Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του Finanzgericht Baden-Wuerttemberg και αφορά το ερώτημα αν ειδική ενίσχυση χορηγούμενη σε γερμανούς παραγωγούς, προκειμένου να αντισταθμίσει τη μερική κατάργηση του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών, θα έπρεπε να διατίθεται και σε γάλλο παραγωγό που πωλεί τα προϊόντα του στη γερμανική αγορά.
2. Το Finanzgericht υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα:
1. Συμβιβάζεται με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του τίτλου ΙΙ του κανονισμού (ΕΟΚ) 855/84 του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90, σ. 1), το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας χορηγεί ειδική ενίσχυση σε παραγωγό γεωργικών προϊόντων που δεν είναι εγκατεστημένος στη Γερμανία, αλλά σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ο οποίος όμως εξάγει τα προϊόντα του από τη χώρα παραγωγής στη Γερμανία και τα πωλεί στη γερμανική αγορά γεωργικών προϊόντων προς γερμανούς αγοραστές;
2. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Απαγορεύει άμεσα το άρθρο 3 του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 855/84 τη χορήγηση της ειδικής ενισχύσεως που προβλέπεται στο γερμανικό φορολογικό δίκαιο σε παραγωγούς γεωργικών προϊόντων που δεν είναι εγκατεστημένοι στη Γερμανία, χορήγηση που αντιβαίνει στην παράγραφο 1;
Κατωτέρω, θα εκθέσω πρώτα τη συναφή κοινοτική νομοθεσία και κατόπιν θα περάσω στην εξέταση των απαντήσεων που πρέπει να δοθούν στα υποβληθέντα ερωτήματα.
H κοινοτική νομοθεσία
3. Τα νομισματικά εξισωτικά ποσά (ΝΕΠ) χρησιμοποιούνται προκειμένου να αποφεύγονται νοθεύσεις του εμπορίου που προκύπτουν από ανισότητες μεταξύ των πραγματικών ισοτιμιών συναλλάγματος και των τεχνητών ή "αντιπροσωπευτικών" ισοτιμιών που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής οι τελευταίες χρησιμοποιούνται, ειδικότερα, για τη μετατροπή των εκφρασμένων σε ECU γεωργικών ισοτιμιών στα εθνικά νομίσματα (1). Οι αντιπροσωπευτικές ισοτιμίες ενίοτε αναφέρονται ως "πράσινες" ισοτιμίες και οι αντίστοιχες αξίες ως "πράσινα" νομίσματα. Οσάκις, για συγκεκριμένο νόμισμα, η πράσινη ισοτιμία είναι κατώτερη της αξίας του στην αγορά συναλλάγματος, τα αντίστοιχα ΝΕΠ είναι θετικά, με άλλα λόγια προσλαμβάνουν τη μορφή εισφοράς επί των εισαγωγών και επιδοτήσεως των εξαγωγών. Αντιστρόφως, οσάκις η πράσινη ισοτιμία είναι ανώτερη της αγοραίας αξίας, τα αντίστοιχα ΝΕΠ είναι αρνητικά και έχουν μορφή επιδοτήσεως των εισαγωγών και εισφοράς επί των εξαγωγών.
4. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 855/84 του Συμβουλίου (2) (στο εξής: κανονισμός) εξέλιπε η ανάγκη των θετικών ΝΕΠ, μέσω αναπροσαρμογής των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών συναλλάγματος. Οι αναπροσαρμογές αυτές περιελάμβαναν, ειδικότερα, αύξηση της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου, ήτοι ανατίμηση του πράσινου μάρκου. Δεδομένου ότι πολλές γεωργικές τιμές εκφράζονται σε ECU και μετατρέπονται, όπως είδαμε, στα εθνικά νομίσματα σύμφωνα με τις αντιπροσωπευτικές ισοτιμίες, η ανατίμηση αυτή οδήγησε σε μείωση των γεωργικών εισοδημάτων στη Γερμανία. 'Οπως παρατηρείται στη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού,
"(...) η προσαρμογή των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών στη Γερμανία και στις Κάτω Χώρες επιφέρει μείωση των τιμών σε εθνικό νόμισμα και, κατά συνέπεια, μείωση του γεωργικού εισοδήματος για αντιστάθμιση πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα χορήγησης εθνικών ενισχύσεων, στη χρηματοδότηση των οποίων θα συμμετάσχει η Κοινότητα κατά προσωρινό και φθίνοντα τρόπο".
