Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Φορολογικές διατάξεις * Εναρμόνιση των νομοθεσιών * Φορολογικές ατέλειες για την προσωρινή εισαγωγή μεταφορικών μέσων και την οριστική εισαγωγή προσωπικών αγαθών που ανήκουν σε ιδιώτες * Συνήθης κατοικία κατά τις οδηγίες 83/182 και 83/183 * Έννοια * Τρόπος αποδείξεως * Εθνικό καθεστώς ασυμβίβαστο προς τους κοινοτικούς κανόνες
(Οδηγίες του Συμβουλίου 83/182 , άρθρο 7, και 83/183, άρθρο 6)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων * Δικαίωμα εισόδου και παραμονής των υπηκόων των κρατών μελών * Σφράγιση των διαβατηρίων των ταξιδιωτών από τις εθνικές αρχές προς τον σκοπό ελέγχου της διάρκειας της παραμονής των προσωρινώς εισαγομένων οχημάτων * Επιτρέπεται
(Οδηγία 73/148 του Συμβουλίου, άρθρα 2 PAR 1 και 3 PAR 1)
3. Φορολογικές διατάξεις * Εναρμόνιση των νομοθεσιών * Φορολογικές ατέλειες για την προσωρινή εισαγωγή μεταφορικών μέσων * Σφράγιση των διαβατηρίων των ταξιδιωτών από τις εθνικές αρχές προς τον σκοπό ελέγχου της διάρκειας της παραμονής των προσωρινώς εισαγομένων οχημάτων * Επιτρέπεται
(Οδηγία 83/182 του Συμβουλίου, άρθρο 7 PAR 3)
4. Φορολογικές διατάξεις * Εναρμόνιση των νομοθεσιών * Φορολογικές ατέλειες για την προσωρινή εισαγωγή μεταφορικών μέσων * Επανεξαγωγή των οχημάτων που εκμισθώνονται εκ νέου * Θέσπιση ειδικής προθεσμίας * Δεν επιτρέπεται
(Οδηγία 83/182 του Συμβουλίου, άρθρο 3, στοιχ. β')
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-9/92,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Μαρία Κοντού-Durande και τον Daniel Calleja, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Φωκίωνα Γεωργακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ελλάδος, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και εφαρμόζοντας στην πράξη ένα καθεστώς προσωρινής και οριστικής εισαγωγής μεταφορικών μέσων ασυμβίβαστο, αφενός, με τις διατάξεις της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων (ΕΕ L 105, σ. 59), και της οδηγίας 83/183/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, σχετικά με τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στις οριστικές εισαγωγές, από κράτος μέλος, προσωπικών ειδών που ανήκουν σε ιδιώτες (ΕΕ L 105, σ. 64), και, αφετέρου, με τις διατάξεις της οδηγίας 73/148/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1973, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητας στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 144), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη και M. Zuleeg, προέδρους τμήματος, R. Joliet, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco, P. J. G. Kapteyn και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους διαδίκους που αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 23ης Μαρτίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Απριλίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Ιανουαρίου 1992, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με αίτημα να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και εφαρμόζοντας στην πράξη ένα καθεστώς προσωρινής και οριστικής εισαγωγής μεταφορικών μέσων ασυμβίβαστο, αφενός, με τις διατάξεις της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων (ΕΕ L 105, σ. 59, στο εξής: οδηγία 83/182), και της οδηγίας 83/183/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, σχετικά με τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στις οριστικές εισαγωγές, από κράτος μέλος, προσωπικών ειδών που ανήκουν σε ιδιώτες (ΕΕ L 105, σ. 64, στο εξής: οδηγία 83/183), και, αφετέρου, με τις διατάξεις της οδηγίας 73/148/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1973, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητας στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 144, στο εξής: οδηγία 73/148), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2 Η Ελληνική Δημοκρατία μετέφερε τις οδηγίες 83/182 και 83/183 στο εσωτερικό δίκαιο αντιστοίχως με τις υπουργικές αποφάσεις Δ 1254/141/1984 της 1ης Νοεμβρίου 1984, η οποία τροποποιήθηκε με την υπουργική απόφαση Δ 247/13 της 1ης Μαρτίου 1988, και Δ 264/23/2985 της 30ής Νοεμβρίου 1985, η οποία τροποποιήθηκε με την υπουργική απόφαση Δ 245/11 της 1ης Μαρτίου 1988. Εκτελεστικές διατάξεις των αποφάσεων αυτών περιέχονται στις εγκυκλίους Δ 357 και Δ 366/26 Πολ 10, της 22ας και της 4ης Μαρτίου 1988, αντιστοίχως.
