Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά την απόφαση της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της Κυβερνήσεως των Ολλανδικών Αντιλλών περί εγκρίσεως παρεκκλίσεως από το καθεστώς καταγωγής των προϊόντων που προβλέπει η απόφαση του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη σύνδεση των υπερπόντιων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (1) (στο εξής: απόφαση ΥΧΕ).
2. Οι κανόνες περί του ορισμού της εννοίας "προϊόντα καταγωγής" περιέχονται στο παράρτημα ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του παραρτήματος αυτού, ένα προϊόν θεωρείται ως προϊόν καταγωγής ΥΧΕ, "όταν έχει είτε εξ ολοκλήρου παραχθεί είτε επαρκώς μεταποιηθεί εκεί".
Τα επίδικα εν προκειμένω προϊόντα * γραμμένες βιντεοκασέτες * παρασκευάζονται από πρώτες ύλες εισαγόμενες στις Ολλανδικές Αντίλλες. Πρόκειται για προϊόντα υπαγόμενα στον κωδικό 8524 του εναρμονισμένου συστήματος [δίσκοι, ταινίες και άλλα υποθέματα για την εγγραφή του ήχου ή για ανάλογες εγγραφές, (...)], στα οποία αναγνωρίζεται καθεστώς προϊόντων καταγωγής, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ, αν κατά την παραγωγή τους "η αξία όλων των χρησιμοποιηθεισών υλών δεν υπερβαίνει το 40% της εργοστασιακής τιμής του προϊόντος", με τη διευκρίνιση ότι, εντός του ορίου αυτού, οι ύλες του κωδικού SH 8523 (υποθέματα έτοιμα για την εγγραφή του ήχου ή για ανάλογες εγγραφές, αλλά όχι γραμμένα) δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται παρά μόνο σε ποσοστό 10% της εργοστασιακής τιμής του προϊόντος.
3. Το άρθρο 30 του παραρτήματος ΙΙ προβλέπει τη δυνατότητα παρεκκλίσεων, κατόπιν αιτήσεως, από τα γενικά κριτήρια που εφαρμόζονται στο καθεστώς καταγωγής των προϊόντων. Οι βασικές προϋποθέσεις προς τούτο είναι οι εξής: η παρέκκλιση πρέπει να δικαιολογείται από το συμφέρον της ενδιαφερομένης υπερπόντιας χώρας ή εδάφους ("εάν το δικαιολογεί η ανάπτυξη των υφιστάμενων βιομηχανιών ή η εγκατάσταση νέων") "στις αιτούσες ΥΧΕ" πρέπει να "έχει πραγματοποιηθεί ουσιώδης κατεργασία ή μεταποίηση" η παρέκκλιση δεν πρέπει να είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της βιομηχανίας της Κοινότητας ["οι αιτήσεις (...) δεν μπορούν να ζημιώσουν σοβαρά μια εγκατεστημένη βιομηχανία της Κοινότητας"].
4. Στην παρούσα υπόθεση, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών ζήτησε την ακύρωση της εκ μέρους της Επιτροπής απορρίψεως της αιτήσεως της Κυβερνήσεως των Ολλανδικών Αντιλλών περί παρεκκλίσεως. Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται κατά κύριο λόγο ότι η απορριπτική απόφαση εκδόθηκε μετά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 30 του παραρτήματος για την εξέταση των αιτήσεων και ότι συνεπώς, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 30, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αίτηση έγινε δεκτή. Η Κυβέρνηση αυτή ισχυρίζεται επικουρικώς ότι η απόφαση είναι αδικαιολόγητη ως προς την ουσία και, επιπλέον, κακώς αιτιολογημένη.
Η προβλεπόμενη για την εξέταση των αιτήσεων προθεσμία
5. Κατά το άρθρο 30, παράγραφος 8, στοιχείο α', "το Συμβούλιο και η Επιτροπή θεσπίζουν όλες τις διατάξεις που απαιτούνται ώστε η απόφαση να λαμβάνεται το ταχύτερο δυνατό και οπωσδήποτε 60 το πολύ εργάσιμες ημέρες μετά από την αποδοχή [παραλαβή] της αίτησης (...)".
Το άρθρο 30, παράγραφος 8, στοιχείο β', ορίζει ότι, "αν δεν ληφθεί απόφαση εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο α', θεωρείται ότι η αίτηση έγινε αποδεκτή".
6. Δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι η απόφαση της Επιτροπής εκδόθηκε μετά την εκπνοή της προθεσμίας των 60 ημερών, εάν αυτή υπολογισθεί βάσει της ημερομηνίας παραλαβής της αιτήσεως. Ωστόσο, είναι εξίσου αναμφισβήτητο ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεως, η Επιτροπή ζήτησε από την Ολλανδική Κυβέρνηση πρόσθετα στοιχεία και της ανακοίνωσε, με την ευκαιρία αυτή, ότι η προθεσμία των 60 ημερών δεν επρόκειτο να αρχίσει να τρέχει παρά μόνο από την ημερομηνία κατά την οποία θα της υποβάλλονταν τα εν λόγω στοιχεία. Εάν η προθεσμία των 60 ημερών υπολογισθεί βάσει της ημερομηνίας παραλαβής των στοιχείων αυτών, διαπιστώνεται ότι η απόρριψη ήταν εμπρόθεσμη.
Το επίδικο ζήτημα επομένως είναι εάν η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να τροποποιήσει, κατά τον τρόπο που μόλις περιέγραψα, τον χρόνο ενάρξεως της προθεσμίας.
7. Για να αποφανθώ επ' αυτού του ζητήματος, είναι αναγκαίο να εκθέσω, πρώτον, τους κανόνες που διέπουν την ακολουθητέα διαδικασία εξετάσεως της αιτήσεως παρεκκλίσεως και, δεύτερον, τις συγκεκριμένες περιστάσεις που αφορούν την αίτηση της παρούσας υποθέσεως.
8. Κατά το άρθρο 30, η αίτηση κοινοποιείται στον πρόεδρο της Επιτροπής Καταγωγής, η οποία συστάθηκε βάσει του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού ορισμού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων (2). Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή, ενδεχομένως, από τις αρμόδιες αρχές της ενδιαφερομένης ΥΧΕ. Από το άρθρο 30, παράγραφος 2, προκύπτει ότι ο αιτών οφείλει να δώσει "όσο το δυνατόν πληρέστερες πληροφορίες", ιδίως για ορισμένα σημεία που απαριθμούνται στην παράγραφο αυτή, και ότι η αίτησή του πρέπει να συνοδεύεται από ειδικό έντυπο, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 9 του παραρτήματος ΙΙ. Το έντυπο καθορίζει και επεξηγεί, σε 21 σημεία, ποια στοιχεία πρέπει να παρέχονται εν σχέσει προς την αίτηση: για παράδειγμα, ο προβλεπόμενος όγκος ετησίων εξαγωγών προς την Κοινότητα, η αξία των χρησιμοποιηθεισών υλών καταγωγής τρίτων χωρών, η εργοστασιακή τιμή του τελικού προϊόντος, οι λόγοι για τους οποίους οι προϋποθέσεις του κανόνα καταγωγής δεν μπορούν να πληρούνται ως προς το τελικό προϊόν, η αξία των υλών καταγωγής κρατών ΑΚΕ, Κοινότητας ή ΥΧΕ που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν, η αξία των επενδύσεων που πραγματοποίησε ή σκοπεύει να πραγματοποιήσει η ενδιαφερόμενη επιχείρηση και οι πιθανές λύσεις που διερευνά προκειμένου να αποφευχθεί στο μέλλον η ανάγκη παρεκκλίσεως.
