ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MICHAEL B. ELMER
της 21ης Φεβρουαρίου 1995 ( *1 )
Εισαγωγή
1.
Η παρούσα υπόθεση παραβάσεως κράτους μέλους αφορά το ζήτημα αν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, χορηγώντας άδεια για την κατασκευή μιας μονάδας σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενεργείας, χωρίς να προβεί προηγουμένως στην προβλεπόμενη από την αποκαλούμενη οδηγία «ΕΠΕ» ( 1 ) μελέτη των επιπτώσεων στο περιβάλλον, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη. Σύμφωνα με την οδηγία αυτή, συγκεκριμένες κατασκευαστικές εργασίες και άλλα σχέδια, που μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, πρέπει να υπόκεινται σε εκτίμηση ως προς τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον πριν χορηγηθεί η σχετική άδεια.
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας, τα κράτη μέλη έπρεπε να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν προς αυτήν εντός προθεσμίας τριών ετών από την κοινοποίηση της, δηλαδή πριν από την 3η Ιουλίου 1988.
Εντούτοις, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έθεσε σε εφαρμογή την οδηγία μόλις με νόμο της 12ης Φεβρουαρίου 1990, ο οποίος κατάργησε, από 1ης Αυγούστου 1990, τον ομοσπονδιακό νόμο του 1974 που ίσχυε μέχρι τότε, για την καταπολέμηση της ρυπάνσεως (Bundes-Immissionsschutzgesetz, στο εξής: BImSchG).
Στις 31 Αυγούστου 1989 — επομένως πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου για την εφαρμογή της οδηγίας, αλλά μετά την εκπνοή της ταχθείσας για την εφαρμογή αυτή προθεσμίας — το Regierungspräsidium (περιφερειακή αρχή) Darmstadt χορήγησε στην PreußenElektra Aktiengesellschaft την άδεια να προβεί σε ουσιώδεις μετατροπές ενός θερμοηλεκτρικού σταθμού, ευρισκομένου στο Großkrotzenburg, με την κατασκευή και τη θέση σε λειτουργία μιας πέμπτης μονάδας, η οποία περιγράφεται λεπτομερώς στην άδεια, θερμικής ισχύος άνω των 300 MW.
Από την άδεια της 31ης Αυγούστου 1989 ( 2 ) προκύπτει ότι το Regierungspräsidium Darmstadt αποφάσισε να μην προβεί στην εκτίμηση των επιπτώσεων σύμφωνα με τους κανόνες της οδηγίας ΕΠΕ, μεταξύ άλλων, λόγω του ότι η οδηγία δεν είχε μεταφερθεί στο γερμανικό δίκαιο.
Η οδηγία ΕΠΕ
3.
Η οδηγία εκδόθηκε βάσει των άρθρων 100 και 235 της Συνθήκης ΕΟΚ. Σύμφωνα με το προοίμιο της, η οδηγία έχει σκοπό την προώθηση πολιτικής περιβάλλοντος συνισταμένης στην πρόληψη της δημιουργίας ρυπάνσεων ή οχλήσεων στην πηγή της και όχι στην εκ των υστέρων καταπολέμηση των επιδράσεων τους. Υπό το πρίσμα αυτό, προβλέπει την εφαρμογή διαδικασίας εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον, όσο το δυνατό νωρίτερα, στο πλαίσιο τεχνικών διαδικασιών σχεδιασμού και αποφάσεως.
Όπως θα καταστεί σαφές από την κατωτέρω εξέταση, η οδηγία «από ορισμένες απόψεις έχει τον χαρακτήρα νόμου πλαίσιο. Καθιερώνει βασικές αρχές αξιολογήσεως και προϋποθέσεις ως προς την ακολουθητέα διαδικασία και στη συνέχεια παρέχει στα κράτη μέλη σημαντική ευχέρεια ως προς τις λεπτομέρειες της μεταφοράς που θα πραγματοποιήσουν στην εθνική τους νομοθεσία, με την προϋπόθεση τηρήσεως των βασικών αυτών αρχών» ( 3 ).
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι «τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις απαραίτητες διατάξεις ώστε τα σχέδια που, ιδίως, λόγω της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεως τους, μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον να υποβάλλονται σε εκτίμηση όσον αφορά τις επιπτώσεις τους (...)».
Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, «η εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον μπορεί να διεξάγεται από τα κράτη μέλη στα πλαίσια των υπαρχουσών διαδικασιών παροχής αδειών για σχέδια ή, αν δεν υπάρχει τέτοια διαδικασία, στα πλαίσια άλλων διαδικασιών ή των διαδικασιών που θα θεσπιστούν για την εκπλήρωση των στόχων της (...) οδηγίας».
Σύμφωνα με το άρθρο 3, η εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον «εντοπίζει, περιγράφει και αξιολογεί κατάλληλα, σε συνάρτηση με κάθε ειδική περίπτωση και σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 11 τις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις ενός σχεδίου πάνω στους εξής παράγοντες:
—
στον άνθρωπο, στην πανίδα και στη χλωρίδα,
—
στο έδαφος, στα ύδατα, στον αέρα, στο κλίμα και στο τοπίο,
—
στην αλληλεπίδραση των παραγόντων που αναφέρονται στην πρώτη και δεύτερη περίπτωση,
—
στα υλικά αγαθά και στην πολιτιστική κληρονομιά».
Από το άρθρο 4 της οδηγίας προκύπτει ότι τα απαριθμούμενα στο παράρτημα Ι σχέδια υποβάλλονται πάντοτε σε αξιολόγηση, ενώ τα απαριθμούμενα στο παράρτημα II σχέδια δεν υποβάλλονται σε αξιολόγηση παρά μόνον αν τα κράτη μέλη θεωρούν ότι τα χαρακτηριστικά τους το απαιτούν. Το σημείο 2 του παραρτήματος Ι αφορά τους «θερμοηλεκτρικούς σταθμούς (...) με ελάχιστη θερμική ισχύ 300 MW (...)» και το σημείο 12 του παραρτήματος II αφορά την «τροποποίηση των σχεδίων του παραρτήματος Ι (...)».
Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι ο κύριος του έργου παρέχει «υπό την κατάλληλη μορφή» τις πληροφορίες που καθορίζονται στο παράρτημα III «στο μέτρο που:
α)
τα κράτη μέλη κρίνουν ότι οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται σε ένα δεδομένο στάδιο της διαδικασίας για άδεια και στα ειδικά χαρακτηριστικά ενός συγκεκριμένου σχεδίου ή ενός τύπου σχεδίου και των στοιχείων του περιβάλλοντος που ενδέχεται να θιγούν
β)
τα κράτη μέλη κρίνουν ότι μπορούν εύλογα να απαιτήσουν από τον κύριο του έργου να συλλέξει τα στοιχεία, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπόψη τις υπάρχουσες γνώσεις και μεθόδους εκτιμήσεως».
Στο σημείο 3 του παραρτήματος III της οδηγίας, οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, καθορίζονται ως εξής: «περιγραφή των στοιχείων του περιβάλλοντος που ενδέχεται να θιγούν σημαντικά από το προτεινόμενο σχέδιο, συμπεριλαμβανομένων ειδικότερα του πληθυσμού, της πανίδας, της χλωρίδας, του εδάφους, του νερού, του αέρα, των κλιματικών παραγόντων, των υλικών αγαθών, μεταξύ των οποίων η αρχιτεκτονική και αρχαιολογική κληρονομιά, του τοπίου, καθώς και περιγραφή της αλληλεπιδράσεως των παραγόντων αυτών».
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, καθορίζει τις περιγραφές και τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον, μαζί με περιλήψεις αυτών, οι παρεχόμενες από τον κύριο του έργου πληροφορίες.
Το άρθρο 6 περιέχει τους κανόνες που αφορούν τη διατύπωση γνώμης εκ μέρους ορισμένων άλλων αρχών, το δε άρθρο 7 περιέχει τους κανόνες για την πληροφόρηση των άλλων κρατών μελών περί του σχεδίου.
Το άρθρο 8 ορίζει ότι «οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται δυνάμει των άρθρων 5, 6 και 7 πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της διαδικασίας για τη χορήγηση αδείας».