3 Κατά την Επιτροπή, τα μέτρα αυτά περιέχουν διατάξεις ασυμβίβαστες με τις διατάξεις των οδηγιών στη μεταφορά των οποίων αποβλέπουν, εν πάση δε περιπτώσει οι εγκύκλιοι δεν αποτελούν κατάλληλο μέσο για την εφαρμογή των οδηγιών. Τέλος, οι ίδιες οι ελληνικές διοικητικές υπηρεσίες εφαρμόζουν, κατά την Επιτροπή, πρακτικές ασυμβίβαστες με τις εν λόγω οδηγίες καθώς και με την οδηγία 73/148/ΕΟΚ.
4 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι αιτιάσεις και οι ισχυρισμοί των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί των κανόνων που αφορούν τον καθορισμό της συνήθους κατοικίας
5 Κατά την Επιτροπή, ο ορισμός της συνήθους κατοικίας ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της υπουργικής αποφάσεως Δ 247/13 και στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ', της υπουργικής αποφάσεως Δ 245/11 είναι ασυμβίβαστος με τον ορισμό του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/182 και του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/183. Συγκεκριμένα, κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις, ως "συνήθης κατοικία" νοείται ο τόπος στον οποίο ένα άτομο διαμένει συνήθως, δηλαδή τουλάχιστον επί 185 ημέρες ανά ημερολογιακό έτος, ενώ κατά την ελληνική ρύθμιση ως περίοδος αναφοράς δεν λαμβάνεται το ημερολογιακό έτος αλλά το δωδεκάμηνο που προηγείται της εισαγωγής.
6 Οι οδηγίες 83/182 και 83/183, οι οποίες εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 99 της Συνθήκης, αποσκοπούν στην εξάλειψη των εμποδίων στην εγκαθίδρυση της ενιαίας αγοράς τα οποία απορρέουν από τα φορολογικά καθεστώτα που ισχύουν ως προς τις προσωρινές και οριστικές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων ιδιωτικής ή επαγγελματικής χρήσεως. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, υπόθεση C-297/89, Ryborg (Συλλογή 1991, σ. Ι-1943), το καθεστώς που προβλέπει η οδηγία 83/182 στηρίζεται στην έννοια της συνήθους κατοικίας. Το αυτό ισχύει και όσον αφορά την οδηγία 83/183.
7 Πράγματι, ο τόπος της συνήθους κατοικίας καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό του κράτους μέλους εντός του οποίου το συγκεκριμένο όχημα βρίσκεται υπό καθεστώς προσωρινής ή οριστικής εισαγωγής, καθώς και του κράτους μέλους το οποίο δικαιούται να το υπαγάγει στο φορολογικό του καθεστώς.
8 Συνεπώς, η έννοια της συνήθους κατοικίας είναι κοινοτική έννοια, το περιεχόμενο της οποίας δεν μπορεί να μεταβληθεί από τα κράτη μέλη.
9 Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ωστόσο ότι, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/182 και του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 83/183, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες διατάξεις από τις προβλεπόμενες από τις εν λόγω οδηγίες. Αυτή είναι ακριβώς η περίπτωση των επιδίκων μέτρων. Συγκεκριμένα, η λήψη υπόψη μόνο του ημερολογιακού έτους θα είχε ως αποτέλεσμα να μη μπορούν να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις της οδηγίας τα άτομα τα οποία πληρούν την προϋπόθεση της διαμονής επί 185 ημέρες κατά τη διάρκεια του προ της εισαγωγής δωδεκαμήνου, όχι όμως και κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους.
10 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Πράγματι, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 4 των προτάσεών του, "είναι προφανές ότι, ανάλογα με την περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η εν λόγω διαμονή (...) και ανάλογα με το αν η διαμονή αυτή ήταν συνεχής ή όχι, μπορεί να αποβεί υπέρ ή κατά του ενδιαφερομένου το γεγονός ότι λαμβάνεται υπόψη το πριν από την εισαγωγή δωδεκάμηνο αντί για το ημερολογιακό έτος". Επομένως, το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/182 και το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 83/183 δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας υιοθέτηση εννοίας της "συνήθους κατοικίας" διαφορετικής από την έννοια που περιέχεται στις εν λόγω οδηγίες.
11 Συνεπώς, οι αιτιάσεις που στηρίζονται σε παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/182 και του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/183 είναι βάσιμες.