9. Από το άρθρο 30, παράγραφος 8, στοιχείο α', προκύπτει εξάλλου ότι η εξέταση της αιτήσεως γίνεται σύμφωνα με την απόφαση 90/523/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Οκτωβρίου 1990, για τη διαδικασία τη σχετική με τις παρεκκλίσεις από τους κανόνες καταγωγής που προβλέπονται στο πρωτόκολλο αριθ. 1 της τέταρτης σύμβασης ΑΚΕ-ΕΟΚ (3). Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι περί της παρεκκλίσεως αποφασίζει η Επιτροπή, αλλά προς τον σκοπό αυτό πρέπει να συνεργάζεται με την προαναφερθείσα Επιτροπή Καταγωγής. Η επιτροπή αυτή πρέπει να έχει στη διάθεσή της το σχέδιο κοινής θέσεως της Επιτροπής το αργότερο είκοσι εργάσιμες ημέρες μετά την παραλαβή της αιτήσεως και διατυπώνει τη γνώμη της εντός προθεσμίας που ορίζει ο πρόεδρός της. Η Επιτροπή οφείλει να ενημερώσει το Συμβούλιο σε περίπτωση που η οριστική της απόφαση δεν είναι σύμφωνη με τη γνώμη της Επιτροπής Καταγωγής.
10. Στην παρούσα υπόθεση, η αίτηση παρεκκλίσεως έφθασε στον προορισμό της την 1η Ιουνίου 1992. Η αίτηση υποβλήθηκε από την Κυβέρνηση των Ολλανδικών Αντιλλών και στάλθηκε μέσω της Μόνιμης Αντιπροσωπείας των Κάτω Χωρών στις Κοινότητες. Το έντυπο που περιέγραψα ανωτέρω ήταν συμπληρωμένο και συνημμένο στην αίτηση. Ανέφερε ότι η αίτηση υποβαλλόταν "προς το συμφέρον της βιομηχανικής αναπτύξεως και εν ονόματι υποψήφιου επενδυτή", ότι η παραγωγή γραμμένων κασετών, την οποία αφορούσε η αίτηση, επρόκειτο να πραγματοποιηθεί από την επιχείρηση TVTEC του Κουρασάο, με ύλες εισαγόμενες από την Κορέα, την Ιαπωνία και τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι η αιτούσα Κυβέρνηση εκτιμούσε ότι "μια τέτοια επένδυση θα μπορούσε να συμβάλει σε σημαντικό βαθμό στη διαφοροποίηση της οικονομίας, στην ενίσχυση των εξαγωγικών δομών και στη μείωση της ανεργίας" στις Ολλανδικές Αντίλλες. Τονιζόταν επίσης ότι, "εν όψει του προβλεπομένου όγκου εξαγωγών από το Κουρασάο και των διαστάσεων της κοινοτικής αγοράς γραμμένων βιντεοκασετών, δεν διαγράφεται καμία πιθανότητα σοβαρής ζημίας για κάποια εγκατεστημένη βιομηχανία της Κοινότητας". Αφετέρου, η εγκατάσταση της TVTEC εθεωρείτο "ως σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη βιομηχανιών στις Ολλανδικές Αντίλλες που να είναι προσανατολισμένες προς τις εξαγωγές".
11. Από το έντυπο αυτό προκύπτει ότι οι προβλεπόμενες ετήσιες εξαγωγές προς την Κοινότητα ανέρχονταν σε 1,5 εκατομμύριο γραμμένων κασετών, η δε λοιπή παραγωγή προοριζόταν για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το έντυπο απαριθμούσε επίσης όλες τις χρησιμοποιούμενες για την παραγωγή ύλες καθώς και τη δασμολογική κλάση, τον αριθμό και την τιμή των προϊόντων αυτών.
Το σημείο 12 του εντύπου, περί της σκοπουμένης παραγωγικής δραστηριότητας, ήταν συμπληρωμένο ως εξής: "Μια ταινία-πρότυπο, την οποία παραδίδει ο πελάτης, αντιγράφεται επί ορισμένων άλλων ταινιών, που επίσης θεωρούνται πρότυπα (' ταινίες-καθρέπτες' ). Η ταινία-πρότυπο επιστρέφεται στον πελάτη. Οι 'ταινίες-καθρέπτες' εγγράφονται σε κενούς κυλίνδρους μαγνητικής ταινίας (' pancakes' ) με μηχανήματα αναπαραγωγής υψηλής ταχύτητας. Στη συνέχεια ελέγχεται η ποιότητα των γραμμένων κυλίνδρων. Με τους γραμμένους κυλίνδρους φορτίζονται κενές βιντεοκασέτες VHS μέσω συσκευής φορτίσεως βιντεοταινίας. Οι κασέτες επί των οποίων έγινε η εγγραφή συναρμολογούνται και συσκευάζονται σε κουτιά. Οι γραμμένες κασέτες αποστέλλονται στον πελάτη προς διανομή."
'Οσον αφορά την καταγωγή των υλών που αναφέρθηκαν, η αιτούσα Κυβέρνηση ανέφερε, στο σημείο 8 του εγγράφου, ότι "οι προϋποθέσεις του κανόνα καταγωγής δεν πληρούνται ως προς το τελικό προϊόν επειδή οι Ολλανδικές Αντίλλες δεν διαθέτουν ίδια παραγωγή κυλίνδρων, V-zero, υλικού για την ταινία-πρότυπο και προϊόντων συσκευασίας. Το απαιτούμενο προς δημιουργία των βιομηχανιών αυτών κόστος, εκτός ίσως των προϊόντων συσκευασίας, είναι απαγορευτικό και εξωπραγματικό".
Η προτεινόμενη περίοδος κατά την οποία θα διαρκούσε η αιτούμενη παρέκκλιση ήταν από 1ης Ιανουαρίου 1992 μέχρι 1ης Ιανουαρίου 2002. Για την παραγωγή ήταν αναγκαία η δημιουργία 49 θέσεων εργασίας και απαιτούνταν επενδύσεις ύψους 5 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ (US ) .
Στο σημείο 19, που αφορά τη διερεύνηση νέων πηγών εφοδιασμού για τις χρησιμοποιούμενες ύλες, αναφέρονταν τα εξής: "οι κύλινδροι και οι πρώτες ύλες για την ταινία-πρότυπο μπορούν να αγορασθούν, μεταξύ άλλων, στη Γερμανία και στις Κάτω Χώρες, σε ποιότητα ανάλογη αλλά σε τιμή αισθητά υψηλότερη. 'Ενας πιθανός προμηθευτής κυλίνδρων είναι επίσης η Ινδία. Τα V-zero μπορούν να αγορασθούν στην Πορτογαλία. Ωστόσο, η καλύτερη σχέση τιμής προς ποιότητα απαντά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα προϊόντα συσκευασίας μπορούν να αγορασθούν σε πολλές χώρες".
