενώπιον και των δύο αυτών δικαστηρίων ότι ο συμβιβασμός που είχε καταρτιστεί το 1978 ενώπιον του Oberlandesgericht Stuttgart είχε ως αποτέλεσμα την απόσβεση όλων των αξιώσεων μεταξύ των διαδίκων. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε και από τα δύο αυτά δικαστήρια, τα οποία αποφάνθηκαν ότι το ζήτημα αυτό είχε επιλυθεί οριστικά με την απόφαση που εξέδωσε το 1979 το Corte d' appello di Bologna, η οποία είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.
6. Κατόπιν αυτών ο Boch υπέβαλε στο Landgericht Stuttgart αίτηση περιβολής της αποφάσεως περί επιδικάσεως αποζημιώσεως με τον εκτελεστήριο τύπο στη Γερμανία. Ο εκτελεστήριος τύπος περιήφθη με Διάταξη της 4ης Δεκεμβρίου 1990. Η Διάταξη αυτή επιβεβαιώθηκε με Διάταξη που εξέδωσε το Oberlandesgericht Stuttgart στις 4 Φεβρουαρίου 1992. Κατά της τελευταίας αυτής Διατάξεως η SOLO KM υπέβαλε ενώπιον του Bundesgerichtshof αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζητεί την ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης Διατάξεως και την απόρριψη της αιτήσεως του Boch για περιαφή του εκτελεστήριου τύπου στην ιταλική δικαστική απόφαση.
7. Ενώπιον του Bundesgerichtshof η SOLO KM ισχυρίστηκε ότι ο δικαστικός συμβιβασμός που είχε καταρτιστεί ενώπιον του Oberlandesgericht Stuttgart είχε ως αποτέλεσμα, αν ληφθεί υπόψη το σημείο 3 του συμβιβασμού αυτού, την απόσβεση όλων των αξιώσεων που είχε ενδεχομένως ο Emilio Boch κατά της εταιρίας αυτής, περιλαμβανομένων και των αξιώσεών του που αναγνωρίστηκαν μετέπειτα από τα δικαστήρια της Μπολόνια. Η SOLO KM θεωρεί ότι ο δικαστικός συμβιβασμός αυτός κωλύει συνεπώς την αναγνώριση και εκτέλεση της δικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε στην Μπολόνια σχετικά με την επιδίκαση αποζημιώσεως. Τούτο συνάγεται, κατά τη SOLO KM, από το άρθρο 27, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το οποίο ορίζει τα εξής:
"Απόφαση δεν αναγνωρίζεται:
(...)
3) αν η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ίδιων διαδίκων στο κράτος αναγνωρίσεως."
Κατά τη SOLO KM, οι δικαστικοί συμβιβασμοί εμπίπτουν στο άρθρο 27, σημείο 3.
8. Κατά το Bundesgerichtshof, πρέπει καταρχάς να εξακριβωθεί κατά πόσον ο δικαστικός συμβιβασμός μπορεί να εξομοιωθεί με απόφαση που κωλύει, κατά το άρθρο 27, σημείο 3, την αναγνώριση, προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα αν το περιεχόμενο του συμβιβασμού είναι ασυμβίβαστο προς τη δικαστική απόφαση της οποίας ζητείται η εκτέλεση. Για τον λόγο αυτό, το Bundesgerichtshof υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
Μπορεί να αποτελεί απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 27, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, με την οποία να είναι ασυμβίβαστη η απόφαση της οποίας ζητείται η αναγνώριση, ακόμη και ο εκτελεστός συμβιβασμός ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τη διάρκεια δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίου του κράτους αναγνωρίσεως με σκοπό τον διακανονισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων αυτών;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό: ισχύει τούτο για όλες τις ρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο του συμβιβασμού αυτού ή μόνο για τις ρυθμίσεις εκείνες που θα μπορούσαν να εκτελεστούν αυτοτελώς, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 51 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, και μάλιστα μόνο εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναγκαστικής εκτελέσεως;
9. Παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
10. Ο E. Boch ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει το προδικαστικό ερώτημα ως απαράδεκτο. Κατά τον Boch, το Corte d' appello di Bologna έχει αποφανθεί τελεσίδικα επί του ζητήματος αν ο δικαστικός συμβιβασμός είναι ασυμβίβαστος με την αξίωση που προβλήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού και έγινε δεκτή από το δικαστήριο αυτό. Δεν επιτρέπεται, κατά τη Σύμβαση των Βρυξελλών, να τεθεί εν αμφιβόλω η ορθότητα μιας τέτοιας τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως, όταν ζητείται η κήρυξή της ως εκτελεστής, αφού το άρθρο 34, παράγραφος 3, της Συμβάσεως αυτής ορίζει ότι το δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση κηρύξεως της δικαστικής αποφάσεως ως εκτελεστής δεν μπορεί να εξετάσει επί της ουσίας την αλλοδαπή αυτή απόφαση.