Επί της προβλεπομένης από την ελληνική ρύθμιση προϋποθέσεως, όσον αφορά την οριστική εισαγωγή, διετούς τουλάχιστον διαμονής σε άλλο κράτος μέλος
12 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προϋπόθεση από την οποία το άρθρο 4, παράγραφος 1, της υπουργικής αποφάσεως Δ 245/11 εξαρτά τη χορήγηση ατέλειας σε περίπτωση οριστικής εισαγωγής, και η οποία συνίσταται στη συνήθη κατοικία εκτός Ελλάδος επί δύο τουλάχιστον δωδεκάμηνα πριν από τη μεταφορά της εν λόγω κατοικίας, δεν προβλέπεται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/183 και είναι, συνεπώς, ασυμβίβαστη με τη διάταξη αυτή.
13 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν μία ελάχιστη περίοδο "συνήθους κατοικίας". Συγκεκριμένα, κατά την καθής, η έννοια αυτή προϋποθέτει τη συνέχεια και τη σταθερότητα που χαρακτηρίζουν την έννοια της κατοικίας και δεν προκύπτουν από μόνα τα οριζόμενα στην οδηγία στοιχεία, ήτοι τη διαμονή επί 185 ημέρες ανά ημερολογιακό έτος και την ύπαρξη προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών.
14 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 8 της παρούσας αποφάσεως, η οδηγία 83/183 δεν παρέχει στα κράτη μέλη την εξουσία να συμπληρώσουν την έννοια της συνήθους κατοικίας, η οποία ορίζεται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
15 Συνεπώς, η αιτίαση που στηρίζεται σε παράβαση της ανωτέρω διατάξεως είναι βάσιμη.
Επί της αποδείξεως της συνήθους κατοικίας
16 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η καθής δεν ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 83/182 και το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 83/183. Κατά τις διατάξεις αυτές, ο τόπος της συνήθους κατοικίας αποδεικνύεται με οποιονδήποτε τρόπο, ιδίως με το δελτίο ταυτότητας ή με οποιοδήποτε άλλο έγκυρο έγγραφο. Μόνον όταν έχουν αμφιβολίες ως προς το κύρος της δηλώσεως σχετικά με τη συνήθη κατοικία ή προς τον σκοπό ορισμένων ειδικών ελέγχων, μπορούν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής να ζητούν συμπληρωματικά πληροφοριακά ή αποδεικτικά στοιχεία.
17 Τα άρθρα 15 και 29 των υπουργικών αποφάσεων Δ 247/13 και Δ 245/11 αντιστοίχως θεσπίζουν απλώς τον κανόνα ότι η απόδειξη της συνήθους κατοικίας βαρύνει τον ενδιαφερόμενο. Οι σχετικοί με την απόδειξη της συνήθους κατοικίας κανόνες περιέχονται στον τίτλο ΙΙ της εγκυκλίου Δ 366/26 Πολ. Η εγκύκλιος αυτή, η οποία απευθύνεται προς τις τελωνειακές αρχές, προσδιορίζει τα διάφορα έγγραφα που μπορούν να λαμβάνονται υπόψη προς απόδειξη της συνήθους κατοικίας.
18 Κατά την Επιτροπή, οι εκγύκλιοι δεν αποτελούν κατάλληλο μέσο μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο οδηγιών οι οποίες, όπως οι επίδικες, αποσκοπούν στη δημιουργία δικαιωμάτων υπέρ των ιδιωτών. Γενικώς, η ελληνική ρύθμιση παρέχει, κατά την Επιτροπή, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στις τελωνειακές αρχές όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να απαιτούν ανεξαρτήτως της υπάρξεως αμφιβολιών ως προς τον τόπο της συνήθους κατοικίας.
19 Η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί το βάσιμο της αιτιάσεως αυτής διατεινόμενη ότι η εγκύκλιος Δ 366/26 Πολ συμβιβάζεται με τις οδηγίες και ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην εγκύκλιο δεν μπορούν να απαιτηθούν ανεξαρτήτως της υπάρξεως αμφιβολιών ως προς τον τόπο της συνήθους κατοικίας.
20 Πρέπει να παρατηρηθεί συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων την απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1991, υπόθεση C-58/89, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Συλλογή 1991, σ. Ι-4983), σε περίπτωση κατά την οποία μια οδηγία αποσκοπεί στη δημιουργία δικαιωμάτων υπέρ των ιδιωτών, οι δικαιούχοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Αυτό δεν συμβαίνει όταν το μέσο που έχει επιλεγεί για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο είναι εγκύκλιος οι διατάξεις της οποίας δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα έναντι των τρίτων.