Στο σημείο 20 ("σκοπούμενες λύσεις για να αποφευχθεί στο μέλλον η ανάγκη παρεκκλίσεως") αναφερόταν: "θα εξετασθεί η δυνατότητα εισαγωγής των κυλίνδρων και των V-zero σε ανταγωνιστικές τιμές από την Ευρώπη".
12. Στις 5 Ιουνίου 1992 η αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής απέστειλε την αίτηση στα μέλη της Επιτροπής Καταγωγής. Στο συνοδευτικό έγγραφο σημειωνόταν ότι η προθεσμία των 60 ημερών προς απάντηση στην αίτηση είχε αρχίσει να τρέχει την 1η Ιουνίου 1992.
Στις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή της Επιτροπής Καταγωγής στο γεγονός ότι επρόκειτο για βιντεοκασέτες, προϊόντα ευαίσθητα για τα οποία η Κοινότητα χρειάστηκε να καθιερώσει δασμούς αντιντάμπινγκ, ότι οι εργασίες που πραγματοποιούνται στις Ολλανδικές Αντίλλες (αντιγραφή της ταινίας-προτύπου και συναρμολόγηση της κασέτας) ήταν σχετικά ήσσονος σημασίας και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να υποτεθεί ότι η TVTEC θα επιδίωκε να προμηθευθεί πρώτες ύλες από την Κοινότητα, τις χώρες ΑΚΕ ή τις ΥΧΕ, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις των κανόνων καταγωγής δια της σωρευτικής καταγωγής. Διευκρίνιζε επίσης ότι η προσφυγή σε φθηνές πρώτες ύλες προελεύσεως χωρών ASEAN θα έβλαπτε τα συμφέροντα των παραγωγών της Κοινότητας, οι οποίοι ήδη υφίσταντο πιέσεις από τον έντονο ανταγωνισμό, και εξέφραζε την άποψη ότι η προβλεπόμενη δραστηριότητα αντιπροσώπευε ετήσιες εισαγωγές 1,5 εκατομμυρίου γραμμένων κασετών και τη δημιουργία μόνο 49 θέσεων εργασίας, πράγμα που, κατά την Επιτροπή, συνιστούσε μια "όχι ιδιαίτερα ευνοϊκή αναλογία".
13. Από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι η αίτηση εξετάσθηκε από την Επιτροπή Καταγωγής κατά τη συνεδρίασή της του Ιουνίου. Κατόπιν της συνεδριάσεως αυτής, ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος των Κάτω Χωρών στις Κοινότητες απέστειλε στις 9 Ιουλίου 1992 έγγραφο στο αρμόδιο μέλος της Επιτροπής "για να συμβάλει στη συζήτηση" στο πλαίσιο της Επιτροπής Καταγωγής, λόγω του ότι η Επιτροπή είχε "επιστήσει την προσοχή των αντιπροσωπειών επί ορισμένων αντιρρήσεων".
Στο έγγραφό τους, οι αρχές των Κάτω Χωρών υπογράμμιζαν ότι η Επιτροπή δεν είχε προβάλλει ακριβέστερα επιχειρήματα υπέρ του ισχυρισμού της ότι οι σκοπούμενες παραγωγικές δραστηριότητες δεν συνιστούσαν ουσιώδη κατεργασία ή μεταποίηση και ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί βέβαιο ότι η παρέκκλιση "απλώς θα προσέθετε και νέα ζημία (...) σε αυτή που διαπιστώθηκε στο πλαίσιο των διαδικασιών αντιντάμπινγκ κατά της Κορέας και του Χονγκ-Κονγκ".
Το έγγραφο συνέχιζε ως εξής:
"Αν οι υπηρεσίες της Επιτροπής θεωρούν ότι οι αδασμολόγητες εισαγωγές γραμμένων βιντεοκασετών προελεύσεως Ολλανδικών Αντιλλών, συνεπεία της αιτουμένης παρεκκλίσεως, θα προκαλέσουν σοβαρή ζημία, σε αυτές εναπόκειται να αποδείξουν ότι η εισαγωγή χωρίς τον δασμό 5,1 % που προβλέπει το Κοινό Δασμολόγιο προκειμένου για τρίτες χώρες είναι ικανή να προκαλέσει σημαντική απώλεια μεριδίων αγοράς, θέσεων εργασίας, καθώς και αξιοσημείωτες πτώσεις των τιμών κ.λπ.
Συναφώς, οι Κάτω Χώρες θα ήθελαν να υπογραμμίσουν ότι οι άμεσες αποστολές προς την Κοινότητα γραμμένων βιντεοκασετών από εξαγωγείς της Κορέας και του Χονγκ-Κονγκ (...) δεν υπόκεινται σε δασμούς αντιντάμπινγκ και απολαύουν πλήρους απαλλαγής (για περιορισμένες ποσότητες) βάσει του ΣΓΠ" (συστήματος γενικευμένων προτιμήσεων).
Σημειωνόταν τέλος ότι, έστω και αν κατά την παραγωγή μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κύλινδροι και V-zero κοινοτικής καταγωγής, τα προϊόντα αυτά θα ήταν ακριβότερα κατά 50 % περίπου από τα αντίστοιχα προϊόντα προελεύσεως Κορέας ή Ηνωμένων Πολιτειών.
14. Κατόπιν νέας εξετάσεως της αιτήσεως εκ μέρους της Επιτροπής Καταγωγής κατά τη συνεδρίασή της από 13 έως 15 Ιουλίου, ο Γενικός Διευθυντής της αρμόδιας υπηρεσίας της Επιτροπής απέστειλε στις 31 Ιουλίου έγγραφο στον Μόνιμο Αντιπρόσωπο των Κάτω Χωρών στις Κοινότητες. Το έγγραφο αυτό άρχιζε με την εξής παρατήρηση: "οι υπηρεσίες της Επιτροπής εξέτασαν την αίτηση και διαπίστωσαν ότι πρέπει να επιλυθούν τα ακόλουθα προβλήματα, πριν καταστεί δυνατό να ληφθεί η απόφαση". Ακολουθούσε ένας κατάλογος ερωτημάτων, τα οποία θα παρατεθούν κατωτέρω, και το έγγραφο κατέληγε ως εξής: "Θα σας ήμουν επομένως ευγνώμων αν μου υποβάλλατε το συντομότερο δυνατό κάποιες διευκρινίσεις επ' αυτών των βασικών θεμάτων. Η προθεσμία των 60 εργασίμων ημερών που ορίζεται στο άρθρο 30 του παραρτήματος ΙΙ θα αρχίσει να τρέχει μόνον από τη στιγμή που θα μου υποβληθούν επαρκή στοιχεία επί των ανωτέρω σημείων."
