Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Οι δύο υπό εξέταση συνεκδικαζόμενες υποθέσεις αφορούν την ερμηνεία τριών κανονισμών της Επιτροπής σχετικών με τη χορήγηση ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση στον τομέα του βοείου κρέατος.
2. Πρόκειται για τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1071/68 της 26ης Ιουλίου 1968 (1), 2471/77 της 8ης Νοεμβρίου 1977 (2) και 1405/78 της 22ας Ιουνίου 1978 (3), από τους οποίους οι δύο τελευταίοι εκδόθηκαν για να τροποποιήσουν ορισμένες από τις προϋποθέσεις που προβλέπει (4) ο πρώτος, όσον αφορά τη χορήγηση των ενισχύσεων και αποτελούν τη βάση των διαφορών που αποτελούν αντίστοιχα το αντικείμενο των υποθέσεων C-434/92 και C-433/92.
3. Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht αφορούν την ερμηνεία ορισμένων από αυτές τις προϋποθέσεις.
4. Οι ακόλουθες διατάξεις εμπλέκονται στην ουσία της διαφοράς:
1) Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1071/68 ορίζει ότι η σύμβαση για την ενίσχυση στην ιδιωτική αποθεματοποίηση πρέπει να προβλέπει για τον αποθεματοποιητή τις ακόλουθες υποχρεώσεις:
(...)
α) να θέτει σε αποθέματα και να αποθεματοποιεί εντός των προβλεπομένων προθεσμιών τη συμφωνηθείσα ποσότητα του εν λόγω προϊόντος, για λογαριασμό του και με ιδία ευθύνη του
β) να προειδοποιεί τον οργανισμό παρεμβάσεως με τον οποίο έχει συμβληθεί, για τον τόπο και την ημέρα εναποθηκεύσεως, όπως επίσης για τη φύση και την ποσότητα των προς αποθεματοποίηση προϊόντων
γ) να διαβιβάζει αμέσως, στον εν λόγω οργανισμό παρεμβάσεως, τα δικαιολογητικά των εργασιών εναποθηκεύσεως
(...)
ε) να επιτρέπει στον οργανισμό παρεμβάσεως να ελέγχει κάθε στιγμή την τήρηση των εν λόγω υποχρεώσεων.
2) Το άρθρο 4 του κανονισμού 2471/77 (σφάγια, ημίσεα σφαγίων και quartiers compenses ), προβλέποντας τη δυνατότητα αποστέωσης και τεμαχισμού του κρέατος, διευκρινίζει ότι:
(...)
3. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, 100 χιλιόγραμμα μη αποστεωμένου κρέατος αντιστοιχούν σε:
α) 77 χιλιόγραμμα αποστεωμένου κρέατος, σε περίπτωση τεμαχισμού και αποστεώσεως ολόκληρης της ποσότητας για την οποία συνάφθηκε η σύμβαση ή σε περίπτωση τεμαχισμού και αποστεώσεως του ίδιου αριθμού εμπροσθίων και οπισθίων τεταρτημορίων
β) 70 χιλιόγραμμα αποστεωμένου κρέατος σε περίπτωση τεμαχισμού και αποστεώσεως όλων των εμπροσθίων τεταρτημορίων.
(...)
3) Η ίδια δυνατότητα αποστεώσεως και τεμαχισμού του κρέατος (εμπροσθίων τεταρτημορίων), πριν την αποθεματοποίηση προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1405/78, που ορίζει:
(...)
2. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, 100 χιλιόγραμμα μη αποστεωμένου κρέατος αντιστοιχούν σε 70 χιλιόγραμμα αποστεωμένου κρέατος.
(...)
4) Το άρθρο 4, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 2471/77 και το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1405/78 προβλέπουν ότι, εάν η ποσότητα του αποστεωμένου κρέατος που έχει αποθεματοποιηθεί είναι μικρότερη από το 85 % της ποσότητας του μη αποστεωμένου κρέατος, για την οποία συνήφθη η σύμβαση, δεν καταβάλλεται η ενίσχυση και ότι, αν η εν λόγω ποσότητα είναι ίση ή μεγαλύτερη από το ποσοστό αυτό, το ποσό της ενισχύσεως μειώνεται αναλογικά.
5. Στο πλαίσιο της εφαρμογής των ως άνω νομοθετικών κειμένων έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία οφείλονται οι διαφορές της κύριας δίκης. Τα υπενθυμίζω με συντομία.