21 Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, οι επίδικες υπουργικές αποφάσεις δεν περιέχουν κανένα κανόνα μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο ούτε του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 83/182 ούτε του άρθρου 6, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 83/183, τα οποία επιτρέπουν στους ιδιώτες να αποδεικνύουν τη συνήθη κατοικία τους με οποιονδήποτε τρόπο και προβλέπουν ότι συμπληρωματικά πληροφοριακά ή αποδεικτικά στοιχεία μπορούν να ζητούνται μόνο στις περιπτώσεις όπου αμφισβητείται το κύρος της δηλώσεως σχετικά με τη συνήθη κατοικία ή διενεργούνται ορισμένοι ειδικοί έλεγχοι.
22 Τέλος, ο τίτλος ΙΙ της εγκυκλίου Δ 366/26 Πολ καθορίζει τα διάφορα έγγραφα τα οποία οι τελωνειακές αρχές μπορούν να λαμβάνουν υπόψη προς απόδειξη της συνήθους κατοικίας. Κατά το τελευταίο εδάφιο του τίτλου αυτού, τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία "λαμβάνονται υπόψη και για τη διαπίστωση της παραμονής ενός προσώπου επί 185 ημέρες ανά δωδεκάμηνο στο εξωτερικό, όταν η διαπίστωση αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει μόνο από το διαβατήριο".
23 Οι διατάξεις αυτές δεν ορίζουν σαφώς ότι η συνήθης κατοικία μπορεί να αποδειχθεί με οποιονδήποτε τρόπο και ότι μόνο σε περίπτωση αμφιβολίας ή στο πλαίσιο ειδικών ελέγχων μπορούν να ζητηθούν συμπληρωματικά πληροφοριακά ή αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, δεν μπορούν κατ' ουδένα τρόπο να θεωρηθούν ότι μεταφέρουν ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 83/182 και το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 83/183.
Επί της προβλεπομένης από την ελληνική ρύθμιση υποχρεώσεως προσκομίσεως, σε περίπτωση οριστικής εισαγωγής, πενταετούς αδείας διαμονής προς απόδειξη της μεταφοράς της συνήθους κατοικίας
24 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η υποχρέωση προσκομίσεως πενταετούς αδείας διαμονής προς απόδειξη της συνήθους κατοικίας, η οποία επιβάλλεται από τον τίτλο ΙΙΙ της εγκυκλίου Δ 357, επίσης αντιβαίνει στο άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 83/183.
25 Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει το απαράδεκτο της αιτιάσεως αυτής, δεδομένου ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε στην εγκύκλιο Δ 357 για πρώτη φορά με την απάντησή της σε ερώτηση του Δικαστηρίου. Η προσφεύγουσα διεύρυνε έτσι κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το αντικείμενο της διαφοράς.
26 Συναφώς, αρκεί η παρατήρηση ότι η προσφεύγουσα είχε αναφερθεί στην υποχρέωση προσκομίσεως πενταετούς αδείας διαμονής για τη χορήγηση της ατέλειας ήδη κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση. Δεδομένου ότι η αναφορά στην εγκύκλιο χρησίμευσε απλώς προς απόδειξη της αιτιάσεως αυτής, η αιτίαση πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή.
27 Με την απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, η Ελληνική Δημοκρατία αναγνώρισε μεν την ύπαρξη της υποχρεώσεως αυτής, αλλά υποστήριξε ότι είναι δικαιολογημένη. Συγκεκριμένα, κατά την καθής, θα ήταν παράλογο να επιβάλλεται στο κράτος μέλος να χορηγεί την ατέλεια που προβλέπει η οδηγία 83/183 προτού επιτραπεί στον ενδιαφερόμενο να εγκατασταθεί στο έδαφός του.
28 Πρέπει να παρατηρηθεί συναφώς ότι το άρθρο 6 της οδηγίας 83/183 περιέχει τους γενικούς κανόνες για τον καθορισμό της συνήθους κατοικίας. Στο άρθρο αυτό παρέχεται ο ορισμός της έννοιας, ούτως ώστε αυτή να έχει το ίδιο περιεχόμενο σε όλα τα κράτη μέλη, προβλέπονται δε κανόνες ως προς τον τρόπο αποδείξεως της συνήθους κατοικίας, προκειμένου να αποφεύγεται η δημιουργία αδικαιολογήτων εμποδίων στη χορήγηση της ατέλειας λόγω της υπάρξεως υπερβολικά αυστηρών απαιτήσεων ως προς την απόδειξη της συνήθους κατοικίας.
29 Ενόψει των σκοπών αυτών, το άρθρο 6 της οδηγίας 83/183 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά όχι μόνο την απόδειξη της συνήθους κατοικίας εντός του κράτους μέλους προελεύσεως αλλά επίσης και τη μεταφορά της συνήθους κατοικίας στο κράτος μέλος εισαγωγής. Οι απαιτήσεις ως προς την απόδειξη είναι οι ίδιες σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υπάρχει δε και στις δύο περιπτώσεις κίνδυνος παρεμβολής εμποδίων στη χορήγηση της ατέλειας.