15. Η Μόνιμη Αντιπροσωπεία των Κάτω Χωρών στις Κοινότητες απάντησε στο έγγραφο αυτό στις 18 Αυγούστου 1992. Παρατήρησε ότι, προς το παρόν, η χρήση πρώτων υλών κοινοτικής προελεύσεως για τη σκοπούμενη παραγωγή θα συνεπαγόταν υπερβολικά υψηλό κόστος, αλλά ότι, ασφαλώς, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα προσαρμοζόταν στην εξέλιξη των τιμών. 'Οσο για το αν οι δραστηριότητες αυτές μπορούσαν να προκαλέσουν ζημία για τη βιομηχανία της Κοινότητας, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία παρατήρησε ότι οι αιτούσες αρχές δεν μπορούσαν να απαντήσουν στο ερώτημα αυτό και υπέθεταν ότι την εκτίμηση αυτή θα την αναλάμβαναν οι υπηρεσίες της Επιτροπής. 'Οσον αφορά τους κινδύνους προσβολής των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των υπηκόων ή των εταιριών της Κοινότητας, υπενθύμισε ότι οι εργασίες της TVTEC δεν απαιτούν τη μεταβίβαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στην επιχείρηση των Αντιλλών τα δικαιώματα αυτά θα εξακολουθούν να ανήκουν στους νόμιμους δικαιούχους τους. Η Μόνιμη Αντιπροσωπεία προσέθετε ότι, επιπλέον, η νομοθεσία των Ολλανδικών Αντιλλών προστατεύει τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, άρα και τα δικαιώματα του δημιουργού επί των κινηματογραφικών προϊόντων. Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών παρατηρούσε τέλος ότι, εφόσον η σκοπούμενη παραγωγή αφορούσε γραμμένες βιντεοκασέτες, δεν υπήρχε κίνδυνος αποφυγής της καταβολής δασμών αντιντάμπινγκ, εφόσον αυτοί βαρύνουν αποκλειστικά τις κενές βιντεοκασέτες. 'Οσον αφορά τον υπολογισμό της προθεσμίας των 60 ημερών εκ μέρους της Επιτροπής, σημειωνόταν στο έγγραφο ότι στο ερώτημα αυτό θα δινόταν χωριστή απάντηση.
16. Η απάντηση αυτή δόθηκε επ' ευκαιρία της εξετάσεως της αιτήσεως από την Επιτροπή Καταγωγής τον Οκτώβριο του 1992, υπό μορφή δηλώσεως του Μονίμου Αντιπροσώπου των Κάτω Χωρών στις Κοινότητες. Από αυτήν προκύπτει ότι η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών θεωρούσε ότι η αίτηση είχε γίνει δεκτή, εφόσον η Επιτροπή δεν είχε εκδώσει απόφαση προ της εκπνοής της προθεσμίας των 60 ημερών που ορίζει το άρθρο 30, παράγραφος 8.
17. Με απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1992, η Επιτροπή, όπως ήδη αναφέρθηκε, απέρριψε την αίτηση. Οι λόγοι της απορρίψεως αυτής θα εξετασθούν αργότερα.
18. Μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο ότι η προθεσμία των 60 ημερών που ορίζει το άρθρο 30, παράγραφος 8, στοιχείο α', εξέπνευσε στις 21 Αυγούστου 1992, εάν άρχισε να τρέχει αμέσως μετά την παραλαβή της αιτήσεως την 1η Ιουνίου 1992, αλλά ότι δεν είχε εκπνεύσει κατά την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής, αν άρχισε να τρέχει μόνον από την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή παρέλαβε την απάντηση των Κάτω Χωρών στην αίτησή της για συμπληρωματικά στοιχεία, τα οποία δόθηκαν με το έγγραφο της 31ης Ιουλίου 1992.
19. Είναι αναμφίβολο ότι δικαίως η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προθεσμία των 60 ημερών του άρθρου 30 δεν αρχίζει υποχρεωτικά να τρέχει αφ' ής στιγμής υποβληθεί αίτηση παρεκκλίσεως. Η προθεσμία αυτή είναι σχετικά σύντομη * ακόμη και αν υπολογισθεί σε εργάσιμες ημέρες. Πρέπει να επιλυθούν προβλήματα που μπορεί να είναι πολύπλοκα και ευαίσθητα και η εξέταση της αιτήσεως προϋποθέτει συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και της Επιτροπής Καταγωγής.
20. Φρονώ ότι η Επιτροπή μπορεί * και η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών δεν φαίνεται κατ' αρχήν να το αμφισβητεί * να ζητεί από τον αιτούντα ορισμένα συμπληρωματικά της αιτήσεώς του στοιχεία, ώστε να υπάρχει το αναγκαίο έρεισμα για να λάβει η Επιτροπή θέση επί της αιτήσεως. Με άλλα λόγια, η υποβαλλόμενη αίτηση πρέπει να πληροί ορισμένες ελάχιστες προϋποθέσεις, προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 30.
21. Είναι εξίσου βέβαιο ότι πρέπει να τεθούν ορισμένα αυστηρά όρια στη δυνατότητα της Επιτροπής να μεταθέτει την ημερομηνία ενάρξεως της προθεσμίας, ζητώντας συμπληρωματικά στοιχεία.
Το άρθρο 30, παράγραφος 8, στοιχείο α', επιβάλλει στα αρμόδια προς απόφαση όργανα να αποφαίνονται "το ταχύτερο δυνατό" και "οπωσδήποτε 60 το πολύ εργάσιμες ημέρες" μετά από την παραλαβή της αιτήσεως.
Η προθεσμία αυτή, η οποία δεν προβλεπόταν στις προηγούμενες αποφάσεις του Συμβουλίου περί συνδέσεως των ΥΧΕ με την Κοινότητα, έχει αναμφισβήτητα ως στόχο να ακολουθείται διαδικασία η οποία αφενός να είναι ταχεία και αφετέρου να επιτρέπει στις αρχές και στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις των ΥΧΕ να έχουν σαφή γνώση των δεδομένων επί των οποίων θα μπορούν να βασίζονται στο μέλλον.
22. Είναι, πρώτον, προφανές ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την ευχέρειά της να ζητεί συμπληρωματικά στοιχεία με σκοπό και μόνο να εξασφαλίσει περισσότερο χρόνο για να μελετήσει τους φακέλους (4). Η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει ότι έχει πραγματικά ανάγκη τα στοιχεία που ζητεί, προκειμένου να μπορέσει να λάβει απόφαση επαρκώς θεμελιωμένη.
23. Πρέπει, δεύτερον, να πρόκειται για στοιχεία που να παρουσιάζουν οπωσδήποτε σπουδαιότητα για την απόφαση των κοινοτικών οργάνων * η μετάθεση της προθεσμίας δεν μπορεί να αποφασιστεί από την Επιτροπή, χωρίς τη συγκατάθεση του αιτούντος, εν όψει της συμπληρώσεως των επιχειρημάτων ως προς το ουσία βάσιμο της αιτήσεως * και πρέπει να πρόκειται για στοιχεία που το λογικότερο θα ήταν να παρέχονται από τον αιτούντα, ήτοι να μην πρόκειται για στοιχεία τα οποία μπορούν να αποκτήσουν ευχερέστερα τα ίδια τα κοινοτικά όργανα.
24. Τρίτον, η Επιτροπή οφείλει να αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατόν επί του αν υπάρχει ανάγκη συμπληρωματικών στοιχείων. Η Επιτροπή πρέπει να δηλώσει το νωρίτερο δυνατό αν η αίτηση ανταποκρίνεται στην προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 30, παράγραφος 2, σύμφωνα με την οποία η αίτηση πρέπει να περιέχει "όσο το δυνατόν πληρέστερες πληροφορίες" επί των σημείων που απαριθμούνται στη διάταξη αυτή και στο έντυπο, ή αν, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της υποθέσεως, απαιτείται η παροχή συμπληρωματικών στοιχείων από άλλες πηγές.
25. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα στοιχεία που ζήτησε με το έγγραφο της 31ης Ιουλίου 1992 είχαν μεγάλη σημασία προκειμένου να μπορέσει να αποφανθεί επί της αιτήσεως και ότι, συνεπώς, δικαιολογούσαν τη μετάθεση της ημερομηνίας ενάρξεως υπολογισμού της προθεσμίας.
26. Πρέπει συνεπώς να εξετασθούν λεπτομερέστερα τα στοιχεία που ζήτησε η Επιτροπή. Υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή ανέφερε προεισαγωγικώς στο έγγραφό της ότι "πρέπει να επιλυθούν τα ακόλουθα προβλήματα, πριν καταστεί δυνατό να ληφθεί η απόφαση", και ότι συμπερασματικά παρατηρούσε στο έγγραφό της ότι επιθυμούσε "κάποιες διευκρινίσεις επ' αυτών των βασικών θεμάτων".
27. Το πρώτο εκ των εν λόγω προβλημάτων που αναφέρει η Επιτροπή είναι το εξής:
"'Οπως διευκρινίζει η ίδια η αίτηση, η ενδιαφερόμενη βιομηχανία της Κοινότητας θα μπορούσε να παράσχει η ίδια τις αναγκαίες πρώτες ύλες. Εάν αυτό συνέβαινε, τα προϊόντα θα ήταν σύμφωνα προς τους κανόνες καταγωγής και η παρέκκλιση θα ήταν περιττή. Το άρθρο 30, παράγραφος 4, του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ περί των κανόνων καταγωγής ορίζει εξάλλου σαφώς ότι πρέπει να εξετάζεται η δυνατότητα αυτή."
28. Τα αιτηθέντα επομένως στοιχεία, ή μάλλον οι παρατηρήσεις επί του αναφερθέντος προβλήματος, δεν δικαιολογούν τη μετάθεση της προθεσμίας εξετάσεως της αιτήσεως. Η Κυβέρνηση των Ολλανδικών Αντιλλών είχε ήδη εξηγήσει, με την αίτησή της της 27ης Μαΐου 1992, ότι ορισμένες πρώτες ύλες μπορούν να αγορασθούν εντός της Κοινότητας, αλλά είναι κατώτερης ποιότητας και/ή ακριβότερες από τα αντίστοιχα εμπορεύματα προελεύσεως τρίτων χωρών, οπότε το πρόβλημα δεν μπορεί να επιλυθεί με τους κανόνες της σωρευτικής καταγωγής, ούτε από ποιοτικής ούτε από οικονομικής απόψεως. Επί του ζητήματος αυτού εξάλλου υπέβαλαν παρατηρήσεις και οι αρχές των Κάτω Χωρών με το έγγραφο της 9ης Ιουλίου. Η άποψη που εξέφρασε η Επιτροπή, όταν ζήτησε τα συμπληρωματικά στοιχεία, είναι οπωσδήποτε κρίσιμη για την απόφανση επί της αιτήσεως, αλλά δεν αντανακλά πραγματική ανάγκη συμπληρωματικών στοιχείων περί των γεγονότων, αλλά μάλλον την επιθυμία της Επιτροπής να της παράσχουν οι αρχές των Κάτω Χωρών πειστικότερη επιχειρηματολογία προς στήριξη της αιτήσεως.
29. Το αυτό ισχύει όσον αφορά το δεύτερο πρόβλημα που αναφέρει η Επιτροπή, διατυπώνοντάς το ως εξής:
"Δεύτερον, οι παρεκκλίσεις έχουν ως αντικείμενο την επίλυση προσωρινών μόνο προβλημάτων και εναπόκειται στις ΥΧΕ να λάβουν μακροπρόθεσμα τα απαιτούμενα μέτρα προς συμμόρφωση με τους κοινούς κανόνες καταγωγής εντός ευλόγου χρόνου, εξαλείφοντας έτσι την ανάγκη παρεκκλίσεως.
Εν προκειμένω, τίποτε δεν δείχνει ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα τηρήσει τους κοινούς κανόνες στο μέλλον."
30. Η Επιτροπή εν συνεχεία σημειώνει τα ακόλουθα, στις τελευταίες παραγράφους του εγγράφου:
"Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 1, πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον η αιτούμενη παρέκκλιση πρόκειται να ζημιώσει σοβαρά μια εγκατεστημένη βιομηχανία της Κοινότητας.
Η φύση των επιδίκων προϊόντων (γραμμένες βιντεοκασέτες) μπορεί όντως να αποτελέσει κίνδυνο για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας κοινοτικών υπηκόων ή εταιριών.
Για τον λόγο αυτό έχει ουσιώδη σημασία το ζήτημα ποια προστασία παρέχεται στις Ολλανδικές Αντίλλες στα σχετιζόμενα με τα προϊόντα αυτά κοινοτικά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.
Σημειώνω επίσης συναφώς ότι η Κοινότητα έχει επιβάλει δασμούς αντιντάμπινγκ για τις βιντεοκασέτες προελεύσεως ορισμένων τρίτων χωρών και τυχόν παρέκκλιση δημιουργεί κίνδυνο αποφυγής της καταβολής των δασμών αυτών."
31. Ούτε τα αναφερόμενα ανωτέρω στοιχεία μπορούν να δικαιολογήσουν τη μετάθεση της ημερομηνίας ενάρξεως υπολογισμού της προθεσμίας. Αληθεύει, οπωσδήποτε, ότι πρέπει να εξακριβώνεται αν η παρέκκλιση θα ζημίωνε την κοινοτική βιομηχανία. Αλλά, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν ζητήθηκε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο, πρόκειται για ένα στοιχείο τα οποία κανονικά μπορούν να ανεύρουν ευχερέστερα τα ίδια τα κοινοτικά όργανα.
32. 'Οσον αφορά τα αιτηθέντα στοιχεία για την προστασία των δικαιωμάτων του δημιουργού, από το σημείο 12 του συνημμένου στην αίτηση εντύπου προκύπτει ότι οι ταινίες-πρότυπα, τις οποίες παρέχει ο πελάτης και βάσει των οποίων κατασκευάζονται τα αντίγραφα, επιστρέφονται στον πελάτη, όπως και οι βιντεοκασέτες που εγγράφονται με σκοπό τη διανομή. Αν η Επιτροπή διατηρούσε συναφώς αμφιβολίες ως προς το αν η προστασία των δημιουργών των αντιγραφομένων έργων κατά τη νομοθεσία των Ολλανδικών Αντιλλών ήταν επαρκής, το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να διαλευκανθεί ταχύτερα και απλούστερα απ' όσο τελικά διαλευκάνθηκε. Εν πάση περιπτώσει, η επίλυση του ζητήματος αυτού και μόνο δεν αποτελεί επαρκή λόγο ώστε να μετατεθεί, κατά δύο μήνες από την παραλαβή της αιτήσεως, η προθεσμία των 60 ημερών που ορίζει το άρθρο 30, παράγραφος 8.
33. Τέλος, η αναφορά της Επιτροπής στα υπάρχοντα μέτρα αντιντάμπινγκ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αίτηση συμπληρωματικών στοιχείων (5), αλλά μάλλον συνιστά έκφραση της απόψεως της Επιτροπής επ' αυτού.