Αντιστοίχως, το άρθρο 3 του κανονισμού προβλέπει ότι:
"1. Θεωρείται ως συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά η ειδική ενίσχυση που χορηγείται στους γερμανούς παραγωγούς γεωργικών προϊόντων υπό τους όρους που αναφέρονται παρακάτω.
2. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εξουσιοδοτείται να χορηγήσει την ειδική ενίσχυση με πληρωμή αναφερόμενη στην τιμολόγηση ή στη δήλωση του ΦΠΑ, χρησιμοποιώντας τον ΦΠΑ σαν μέσο.
Το ποσό αυτής της ενίσχυσης δεν μπορεί να υπερβεί το 3 % της τιμής χωρίς ΦΠΑ που πληρώνει ο αγοραστής του γεωργικού προϊόντος."
Είναι σαφές ότι, στην ανωτέρω διάταξη, η έκφραση "γερμανοί παραγωγοί γεωργικών προϊόντων" πρέπει να νοηθεί ως "παραγωγοί γεωργικών προϊόντων στη Γερμανία", εφόσον αυτοί ήσαν οι αγρότες που εθίγησαν από την ανατίμηση του πράσινου μάρκου. Επομένως, η Γερμανία εξουσιοδοτήθηκε να χορηγήσει ενίσχυση στους παραγωγούς αυτούς, υπό μορφή μειώσεως του συντελεστή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) μέχρι του 3 % της τιμής του προϊόντος. Το όριο αυτό αυξήθηκε σε 5 %, για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1984 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1988, με την απόφαση του Συμβουλίου 84/361/ΕΟΚ (3). Στο προοίμιο της αποφάσεως εξηγείται ότι το όριο του 3 % που προβλέπει ο κανονισμός αποδείχθηκε ανεπαρκές εν όψει των ιδιαιτέρων δυσκολιών που αντιμετωπίζει η γερμανική γεωργία. Πάντως, η διαφορά μεταξύ του 3 %, που επέτρεπε αρχικώς ο κανονισμός, και του 5 % που καθιέρωσε κατόπιν η απόφαση ουδεμία επίδραση ασκεί στην παρούσα υπόθεση.
5. 'Οπως είδαμε, ο κανονισμός παρέσχε εξουσιοδότηση για τη χορήγηση ενισχύσεως υπό τη μορφή ελαφρύνσεων από τον ΦΠΑ. Ωστόσο, η έκτη οδηγία περί ΦΠΑ (4) καθορίζει ομοιόμορφη βάση υπολογισμού του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και απαριθμεί περιοριστικά τις επιτρεπόμενες μειώσεις του φόρου κατά τον καθορισμό της οφειλής του φορολογουμένου. Συνεπώς, προκειμένου να επιτραπεί η χορήγηση της ενισχύσεως, απαιτείτο η πρόβλεψη εξαιρέσεων από τις διατάξεις της έκτης οδηγίας. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο εξέδωσε τη δωδέκατη οδηγία περί ΦΠΑ (5). Tα άρθρα 1 και 2 της δωδέκατης οδηγίας εξουσιοδοτούν τη Γερμανία να χρησιμοποιήσει, κατά παρέκκλιση από την έκτη οδηγία, τον ΦΠΑ προκειμένου να χορηγήσει την ειδική ενίσχυση που προβλέπεται από τον κανονισμό 855/84 και την απόφαση 84/361. Το άρθρο 3 επιβάλλει στη Γερμανία να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου τα άρθρα 1 και 2 να μην επηρεάσουν τον υπολογισμό των "ιδίων πόρων" για τους σκοπούς του κοινοτικού προϋπολογισμού (6). Σύμφωνα με το άρθρο 7, η οδηγία ισχύει από 1ης Ιουλίου 1984 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1991 το αργότερο.
Εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων
6. Η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης (στο εξής: Rustica) είναι γαλλική εταιρία της οποίας το αντικείμενο έγκειται στην καλλιέργεια φυτών και στην παραγωγή σπόρων στη Γαλλία. Κατά την κρίσιμη περίοδο, εξήγε σπόρους δημητριακών και ελαίου από τη Γαλλία στη Γερμανία και τους πωλούσε στη γερμανική αγορά. Για τις πωλήσεις αυτές η Rustica κατέβαλε ΦΠΑ στη Γερμανία. Με τις ετήσιες δηλώσεις ΦΠΑ που υπέβαλε για τα έτη 1986 και 1987, η Rustica αξίωσε μείωση ύψους 5 % κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 5 του Umsatzsteuergesetz, ο οποίος αποτελεί υλοποίηση, στο πλαίσιο του γερμανικού δικαίου, της εξουσιοδοτήσεως που προβλέπεται από τον κανονισμό 855/84 και την απόφαση 84/361 (7). Η καθής Εφορία απέρριψε το αίτημα αυτό, και η Rustica προσέβαλε την απόφαση ενώπιον του Finanzgericht Baden-Wuerttemberg.
Το πρώτο ερώτημα
7. Με το πρώτο του ερώτημα, το Finanzgericht Baden-Wuerttemberg ερωτά αν η ειδική ενίσχυση που προβλέπεται από τον κανονισμό μπορεί να χορηγηθεί σε παραγωγό εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος ο οποίος εξάγει τα προϊόντα του στη Γερμανία και τα πωλεί στη γερμανική αγορά.
8. 'Οπως είδαμε, η ενίσχυση που προβλέπεται από τον κανονισμό χορηγείται προκειμένου να αποζημιώσει τους παραγωγούς στη Γερμανία για την απώλεια εισοδήματος που υπέστησαν από την ανατίμηση του πράσινου μάρκου. Η Rustica ισχυρίζεται ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλει τη χορήγηση της ενισχύσεως και στους παραγωγούς άλλων κρατών μελών που πωλούν τα προϊόντα τους στη γερμανική αγορά. Υποστηρίζει ότι οι παραγωγοί αυτοί εθίγησαν ακριβώς όπως και οι γερμανοί αγρότες από την κατάργηση των ΝΕΠ και ότι, συνεπώς, θα έπρεπε να δικαιούνται της ιδίας ελαφρύνσεως από τον ΦΠΑ προς αποζημίωση για την απώλεια εισοδήματος που υπέστησαν.
9. Η Rustica επικαλείται επίσης το άρθρο 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης το οποίο προβλέπει ότι:
"Κανένα Κράτος μέλος δεν επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανωτέρους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εθνικά προϊόντα."
Η Rustica ισχυρίζεται ότι η παράγραφος 24 του Umsatzsteuergesetz πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, και ότι συνεπώς η ενίσχυση της παραγράφου 24a πρέπει να χορηγείται όχι μόνο σε γερμανούς παραγωγούς, αλλά και σε παραγωγούς άλλων κρατών μελών. Διότι διαφορετικά τα προϊόντα που παρέχουν οι πρώτοι θα επιβαρύνονταν, εμμέσως, με μεγαλύτερο ΦΠΑ από ό,τι τα αντίστοιχα γερμανικά προϊόντα.
10. Κατά τη γνώμη μου, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Πρώτον, από το γράμμα του άρθρου 3 του κανονισμού σαφώς προκύπτει ότι αυτό δεν καλύπτει παραγωγούς σε άλλα κράτη μέλη. Αυτό εξάλλου προκύπτει και από τον σκοπό του. Διότι είδαμε ότι η ενίσχυση που προβλέπεται από τον κανονισμό προορίζεται να αντισταθμίσει την ανατίμηση του πράσινου μάρκου. Αλλά, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το εισόδημα παραγωγών που εξάγουν τα προϊόντα τους από άλλο κράτος μέλος δεν εθίγη από την ανατίμηση αυτή. 'Οταν η τιμή του επιδίκου προϊόντος καθορίζεται με παρεμβατικές ρυθμίσεις, οποιαδήποτε μείωση της τιμής (εκφρασμένης σε γερμανικά μάρκα) προκύψει από ανατίμηση του πράσινου μάρκου αντισταθμίζεται από αντίστοιχη μείωση του ΝΕΠ που επιβάλλεται στην εισαγωγή. 'Οταν, εξάλλου, η τιμή του επιδίκου προϊόντος δεν καθορίζεται με παρεμβατικές ρυθμίσεις, τυχόν ανατίμηση του πράσινου μάρκου δεν μπορεί να έχει καμία επίδραση επί της τιμής των εμπορευμάτων. Βεβαίως, στην τελευταία αυτή περίπτωση η τιμή που εισπράττει ο παραγωγός (εκφρασμένη στο νόμισμα της χώρας του) μπορεί να επηρεασθεί από αλλαγές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες είναι όμως σαφές ότι δεν μπορεί να επηρεασθεί από αλλαγές στις πράσινες ισοτιμίες.