Το άρθρο 9 περιλαμβάνει κανόνες βάσει των οποίων το ενδιαφερόμενο κοινό μπορεί να πληροφορηθεί το περιεχόμενο των αποφάσεων που λαμβάνονται και τις προϋποθέσεις που ενδεχομένως συνοδεύουν τις αποφάσεις αυτές και — εφόσον τούτο προβλέπεται από τη νομοθεσία των κρατών μελών — τις αιτιολογίες των αποφάσεων.
4.
Η έκθεση της Επιτροπής περί της εφαρμογής της οδηγίας ΕΠΕ ( 4 ) περιλαμβάνει (σ. 9) απλοποιημένο διάγραμμα της διαδικασίας ΕΠΕ και της σχέσεώς της με την αξιολόγηση, έγκριση και εκτέλεση του σχεδίου. Το διάγραμμα αυτό απεικονίζει σαφέστατα τη διαδικασία ΕΠΕ. 'Εχει επισυναφθεί στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Gulmann επί της υποθέσεως C-396/92, Bund Naturschutz in Bayern κ.λπ. ( 5 ), περί της οποίας θα γίνει λεπτομερέστερα λόγος κατωτέρω.
Τα αιτήματα των διαδίκων
5.
Εν προκειμένω, η Επιτροπή ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, χορηγώντας την άδεια για μια νέα μονάδα του θερμοηλεκτρικού σταθμού του Großkrotzenburg χωρίς προηγούμενη εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5 και 189 της Συνθήκης ΕΟΚ, σε συνδυασμό με την οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και ιδίως με τα άρθρα 2, 3 και 8 της οδηγίας αυτής.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί κυρίως να κηρυχθεί η προσφυγή απαράδεκτη, επικουρικώς δε, να απορριφθεί η προσφυγή ως αβάσιμη.
Το Ηνωμένο Βασίλειο παρενέβη υπέρ της καθής.
Παραδεκτό
6.
Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ως πρώτο λόγο απαραδέκτου ότι η διατύπωση της προσφυγής δεν είναι αρκούντως σαφής. Η επιχειρηματολογία αυτή στηρίζεται στη διατύπωση του δικογράφου της προσφυγής, κατά την οποία δεν τηρήθηκαν «ιδίως» («insbesondere») τα άρθρα 2, 3 και 8 της οδηγίας. Η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η χρήση της λέξεως «ιδίως» δημιουργεί την εντύπωση ότι αντικείμενο της διαφοράς αποτελούν και άλλες — μη παρατιθέμενες — διατάξεις.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η λέξη «ιδίως» προστέθηκε απλώς για να διευκρινίσει ποιες διατάξεις θεωρούνται ότι έχουν παραβιασθεί.
Κατά την άποψη μου η προσφυγή είναι αρκούντως σαφής ως προς το σημείο αυτό, ώστε να παράσχει στη Γερμανική Κυβέρνηση τη δυνατότητα να γνωρίζει ότι προβάλλεται παράβαση των άρθρων 2, 3 και 8. Οι διατάξεις αυτές παρατίθενται ρητώς στην προσφυγή, η δε Επιτροπή δεν ζητεί να διαπιστωθεί η εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας παράβαση άλλων διατάξεων εκτός από αυτές.
Συνεπώς, δεν συντρέχει εν προκειμένω λόγος απαραδέκτου.
7.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίστηκε επίσης, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι ο ισχυρισμός περί παραβάσεως του άρθρου 2 της οδηγίας είναι απαράδεκτος, λόγω του ότι η Επιτροπή δεν περιέλαβε το άρθρο αυτό στη διατύπωση αιτιάσεων με την αιτιολογημένη γνώμη. Τούτο αποτελεί παραβίαση σημαντικής για την ασφάλεια δικαίου αρχής και, συνεπώς, πρέπει, κατά πάγια νομολογία, να απορριφθεί η αιτίαση αυτή ως απαράδεκτη.
Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αιτιολογημένη γνώμη πρέπει να θεωρείται «ως επαρκώς αιτιολογημένη από νομική άποψη όταν περιέχει συνεκτική έκθεση των λόγων βάσει των οποίων η Επιτροπή σχημάτισε την πεποίθηση ότι το οικείο κράτος παρέβη μία από τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη» ( 6 ).
Από την εξέταση του εγγράφου οχλήσεως και της αιτιολογημένης γνώμης προκύπτει ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε στις «απευθείας εφαρμοστέες διατάξεις της οδηγίας», οι οποίες καθορίζονται συγκεκριμένα από την Επιτροπή με τα δύο έγγραφα και ως προς τις οποίες αναφέρεται ότι περιλαμβάνουν επίσης το άρθρο 2. Επιπλέον, το καθού κράτος μέλος είχε τη δυνατότητα να υποστηρίξει την άποψη του λαμβάνοντας θέση, τόσο με το υπόμνημα αντικρούσεως όσο και με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, επί του ζητήματος της «παραβάσεως των άρθρων 2, 3 και 8».
Συνεπώς, δεν πρέπει να κηρυχθεί η προσφυγή απαράδεκτη ούτε όσον αφορά τον σχετικό με την παράβαση του άρθρου 2 της οδηγίας λόγο.
8.
Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει κατόπιν, ως λόγο απαραδέκτου, ότι η δίκη δεν αφορά το γενικό ζήτημα της μη μεταφοράς της επίμαχης οδηγίας από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στο εσωτερικό της δίκαιο, αλλά τη μη εφαρμογή κανόνων της οδηγίας σε συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατά την καθής κυβέρνηση, το αντικείμενο μιας τέτοιας δίκης συνίσταται στο να παρακινηθεί το κράτος μέλος να εφαρμόσει την οδηγία δεδομένου όμως ότι η οδηγία αυτή έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο με τον νόμο της 12ης Φεβρουαρίου 1990, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φρονεί ότι η Επιτροπή δεν έχει έννομο συμφέρον να κινήσει την παρούσα δίκη. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους που αφορά την καθυστέρηση μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Η διαδικασία αυτή δεν έχει ακόμη καταλήξει σε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η επίδικη χορήγηση αδείας αποτέλεσε εξάλλου αντικείμενο δίκης ενώπιον του Hessischer Verwaltungsgerichtshof το οποίο επικύρωσε τη χορήγηση αδείας, χωρίς να θεωρήσει ότι χρειάζεται να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
9.
Κατά το άρθρο 155 της Συνθήκης, η Επιτροπή πρέπει, μεταξύ άλλων, να μεριμνά για την εφαρμογή της Συνθήκης καθώς και των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής από τα όργανα. Η Επιτροπή δεν οφείλει να αποδείξει ότι έχει έννομο συμφέρον, «δεδομένου ότι η αποστολή της προς το γενικό κοινοτικό συμφέρον είναι να μεριμνά αυτεπαγγέλτως για την εφαρμογή της Συνθήκης από τα κράτη μέλη και να ζητεί την αναγνώριση, προς παύση τους, ενδεχομένων παραβάσεων των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν» ( 7 ). Επομένως, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποφασίζει αν, και ενδεχομένως πότε, πρέπει να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως κράτους μέλους ( 8 ).
Η μη εφαρμογή οδηγίας εντός της ταχθείσας προθεσμίας μπορεί να δικαιολογήσει γενικής φύσεως προσφυγή λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, ακόμη και αν το κράτος μέλος κατόρθωσε στη συνέχεια — και ενδεχομένως πριν από την απόφαση — να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ( 9 ). Είναι δυνατόν, εντούτοις, να είναι επίσης πολύ σημαντική η διαπίστωση ότι οι αρχές κράτους μέλους δεν τήρησαν μια κατά το κοινοτικό δίκαιο υποχρέωση σε συγκεκριμένη περίπτωση. Για την εκτίμηση, σε συγκεκριμένη περίπτωση, της συμπεριφοράς ή της παραλείψεως των αρχών, από πλευράς των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, δεν έχει καταρχήν σημασία αν οι εν λόγω αρχές συμπεριφέρθηκαν σύμφωνα με εθνικές διατάξεις ή αν η συμπεριφορά τους αντιβαίνει επίσης προς τις διατάξεις αυτές.