34. Το εγχείρημα της Επιτροπής πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί στο σύνολό του ως μια * επιτρεπόμενη καθεαυτή * απόπειρα να οδηγηθεί η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών σε εμβάθυνση της υπέρ της αιτήσεως επιχειρηματολογίας της.
Τα αναφερόμενα στο έγγραφο στοιχεία δεν αποτελούν επαρκές έρεισμα για τη μετάθεση της ημερομηνίας ενάρξεως υπολογισμού της προθεσμίας. Το βάσιμο της απόψεως αυτής ενισχύεται από το γεγονός ότι τα περισσότερα από τα προβλήματα που έθεσε η Επιτροπή με το έγγραφό της στις 31 Ιουλίου 1992 * ήτοι σε όψιμο στάδιο της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεως * είχαν ουσιαστικά ήδη εντοπισθεί από την Επιτροπή στο σημείωμα που απέστειλε στις 5 Ιουνίου 1992 στα μέλη της Επιτροπής Καταγωγής.
35. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί, κατά το άρθρο 30, παράγραφος 8, στοιχείο β', του παραρτήματος, ότι η αίτηση έγινε δεκτή και ότι, για τον λόγο αυτό και μόνο, η προσφυγή ακυρώσεως της Κυβερνήσεως των Κάτω Χωρών πρέπει να γίνει δεκτή.
36. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα συμφωνούσε επ' αυτού, θα διατυπώσω εν συντομία την άποψή μου επί των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προβάλλει η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών.
Η απόφαση της Επιτροπής της 6ης Νοεμβρίου 1992
37. Κατά το άρθρο 131 της Συνθήκης ΕΚ, ο σκοπός της συνδέσεως με τις υπερπόντιες χώρες και τα υπερπόντια εδάφη είναι η προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως αυτών των χωρών και εδαφών. Σύμφωνα με τα παραπάνω, από τις διατάξεις περί καταργήσεως των δασμών προκύπτει επί παραδείγματι ότι τα εμπορεύματα προελεύσεως ΥΧΕ τυγχάνουν τελωνειακής απαλλαγής κατά την εισαγωγή τους στην Κοινότητα, ενώ αντίθετα οι ΥΧΕ "δύνανται να επιβάλλουν δασμούς που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αναπτύξεως και της εκβιομηχανίσεώς τους ή δασμούς ταμιευτικού χαρακτήρος που έχουν ως σκοπό τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού τους" (6).
38. Το άρθρο 30 του παραρτήματος περί του ορισμού της εννοίας των προϊόντων καταγωγής πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του σκοπού του συστήματος συνδέσεως και, επιπλέον, η συγκεκριμένη εφαρμογή του θα πρέπει να αντανακλά τη θεμελιωδώς ευνοϊκή στάση της Κοινότητας έναντι των ΥΧΕ. Παρεκκλίσεις μπορούν να αναγνωρίζονται "εάν το δικαιολογεί η ανάπτυξη των υφιστάμενων βιομηχανιών ή η εγκατάσταση νέων" και "η Κοινότητα αποδέχεται όλες τις αιτήσεις που αιτιολογούνται δεόντως (...), ιδίως όταν έχει πραγματοποιηθεί ουσιώδης κατεργασία ή μεταποίηση στις αιτούσες ΥΧΕ, οι οποίες δεν μπορούν να ζημιώσουν σοβαρά μια εγκατεστημένη βιομηχανία της Κοινότητας".
39. Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών ισχυρίζεται ότι, με την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1992, η Επιτροπή δεν έλαβε δεόντως υπόψη την κατάσταση που επικρατεί στις Ολλανδικές Αντίλλες ούτε τη θεμελιωδώς ευνοϊκή στάση της Κοινότητας προς τις ΥΧΕ. Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών εξάλλου ισχυρίζεται ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
40. 'Εστω και αν η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών έχει ομολογουμένως δίκαιο ως προς το ότι η απόφανση επί αιτήσεως παρεκκλίσεως πρέπει να εκκινεί από θεμελιωδώς ευνοϊκή στάση, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι ορθώς η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι προϋποθέσεις που, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, πρέπει να πληρούνται προκειμένου να γίνει δεκτή μια αίτηση εμπίπτουν στην εξουσία εκτιμήσεώς της και αφορούν πολύπλοκες οικονομικές καταστάσεις. Αυτό είναι σημαντικό, διότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο περιορίζει τον έλεγχό του περί της νομιμότητας στην εξακρίβωση αφενός της αληθείας των γεγονότων επί των οποίων στηρίχθηκε η επίμαχη επιλογή και αφετέρου της ελλείψεως πρόδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση των γεγονότων αυτών (7).
41. Ο έλεγχος αυτός πρέπει να πραγματοποιείται βάσει της αιτιολογίας που οφείλει να δίδει η Επιτροπή στην απόφασή της, σύμφωνα με το άρθρο 190 της Συνθήκης.
42. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή, αφού παραθέτει τους εφαρμοστέους κανόνες, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η αίτηση δεν ανέφερε αν οι αναγκαίες πρώτες ύλες μπορούν να παραχθούν σε γειτονικές (μη συνδεδεμένες) αναπτυσσόμενες χώρες και παρατηρεί συναφώς ότι οι ύλες αυτές είναι προϊόντα ευαίσθητα, υποκείμενα σε προστατευτικά μέτρα στην παγκόσμια αγορά. Προφανώς η Επιτροπή υπαινίσσεται το άρθρο 30, παράγραφος 6, του παραρτήματος, σύμφωνα με το οποίο, κατά την εξέταση κάθε αιτήσεως, λαμβάνεται ειδικότερα υπόψη η δυνατότητα να χαρακτηριστούν ως προϊόντα καταγωγής τα προϊόντα, στη σύνθεση των οποίων υπεισέρχονται πρώτες ύλες καταγωγής γειτονικών αναπτυσσομένων χωρών ή λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών.
Δεν είμαι πεπεισμένος ότι πρέπει να αποδοθεί τόση σημασία στο γεγονός ότι το έντυπο δεν περιέχει σαφή στοιχεία περί του αν είναι δυνατή η προμήθεια των αναγκαίων για την παραγωγή πρώτων υλών από τις χώρες αυτές. Δεν φαίνεται παράλογο να θεωρήσουμε ότι η ρητή αναφορά, στο κείμενο της αιτήσεως, των χωρών από τις οποίες θα εισάγονται οι χρησιμοποιούμενες ύλες δείχνει ακριβώς ότι δεν είναι δυνατή η προμήθεια των αναγκαίων πρώτων υλών από γειτονικές χώρες.
Εάν υπήρχε λόγος να υποτεθεί ότι οι έμμεσες σχετικές πληροφορίες ήσαν εσφαλμένες ή αμφίβολης αξιοπιστίας, η Επιτροπή όφειλε να το δηλώσει ρητώς.
43. Η Επιτροπή αναφέρει εν συνεχεία στην αιτιολογία της:
"εκτιμώντας ότι το γεγονός ότι τα συστατικά ή ανταλλακτικά αυτά ή οι πρώτες ύλες διατίθενται σε καλύτερες τιμές σε τρίτες χώρες δεν δικαιολογεί γενικά τη μη εφαρμογή των κοινών κανόνων καταγωγής, ιδίως όταν υπάρχει ισχυρό τεκμήριο ότι οι διεθνείς τιμές δεν είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας των νόμων της αγοράς".