6. Στην πρώτη υπόθεση, η εταιρία Otto Frick GmbH (στο εξής: Frick) έλαβε ενίσχυση για την αποθεματοποίηση ποσότητας 22 157,4 χιλιογράμμων (kg) αποστεωμένου κρέατος, η οποία είχε προκύψει από 29 571 kg μη αποστεωμένου κρέατος, δηλαδή με απόδοση 74,93 %. Κατόπιν της πρόωρης εξαποθεματοποιήσεως 3 220,8 kg στην οποία προέβη η εταιρία αυτή, η Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung (στο εξής: BALM) της αξίωσε την επιστροφή ολοκλήρου του ποσού της ενισχύσεως με το αιτιολογικό ότι, εξ αιτίας αυτής της εξαποθεματοποιήσεως, δεν τηρούνταν πλέον το κατώτατο όριο του 85 % της προς αποθεματοποίηση ποσότητας που είχε συμπληρωθεί συμβατικώς, το οποίο επιβάλλει ο κανονισμός 1405/78 για τη χορήγηση αυτού του είδους ενισχύσεως.
7. Η BALM καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα κατόπιν εφαρμογής στα αποσυρθέντα 3 220,8 kg του πραγματικού συντελεστή αποδόσεως 74,93 % που προέκυψε κατά την αποστέωση 4 298 kg μη αποστεωμένου κρέατος. Εάν η τελευταία αυτή ποσότητα αφαιρεθεί από εκείνη που είχε αρχικά αποθεματοποιηθεί - 29 571 kg - δεν απομένει παρά το αποστεωμένο κρέας που προκύπτει από τα 25 273 kg μη αποστεωμένου κρέατος, δηλαδή ποσότητα μικρότερη, σε εκατοστιαίο ποσοστό, από το κατώτατο όριο του 85 % της συμβατικής ποσότητας που θέτει ο εν λόγω κανονισμός.
8. Η Frick αμφισβήτησε, τόσο ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου όσο και ενώπιόν σας κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, την εφαρμογή αυτού του πραγματικού συντελεστή και ισχυρίζεται ότι πρέπει να εφαρμοστεί ο πλασματικός συντελεστής αποδόσεως του 70 % (100 kg μη αποστεωμένου κρέατος αντιστοιχούν σε 70 kg αποστεωμένου κρέατος) που προβλέπει ο κανονισμός, οπότε εξακολουθεί να τηρείται το ελάχιστο όριο του 85 %, που είναι απαραίτητο για τη λήψη ενισχύσεως και δεν επιβάλλεται η κατάργηση, αλλ' απλώς η μείωσή της.
9. Όσον αφορά τη δεύτερη υπόθεση, η εταιρία Vincenz Murr GmbH (στο εξής: Murr) έλαβε ενίσχυση για την αποθεματοποίηση 31 367 kg αποστεωμένου κρέατος. Όταν η BALM διαπίστωσε ότι 5 175,8 kg είχαν αποθεματοποιηθεί πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, θεώρησε ότι δεν είχε δοθεί εξουσιοδότηση για την αποθεματοποίηση αυτή και, ως εκ τούτου, ζήτησε την επιστροφή ολοκλήρου του ποσού της ενισχύσεως, με το αιτιολογικό ότι, εφαρμόζοντας στην τελευταία αυτή ποσότητα τον πραγματικό συντελεστή αποδόσεως (77,09 %), που προέκυψε κατά τη διενέργεια της αποστεώσεως, και αφαιρώντας το βάρος που προκύπτει κατ' αυτόν τον τρόπο από την αρχική ποσότητα, βρίσκουμε ότι η ποσότητα που παραμένει αποθεματοποιημένη είναι μικρότερη από το κατώτατο όριο του 85 % που επιβάλλει ο σχετικός κανονισμός.
10. Η Murr υποστηρίζει ότι η αποθεματοποίηση του κρέατος μπορεί να αρχίσει πριν από τη σύναψη της συμβάσεως και ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η BALM είχε τη δυνατότητα να ελέγξει τις εργασίες αποθεματοποιήσεως όπως και πριν από τη σύναψη αυτή, αφού είχε ενημερωθεί τηλεφωνικά για την πρόθεση της Murr - στην οποία δεν αντιτάχθηκε - να προβεί στον τεμαχισμό και την αποστέωση της εν λόγω ποσότητας κρέατος ακριβώς την ημέρα που περιήλθε σ' αυτήν η αίτηση της τελευταίας για τη χορήγηση της ενισχύσεως. Εξάλλου, η Murr φρονεί, όπως ακριβώς και η Frick, ότι πρέπει να εφαρμοστεί ο τρόπος υπολογισμού που προβλέπει ο σχετικός κανονισμός (100 kg μη αποστεωμένου κρέατος αντιστοιχούν εδώ σε 77 kg αποστεωμένου κρέατος), προκειμένου να εξακριβωθεί εάν τηρείται ή όχι το κατώτατο όριο του 85 %.