11. Η άποψη του Boch στηρίζεται σε ορισμένη ερμηνεία της Συμβάσεως, κατά την οποία το άρθρο 34, παράγραφος 3, κωλύει την εφαρμογή του άρθρου 27, σημείο 3, όταν η δικαστική απόφαση που ζητείται να κηρυχθεί εκτελεστή επιλύει το ζήτημα αν η ίδια είναι ασυμβίβαστη με "απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ίδιων διαδίκων" στο κράτος εκτελέσεως.
12. Το Bundesgerichtshof δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 34, παράγραφος 3, αλλά αποφάσισε να υποβάλει το ανωτέρω παρατιθέμενο ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 27, σημείο 3. Το Bundesgerichtshof κρίνει σκόπιμο να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, αφού, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, αποκλείεται οπωσδήποτε η εφαρμογή του άρθρου 27, σημείο 3.
13. Κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, να λάβει θέση επί του ζητήματος κατά πόσον είναι ορθή η ερμηνεία που προσδίδει ο Boch στο άρθρο 34, παράγραφος 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Σχετικά με το ζήτημα αυτό δεν υποβλήθηκε κανένα ερώτημα και, αν δοθεί αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να λάβει θέση, όπως άλλωστε ανέφερα ήδη, επί της έννοιας του άρθρου 34, παράγραφος 3.
14. Το Bundesgerichtshof υπέβαλε το ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 27, σημείο 3, επειδή η SOLO KM επικαλείται τη διάταξη αυτή ως κώλυμα για την αναγνώριση της δικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε στην Ιταλία σχετικά με την επιδίκαση αποζημιώσεως.
15. Κατά το άρθρο 31 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, "απόφαση που εκδόθηκε και είναι εκτελεστή σε συμβαλλόμενο κράτος εκτελείται σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, αφού κηρυχθεί εκεί εκτελεστή, με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου" κατά το άρθρο 34, παράγραφος 2, "η αίτηση μπορεί να απορριφθεί μόνο για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στα άρθρα 27 και 28".
16. Οι κρίσιμες για την παρούσα υπόθεση διατάξεις ανήκουν στον τίτλο ΙΙΙ της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ο οποίος αφορά την αναγνώριση και την εκτέλεση. Η πρώτη διάταξη του τίτλου αυτού είναι το άρθρο 25, το οποίο προβλέπει τα εξής: "Ως απόφαση, κατά την έννοια της παρούσας Συμβάσεως, νοείται κάθε απόφαση εκδιδόμενη από δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους, οποιαδήποτε και αν είναι η ονομασία της, όπως απόφαση, διαταγή, διαταγή εκτελέσεως, καθώς και ο καθορισμός της δικαστικής δαπάνης από τον γραμματέα."
17. Είναι προφανές ότι ο ορισμός αυτός δεν καλύπτει τον δικαστικό συμβιβασμό.