Εν σχέσει προς τα προηγούμενα, η Επιτροπή δέχεται τα εξής:
"εκτιμώντας ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση δεν προτίθεται να καταβάλει καμία πραγματική προσπάθεια προκειμένου να αγοράσει τις αναγκαίες ύλες εντός της Κοινότητας, των ΥΧΕ ή των χωρών ΑΚΕ, κατά τρόπο ώστε να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις των κανόνων καταγωγής σωρευτικώς".
Η Επιτροπή αναφέρεται δηλαδή στο γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 4, του παραρτήματος, "σε όλες τις περιπτώσεις πρέπει να εξετάζεται αν οι κανόνες σωρευτικής καταγωγής επιτρέπουν τη λύση του προβλήματος", ήτοι αν οι αναγκαίες πρώτες ύλες μπορούν να εξευρεθούν εντός της Κοινότητας, των ΥΧΕ ή των χωρών ΑΚΕ, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 6, οι κατεργασίες ή μεταποιήσεις που πραγματοποιούνται στις ανωτέρω χώρες θεωρούνται ως πραγματοποιούμενες στην ενδιαφερόμενη ΥΧΕ.
44. Η αναφορά αυτή της Επιτροπής δείχνει προφανώς ότι η απορριπτική της απόφαση ερείδεται, κυρίως, επί του γεγονότος ότι οι επίδικες πρώτες ύλες θα μπορούσαν να αγοράζονται εντός της Κοινότητας και ότι δεν έχει συναφώς αποφασιστική σημασία το γεγονός ότι, σύμφωνα με την αίτηση, οι εν λόγω ύλες μπορούν να αγοράζονται σε χαμηλότερες τιμές εντός των χωρών από τις οποίες σχεδιάζεται να αγοράζονται. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι η διαμόρφωση των τιμών σε παγκόσμιο επίπεδο οφείλεται στην ελεύθερη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς προφανώς συντέλεσε σημαντικά σ' αυτό.
Δεν θα μπορούσαμε, προφανώς, να κατηγορήσουμε την Επιτροπή ότι στήριξε την απόφασή της επί της απόψεως ότι μπορεί να απορρίψει μια αίτηση με το αιτιολογικό ότι ο αιτών δεν έκανε επαρκή χρήση των υπαρκτών δυνατοτήτων αγοράς των πρώτων υλών εντός της Κοινότητας κ.λπ. Πρέπει εντούτοις να θεωρήσουμε συναφώς δεδομένο ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να απορρίψει αίτηση με το αιτιολογικό αυτό παρά μόνο αν οι σχετικές πρώτες ύλες προελεύσεως Κοινότητας κ.λπ. είναι πράγματι ανταγωνιστικές, ως προς την τιμή και την ποιότητά τους, έναντι των αντιστοίχων υλών προελεύσεως τρίτων χωρών, τις οποίες σκοπεύει ο αιτών να χρησιμοποιήσει.
45. Η Επιτροπή αιτιολογεί επίσης την απόφασή της με τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
"εκτιμώντας ότι οι δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στις Ολλανδικές Αντίλλες είναι σχετικώς ήσσονος σημασίας και δημιουργούν οριακή προστιθέμενη αξία, χωρίς να δημιουργούν πραγματικά νέα οικονομική δραστηριότητα που να έχει διάρκεια"
και
"εκτιμώντας ότι οι προβλεπόμενες δραστηριότητες αντιπροσωπεύουν ετήσια ποσότητα 1 500 000 γραμμένων βιντεοκασετών, καταγωγής τρίτων χωρών, που θα εισάγονται στην Κοινότητα επί δεκαετία, ενώ οι παρεκκλίσεις σκοπό έχουν να επιλύουν τα προσωρινά προβλήματα που συναντούν οι βιομηχανίες των ΥΧΕ για τη συμμόρφωσή τους προς τους κανόνες καταγωγής και όχι να επιτρέπουν μια (οιονεί) μόνιμη μη εφαρμογή των κανόνων αυτών".
Η Επιτροπή αναφέρεται δηλαδή στις διατάξεις του άρθρου 30, κατά τις οποίες αφενός η παρέκκλιση πρέπει να δικαιολογείται από την ανάπτυξη υφιστάμενων βιομηχανιών ή την εγκατάσταση νέων και αφετέρου πρέπει στις αιτούσες ΥΧΕ να πραγματοποιείται ουσιώδης κατεργασία ή μεταποίηση.
46. Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών αμφισβητεί την κρίση της Επιτροπής ότι η σκοπούμενη παραγωγή είναι σχετικώς ήσσονος σημασίας, ότι καταλήγει στη δημιουργία οριακής προστιθεμένης αξίας και ότι δεν δημιουργεί πραγματικά νέα οικονομική δραστηριότητα που θα έχει διάρκεια. Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών αναφέρεται στα παρασχεθέντα στοιχεία και κυρίως στο γεγονός ότι η προστιθέμενη αξία ανέρχεται στο 50 %.
Η Επιτροπή πάντως υποστηρίζει ότι η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών όφειλε να παράσχει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η σκοπούμενη παραγωγή θα συνέβαλλε στη διαφοροποίηση της οικονομίας και στη βελτίωση του ισοζυγίου πληρωμών των Ολλανδικών Αντιλλών.
47. Είναι απορίας άξιο το ότι η Επιτροπή χαρακτήρισε οριακή την προστιθέμενη αξία, εάν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι από τα αναφερόμενα στην αίτηση και μη αμφισβητηθέντα άλλωστε αριθμητικά στοιχεία προκύπτει ότι η προστιθέμενη αυτή αξία είναι 50 %.
48. Είναι ίσως χρήσιμο να αναφέρω συναφώς το άρθρο 30, παράγραφος 7, στοιχείο α', το οποίο προβλέπει τα εξής:
"Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 έως 6, η παρέκκλιση χορηγείται όταν η προστιθέμενη αξία στα μη καταγόμενα προϊόντα που μεταποιούνται στην ή στις ενδιαφερόμενες ΥΧΕ είναι τουλάχιστον 45 % της αξίας του τελικού προϊόντος, εφόσον η παρέκκλιση δεν απειλεί να παραβλάψει σοβαρά έναν οικονομικό τομέα της Κοινότητας ή ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη της".
Από τη διάταξη αυτή μπορεί προφανώς να συναχθεί ότι, όταν η προστιθέμενη αξία είναι τουλάχιστον 45%, η Επιτροπή δεν έχει το δικαίωμα να αιτιολογήσει την άρνησή της με το σκεπτικό ότι η κατεργασία ή η μεταποίηση δεν θα είναι ουσιώδης. Δεν είναι εν πάση περιπτώσει πειστικός ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η φράση "με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 έως 6", με την οποία αρχίζει η ανωτέρω διάταξη, της επιτρέπει να αξιολογεί το ποσοστό της προστιθεμένης αξίας, παρά την αναφορά του συγκεκριμένου ποσοστού της προστιθεμένης αυτής αξίας.
49. Όσον αφορά την παρατήρηση της Επιτροπής περί της διαρκείας της αιτουμένης παρεκκλίσεως, κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να υπάρξει αντίρρηση στην εκτίμηση της Επιτροπής ότι μια δεκαετής παρέκκλιση είναι προβληματική και ότι η διάρκεια αυτή μπορεί καθεαυτή να αποτελεί ένδειξη ότι τα σχετικά με το εξεταζόμενο σχέδιο προβλήματα θα έχουν μακρά διάρκεια.