Στην Επιτροπή εναπόκειται να επιλέξει την άσκηση είτε προσφυγής λόγω παραβάσεως κράτους μέλους που αφορά συγκεκριμένη προβαλλόμενη παράβαση, είτε γενικής φύσεως προσφυγής λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, που αφορά την παράλειψη εφαρμογής οδηγίας, είτε και τις δύο. Όπως εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας Mischo στις προτάσεις του επί της υποθέσεως 168/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 10 ), η διαδικασία του άρθρου 169 έχει ειδικό χαρακτήρα που αποβλέπει «στο να αναγνωριστεί και να πάψει κάθε συμπεριφορά κράτους μέλους που είναι αντίθετη σε μία από τις υποχρεώσεις που το κράτος αυτό υπέχει δυνάμει της Συνθήκης».
Η μη υποβολή στο Δικαστήριο προδικαστικού ερωτήματος σχετικού με τη διαφορά που υποβλήθηκε στην κρίση του Hessischer Verwaltungsgerichtshof — και περί της οποίας εξάλλου καμία συγκεκριμένη πληροφορία δεν έχει παρασχεθεί — δεν μπορεί να μεταβάλει το αποτέλεσμα αυτό. Το γεγονός ότι εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι δεν χρειάζεται να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο δεν μπορεί να εμποδίσει την Επιτροπή να εκπληρώσει τα καθήκοντα που της αναθέτει η Συνθήκη.
Εξάλλου, τα αποτελέσματα της ρυπάνσεως κ.λπ. ή, όπως εν προκειμένω, τα αποτελέσματα της παραβάσεως των διατάξεων της οδηγίας ΕΠΕ υφίσταται συχνά ένας αρκετά απροσδιόριστος κύκλος προσώπων. Δεν είναι δυνατόν να ληφθεί άνευ ετέρου ως βάση ότι οι δικονομικοί κανόνες κάθε κράτους μέλους παρέχουν σε σωματεία ή ενώσεις προσώπων για την προστασία του περιβάλλοντος την ικανότητα να είναι διάδικοι, ώστε να είναι σε θέση να ασκούν προσφυγές λόγω παραβάσεων των κανόνων του κοινοτικού δικαίου του περιβάλλοντος ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, προκειμένου να επιτυγχάνουν τη διαπίστωση της παραβάσεως και, ενδεχομένως, την παύση της. Συνεπώς, για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής τηρήσεως του κοινοτικού δικαίου, είναι πολύ σημαντικός ο έλεγχος από την Επιτροπή, ιδίως σε ζητήματα περιβάλλοντος.
Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός απαραδέκτου της καθής.
10.
Η Επιτροπή αποδίδει σημασία, για τη στήριξη των αιτημάτων της, στο γεγονός ότι οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπέβαλε την ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, διατεινόμενη ότι δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των ανεπιφύλάκτων και αρκούντως σαφών διατάξεων της οδηγίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, παρά μόνον από τους ιδιώτες φορείς δικαιωμάτων, και ότι δεν μπορεί να στηρίζεται στις διατάξεις αυτές προσφυγή λόγω παραβάσεως κράτους μέλους όπως η υπό κρίση. Η νομολογία του Δικαστηρίου περί του αμέσου αποτελέσματος διατάξεων οδηγιών βασίζεται πράγματι στη σκέψη ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται τη δική τους παράλειψη εφαρμογής ή την ατελή εφαρμογή οδηγίας έναντι ιδιωτών που μπορούν να αντλήσουν δικαιώματα από την οδηγία αυτή ως εκ τούτου, η νομολογία αυτή αφορά αποκλειστικώς καταστάσεις στις οποίες διακυβεύονται ατομικά συμφέροντα έναντι δημοσίας εξουσίας. Αν δεν γίνει επίκληση των σχετικών διατάξεων από μία τέτοια κατηγορία προσώπων, δεν μπορεί να απαιτείται η εφαρμογή τους από τη διοίκηση, όσο ακριβείς και σαφείς και αν είναι.
11.
Η Επιτροπή απαντά στις παρατηρήσεις αυτές ισχυριζόμενη ότι η νομολογία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι οι οδηγίες δεν μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα παρά μόνον εφόσον γίνεται πράγματι επίκληση αυτών από ιδιώτες φορείς δικαιωμάτων. Εάν τούτο συνέβαινε, θα ελαχιστοποιούσε την υποχρέωση της διοικήσεως να τηρεί τις ανεπιφύλακτες και αρκούντως σαφείς διατάξεις των οδηγιών και θα ήταν δύσκολο για την Επιτροπή να εκπληρώσει την αποστολή που της αναθέτει το άρθρο 155. Εξάλλου, η Επιτροπή επισημαίνει την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-87/90, C-88/90 και C-89/90, Verholen κ.λπ. ( 11 ), κατά την οποία επιτρέπεται στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως ακριβείς και ανεπιφύλακτες διατάξεις οδηγιών οι οποίες δεν έχουν μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο. Το δικαίωμα των ιδιωτών να επικαλούνται τις διατάξεις οδηγιών τέτοιας φύσεως δεν αποτελεί, συνεπώς, κατά την Επιτροπή, προϋπόθεση της αναγνωρίσεως του αμέσου αποτελέσματος των εν λόγω διατάξεων, αλλά μόνο συνέπεια του αποτελέσματος αυτού.
12.
Συντάσσομαι με τις απόψεις της Επιτροπής και παραπέμπω επιπλέον στην απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 1989, 103/88, Costanzo ( 12 ).
Με τις προτάσεις του επί της υποθέσεως αυτής, ο γενικός εισαγγελέας Lenz προσέγγισε το ζήτημα αυτό κατά τρόπο που δείχνει τον σύνδεσμο μεταξύ του προβλήματος αυτού και της ενστάσεως απαραδέκτου την οποία εξετάζουμε.
Στην υπόθεση αυτή, είχε υποβληθεί στο Δικαστήριο το ερώτημα αν η διοίκηση είναι υποχρεωμένη — ακριβώς όπως τα εθνικά δικαστήρια — να εφαρμόζει τις διατάξεις οδηγίας οι οποίες φαίνονται, από άποψη περιεχομένου, ανεπιφύλακτες και αρκούντως σαφείς και να μην εφαρμόζει τους κανόνες του εθνικού δικαίου που δεν συμβιβάζονται προς αυτή. Ο γενικός εισαγγελέας Lenz απάντησε αρνητικά με τις προτάσεις του επί της υποθέσεως 103/88, δικαιολογώντας την απάντηση του ως εξής (σημείο 36): «(...) η διοίκηση δεν έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να ζητήσει να αναγνωρισθεί η δυνατότητα απευθείας εφαρμογής της επίμαχης διατάξεως της οδηγίας. Η διοίκηση, όταν εφαρμόζει τις απευθείας εφαρμοστέες διατάξεις μιας οδηγίας και δεν εφαρμόζει το αντίθετο εσωτερικό δίκαιο, ενεργεί αναλαμβάνοντας η ίδια τον κίνδυνο, χωρίς να καλύπτεται από το Δικαστήριο. Κατά τη γνώμη μου, η διοίκηση έχει την εξουσία αυτή, αλλά όχι την υποχρέωση, δεδομένου ότι η Συνθήκη δεν της παρέχει για την ενέργεια αυτή την απαραίτητη νομική προστασία».
Στην παρούσα υπόθεση, το Regierungspräsidium Darmstadt εκφράζει την ίδια άποψη με την εκτιθέμενη στην άδεια της 31ης Αυγούστου 1989 αιτιολογία για την παράλειψη της εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον και για τη μη συμμόρφωση ούτε προς την οδηγία 85/337/ΕΟΚ ούτε προς το σχέδιο νόμου που του είχε υποβληθεί για τη μεταφορά της οδηγίας, διατεινόμενο ότι η αντίθετη λύση θα μπορούσε να δημιουργήσει διενέξεις επί ζητημάτων αρχής, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να λυθούν πλήρως από τη διοίκηση χωρίς να θιγούν οι αρχές της κατανομής των εξουσιών, διότι κατ' αυτόν τον τρόπο η εκτελεστική εξουσία θα υποκαθιστούσε τη νομοθετική.
Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz επί της υποθέσεως 103/88. Επομένως, το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε κάθε περίπτωση που οι διατάξεις μιας οδηγίας είναι, από άποψη περιεχομένου, απαλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς ακριβείς, οι ιδιώτες μπορούν να τις επικαλούνται έναντι του κράτους ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, είτε όταν το κράτος αυτό παραλείπει να μεταφέρει εμπροθέσμως την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο είτε όταν προβαίνει σε πλημμελή μεταφορά της εν λόγω οδηγίας.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι ιδιώτες μπορούν, υπό τις προϋποθέσεις αυτές, να επικαλούνται τις διατάξεις οδηγίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ακριβώς διότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές ισχύουν για όλες τις αρχές των κρατών μελών ( 13 ).
13.
Επομένως, αν η διοίκηση έχει υποχρέωση, ομοίως με τα εθνικά δικαστήρια, να εφαρμόζει τις ανεπιφύλακτες και αρκούντως σαφείς διατάξεις οδηγίας και να μην εφαρμόζει τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που δεν συμβιβάζονται με αυτή, η Επιτροπή πρέπει να έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή βάσει του άρθρου 169 κατά συγκεκριμένης παραβάσεως της υποχρεώσεως αυτής.
Εν προκειμένω, δεν είναι δυνατό να υποχρεούται η Επιτροπή, όπως ισχυρίζεται το Ηνωμένο Βασίλειο, να προσπαθήσει πρώτα να εξακριβώσει γενικώς αν οι ισχύοντες γερμανικοί κανόνες, που εφάρμοσε η διοίκηση, μπορεί να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οδηγίας. Στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, όπως η υπό κρίση, σχετικής με συγκεκριμένη μη εκπλήρωση των κατά το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώσεων, δεν έχει καταρχήν σημασία, όπως επισήμανα ανωτέρω στο σημείο 8, αν η εν λόγω αρχή ενήργησε σύμφωνα με εθνικούς κανόνες ή αν παρέβη επίσης και τους κανόνες αυτούς.
14.
Συνεπώς, δεν πρέπει να κηρυχθεί η προσφυγή απαράδεκτη ούτε για τον λόγο αυτόν.
Η ratione temporis εφαρμογή της οδηγίας
15.
Η υπόθεση αφορά, όπως εξέθεσα στην εισαγωγή, τη μη τήρηση από τη γερμανική διοίκηση της υποχρεώσεως εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον, την οποία επιβάλλει η οδηγία ΕΠΕ, στο πλαίσιο διαδικασίας χορηγήσεως αδείας η οποία περατώθηκε μετά την εκπνοή της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά πριν από την έναρξη ισχύος του γερμανικού νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1990 για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίστηκε ότι η οδηγία ΕΠΕ δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, διότι, κατά την άποψη της, πρέπει να θεωρηθεί ότι η διαδικασία για τη χορήγηση αδείας κινήθηκε πριν από την 1η Ιουλίου 1988, ημερομηνία κατά την οποία η οδηγία έπρεπε να έχει μεταφερθεί στο γερμανικό δίκαιο κατά το άρθρο 12 αυτής. Η Γερμανική Κυβέρνηση αναφέρεται εν προκειμένω στην απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Αυγούστου 1994, C-396/92, Bund Naturschutz ( 14 ).
16.
Η Επιτροπή, αναφερόμενη στο ότι η οδηγία δεν περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις, αντέταξε ότι η καθοριστική ημερομηνία για την εφαρμογή της οδηγίας πρέπει να είναι η ημερομηνία της εγκρίσεως του εν λόγω σχεδίου. Αν, εντούτοις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κρίσιμη ημερομηνία είναι η ημερομηνία της κινήσεως της διαδικασίας εγκρίσεως, από την απόφαση της 31ης Αυγούστου 1989 του Regierungspräsidium Darmstadt προκύπτει ότι η διαδικασία χορηγήσεως αδείας διεξήχθη βάσει της γραπτής αιτήσεως που υπέβαλε η PreussenElektra Aktiengesellschaft στις 26 Ιουλίου 1988, που αποτελεί συνεπώς την κρίσιμη ημερομηνία. Επομένως, η διαδικασία χορηγήσεως αδείας κινήθηκε μετά τις 3 Ιουλίου 1988, ημερομηνία κατά την οποία η οδηγία έπρεπε να έχει μεταφερθεί στο γερμανικό δίκαιο.
17.
Το Δικαστήριο έθεσε ερωτήσεις στους διαδίκους προκειμένου να εξακριβωθεί πότε κινήθηκε η επίδικη διαδικασία χορηγήσεως αδείας.
Η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρίνισε συναφώς ότι η επίσημη αίτηση για τη χορήγηση αδείας για τη μονάδα σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενεργείας, υπό την έννοια του BImSchG, υποβλήθηκε στις 26 Ιουλίου 1988 ( 15 ). Η κυβέρνηση προσέθεσε ότι η αρμόδια αρχή έχει υποχρέωση να παράσχει συμβουλευτική γνώμη στον κύριο του έργου πριν υποβληθεί επισήμως η αίτηση. Εν προκειμένω, πριν από την επίσημη αίτηση, το Regierungspräsidium Darmstadt είχε λάβει στις 18 Μαΐου 1987 πληροφορίες περί της σχεδιαζόμένης μονάδας σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενεργείας διεξήχθησαν επανειλημμένως συζητήσεις με τη διοικητική αυτή αρχή. Επιπλέον, πριν από την επίσημη αίτηση για τη χορήγηση αδείας βάσει του BImSchG, ελήφθησαν διάφορα μέτρα για τη συμμόρφωση προς τους κανόνες του άρθρου 10 του νόμου περί χωροταξίας του ομόσπόνδου κράτους της Έσσης.
18.
Η υπόθεση C-396/92, Bund Naturschutz, την οποία αναφέρει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αφορούσε το ζήτημα αν, μέσω μεταβατικών διατάξεων του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1990 για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μπορούσε να απαλλαγεί από τις προβλεπόμενες με την οδηγία υποχρεώσεις εκτιμήσεως των επιπτώσεων των σχεδίων στο περιβάλλον, όταν η διαδικασία χορηγήσεως αδείας είχε αρχίσει πριν από την έναρξη ισχύος του εθνικού νόμου για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά μετά τις 3 Ιουλίου 1988.
Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν η οδηγία επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν μεταβατικό καθεστώς σχετικά με τις διαδικασίες χορηγήσεως αδείας που κινήθησαν και ήταν ήδη εν εξελίξει πριν από τις 3 Ιουλίου 1988, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας, αντιβαίνει εν πάση περιπτώσει στην οδηγία η απαλλαγή από τις υποχρεώσεις που αφορούν την απαιτούμενη από την οδηγία εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον των σχεδίων «των οποίων η διαδικασία εγκρίσεως είχε κινηθεί (...) μετά τις 3 Ιουλίου 1988» (σκέψεις 19 και 20).
Το Δικαστήριο αποφάνθηκε έτσι μόνον επί της συγκεκριμένης καταστάσεως της υπό κρίση περιπτώσεως, όπου οι αιτήσεις για τη χορήγηση αδείας είχαν υποβληθεί τον Σεπτέμβριο του 1988 και κατόπιν έτυχαν λεπτομερέστερης αναλύσεως τον Νοέμβριο του 1989.
19.
Το ζήτημα της διαχρονικής εφαρμογής της οδηγίας εξετάσθηκε ενδελεχώς από τον γενικό εισαγγελέα Gulmann ο οποίος, στις προτάσεις του επί της εν λόγω υποθέσεως, έλαβε υπόψη του την έκθεση ( 16 ) περί της εφαρμογής της οδηγίας ΕΠΕ, την οποία η Επιτροπή έπρεπε να καταρτίσει και να διαβιβάσει στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, της οδηγίας. Ο γενικός εισαγγελέας Gulmann δεν δέχτηκε, ιδίως λόγω των δυσχερειών εφαρμογής της οδηγίας οι οποίες επισημαίνονται στην έκθεση, ότι η τριετής προθεσμία για την εφαρμογή της οδηγίας ήταν επαρκής για την επίλυση ενδεχομένων προβλημάτων μεταβατικού δικαίου. Το γεγονός επίσης ότι η εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον αποτελεί διαδικασία που πρέπει να εξελίσσεται παράλληλα με τη διαδικασία χορηγήσεως αδείας για το σχέδιο και ως αδιαχώριστο μέρος της διαδικασίας αυτής και ότι, κατά το σημείο 2.2 της εκθέσεως, η οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη τη φροντίδα να καθορίσουν με ποιον τρόπο και σε ποιο στάδιο της διαδικασίας εγκρίσεως πρέπει να πραγματοποιείται η εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον ώθησε τον γενικό εισαγγελέα Gulmann στην εκτίμηση ότι η υποχρέωση αξιολογήσεως δεν μπορούσε να αφορά όλες τις διαδικασίες εγκρίσεως οι οποίες δεν είχαν περατωθεί οριστικώς στις 3 Ιουλίου 1988.