18. Στον τίτλο IV της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ο οποίος αφορά τα δημόσια έγγραφα και τους δικαστικούς συμβιβασμούς, απαντούν ειδικοί κανόνες για την εκτέλεση των δικαστικών συμβιβασμών. Το άρθρο 51 ορίζει τα εξής: "Συμβιβασμοί που καταρτίζονται ενώπιον δικαστηρίου κατά τη διάρκεια δίκης και είναι εκτελεστοί στο κράτος προελεύσεως είναι εκτελεστοί και στο κράτος εκτελέσεως με τους ίδιους όρους όπως και τα δημόσια έγγραφα". Κατά το άρθρο 50, το οποίο αφορά τα δημόσια έγγραφα, τα δημόσια έγγραφα "που έχουν εκδοθεί και είναι εκτελεστά σε συμβαλλόμενο κράτος περιβάλλονται τον εκτελεστήριο τύπο σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος κατά τη διαδικασία των άρθρων 31 επ." και "η αίτηση απορρίπτεται μόνον αν η εκτέλεση του δημόσιου εγγράφου αντίκειται στη δημόσια τάξη του κράτους εκτελέσεως".
19. Ενώ δεν υφίσταται καμία αμφιβολία ότι για τις αποφάσεις των οποίων ζητείται η αναγνώριση το άρθρο 27, σημείο 3, στηρίζεται στον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 25, οι αμφιβολίες που εκφράστηκαν στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως αφορούν το ζήτημα αν ο ορισμός του άρθρου 25 ισχύει και για την "απόφαση" που επικαλείται ένας διάδικος ως κώλυμα της αναγνωρίσεως της αλλοδαπής αποφάσεως.
20. Επ' αυτού το Bundesgerichtshof εκθέτει ότι ο ορισμός του άρθρου 25 ισχύει άμεσα μόνο για την απόφαση της οποίας ζητείται η αναγνώριση και ότι είναι αμφίβολο αν η έννοια της "αποφάσεως" ως κωλύματος της αναγνωρίσεως, κατά το άρθρο 27, σημείο 3, "ανταποκρίνεται πλήρως, ενόψει του διαφορετικού σκοπού για τον οποίο χρησιμοποιείται, στον ορισμό που δίδεται με το άρθρο 25".
21. Νομίζω ότι η αντίληψη αυτή του Bundesgerichtshof δεν ευσταθεί. Ο ορισμός του άρθρου 25 ισχύει, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου αυτού, γενικά για την έννοια της αποφάσεως, όταν η έννοια αυτή χρησιμοποιείται στη Σύμβαση, τούτο δε αποδεικνύεται από τη φράση "ως απόφαση, κατά την έννοια της παρούσας Συμβάσεως". Ούτε στις προπαρασκευαστικές εργασίες της Συμβάσεως ούτε στην ίδια τη Σύμβαση απαντούν στοιχεία που θα μπορούσαν να συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι ο ορισμός αυτός δεν ισχύει για τις αποφάσεις που κωλύουν την αναγνώριση.
22. Κατά τα λοιπά, η διατύπωση του άρθρου 27, σημείο 3, αποτελεί ένδειξη ότι η έννοια της αποφάσεως που κωλύει την αναγνώριση δεν καλύπτει τον δικαστικό συμβιβασμό. Στο αγγλικό μάλιστα κείμενο της διατάξεως αυτής χρησιμοποιείται ο όρος "judgement" και για το κώλυμα της αναγνωρίσεως. Σε όλες τις γλώσσες στις οποίες είναι συνταγμένη η διάταξη αυτή γίνεται λόγος για "απόφαση" που "έχει εκδοθεί" στο κράτος στο οποίο ζητείται η αναγνώριση. Κατά το άρθρο 51 της Συμβάσεως των Βρυξελλών όμως, οι δικαστικοί συμβιβασμοί "καταρτίζονται" ενώπιον δικαστηρίου κατά τη διάρκεια δίκης.
23. Η αντίληψη ότι και οι δικαστικοί συμβιβασμοί μπορούν να αποτελούν αποφάσεις που κωλύουν την αναγνώριση σύμφωνα με το άρθρο 27, σημείο 3, θα προϋπέθετε συνεπώς ορισμένη ερμηνεία της διατάξεως που δεν βρίσκει κανένα έρεισμα ούτε στο γράμμα της ούτε στο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή.