11. Αναμφιβόλως αυτός είναι ό λόγος για τον οποίο το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αναφέρεται σε "ειδική ενίσχυση που χορηγείται στους γερμανούς παραγωγούς γεωργικών προϊόντων" και για τον οποίο το προοίμιο της αποφάσεως 84/361 αναφέρεται σε "ιδιαίτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζει η γερμανική γεωργία" (και ο τίτλος της σε "ενίσχυση παρεχόμενη στους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας") (8). 'Οπως τόνισα, οι εν λόγω δυσκολίες προκύπτουν από την ανατίμηση του πράσινου μάρκου. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποστούμε από τη γραμματική ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων και να θεωρήσουμε ότι έχουν εφαρμογή επί γάλλου παραγωγού ο οποίος πωλεί τα προϊόντα του στη γερμανική αγορά. Τυχόν χορήγηση αποζημιώσεως στον παραγωγό αυτόν για την ανατίμηση του πράσινου μάρκου θα ισοδυναμούσε με χορήγηση αποζημιώσεως για ανύπαρκτη ζημία.
12. Αυτό είναι ιδιαιτέρως ευδιάκριτο στην περίπτωση των επιδίκων εν προκειμένω προϊόντων. Διότι, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, η κοινή οργάνωση αγοράς σπόρων προσλαμβάνει γενικώς τη μορφή συστήματος ενισχύσεων της παραγωγής και όχι τιμών παρεμβάσεως (9). Eπομένως, ακόμη και στην περίπτωση των γερμανών παραγωγών, το αποκτώμενο από την πώληση σπόρων στη Γερμανία εισόδημα δεν εθίγη άμεσα από την ανατίμηση του πράσινου μάρκου, μολονότι η ανατίμηση αυτή επηρέασε τα ποσά των ενισχύσεων παραγωγής (εκφρασμένα σε γερμανικά μάρκα) τα οποία καταβλήθηκαν στους γερμανούς αγρότες. Η αξία των ενισχύσεων παραγωγής, εξάλλου, που καταβλήθηκαν στους γάλλους αγρότες, εξαρτάται από την ισοτιμία του πράσινου φράγκου και μόνο.
13. Ούτε θεωρώ ότι η Rustica μπορεί λυσιτελώς να επικαλεστεί το άρθρο 95 της Συνθήκης. Εφόσον η έννοια του κανονισμού είναι σαφής, τόσο βάσει του γράμματος όσο και εν όψει του σκοπού του, το άρθρο 95 μπορεί να παράσχει επιχειρήματα σχετικά με την ισχύ παρά με την ερμηνεία του κανονισμού. 'Οπως είδαμε, ο κανονισμός πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει τη χορήγηση ενισχύσεως σε παραγωγούς στη Γερμανία. Σημειωτέον, ωστόσο, ότι η ισχύς του κανονισμού δεν αμφισβητήθηκε στην παρούσα διαδικασία και είναι εν πάση περιπτώσει σαφές ότι η παρούσα αίτηση της Rustica δεν θα ευδοκιμούσε σε περίπτωση που ο κανονισμός κηρυσσόταν ανίσχυρος. Διότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν να επιτραπεί η χορήγηση της ενισχύσεως, υπό τη μορφή ελαφρύνσεως από τον ΦΠΑ, σε παραγωγούς άλλων κρατών μελών, αλλά απλώς να ανασταλεί η εξουσιοδότηση προς χορήγηση της ενισχύσεως αυτής σε παραγωγούς στη Γερμανία.