Ο γενικός εισαγγελέας Gulmann κατέληξε στη διαπίστωση ότι η «αρχή της ασφάλειας δικαίου, περιλαμβανομένης της προστασίας των θεμιτών προσδοκιών και της αρχής της αναλογικότητας» πρέπει να συνεπάγεται «ερμηνεία της οδηγίας υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν από την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον τα σχέδια των οποίων η διαδικασία εγκρίσεως είχε αρχίσει πριν από τις 3 Ιουλίου 1988».
Στο πλαίσιο της ερμηνείας αυτής, ο γενικός εισαγγελέας δέχεται την «κίνηση της διαδικασίας εγκρίσεως» ως οριακή ημερομηνία, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι μπορεί να είναι δυσχερής ο προσδιορισμός της εννοίας αυτής. Επειδή όμως στην υπόθεση C-396/92 δεν υπήρχε λόγος περαιτέρω εξετάσεως για την επίλυση των ζητημάτων αυτών οριοθετήσεως, η διευκρίνιση της εννοίας αυτής αφέθηκε για μεταγενέστερες υποθέσεις.
20.
Ας μου επιτραπεί να τονίσω καταρχάς ότι συντάσσομαι με τις σκέψεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Gulmann, όσον αφορά τη διαχρονική εφαρμογή της οδηγίας.
21.
Εντούτοις, από τα στοιχεία που παρέσχε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ως προς την εξέλιξη της διαδικασίας χορηγήσεως αδείας φαίνεται ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Gulmann με τις προτάσεις του, μπορεί να είναι δυσχερής ο ακριβής προσδιορισμός της ημερομηνίας αυτής.
Η ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας υπό την έννοια ότι πρέπει να γίνεται εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον όλων των σχεδίων, για τα οποία η αίτηση για τη χορήγηση αδείας υποβλήθηκε μετά τις 3 Ιουλίου 1988, προσφέρει κατά τη γνώμη μου το πιο συγκεκριμένο σημείο ενάρξεως και το πιο δικαιολογημένο από πλευράς ασφαλείας του δικαίου. Αντιθέτως, η επιλογή του να λαμβάνονται υπόψη ανεπίσημες και άλλες συζητήσεις, προηγηθείσες της καταθέσεως της αιτήσεως για τη χορήγηση αδείας για ένα σχέδιο, ως αποτελούσες μέρος της διαδικασίας εγκρίσεως, δημιουργεί κίνδυνο ασάφειας και αβεβαιότητας ως προς το δίκαιο και επίσης θα μπορούσε να εμποδίσει την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας.
Η ερμηνεία αυτή φαίνεται επίσης σύμφωνη με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-396/92η οποία, όπως ελέχθη, αφορούσε δύο σχέδια για τα οποία διευκρινίστηκε απλώς ότι οι αιτήσεις για τη χορήγηση αδείας είχαν κατατεθεί μετά τις 3 Ιουλίου 1988. Η διατύπωση της αποφάσεως έχει ως εξής (σκέψη 16): «από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η διαδικασία που κατέληξε στις δύο αποφάσεις περί χορηγήσεως αδείας (...) άρχισε μετά τις 3 Ιουλίου 1988» (η υπογράμμιση δική μου). Επομένως, κατά την αλληλουχία αυτή, με την απόφαση διαπιστώθηκε ότι η διαδικασία χορηγήσεως αδείας θεωρείται ότι αρχίζει από τη στιγμή της καταθέσεως των αιτήσεων και ότι, συνεπώς, αντιβαίνει στην οδηγία η παράλειψη εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον σχεδίων για τα οποία η αίτηση υποβλήθηκε μετά τις 3 Ιουλίου 1988.
22.
Στην παρούσα υπόθεση, η απόφαση του Regierungspräsidium Darmstadt της 31ης Αυγούστου 1989 με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση (σ. 1, 6 και 104) αναφέρεται σε «Antrag vom 26.7.1988» (αίτηση της 26ης Ιουλίου 1988).
Είτε υπήρξαν είτε δεν υπήρξαν ανεπίσημες επαφές μεταξύ της PreußenElektra AG και του Regierungspräsidium Darmstadt πριν από την υποβολή της αιτήσεως, και οποιοδήποτε και αν ήταν το περιεχόμενο των συμβουλευτικών γνωμών που ενδεχομένως παρασχέ-θησαν για τη διαδικασία που αφορά τη μεταγενέστερη αίτηση, φρονώ ότι η ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να θεωρηθεί ότι κινήθηκε η διαδικασία χορηγήσεως αδείας εν προκειμένω είναι η 26η Ιουλίου 1988.
23.
Επομένως, δεν διακρίνω κανένα λόγο για να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας όσον αφορά τη ratione temporis εφαρμογή της οδηγίας.
Καλύπτεται το σχέδιο από το άρθρο 4, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι της οδηγίας;
24.
Η Γερμανική Κυβέρνηση και το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζονται ότι το σχέδιο για την κατασκευή της πέμπτης μονάδας, συνδεομένης στενά από πλευράς λειτουργίας προς τον ήδη υπάρχοντα σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενεργείας του Großkrotzenburg, πρέπει, σύμφωνα με το παράρτημα II, σημείο 12, της οδηγίας, να θεωρηθεί ως «τροποποίηση» του υφισταμένου σταθμού και πρέπει, συνεπώς, να εξαιρείται της υποχρεώσεως εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας. Πράγματι, η εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον των τροποποιήσεων αυτών δεν πρέπει να γίνεται παρά μόνον εφόσον τα κράτη μέλη κρίνουν ότι το απαιτούν τα χαρακτηριστικά τους, τα δε όρια της εκτιμήσεως αυτής δεν καθορίζονται στην οδηγία.
25.
Η Επιτροπή απαντά ισχυριζόμενη ότι το σχέδιο καλύπτεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το παράρτημα Ι, αριθμός 2, της οδηγίας, κατά τα οποία «θερμοηλεκτρικοί σταθμοί και άλλες εγκαταστάσεις καύσεως με ελάχιστη θερμική ισχύ 300 MW» υπόκεινται στην υποχρέωση εκτιμήσεως των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον. Η Επιτροπή επισημαίνει συναφώς ότι είναι αναμφισβήτητο ότι η πέμπτη μονάδα έχει θερμική ισχύ τουλάχιστον 300 MW και ότι η έκφραση «τροποποίηση των σχεδίων του παραρτήματος Ι» ως εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της οδηγίας πρέπει εν πάση περιπτώσει να ερμηνεύεται συσταλτικώς.
26.
Φρονώ ότι το νομικό ζήτημα αν η νέα μονάδα καλύπτεται από το παράρτημα Ι της οδηγίας μπορεί να λυθεί χωρίς να είναι αναγκαίο να δοθεί απάντηση στο καθαρώς τεχνικό ζήτημα του πόσο στενά συνδέεται η μονάδα αυτή με τον υπόλοιπο σταθμό του Großkrotzenburg.
Από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας προκύπτει ότι τα σχέδια που έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον πρέπει καταρχήν να υποβάλλονται σε συστηματική αξιολόγηση, ενώ τα σχέδια που εμπίπτουν σε άλλες κατηγορίες δεν έχουν κατ' ανάγκην τέτοιες επιπτώσεις και, συνεπώς, δεν πρέπει να υποβάλλονται σε αξιολόγηση παρά μόνον εφόσον τα κράτη μέλη κρίνουν ότι τα χαρακτηριστικά τους το απαιτούν (όγδοη και ένατη αιτιολογική σκέψη).