11. Το ζήτημα που θέτει το ερώτημα της πρώτης υποθέσεως καθώς και επικουρικώς το τελευταίο από τα πέντε ερωτήματα της δεύτερης υποθέσεως έγκειται ακριβώς στο να καθοριστεί ποιος συντελεστής μετατροπής - ο πραγματικός ή ο πλασματικός - πρέπει να εφαρμοστεί για τον προσδιορισμό, στην περίπτωση του αποστεωμένου κρέατος, της κατωτάτης προς αποθεματοποίηση ποσότητας που απαιτείται για τη λήψη του συνόλου ή μέρους της ενισχύσεως.
12. Το ζήτημα που τίθεται με τα πρώτα τέσσερα ερωτήματα έγκειται στο αν η Murr δικαιούται ή όχι να αξιώσει ενίσχυση για την παρτίδα που αποθεματοποίησε πριν από τη σύναψη της συμβάσεως με τη BALM.
13. Το πρώτο ερώτημα αφορά το αν η αποθεματοποίηση της συμβατικής ποσότητας δεν μπορεί να αρχίσει παρά μόνο μετά τη σύναψη της συμβάσεως αποθεματοποιήσεως.
14. Δεδομένου ότι ο κανονισμός 1071/68 δεν περιέχει σχετική διευκρίνιση, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριό σας να δοθεί καταφατική απάντηση στο ως άνω ερώτημα με βάση ορισμένες από τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, που αφορούν τη σύμβαση αποθεματοποιήσεως. Συμφωνώ με την άποψη αυτή.
15. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, εδάφια β' και γ', η σύμβαση πρέπει να επιβάλλει στον αποθεματοποιητή την υποχρέωση να προειδοποιεί τον οργανισμό παρεμβάσεως για την ημέρα και τον τόπο αποθηκεύσεως, καθώς και για τη φύση και την ποσότητα των προς αποθεματοποίηση προϊόντων και να του διαβιβάζει αμέσως τα δικαιολογητικά των εργασιών εναποθηκεύσεως. Εξ αυτών συνάγεται ότι η αποθεματοποίηση πρέπει κανονικά να πραγματοποιείται μετά τη σύναψη της συμβάσεως.
16. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του εδαφίου ε' της ίδιας παραγράφου, η οποία επιβάλλει στον αποθεματοποιητή την υποχρέωση να καθιστά δυνατό στον οργανισμό παρεμβάσεως τον ανά πάσα στιγμή έλεγχο της τηρήσεως των ως άνω υποχρεώσεων. Εάν η αποθεματοποίηση γίνει πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, ο έλεγχος δεν μπορεί να γίνει παρά μόνον εκ των υστέρων, με κίνδυνο να θιγεί η αξιοπιστία του.
17. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο σάς ζητεί να προσδιορίσετε με ποια πράξη αρχίζει η αποθεματοποίηση υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1071/68.
18. Ο κανονισμός 2471/77 ορίζει ότι η αποθεματοποίηση διαρκεί τέσσερις ή πέντε μήνες (άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο).
19. Όσον αφορά όμως το σημείο ενάρξεως της αποθεματοποιήσεως, ο εν λόγω κανονισμός παραμένει, όπως και ο κανονισμός 1071/68, ασαφής. Ωστόσο και τα δύο αυτά κείμενα παρέχουν πολύτιμες ενδείξεις.
20. Την πρώτη ένδειξη παρέχει το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1071/68, που προβλέπει ότι: Το ύψος της ενισχύσεως καθορίζεται κατά μονάδα βάρους και αναφέρεται στο βάρος που διαπιστώνεται προ της καταψύξεως κατά την αποθεματοποίηση . Επομένως, η αποθεματοποίηση τοποθετείται χρονικά μετά τη ζύγιση και πριν από την κατάψυξη.