14. Καταλήγω, επομένως, στο ότι στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Συνεπώς, πρέπει να δοθεί απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Το δεύτερο ερώτημα
15. Με το δεύτερο ερώτημα, το Finanzgericht ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 3 του κανονισμού αποκλείει τη χορήγηση της ενισχύσεως, υπό τη μορφή ελαφρύνσεως από τον ΦΠΑ, σε παραγωγούς που δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της ανωτέρω διατάξεως.
16. Είναι σαφές ότι το άρθρο 3 του κανονισμού δεν απαγορεύει καθαυτό τη χορήγηση ενισχύσεως, αλλ' απλώς παρέχει εξουσιοδότηση προς χορήγηση της ενισχύσεως εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει. Εξουσιοδότηση απαιτείται από δύο απόψεις.
17. Πρώτον, ενίσχυση που χορηγείται από κράτος μέλος και ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή την παραγωγή ορισμένων εμπορευμάτων μπορεί να μη συμβιβάζεται με την κοινή αγορά και ως εκ τούτου να αντιβαίνει προς το άρθρο 92 της Συνθήκης. Είναι αληθές ότι το άρθρο 42 της Συνθήκης ορίζει ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου της Συνθήκης περί κανόνων ανταγωνισμού, στο οποίο περιλαμβάνονται οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων (10), εφαρμόζονται επί γεωργικών προϊόντων μόνο στον βαθμό που καθορίζει το Συμβούλιο στο πλαίσιο του άρθρου 43, παράγραφοι 2 και 3. Ωστόσο, οι κανόνες που ρυθμίζουν την κοινή οργάνωση της αγοράς συχνά επιβάλλουν την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το άρθρο 8 του κανονισμού 2358/71 (11) ορίζει ότι επί των προϊόντων που υπάγονται στην κοινή οργάνωση της αγοράς σπόρων εφαρμόζονται τα άρθρα 92 έως 94 της Συνθήκης, εκτός αν ορίζεται αλλιώς στον κανονισμό. Αναλόγως με τις περιστάσεις, επομένως, η χορήγηση ενισχύσεως μη υπαγόμενης στις διατάξεις του κανονισμού 855/84 (ή ενδεχομένως της αποφάσεως 84/361) μπορεί να απαγορεύεται από το άρθρο 92 της Συνθήκης. Επιπλέον, αν ένα κράτος μέλος σκοπεύει να χορηγήσει παρόμοια ενίσχυση πρέπει εν πάση περιπτώσει να τηρήσει τις προϋποθέσεις γνωστοποιήσεως που θέτει το άρθρο 93, παράγραφος 3. Εξάλλου, ενισχύσεις υπαγόμενες στις διατάξεις του κανονισμού θεωρείται ασφαλώς ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.
18. Δεύτερον, όπως ήδη είδαμε (12), η χορήγηση ενισχύσεως υπό την ειδική μορφή ελαφρύνσεως από τον ΦΠΑ είναι κατ' αρχήν αντίθετη προς την έκτη οδηγία περί ΦΠΑ (13). Γι' αυτόν τον λόγο, για τη χορήγηση παρομοίας ενισχύσεως απαιτείται η εξουσιοδότηση που παρέχεται, κατά παρέκκλιση από την έκτη οδηγία, από την δωδέκατη οδηγία περί ΦΠΑ (14). 'Επεται ότι η χορήγηση ελαφρύνσεως από τον ΦΠΑ πέραν των ορίων που καθορίζει η δωδέκατη οδηγία περί ΦΠΑ θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις της έκτης οδηγίας. Υπενθυμίζεται ότι η εξαίρεση σύμφωνα με την δωδέκατη οδηγία αφορά αποκλειστικά την ειδική ενίσχυση που προβλέπεται από τον κανονισμό 855/84 και την απόφαση 84/361.