50. Η Επιτροπή τέλος αιτιολογεί την άρνησή της ως εξής:
"εκτιμώντας ότι η κοινοτική βιομηχανία βιντεοκασετών υπέστη προσφάτως αλλεπάλληλες ζημίες λόγω των πρακτικών ντάμπινγκ ορισμένων από τους κυριότερους αλλοδαπούς ανταγωνιστές της, καθότι τέτοιες πρακτικές ακολουθούνται επίσης εντός τρίτων αγορών, και εκτιμώντας ότι τα μέτρα αντιντάμπιγκ μπορούν να επανορθώσουν τις προκληθείσες ζημίες σε συγκεκριμένες αγορές, αλλά όχι σε παγκόσμιο επίπεδο, πράγμα που εκθέτει την κοινοτική βιομηχανία στον κίνδυνο διπλού πλήγματος, αφενός στις τρίτες αγορές και αφετέρου στην ίδια τη δική της αγορά, μέσω φθηνών εισαγωγών παραγώγων προϊόντων,
εκτιμώντας ότι ο κοινοτικός τομέας αναπαραγωγής προεγγεγραμμένων βιντεοκασετών υφίσταται ήδη την πίεση εισαγωγών σε τιμές ασυνήθιστα χαμηλές, οφειλόμενες στη χρήση φθηνών υποθεμάτων και συχνά στην καταβολή χαμηλότερων δικαιωμάτων του δημιουργού, λόγω πραγματικών ή νομικών αιτιών".
51. Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η παρέκκλιση μπορούσε να προκαλέσει σοβαρό κίνδυνο στην κοινοτική βιομηχανία.
52. Δεν ευσταθεί * εξάλλου ούτε η Επιτροπή το υποστηρίζει * ότι μόνο στον αιτούντα εναπόκειται να αποδείξει ότι η παρέκκλιση δεν θα προκαλέσει σοβαρή ζημία στην κοινοτική βιομηχανία. Ανεξαρτήτως της εμφανούς δυσκολίας να προσκομισθεί η απόδειξη αυτή, η Επιτροπή είναι εκείνη που μπορεί κατ' εξοχήν να εκτιμήσει, με τη στήριξη της Επιτροπής Καταγωγής, τις ενδεχόμενες βλαπτικές συνέπειες εντός της Κοινότητας. Είναι επομένως σαφές ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να αιτιολογήσει άρνησή της λέγοντας ότι ο αιτών δεν απέδειξε ότι δεν πρόκειται να επέλθει τέτοια ζημία. Η Επιτροπή οφείλει τουλάχιστον να προσκομίσει συγκεκριμένα στοιχεία που να επιτρέπουν να συναχθεί ότι μπορεί να προκληθεί τέτοια σοβαρή ζημία.
53. Συναφώς, η Επιτροπή ανέφερε ότι ο οικείος τομέας περιλαμβάνει ευαίσθητα προϊόντα, για τα οποία η Κοινότητα έχει λάβει μέτρα αντιντάμπινγκ * έστω και αν αυτά δεν αφορούν τις επίδικες εν προκειμένω γραμμένες βιντεοκασέτες, αλλά τις κενές βιντεοκασέτες * και ότι, επιπλέον, όσον αφορά τις γραμμένες κασέτες, είναι πιθανό να υπάρχουν ορισμένες ιδιαιτερότητες που οφείλονται στις διαφορές ως προς την προστασία των δικαιωμάτων του δημιουργού και νοθεύουν τον ανταγωνισμό.
54. Δεν είναι δυνατόν, βάσει των διαθεσίμων στοιχείων, να αποφανθούμε αν η απόφαση της Επιτροπής ενέχει πλάνη περί τα πράγματα. Αν ληφθούν υπόψη τα περί ανταγωνισμού επιχειρήματα της Επιτροπής, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ότι καλώς η Επιτροπή έκρινε ότι η παρέκκλιση θα προκαλούσε σοβαρή ζημία στη βιομηχανία της Κοινότητας και ότι καλώς απέρριψε την αίτηση γι' αυτόν τον λόγο και μόνο. Θα ήταν ορθότερο ωστόσο αν η Επιτροπή συνέδεε σαφέστερα τις αιτιολογικές αυτές σκέψεις προς τη συγκεκριμένη αίτηση παρεκκλίσεως, ούτως ώστε να καταστήσει σαφές ότι όντως θα προκαλούνταν σοβαρή ζημία στη βιομηχανία της Κοινότητας.
Αν η αβεβαιότητα αυτή ως προς το βάσιμο της αιτιολογίας για την εκτίμηση της Επιτροπής ότι η αίτηση μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή ζημία συνδυασθεί με τις ανωτέρω διαπιστωθείσες πλημμέλειες ως προς την αιτιολογία * και κυρίως με την εσφαλμένη εκτίμηση της Επιτροπής ως προς τη σημασία της κατεργασίας *, φρονώ, έστω και με ορισμένες αμφιβολίες, ότι υπάρχουν επαρκή ερείσματα για την ακύρωση της αποφάσεως ως πλημμελώς αιτιολογημένης.
Πρόταση
Για όλους αυτούς τους λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο
* να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 1992,
και
* να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) * Απόφαση 91/482/EOK, EE 1991, L 263, σ. 1.
(2) * ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 20.
(3) * ΕΕ 1990, L 290, σ. 33.
(4) * Σε αντίστοιχη υπόθεση, το Δικαστήριο απέρριψε παρόμοια προσπάθεια αποφυγής των συνεπειών των διαδικαστικών προθεσμιών : βλ. απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-148/87, της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Frydendahl Ρedersen κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 4993). Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο καταδίκασε την πρακτική της Επιτροπής να ζητεί από τις εθνικές αρχές, όταν υποβάλλουν αίτηση να αναγνωριστεί ότι είναι νόμιμη η επιστροφή εισαγωγικών δασμών, να αποσύρουν την αίτησή τους και να την υποβάλουν εκ νέου αργότερα, επειδή η προθεσμία τεσσάρων μηνών που τάσσουν οι επίδικοι κανόνες στην Επιτροπή προς λήψη αποφάσεως θεωρείται ανεπαρκής για την πλήρη αποσαφήνιση της υποθέσεως. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο πραγματικός σκοπός της πρακτικής αυτής ήταν να αποφευχθούν οι έννομες συνέπειες που προβλέπονται για την περίπτωση που δεν ληφθεί απόφαση εμπροθέσμως και ως εκ τούτου καταλόγισε στην Επιτροπή καταστρατήγηση της διαδικασίας.
(5) * Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, στο έγγραφό της της 9.7.1992, ισχυρίστηκε ότι δεν θεωρούσε πιθανή την καταστρατήγηση των μέτρων αυτών, τα οποία αφορούν τις κενές βιντεοκασέτες, ενώ η σκοπούμενη παραγωγή αφορούσε τις γραμμένες βιντεοκασέτες.
(6) * 'Αρθρο 133, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ.
(7) * Απόφαση της 10ης Μαρτίου 1992 στην υπόθεση C-174/87, Ricoh κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. I-1335, σκέψη 68).
Full & Egal Universal Law Academy