Κατά την άποψη μου, αποφασιστική σημασία πρέπει να έχει το ότι τα σχέδια που έχουν, όσον αφορά τις επιπτώσεις στο περιβάλλον, τα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο παράρτημα Ι — εν προκειμένω οι «θερμοηλεκτρικοί σταθμοί και άλλες εγκαταστάσεις καύσεως με ελάχιστη θερμική ισχύ 300 MW» — δεν χάνουν τα χαρακτηριστικά αυτά από το γεγονός και μόνον ότι εκτελούνται υπό τη μορφήν προσθήκης σε υπάρχουσα εγκατάσταση. Συνεπώς, το πόσο σημαντικός είναι ο λειτουργικός δεσμός που μπορεί να υπάρχει με τον υφιστάμενο σταθμό ή το ζήτημα αν η πέμπτη μονάδα του σταθμού μπορεί να λειτουργεί αυτοτελώς δεν έχουν σημασία. Επομένως, το παράρτημα II που αφορά τις τροποποιήσεις έχει, κατά την άποψη μου, ως μοναδικό σκοπό να εξασφαλίσει την εξέταση από τα κράτη μέλη του ζητήματος της εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η τροποποίηση καθαυτή δεν εμπίπτει στο παράρτημα Ι. Τούτο επιτρέπει ιδίως να αποφεύγεται η καταστρατήγηση της υποχρεώσεως.
Συνεπώς, ορθώς η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το σχέδιο προσθήκης της πέμπτης μονάδας στον θερμοηλεκτρικό σταθμό του Großkrotzenburg καλύπτεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι της οδηγίας, που αφορούν την υποχρεωτική εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον.
Είναι τα άρθρα 2,3 και 8 της οδηγίας ΕΠΕ, από απόψεως περιεχομένου, ανεπιφύλακτα και αρκούντως σαφή, ώστε οι εθνικές αρχές να είναι υποχρεωμένες να τα εφαρμόζουν;
27.
Καταρχάς, παραπέμπω στα εκτιθέμενα ανωτέρω, στο σημείο 12, σχετικά με την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 1989 στην υπόθεση 103/88, Costanzo.
28.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα άρθρα 2, 3 και 8 της οδηγίας ΕΠΕ φαίνονται, από το περιεχόμενó τους, ανεπιφύλακτα και αρκούντως σαφή, ώστε οι εν λόγω γερμανικές αρχές να οφείλουν, κατά την εκπνοή της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, να τα εφαρμόσουν και να προβούν στην εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ανεξαρτήτως του αν έπρεπε να μην εφαρμόσουν τις εθνικές διατάξεις επί ζητημάτων εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον. Επομένως, το άρθρο 2 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβαίνουν στην εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον χωρίς να θέτει συναφώς ιδιαίτερες προϋποθέσεις. Το άρθρο 3 καθορίζει με ακρίβεια και με επαρκή σαφήνεια, χωρίς να θέτει προϋποθέσεις, το αντικείμενο της εκτιμήσεως και, για να μπορεί να εφαρμοστεί, δεν είναι αναγκαία καμία συγκεκριμένη διάταξη για τη μεταφορά του στο εθνικό δίκαιο. Το ίδιο ισχύει για το άρθρο 8 το οποίο ορίζει σαφώς ότι ορισμένες πληροφορίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως αδείας.
29.
Η Γερμανική Κυβέρνηση εξέθεσε συναφώς ότι από το άρθρο 3 της οδηγίας δεν προκύπτει σαφώς ποιος πρέπει να προβαίνει στην εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον και ότι οι εκφράσεις «άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις», «αλληλεπίδραση των παραγόντων» στο ίδιο αυτό άρθρο, καθώς και η έκφραση «λαμβάνονται υπόψη» στο άρθρο 8 είναι υπερβολικά ασαφείς για να μπορούν να εφαρμοστούν από τη διοίκηση χωρίς εθνικές διατάξεις εφαρμογής. Επιπλέον, λόγω του συνθέτου χαρακτήρα του προβλήματος είναι αναγκαία η συγκεκριμένη οριοθέτηση της έννοιας «εκτίμηση» στον νόμο για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, πράγμα το οποίο έγινε, μόλις με τον γερμανικό νόμο για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
Η Γερμανική Κυβέρνηση αναφέρεται επιπλέον στη διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας: «η εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον μπορεί να διεξάγεται από τα κράτη μέλη στα πλαίσια των υπαρχουσών διαδικασιών παροχής αδειών για σχέδια ή, αν δεν υπάρχει τέτοια διαδικασία, στα πλαίσια άλλων διαδικασιών ή των διαδικασιών που θα θεσπισθούν για την εκπλήρωση των στόχων της παρούσας οδηγίας».
30.
Κατά την άποψη μου, το γεγονός ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, αναθέτει στα κράτη μέλη να αποφασίζουν αν η εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο των υπαρχουσών εντός των κρατών μελών διαδικασιών χορηγήσεως αδειών για σχέδια ή, αν δεν υπάρχει τέτοια διαδικασία, στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών ή των διαδικασιών που θα θεσπισθούν για την εκπλήρωση των στόχων της οδηγίας ουδόλως εμποδίζει να προσδοθεί στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ το αποτέλεσμα που επικαλείται η Επιτροπή.
Εφόσον το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν τις απαραίτητες διατάξεις ώστε τα σχέδια που καθορίζει το άρθρο 4 να υποβάλλονται σε εκτίμηση όσον αφορά τις επιπτώσεις τους πριν χορηγηθεί η άδεια, το άρθρο αυτό, κατά τη γνώμη μου, φαίνεται, από απόψεως περιεχομένου, ανεπιφύλακτο και αρκούντως σαφές, ώστε οι γερμανικές αρχές να είναι υποχρεωμένες να το τηρούν. Είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί ότι οι αρχές αυτές ή άλλες αρμόδιες αρχές, εν προκειμένω το Regierungspräsidium Darmstadt, έπρεπε να προβούν στην αξιολόγηση (βλ. το άρθρο 1, παράγραφος 2).
Όπως επισημαίνει η Γερμανική Κυβέρνηση, ορισμένα σημεία του άρθρου 3 είναι διατυπωμένα αορίστως. Οι εκφράσεις «σε συνάρτηση με κάθε ειδική περίπτωση» και «κατάλληλα» αφήνουν στα κράτη μέλη περιθώρια εκτιμήσεως ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο η αξιολόγηση «εντοπίζει, περιγράφει και αξιολογεί» τις «επιπτώσεις στο περιβάλλον», η τελευταία δε αυτή έκφραση φαίνεται αρκούντως σαφής. Οι οικείες αρχές μπορούν, εντούτοις, να κάνουν συγκεκριμένη χρήση της εκτιμήσεως που τους παρέχεται κατά τον τρόπο αυτόν. Η έκφραση «αλληλεπίδραση» των παραγόντων που αναφέρονται στην πρώτη και δεύτερη περίπτωση του άρθρου αυτού φαίνεται επίσης αρκούντως σαφής. Επομένως από απόψεως περιεχομένου, το άρθρο αυτό φαίνεται και αρκούντως σαφές, ώστε οι γερμανικές αρχές να είναι υποχρεωμένες να το εφαρμόζουν, εκτιμώντας πώς πρέπει ο εντοπισμός, η περιγραφή και η αξιολόγηση να πραγματοποιούνται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτό να γίνεται «κατάλληλα»
Το άρθρο 8 φαίνεται επίσης ανεπιφύλακτο και αρκούντως σαφές ώστε να του αναγνωριστεί το αποτέλεσμα αυτό, ακόμη και αν πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έκφραση «πρέπει να λαμβάνονται υπόψη» είναι αόριστη και δεν φαίνεται να επιβάλλει, αφ' εαυτής, άλλη υποχρέωση από το να περιλαμβάνονται οι πληροφορίες στο έρεισμα της αποφάσεως και, επομένως, να υπεισέρχονται στη στάθμιση, από τη διοίκηση, των συμφερόντων στην εξυπηρέτηση των οποίων σκοπεί το σχέδιο με τις εκτιμήσεις που αφορούν το περιβάλλον, όπως επίσης και οι πληροφορίες αυτές να αντικατοπτρίζονται ενδεχομένως στους όρους που συνοδεύουν τη χορήγηση της αδείας ( 17 ).