Συμπέρασμα
19. Φρονώ επομένως ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το Finanzgericht Baden-Wuerttemberg πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
1) Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 855/84 του Συμβουλίου και το άρθρο 1 της αποφάσεως του Συμβουλίου 84/361/ΕΟΚ δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιτρέπουν τη χορήγηση ειδικής ενισχύσεως υπό την μορφή ελαφρύνσεως από τον ΦΠΑ σε παραγωγό άλλου κράτους μέλους πλην της Γερμανίας, ασχέτως αν ο παραγωγός αυτός εισάγει τα προϊόντα του και τα πωλεί στη Γερμανία.
2) Συνεπώς, η χορήγηση παρομοίας ενισχύσεως σε παραγωγό άλλου κράτους μέλους πλην της Γερμανίας απαγορεύεται, ιδίως, από την οδηγία του Συμβουλίου 77/388/ΕΟΚ σε συνδυασμό με την οδηγία του Συμβουλίου 85/361/ΕΟΚ.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
(1) * Τα ΝΕΠ καθιερώθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) του Συμβουλίου 974/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192).
(2) * Κανονισμός (ΕΟΚ) 855/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για τον υπολογισμό και την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ 1984, L 090, σ. 1).
(3) * Απόφαση 84/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1984, για ενίσχυση παρεχόμενη στους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΕΕ 1984, L 185, σ. 41).
(4) * 'Εκτη οδηγία του Συμβουλίου 77/388/ΕΟΚ, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών * Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/009, σ. 49).
(5) * Εικοστή οδηγία του Συμβουλίου 85/361/ΕΟΚ, της 16ης Ιουλίου 1985, όσον αφορά την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τους φόρους κύκλου εργασιών * Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: παρεκκλίσεις όσον αφορά τις ειδικές ενισχύσεις που χορηγούνται σε ορισμένους γεωργούς ως αντιστάθμιση για την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα, ΕΕ 1985, L 192, σ. 18).
(6) * Βλ. απόφαση του Συμβουλίου 85/257/ΕΟΚ, Ευρατόμ της 7ης Μαΐου 1985 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ 1985, L 128, σ. 15), που ήδη έχει αντικατασταθεί από την απόφαση του Συμβουλίου 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ της 24ης Ιουνίου 1988 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ 1988, L 185, σ. 24).
(7) * Η παράγραφος 24a προστέθηκε στο κείμενο του Umsatzsteuergesetz από τον Erste Gesetz zur AEnderung des Umsatzsteuergesetzes, της 29ης Ιουνίου 1984 (BGBl. I, 796): βλ. Soelch/Ringleb/List Umsatzsteuergesetz (Μόναχο 1993), παράγραφος 24a, Σημείωση 2.
(8) * Βλ., ομοίως, τη μεταγενέστερη απόφαση του Συμβουλίου 88/402/ΕΟΚ, της 30ής Ιουνίου 1988, σχετικά με ενίσχυση που θα χορηγηθεί στους κατόχους γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΕΕ 1988, L 195, σ. 70), και την απόφαση του Συμβουλίου 92/392/ΕΟΚ, της 30ής Ιουνίου 1992, περί προσωρινής εθνικής αντισταθμίσεως υπέρ των γεωργών της Γερμανίας (ΕΕ 1992, L 215, σ. 100).
(9) * Βλ. κανονισμό (ΕΟΚ) του Συμβουλίου 2358/71, της 26ης Οκτωβρίου 1971, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σπόρων προς σπορά (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/003, σ. 66), ο οποίος τροποποιήθηκε για τελευταία φορά από τον κανονισμό (ΕΟΚ) του Συμβουλίου 1239/89, της 3ης Μαΐου 1989 (ΕΕ 1989, L 128, σ. 35). Πάντως, το άρθρο 6 του κανονισμού 2358/71 προβλέπει τον καθορισμό ετησίων τιμών αναφοράς για υβρίδια αραβοσίτου προς σπορά.
(10) * 'Ηδη στο Τρίτο Μέρος, Τίτλος V, Κεφάλαιο 1, άρθρο 3 της Συνθήκης.
(11) * 'Οπ.π., σημείο 9.
(12) * Βλ. ανωτέρω παράγραφο 5.
(13) * 'Οπ.π., σημείο 4.
(14) * 'Οπ.π., σημείο 5.
Full & Egal Universal Law Academy