21. Κατά τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, δικαίωμα λήψεως ενισχύσεως παρέχεται μόνο σε ιδιώτες αποθεματοποιητές, οι οποίοι είναι σε θέση να εγγυηθούν (...) ότι η αποθεματοποίηση θα πραγματοποιηθεί με ικανοποιητικό τρόπο και οι οποίοι διαθέτουν εντός της Κοινότητας επαρκείς ψυκτικές εγκαταστάσεις . Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού αναφέρεται στην εναποθήκευση (...) των προς αποθεματοποίηση προϊόντων (δεύτερο εδάφιο) και προβλέπει την υποχρέωση του αποθεματοποιητή να εναποθηκεύει τα προϊόντα σε παρτίδες εύκολα προσδιορίσιμες ( τέταρτο εδάφιο).
22. Η ένδειξη αυτή, που διευκρινίζει την προηγούμενη, μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι η πράξη με την οποία αρχίζει η αποθεματοποίηση είναι η εναποθήκευση σε ψυκτικό θάλαμο, δεδομένου ότι η διαδικασία της καταψύξεως δεν μπορεί να αρχίσει παρά μεταγενέστερα, ιδίως προκειμένου ο οργανισμός παρεμβάσεως να έχει τη δυνατότητα να προβεί σε κάθε πρόσφορο έλεγχο.
23. Έχοντας ήδη θέσει την αρχή ότι ο αποθεματοποιητής έχει την υποχρέωση να μην αρχίσει την αποθεματοποίηση παρά μόνο μετά τη σύναψη της συμβάσεως αποθεματοποιήσεως, πρέπει να εξετάσουμε - όπως ζητείται με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα - αν ο συμβαλλόμενος, που έχει αποθεματοποιήσει μια παρτίδα πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, χάνει ως εκ τούτου κάθε δικαίωμα για χορήγηση ενισχύσεως ως προς αυτήν την παρτίδα.
24. Με άλλα λόγια, πρέπει η υποχρέωση αυτή να χαρακτηριστεί ως υποχρέωση θεμελιώδους σημασίας, η μη εκπλήρωση της οποίας είναι δυνατό να επιφέρει την απώλεια του δικαιώματος ενισχύσεως ή απλώς ως δευτερεύουσας σημασίας υποχρέωση, η μη εκπλήρωση της οποίας δεν δικαιολογεί την επιβολή τέτοιου είδους κυρώσεως;
25. Με την απόφασή σας E.D. και F. Μan (Ζάχαρη) (5) αποφανθήκατε ότι:
(...) όταν η κοινοτική ρύθμιση διακρίνει μεταξύ κύριας υποχρέωσης, η εκπλήρωση της οποίας είναι αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, και δευτερεύουσας υποχρέωσης, κατ' ουσία διοικητικής φύσεως, δεν επιτρέπεται σε περίπτωση μη τηρήσεως της δευτερεύουσας υποχρέωσης να επιβάλλονται κυρώσεις το ίδιο αυστηρές όπως και για τη μη τήρηση της κύριας υποχρέωσης, ειδάλλως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας (6).
26. Επίσης, με την απόφασή σας Fromancais (7) κρίνατε ότι:
Για να διαπιστωθεί αν μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας πρέπει, πρώτον, να εξεταστεί αν τα μέσα που χρησιμοποιεί για την πραγματοποίηση του σκοπού που επιδιώκει συνάδουν με τη σημασία του σκοπού αυτού και, δεύτερον, αν είναι αναγκαία για την επίτευξή του . (8)
27. Ο πρωταρχικός σκοπός των ενισχύσεων συνίσταται στη χορήγηση κινήτρων για αποθεματοποίηση. Όμως η αποθεματοποίηση πρέπει να πραγματοποιείται με την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων που είναι κατάλληλες να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητά της και να επιτρέπουν στον οργανισμό παρεμβάσεως να ασκεί τον έλεγχό του. Άλλως, ο σκοπός των ως άνω κανονισμών δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί.
28. Κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις αυτές, και ιδίως η τήρηση της υποχρεώσεως ότι οι εργασίες της αποθεματοποιήσεως δεν πρέπει να αρχίζουν παρά μόνο μετά τη σύναψη της συμβάσεως αποθεματοποιήσεως, και της οποίας τη σπουδαιότητα έχω ήδη επισημάνει, πρέπει να χαρακτηριστούν ως κύριες υποχρεώσεις η μη εκπλήρωση των οποίων δικαιολογεί, καταρχήν, την απώλεια του δικαιώματος ενισχύσεως.