Παραβιάστηκαν οι διατάξεις αυτές;
31.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, τόσο στο έγγραφο οχλήσεως όσο και στην αιτιολογημένη γνώμη, ότι η παράβαση της Γερμανίας συνίσταται στη μη τήρηση των «απευθείας εφαρμοστέων διατάξεων της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου», δηλαδή — κατά την Επιτροπή — των άρθρων 2, 3 και 4, παράγραφος 1, του άρθρου 5, παράγραφος 2, του άρθρου 6, παράγραφος 2, και των άρθρων 8 και 9.
Στην προσφυγή, εντούτοις, τα αιτήματα περιορίζονται στην παράβαση των υποχρεώσεων «ιδίως» των «άρθρων 2, 3 και 8» της οδηγίας. Η Επιτροπή παραιτήθηκε ρητώς από το αίτημα που αφορά παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με τις υφιστάμενες ενδείξεις, ο κύριος του έργου είχε παράσχει, κατά τα ουσιώδη, τις πληροφορίες που αναφέρει η διάταξη αυτή.
Συγχρόνως, η Επιτροπή παραιτήθηκε από το συναφές αίτημα που αφορά την παράβαση της προβλεπομένης στο άρθρο 6 υποχρεώσεως γνωστοποιήσεως των πληροφοριών που έχουν συγκεντρωθεί βάσει του άρθρου 5.
32.
Προς στήριξη του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την παράβαση των άρθρων 2, 3 και 8 της οδηγίας, η Επιτροπή επισήμανε ότι το Regierungspräsidium Darmstadt ακολούθησε διαδικασία η οποία δεν ανταποκρίνεται στην προβλεπόμενη από την οδηγία υποχρέωση εκτιμήσεως ΕΠΕ. Συγκεκριμένα, δεν υπήρξε αξιολόγηση της προβλεπομένης από το άρθρο 3, τρίτη περίπτωση, αλληλεπιδράσεως των παραγόντων που αναφέρονται στην πρώτη και δεύτερη περίπτωση του ιδίου άρθρου. Με την έκφραση «αλληλεπίδραση», ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να αντικαταστήσει την παραδοσιακή αξιολόγηση ανά τομείς με την υποχρέωση «συνολικής αξιολογήσεως» της αλληλεπιδράσεως των διαφόρων περιβαλλοντικών παραγόντων.
33.
Προς στήριξη του αιτήματος της για την απόρριψη της προσφυγής, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, παραιτούμενη από το αίτημα που αφορά την παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας, απώλεσε, λόγω του στενού συνδέσμου που υφίσταται μεταξύ της διατάξεως αυτής και των άρθρων 2, 3 και 8, τη δυνατότητα ευδοκιμήσεως του αιτήματος της που αφορά την παράβαση των τελευταίων αυτών άρθρων.
Η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει συναφώς ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε από το αίτημα που αφορά την παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, διότι δέχθηκε ότι οι απαριθμούμενες στο άρθρο αυτό πληροφορίες είχαν παρασχεθεί. Είναι επίσης αναμφισβήτητο ότι, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2 (και παράγραφος 1), ο κύριος του έργου παρέσχε «υπό την κατάλληλη μορφή» τις πληροφορίες που αφορά το παράρτημα ΠΙ της οδηγίας. Το παράρτημα αυτό, το οποίο, σε επτά σημεία, περιγράφει λεπτομερώς τις εν λόγω πληροφορίες, αναφέρει στο σημείο 3 την «περιγραφή των στοιχείων του περιβάλλοντος που ενδέχεται να θιγούν σημαντικά από το προτεινόμενο σχέδιο, συμπεριλαμβανομένων ειδικότερα του πληθυσμού, της πανίδας, της χλωρίδας, του εδάφους, του νερού, του αέρα, των κλιματικών παραγόντων, των υλικών αγαθών, μεταξύ των οποίων η αρχιτεκτονική και αρχαιολογική κληρονομιά, του τοπίου, καθώς και η περιγραφή της αλληλεπιδράσεως των παραγόντων αυτών». Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή, κατ' αυτόν τον τρόπο, δέχθηκε ότι οι πληροφορίες αυτές περιελήφθησαν στη διαδικασία χορηγήσεως αδείας και ελήφθησαν υπόψη για τη χορήγηση της αδείας.
Επιπλέον, η ακολουθηθείσα στη συγκεκριμένη περίπτωση διαδικασία ανταποκρίνεται προς όλες τις επιταγές της οδηγίας. Η Γερμανική Κυβέρνηση αναφέρεται στη διεξοδική μελέτη των επιπτώσεων στο περιβάλλον με την απόφαση της 31ης Αυγούστου 1989 και σε μία λεπτομερή έκθεση της 11ης Νοεμβρίου 1991 επί της διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση αυτή, που κατάρτισε το Regierungspräsidium Darmstadt κατά τη διάρκεια της διοικητικής φάσεως της υποθέσεως αυτής. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η έκθεση αυτή δείχνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε ακριβής αξιολόγηση της αλληλεπιδράσεως των διαφόρων παραγόντων του περιβάλλοντος και ότι η διοίκηση προέβλεψε ακόμη και τους κανόνες αξιολογήσεως οι οποίοι δεν τέθηκαν σε ισχύ παρά μόνον αργότερα, με εθνικό νόμο, και έλαβε εξ ολοκλήρου υπόψη, ακριβώς, την αλληλεπίδραση των διαφόρων παραγόντων του περιβάλλοντος.
34.
Επισημαίνω καταρχάς ότι η προσφυγή της Επιτροπής στηρίζεται βασικά στο ότι μπορεί να αναγνωρισθεί παράβαση εκ μέρους των κρατών μελών, όποιο και αν είναι το κρατικό όργανο, περιφερειακό ή τοπικό, το οποίο παρέβη τις κατά το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώσεις ( 18 ). Το βάρος της αποδείξεως της παραβάσεως των κανόνων φέρει πάντως, κατά παγία νομολογία, η Επιτροπή ( 19 ).
35.
Από το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ προκύπτει ότι η εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον μπορεί να διεξάγεται στο πλαίσιο των υφισταμένων εντός των κρατών μελών διαδικασιών χορηγήσεως αδειών για σχέδια. Στην υπό κρίση περίπτωση, το Regierungspräsidium Darmstadt ακολούθησε τη διαδικασία εγκρίσεως των σχεδίων που καθορίζει ο BImSchG. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η οποία στηρίζεται στα πορίσματα της επιστήμης ( 20 ), οι επιταγές του BImSchG όσον αφορά την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον δεν είναι τόσο αυστηρές όσο οι επιταγές της οδηγίας ΕΠΕ. Ακόμη και αν αυτό συνέβαινε δεν σημαίνει, εντούτοις, ότι μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Regierungspräsidium Darmstadt παρέβη την οδηγία. Πράγματι, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι ήταν αδύνατο να τηρηθούν συγχρόνως τόσο η μία όσο και η άλλη ρύθμιση. Συνεπώς, είναι αναγκαίο, προκειμένου να καταστεί δυνατό να κριθεί αν υπάρχει παράβαση, να συγκριθεί η συγκεκριμένη εξέλιξη των πραγματικών περιστατικών με τους κανόνες της οδηγίας.
Κατά την άποψη μου, πρέπει να αποδοθεί αποφασιστική σημασία στο γεγονός ότι δεν αμφισβητείται ότι οι απαριθμούμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 2, πληροφορίες παρασχέθηκαν από τον κύριο του έργου και επομένως περιελήφθησαν στη διαδικασία εγκρίσεως. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να αφορούν, μεταξύ άλλων, την αλληλεπίδραση των παραγόντων που αναφέρονται στην πρώτη και δεύτερη περίπτωση του άρθρου 3 (βλ. συναφώς την παραπομπή του άρθρου 5, παράγραφος 2, στο άρθρο 5, παράγραφος 1, που παραπέμπει περαιτέρω στο παράρτημα III της οδηγίας). Στο σημείο 3, τελευταία περίπτωση, του παραρτήματος αυτού ορίζεται ότι οι πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνουν την περιγραφή της αλληλουχίας — αλληλεπιδράσεως — των ιδίων παραγόντων με αυτούς που αναφέρει το άρθρο 3, πρώτη και δεύτερη περίπτωση.