24. Η διασταλτική αυτή ερμηνεία δεν επιτρέπεται, αφού το άρθρο 27, σημείο 3, αποτελεί παρέκκλιση από τον σκοπό της Συμβάσεως των Βρυξελλών, δηλαδή τη διευκόλυνση της αναγνωρίσεως και της εκτελέσεως των δικαστικών αποφάσεων εντός των συμβαλλομένων κρατών, και περιάγει, λόγω του περιεχομένου του, τις αποφάσεις του "κράτους εκτελέσεως" σε ιδιαίτερα προνομιακή θέση, αφού οι αποφάσεις αυτές μπορούν να αποτελούν κώλυμα για την αναγνώριση, ανεξάρτητα από το αν έχουν εκδοθεί πριν ή μετά την απόφαση της οποίας ζητείται η αναγνώριση ή η εκτέλεση.
25. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής και από πολλά από τα κατατεθέντα υπομνήματα, αν γινόταν δεκτό ότι οι δικαστικοί συμβιβασμοί μπορούν να αποτελούν κώλυμα για την αναγνώριση, θα ανέκυπταν ιδιαίτερα προβλήματα, όπως π.χ. τα προβλήματα που εκτίθενται στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
26. Κατά συνέπεια, θα έπρεπε να υπάρχουν ιδιαίτερα βαρύνοντες λόγοι, προκειμένου το άρθρο 27, σημείο 3, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι και οι δικαστικοί συμβιβασμοί μπορούν να αποτελούν κώλυμα για την αναγνώριση.
27. Σύμφωνα με τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Συμβάσεως, ο λόγος υπάρξεως της διατάξεως αυτής είναι ότι "η κοινωνική ειρήνη ενός κράτους θα διαταρασσόταν, αν ήταν δυνατόν να επωφεληθεί κανείς από δύο αντιφατικές δικαστικές αποφάσεις" (1). Θα μπορούσε βέβαια να υποστηριχθεί ότι η κοινωνική ειρήνη εντός του κράτους εκτελέσεως διαταράσσεται και στην περίπτωση της υπάρξεως αντιφάσεως μεταξύ μιας αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως και ενός δικαστικού συμβιβασμού που έχει καταρτιστεί στην ημεδαπή, αλλά μπορεί κάλλιστα επίσης να υποστηριχθεί ότι η διατάραξη αυτή είναι σοβαρότερη και προφανέστερη, όταν η αντίφαση υφίσταται μεταξύ δύο δικαστικών αποφάσεων.
28. Κατά την άποψή μου, δεν υπάρχει κανείς λόγος να εξεταστούν ενδελεχέστερα τα επιχειρήματα υπέρ της διασταλτικής ερμηνείας του άρθρου 27, σημείο 3, τα οποία στηρίζονται στον κανόνα περί εκκρεμοδικίας, τον οποίο θέτει το άρθρο 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, καθώς και στην κατ' αρχήν ορθότατη αρχή ότι η ερμηνεία των διατάξεων πρέπει να έχει λογική συνοχή. Κανένα από τα επιχειρήματα αυτά δεν συνηγορεί αποφασιστικά υπέρ της διασταλτικής ερμηνείας του άρθρου 27, σημείο 3.
29. Η SOLO KM ισχυρίζεται ότι η αναγκαία ίση μεταχείριση όλων των δυνατοτήτων που προβλέπονται στα κράτη μέλη για την περάτωση της δίκης μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο αν αναγνωριστεί ότι ο δικαστικός συμβιβασμός μπορεί να αποτελεί κώλυμα για την αναγνώριση.
Κατά τη SOLO KM, σε όλα τα κράτη μέλη προβλέπεται η δυνατότητα περατώσεως της δίκης κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων. Σε πολλά όμως κράτη μέλη αυτό δεν συμβαίνει με την κατάρτιση "συμβιβασμού", αλλά με "δικαστική απόφαση που διαπιστώνει τη συμφωνία των διαδίκων" (2). Τούτο συμβαίνει π.χ. στο Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία. Πρόκειται δηλαδή κατ' αρχήν για το ίδιο φαινόμενο στην πράξη, απλώς διαφέρουν από κράτος σε κράτος ο χαρακτηρισμός του και ορισμένες λιγότερο σημαντικές λεπτομέρειες. Αν, στην περίπτωση αυτή, θεωρηθεί ως κριτήριο ο χαρακτηρισμός ή η ονομασία και όχι το περιεχόμενο, η μεταχείριση των αποφάσεων από τα συμβαλλόμενα κράτη θα ήταν μεν τυπικά η ίδια, στην πραγματικότητα όμως θα αντιμετωπίζονταν δυσμενέστερα τα κράτη που χαρακτηρίζουν ως συμβιβασμό τον τρόπο αυτό περατώσεως της δίκης, ο οποίος αποτελεί απόρροια, μεταξύ άλλων, της ελευθερίας των συμβάσεων.
30. Νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι τόσο βαρύνον, ώστε να γίνει δεκτή η ερμηνεία που προτείνει η SOLO KM. Από τα στοιχεία που διαθέτω δεν προκύπτει ότι οι δύο αυτοί τρόποι περατώσεως της δίκης διαφέρουν μεταξύ τους μόνο σε ορισμένες λιγότερο σημαντικές λεπτομέρειες. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, επί του παρόντος ο δικαστικός συμβιβασμός δεν αποκτά σε κανένα συμβαλλόμενο κράτος ισχύ δεδικασμένου, ενώ η "δικαστική απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η συμφωνία των διαδίκων" μπορεί να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. 'Οπως προκύπτει από το άρθρο 30, παράγραφος 1, η Σύμβαση των Βρυξελλών δεν επιβάλλει μεν την τελεσιδικία ως προϋπόθεση της αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων, αλλ' εν γένει συνιστά ουσιώδη διαφορά μεταξύ των δύο τρόπων περατώσεως της δίκης το γεγονός ότι ο ένας ουδέποτε μπορεί να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, ενώ ο άλλος αποκτά κατά κανόνα, άλλοτε νωρίτερα και άλλοτε αργότερα, την ισχύ αυτή.
Επιπλέον, για την κατάρτιση των συμβιβασμών δεν τηρούνται κατά κανόνα οι ίδιες προϋποθέσεις και δεν παρέχονται συνεπώς οι ίδιες ακριβώς εγγυήσεις όπως για τις δικαστικές αποφάσεις, ο δε δικαστικός συμβιβασμός δεν περιβάλλεται με το κύρος της δικαστικής αποφάσεως.
31. Θεωρώ συνεπώς ότι δεν επιτρέπεται να ερμηνευθεί το άρθρο 27, σημείο 3, υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνει, παρά το γράμμα της, τον δικαστικό συμβιβασμό μεταξύ των κωλυμάτων της αναγνωρίσεως. Αν προκύψει η πρακτική ανάγκη να γίνει δεκτή η ερμηνεία αυτή, τότε πρέπει να τροποποιηθεί η εν λόγω διάταξη, προκειμένου να μπορεί να συναχθεί η ερμηνεία αυτή.
32. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη - όπως εξάλλου αναφέρεται στη Διάταξη περί παραπομπής - το γεγονός ότι το άρθρο 27, σημείο 1, περιέχει διάταξη κατά την οποία η αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων δεν πραγματοποιείται, όταν, μεταξύ άλλων, "η αναγνώριση αντίκειται στη δημόσια τάξη του κράτους" εκτελέσεως, και ότι η διάταξη αυτή θα μπορούσε ενδεχομένως να εφαρμοστεί, εφόσον συνέτρεχαν εξαιρετικά ασυνήθεις περιστάσεις.
33. Ενόψει της ερμηνείας που προτείνω για το άρθρο 27, σημείο 3, δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
Πρόταση
34. Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα:
"Ο εκτελεστός συμβιβασμός ο οποίος καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίου του κράτους αναγνωρίσεως, με σκοπό τον διακανονισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων αυτών, δεν μπορεί να αποτελεί απόφαση που μπορεί να κωλύει, κατά το άρθρο 27, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, την αναγνώριση μιας αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως".
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) - 'Εκθεση Jenard, EE 1986, C 298, σ. 70, συγκεκριμένα σ. 73.
(2) - Τις λεγόμενες jugements convenus , jugements d' expedient , jugements de donner acte ή consent judgments .
Full & Egal Universal Law Academy