29. Για να συνοψίσω: Με βάση τις προηγούμενες σκέψεις, η κύρωση αυτή φαίνεται πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη των θεμελιωδών στόχων της εν λόγω ρυθμίσεως, η οποία αποσκοπεί να δώσει κίνητρα για την αποθεματοποίηση, προλαμβάνοντας ταυτόχρονα τις παρανομίες και τις απάτες.
30. Κατόπιν τούτου, πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η περίπτωση κατά την οποία η διοίκηση έχει, παρ' όλ' αυτά, τη δυνατότητα να ελέγξει την αποθεματοποίηση εξίσου αποτελεσματικά όπως και στην περίπτωση που η αποθεματοποίηση λαμβάνει χώρα κανονικά, δηλαδή μετά τη σύναψη της συμβάσεως;
31. Στην περίπτωση αυτή, το Bundesverwaltungsgericht, με το τέταρτο προδικαστικό του ερώτημα, όπως επίσης η Επιτροπή και η Murr, φρονούν ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί μια διαφοροποιημένη προσέγγιση των προβλημάτων (9) που θέτει η παρούσα υπόθεση, την άποψη δε αυτή δεν μπορώ παρά να τη συμμεριστώ.
32. Υπενθυμίζω ότι η BALM είχε ενημερωθεί τηλεφωνικώς - κατά συνήθη πρακτική που εφαρμόζει στα θέματα αυτά η τοπική της υπηρεσία - για την πρόθεση της Murr να αρχίσει την πρόωρη αποθεματοποίηση μιας συγκεκριμένης ποσότητας κρέατος και δεν είχε διατυπώσει καμιά σχετική επιφύλαξη.
33. Εάν το πρόωρον αυτής της ενέργειας δεν έθιξε τις δυνατότητες διεξαγωγής ελέγχου εκ μέρους της BALM, γεγονός του οποίου η εκτίμηση εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού δικαστηρίου, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο αποθεματοποιητής δεν έχασε το δικαίωμά του ενισχύσεως για την επίμαχη ποσότητα.
34. Έρχομαι στο κοινό ερώτημα των δύο υποθέσεων, το οποίο δεν τίθεται και στις δύο με τον ίδιο τρόπο. Συγκεκριμένα, αν δεχθείτε τη σχετική με το τέταρτο ερώτημα της υποθέσεως Murr πρότασή μου, το αιτούν δικαστήριο θα μπορέσει να επιλύσει την ενώπιόν του διαφορά, χωρίς να χρειάζεται απάντηση στο τελευταίο ερώτημά του.
35. Στην αντίθετη, όμως, περίπτωση, το ερώτημα αυτό διατηρεί πλήρως τη σημασία του και η απάντησή σας σε αυτό είναι, πάντως, απαραίτητη, προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί επί της υποθέσεως Frick (10).
36. Υπενθυμίζω ότι το πρόβλημα έγκειται στον προσδιορισμό του συντελεστή μετατροπής, που πρέπει να εφαρμόζεται κατά τον τεμαχισμό και την αποστέωση του κρέατος. Εάν υιοθετήσετε τη λύση που σας προτείνουν οι επιχειρήσεις και προκρίνετε την εφαρμογή του κατ' αποκοπήν συντελεστή που προβλέπουν οι προαναφερόμενοι κανονισμοί, το δικαίωμα λήψεως των επιδίκων ενισχύσεων θα είναι σε κάθε περίπτωση εξασφαλισμένο. Εάν, αντίθετα, θεωρήσετε, σύμφωνα με την άποψη της BALM και της Επιτροπής, ότι πρέπει να εφαρμόζεται μόνον ο πραγματικός συντελεστής, αυτό θα συνεπάγεται την απώλεια του εν λόγω δικαιώματος, οπωσδήποτε για τη Frick, και με την επιφύλαξη των ανωτέρω διευκρινήσεων για τη Murr.
37. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να υιοθετηθεί η πρώτη λύση τόσο ενόψει του γράμματος των νομοθετικών κειμένων όσο και ενόψει της ελλείψεως νομικής βάσεως στηρίζουσας τη δεύτερη λύση.
38. Όσον αφορά, καταρχήν, το γράμμα των νομοθετικών κειμένων: τα άρθρα 4, παράγραφοι 3 και 2, των κανονισμών 2471/77 και 1405/78, αντιστοίχως, ορίζουν ότι: Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού (...) χ χιλιόγραμμα μη αποστεωμένου κρέατος αντιστοιχούν σε ψ χιλιόγραμμα αποστεωμένου κρέατος.