Πρέπει να επισημανθεί ότι οι διατάξεις της οδηγίας έχουν κατ' ουσίαν διαδικαστικό χαρακτήρα. Το γεγονός ότι περιλαμβάνονται οι πληροφορίες που αφορούν το περιβάλλον στη διαδικασία εγκρίσεως διασφαλίζει ότι οι επιπτώσεις του σχεδίου στο περιβάλλον αποτελούν το αντικείμενο συζητήσεως στη δημόσια συζήτηση και ότι η απόφαση περί χορηγήσεως ή μη αδείας θα ληφθεί βάσει του προσήκοντος ερείσματος. Αντιθέτως, είναι δύσκολο να χρησιμοποιηθεί η οδηγία ως όργανο ελέγχου, από πλευράς κριτηρίων που αφορούν το περιβάλλον, του περιεχομένου ορισμένων αδειών ( 21 ). Ακόμη και αν η έκφραση «πρέπει να λαμβάνονται υπόψη» του άρθρου 8 της οδηγίας σημαίνει ότι πρέπει να υποβάλλονται όλες οι πληροφορίες σε αυτοτελή έλεγχο και κριτική ( 22 ), η οδηγία δεν εμποδίζει την αρμόδια αρχή να χορηγήσει άδεια σε σχέδιο, ακόμη και αν από την εκτίμηση ΕΠΕ προκύπτει ότι το σχέδιο θα έχει αρνητικά αποτελέσματα στο περιβάλλον ( 23 ).
Από την απόφαση της 31ης Αυγούστου 1989 προκύπτει ότι το Regierungspräsidium Darmstadt προέβη σε κατ' εξοχήν πλήρη μελέτη του σχεδίου και των προβληθεισών κατ' αυτού αντιρρήσεων (βλ. επίσης την έκθεση της Γερμανικής Κυβερνήσεως επί της διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση). Κατά την άποψη μου, η Επιτροπή δεν παρέσχε στο Δικαστήριο συγκεκριμένες αποδείξεις προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι οι πληροφορίες σχετικά με την αλληλεπίδραση ανθρώπων, πανίδας και χλωρίδας, εδάφους, υδάτων, αέρα, κλίματος και τοπίου, οι οποίες είναι αναμφισβήτητο ότι περιελήφθησαν στη διαδικασία εγκρίσεως, δεν ελήφθησαν επίσης υπόψη κατά την απόφαση για την έγκριση του σχεδίου και, επομένως, δεν περιελήφθησαν στη στάθμιση των διαφόρων συμφερόντων στην οποία προέβη το Regierungspräsidium Darmstadt ως στοιχείο της εγκρίσεως και, επιπλέον, δεν αντικατοπτρίζονται στους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια.
Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 9 της οδηγίας αναθέτει στα κράτη μέλη να ορίζουν σε ποιο μέτρο πρέπει να είναι αιτιολογημένες οι αποφάσεις εγκρίσεως σχεδίων. Επομένως, μόνο στο μέτρο που απορρέει από το εθνικό δίκαιο υφίσταται υποχρέωση να προκύπτει από την απόφαση με ποιον τρόπο διαπιστώθηκαν, περιγράφηκαν και αξιολογήθηκαν οι περιβαλλοντικοί παράγοντες και η αλληλεπίδραση τους στη συγκεκριμένη περίπτωση και πόσο ακριβώς βάρυναν οι πληροφορίες αυτές και τα αποτελέσματα των ακροάσεων στο πλαίσιο της αποφάσεως. Συνεπώς, το γεγονός ότι το Regierungspräsidium Darmstadt προέβη (μόνον) στην αιτιολογία που απαιτείται από τον BImSchG, όπως ίσχυε τότε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι σημαίνει ότι οι παρατε-θείσες πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον δεν ελήφθησαν υπόψη με την απόφαση της 31ης Αυγούστου 1989. Συναφώς, παρατηρώ ότι η Επιτροπή δεν προέβαλε ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 9. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει, ελλείψει αντιθέτων αποδείξεων, να γίνει δεκτό ότι το Regierungspräsidium Darmstadt περιέλαβε τις οικείες πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον στο έρεισμα της αποφάσεως του και, συνεπώς, τις έλαβε υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας εγκρίσεως.
36.
Συνοψίζοντας, φρονώ ότι, όπως έχουν τα δεδομένα της υποθέσεως η Επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση της να αποδείξει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τα άρθρα 2, 3 και 8 της οδηγίας ΕΠΕ χορηγώντας άδεια για τη νέα μονάδα του θερμοηλεκτρικού σταθμού του Großkrotzenburg.
Για τον λόγο αυτό, πρέπει να απορριφθεί η ασκηθείσα κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προσφυγή.
Επί των δικαστικών εξόδων
37.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν ζήτησε να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφοι 2 και 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν όπως εκτίθεται κατωτέρω.
Πρόταση
38.
Κατόπιν αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
—
απορρίπτει την προσφυγή της Επιτροπής κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
—
κάθε διάδικος, καθώς και το παρεμβαίνον Ηνωμένο Βασίλειο, φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) Οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40).
( 2 ) Σελίδες 146 έως 150.
( 3 ) Έκθεση της Επιτροπής της 2ας Απριλίου 1993, σχετικά με τη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας 85/337/EOK [COM(93)28, σημείο 2.1].
( 4 ) Βλ. την παραπομπή στην υποσημείωση 3.
( 5 ) Απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994 (Συλλογή 1994, σ. Ι-3717).
( 6 ) Βλ. την απόφαση της 14ης Φεβρουαρíου 1984, 325/82, Επιτροπή κατά Γερμανíας (Συλλογή 1984, σ. 777, σκέψη 8).
( 7 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Απριλίου 1974, 167/73, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1974, σ. 179, σκέψη 15).
( 8 ) Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Νοεμβρίου 1990, C-200/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1990, σ. Ι -4299, σκέψη 9).
( 9 ) Βλ., επί παραδείγματι, την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 1973, 39/72, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 375).
( 10 ) Απόφαση της 17ης Ιουνίου 1986 (Συλλογή 1986, σ. 2945).
( 11 ) Συλλογή 1991, σ. I-3757, σκέψη 15.
( 12 ) Συλλογή 1989, σ. 1839.
( 13 ) Βλ. τις σκέψεις 31 και 32 της αποφάσεως.
( 14 ) Βλ. υποσημείωση 5.
( 15 ) Επί του σημείου αυτού βλ. το άρθρο 10, παράγραφος 1, του BImSchG, κατά το οποίο «η διαδικασία χορηγήσεως αδείας προϋποθέτει γραπτή αίτηση».
( 16 ) Βλ. υποσημείωση 3.
( 17 ) Βλ. την έκθεση της Επιτροπής περΟ της εφαρμογής της οδηγίας ΕΠΕ (ανωτέρω στην υποσημείωση 3), σ. 28 και. 29.
( 18 ) Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 5ης Μαΐου 1970, 77/69, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 305).
( 19 ) Βλ., επί παραδείγματι, την απόφαση της 25ης Μαΐου 1982, 96/81, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1982, σ. 1791).
( 20 ) Α. Weber: «Die Umweltverträglichkeitsrichtlinie im deutschen Recht» Köln 1989. Winter: «Die Vereinbarkeit des Gesetzentwurfs der Bundesregierung über die Umweltverträglichkeits-prüfung vom 29.6.1988 mit der EG-Rictlinie 85/337 und die Direktwirkung dieser Richtlinie», Natur und Recht 1989, αριθ. 5. Jurass: «Folgen der innerstaatlichen Wirkung von EG-Richtlinien», 1991, NJW42, a. 2665.
( 21 ) Βλ. Philippe Renaudière: «La directive 85/337/CEE du 27.6.1985 concernant l'évaluation des incidences de certains projets publics et privés sur l'environnement» στο «L'évaluation des incidences sur l'environnement: un progrès juridique?» Facultés universitaires Saint-Louis, Bruxelles, 1991.
( 22 ) Βλ. Weber, σ. 252, όπ.π.
( 23 ) Βλ. Weber, σ. 254, όπ.π.
Full & Egal Universal Law Academy