39. Επομένως, φαίνεται ότι, ελλείψει ρητής εξαιρέσεως, ο κανόνας αυτός πρέπει να τύχει πλήρους εφαρμογής για την εκτέλεση των ως άνω κανονισμών.
40. Συνεπώς, στην περίπτωση που ορισμένη ποσότητα αποστεωμένου κρέατος εξαποθεματοποιηθεί αντικανονικά ή αποθεματοποιηθεί αντικανονικά, οπότε, και στις δύο περιπτώσεις, δεν είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη για τη χορήγηση ενισχύσεως, πρέπει να εφαρμοστεί, προκειμένου να εξακριβωθεί σε ποια ποσότητα αποστεωμένου κρέατος αντιστοιχεί, ο συντελεστής μετατροπής που προβλέπει ρητά το κείμενο των εν λόγω κανονισμών, και όχι κάποιος πραγματικός συντελεστής για τον οποίο αυτοί ουδεμία κάνουν μνεία.
41. Μου φαίνεται όντως λογικό ότι ένα τόσο τεχνικό ζήτημα, όπως είναι η αποθεματοποίηση του βοείου κρέατος, συνιστά αντικείμενο συγκεκριμένων διατάξεων. Ενώ, λοιπόν, ο κατ' αποκοπήν συντελεστής προσδιορίζεται με σαφήνεια στους κανονισμούς 2471/77 και 1405/78 (100 kg μη αποστεωμένου κρέατος αντιστοιχούν, ανάλογα με την περίπτωση, σε 77 ή 70 kg αποστεωμένου κρέατος), δεν συμβαίνει το ίδιο και με τον πραγματικό συντελεστή, την εφαρμογή του οποίου υποστηρίζει η Επιτροπή.
42. Επομένως, από τα εν λόγω κείμενα συνάγουμε το συμπέρασμα ότι πρέπει να έχει αποκλειστικώς εφαρμογή ο προβλεπόμενος σ' αυτά κατ' αποκοπήν συντελεστής.
43. Όπως επισημάνατε σχετικά στην απόφασή σας Γερμανία κατά Επιτροπής (11):
(...) η κοινοτική νομοθεσία πρέπει να είναι βεβαία, η δε εφαρμογή της προβλεπτή από τους υποκειμένους σ' αυτήν. Αυτή η επιταγή της ασφάλειας δικαίου πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλουν .
44. Εξάλλου, η έλλειψη οποιασδήποτε νομικής βάσεως για τη λύση που προτείνει η Επιτροπή, κατά την οποία θα έπρεπε να έχει εφαρμογή ο πραγματικός συντελεστής, ενισχύει ακόμη περισσότερο την άποψή μου.
45. Συγκεκριμένα, οι κανονισμοί όχι μόνο δεν περιέχουν ρητή διάταξη σχετική με έναν πραγματικό συντελεστή μετατροπής, αλλά ούτε και είναι δυνατό, κατά τη γνώμη μου, να ερμηνευθούν κατά τρόπο συνάδοντα προς την άποψη της Επιτροπής.
46. Η Επιτροπή ζητεί να συναγάγετε από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, των κανονισμών 2471/77 και 1405/78, αντίστοιχα, που προβλέπουν ότι ολόκληρη η ποσότητα του κρέατος που υφίσταται την επεξεργασία της αποστεώσεως πρέπει να αποθεματοποιηθεί (και όχι μόνο 77 ή 70 kg αποστεωμένου κρέατος για 100 kg μη αποστεωμένου κρέατος) το συμπέρασμα ότι για τον υπολογισμό της προς χορήγηση ενισχύσεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ποσότητα που πραγματικά προκύπτει από την αποστέωση. Η ερμηνεία αυτή δεν επιτρέπει στον αποθεματοποιητή, που επέλεξε να προβεί σε αποστέωση του κρέατος και που είχε μεγαλύτερη απόδοση, να ζητήσει τη χορήγηση της πλήρους ενισχύσεως, διατηρώντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα να πωλήσει τα τεμάχια που πλεονάζουν. Εξάλλου, η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1071/68 αναφέρει ότι, (...) για να λαμβάνονται υπόψη οι εμπορικές συνήθειες, πρέπει να γίνονται δεκτά ορισμένα περιθώρια μεταβολής της αποθεματοποιουμένης ποσότητας που έχει συμφωνηθεί . Αυτός ακριβώς είναι ο δικαιολογητικός λόγος των ποσοστών που προβλέπουν οι κανονισμοί 2471/77 και 1405/78 (90 % ή 85 % ανάλογα με το αν το κρέας έχει αποθεματοποιηθεί ως έχει ή αποστεωμένο). Δεν είναι, συνεπώς, δυνατό, για τον υπολογισμό της ενισχύσεως, να παρέχονται, λόγω της λήψεως υπόψη του πλασματικού συντελεστή, ακόμη μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών στον συμβαλλόμενο που είχε πλεόνασμα μετά την αποστέωση.
47. Δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη.
48. Η υποχρέωση που επιβάλλεται στους αποθεματοποιητές, να αποθεματοποιούν ολόκληρη την ποσότητα του κρέατος που προκύπτει από την αποστέωση, εξυπηρετεί, ασφαλώς, έναν από τους κύριους στόχους των ως άνω κανονισμών, που έγκειται στο να αποθεματοποιείται τελικά η μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα του βοείου κρέατος (12) και να αποφεύγεται οποιαδήποτε απάτη. Αυτή ουδόλως είναι ασυμβίβαστη με την ύπαρξη κατ' αποκοπήν συντελεστών μετατροπής προοριζομένων για τον εκ των προτέρων και ακριβή προσδιορισμό των προϋποθέσεων χορηγήσεως ενιχύσεων.
49. Αυτοί οι συντελεστές μετατροπής δεν μπορούν να έχουν, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, ως μοναδικό σκοπό τον προσδιορισμό ενός κατωτάτου συντελεστή αποδόσεως εφαρμοστέου στις εργασίες αποστεώσεως. Συνιστούν ένα από τα ουσιώδη στοιχεία των κανονισμών, δεδομένου ότι το δικαίωμα λήψεως ενισχύσεων εξαρτάται από την εφαρμογή τους.
50. Επίσης, δεν νομίζω ότι η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1071/68 είναι δυνατό να ερμηνευθεί με την έννοια που της προσδίδει η Επιτροπή και δεν θεωρώ ότι είναι δυνατό να συναχθεί από αυτήν η επιβολή οποιασδήποτε απαγορεύσεως στους ενδιαφερομένους αποθεματοποιητές να επωφελούνται, σε περίπτωση αποστεώσεως, από την εφαρμογή του κατ' αποκοπήν συντελεστή.
51. Αλλά, επιπλέον, φρονώ ότι η εφαρμογή του πραγματικού συντελεστή σε τμήμα του αποστεωμένου κρέατος, που έχει αποσυρθεί πρόωρα ή έχει αποθεματοποιηθεί αντικανονικά, προκειμένου να εξακριβωθεί σε ποια ποσότητα μη αποστεωμένου κρέατος αυτό αντιστοιχεί, είναι δυνατό να οδηγήσει σε σοβαρά σφάλματα εκτιμήσεως.
52. Ειδικότερα, ο εν λόγω πραγματικός συντελεστής απορρέει από την αποστέωση της συνολικής ποσότητας του κρέατος που έχει αποθεματοποιηθεί, δηλαδή όλων των τεμαχίων αδιακρίτως. Υπ' αυτήν την έννοια, πρόκειται για έναν μέσο πραγματικό συντελεστή, που προκύπτει από την εν γένει εργασία της αποστεώσεως.
53. Συνεπώς, αυτός ο μέσος πραγματικός συντελεστής δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε μια μικρή ποσότητα κρέατος - εξαποθεματοποιηθείσα πρόωρα ή αποθεματοποιηθείσα αντικανονικά - η οποία αποτελείται αποκλειστικά από ορισμένα είδη τεμαχίων, αφού ο εν λόγω συντελεστής δεν είναι πραγματικός, παρά μόνο αναφορικά με την απόδοση που επιτεύχθηκε κατά την αποστέωση της συνολικής ποσότητας κρέατος που έχει αποθεματοποιηθεί.
54. Αυτό ενισχύει την άποψή μου ότι ο συντελεστής που πρέπει να εφαρμόζεται είναι ο κατ' αποκοπήν που προβλέπεται στους κανονισμούς αυτούς.
55. Όσον αφορά τον κίνδυνο να πωλήσουν οι αποθεματοποιητές που προέβησαν σε αποστέωση τα τεμάχια που τυχόν πλεονάζουν, αρκεί να επισημάνω ότι οι εν λόγω κανονισμοί (στα άρθρα 4, παράγραφος 1, αντιστοίχως) δεν επιτρέπουν την αποστέωση παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι ολόκληρη η ποσότητα του κρέατος που θα προκύψει από την εργασία αυτή θα αποθεματοποιηθεί.
56. Κατά συνέπεια, προτείνω το Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1071/68 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1968, περί των λεπτομερειών εφαρμογής της χορηγήσεως ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση στον τομέα του βοείου κρέατος, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο ιδιωτικός αποθεματοποιητής δεν μπορεί να αρχίσει την αποθεματοποίηση της συμφωνηθείσας ποσότητας παρά μόνο μετά τη σύναψη της συμβάσεως αποθεματοποιήσεως.
2) Η πράξη με την οποία αρχίζει η αποθεματοποίηση υπό την έννοια της ως άνω διατάξεως είναι, πριν από κάθε κατάψυξη, η αποθήκευση του προς αποθεματοποίηση κρέατος στα ψυγεία των ψυκτικών εγκαταστάσεων.
3) Η υποχρέωση να μην αρχίζει η αποθεματοποίηση παρά μόνο μετά τη σύναψη της συμβάσεως συνιστά κύρια υποχρέωση, η μη εκπλήρωση της οποίας συνεπάγεται καταρχήν την απώλεια του δικαιώματος ενισχύσεως για την οικεία ποσότητα κρέατος.
4) Ωστόσο, το δικαίωμα αυτό δεν χάνεται αν ο ιδιωτικός αποθεματοποιητής έχει ενημερώσει τηλεφωνικώς τις υπηρεσίες του οργανισμού παρεμβάσεως για την πρόθεσή του να προβεί στην πρόωρη αποθεματοποίηση της εν λόγω ποσότητας, χωρίς να αντιμετωπίσει την παραμικρή επιφύλαξη από μέρους τους, και η εργασία αυτή δεν έθιξε τη δυνατότητα του οργανισμού αυτού να διεξαγάγει έναν αποτελεσματικό έλεγχο περί της τηρήσεως εκ μέρους του αποθεματοποιητή των υποχρεώσεων που υπέχει.
5) Για τον υπολογισμό, σε περίπτωση αποστεώσεως, της ποσότητας του κρέατος που πρέπει να ληφθεί υπόψη αναφορικά με το δικαίωμα ενισχύσεως στην αποθεματοποίηση, πρέπει να εφαρμόζονται οι κατ' αποκοπήν συντελεστές που προβλέπονται αντίστοιχα στα άρθρα 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2471/77 της Επιτροπής, της 8ης Νοεμβρίου 1977, περί χορηγήσεως προκαθοριζόμενης και κατ' αποκοπήν ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση ολόκληρων σφαγίων, ημίσεων σφαγίων και quartiers compenses στον τομέα του βοείου κρέατος και 4, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1405/78 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1978, περί χορηγήσεως προκαθοριζόμενης και κατ' αποκοπήν ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση εμπροσθίων τεταρτημορίων στον τομέα του βοείου κρέατος.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) - Κανονισμός περί των λεπτομερειών εφαρμογής της χορηγήσεως ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 137).
(2) - Κανονισμός περί χορηγήσεως προκαθοριζομένης και κατ' αποκοπήν ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση ολοκλήρων σφαγίων, ημίσεων σφαγίων και quartiers compenses στον τομέα του βοείου κρέατος (ABl. L 286, σ. 20).
(3) - Κανονισμός περί χορηγήσεως προκαθοριζομένης και κατ' αποκοπήν ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση εμπρόσθιων τεταρτημορίων στον τομέα του βοείου κρέατος (ABl. L 170, σ. 20).
(4) - Βλ., αντίστοιχα, την πέμπτη και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη των κανονισμών αυτών.
(5) - Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1985, 181/84 (Συλλογή 1985, σ. 2889).
(6) - Σκέψη 20.
(7) - Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1983, 66/82 (Συλλογή 1983, σ. 395).
(8) - Σκέψη 8.
(9) - Διάταξη περί παραπομπής, ΙΙ, 1, στοιχείο δ'.
(10) - Όπ.π., ΙΙ, 1, πρώτο εδάφιο.
(11) - Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1987, 332/85 (Συλλογή 1987, σ. 5143, σκέψη 23).
(12) - Βλ. την απόφασή σας της 1ης Φεβρουαρίου 1994, C-374/92, Irsfeld (Συλλογή 1994, σ. 0000, σκέψη 24).
Full & Egal Universal Law Academy