30 Παρατηρείται στη συνέχεια ότι η μεταφορά της συνήθους κατοικίας μπορεί να αποδειχθεί με άλλα μέσα πέραν της αδείας διαμονής, ιδίως με την προσκόμιση συμβάσεως εργασίας αόριστης διάρκειας ή μισθωτηρίου συμβολαίου, και ότι, συνεπώς, η απαίτηση προσκομίσεως αδείας διαμονής ως μόνου αποδεικτικού στοιχείου αυτής της μεταφοράς κατοικίας δημιουργεί αδικαιολόγητα εμπόδια στη χορήγηση της ατέλειας. Τα εμπόδια αυτά πηγάζουν από την προθεσμία που προβλέπεται για την έκδοση της άδειας και η οποία, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 16), είναι έξι μήνες από της ημερομηνίας της αιτήσεως. Η οδηγία 83/183 αποσκοπεί ακριβώς στην εξάλειψη τέτοιων εμποδίων.
31 Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα που προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία με την απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, υπόθεση 48/75, Royer, Συλλογή τόμος 1976, σ. 203), η άδεια διαμονής δεν είναι πράξη συστατική του δικαιώματος του υπηκόου ενός κράτους μέλους να διαμένει σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να ασκήσει μια θεμελιώδη ελευθερία ή στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το παράγωγο δίκαιο, αλλ' αποτελεί απλώς απόδειξη της υπάρξεως αυτού του δικαιώματος διαμονής.
32 Για τους λόγους που αναφέρονται στις ανωτέρω σκέψεις, η μεταφορά της συνήθους κατοικίας πρέπει να μπορεί να αποδεικνύεται με οποιονδήποτε τρόπο, ανεξαρτήτως των διατυπώσεων που απαιτούνται για τη διαπίστωση του δικαιώματος διαμονής.
33 Συνεπώς, η αιτίαση που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 6, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 83/183 και αφορά την προβλεπόμενη από την ελληνική ρύθμιση υποχρέωση προσκομίσεως πενταετούς αδείας διαμονής προς απόδειξη της μεταφοράς της συνήθους κατοικίας είναι επίσης βάσιμη.
Επί της σφραγίσεως των διαβατηρίων
34 Η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι σφραγίζει τα διαβατήρια, αναγράφοντας τον αριθμό κυκλοφορίας του οχήματος, κατά την είσοδο στο ελληνικό έδαφος και κατά την έξοδο από αυτό, προς έλεγχο της διάρκειας παραμονής του οχήματος στην Ελλάδα. Κατά την Επιτροπή, η πρακτική αυτή των τελωνειακών αρχών αντιβαίνει στο άρθρο 2, παράγραφος 1, και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/148/ΕΟΚ, της 21ης Μαΐου 1973, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητας στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών, καθώς και στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 83/182.
35 Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις της οδηγίας 73/148 απαγορεύουν όλες τις διατυπώσεις για τη χορήγηση αδείας εισόδου στο έδαφος κράτους μέλους πέραν του ελέγχου του διαβατηρίου ή του δελτίου ταυτότητας στα σύνορα, ανεξαρτήτως του τόπου και του χρόνου καθώς και της μορφής χορηγήσεως της εν λόγω αδείας. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η επίδικη πρακτική, έστω και αν εφαρμόζεται μόνο στους ταξιδιώτες που είναι εφοδιασμένοι με διαβατήριο και όχι στους κατόχους δελτίου ταυτότητας, συνιστά πραγματικό εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και, συνεπώς, αντιβαίνει στις προαναφερθείσες διατάξεις.
36 Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 83/182, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει τη διενέργεια ελέγχων μόνον όταν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τον τόπο κατοικίας του προσώπου το οποίο εισάγει προσωρινά το όχημα. Στην περίπτωση αυτή δεν εμπίπτει η επίδικη πρακτική, η οποία αφορά κατά συστηματικό τρόπο τους κατόχους διαβατηρίου.
37 Πρέπει να παρατηρηθεί συναφώς ότι η επίδικη πρακτική δεν αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αντίθετο προς τις προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας 73/148. Πράγματι, κατά την πρακτική αυτή, οι ταξιδιώτες όφειλαν να εμφανίζουν το διαβατήριό τους προς απόδειξη της ταυτότητάς τους και δεν είχαν κανένα λόγο να αρνούνται την επίθεση σφραγίδων για τον έλεγχο της διάρκειας της παραμονής των οχημάτων στο ελληνικό έδαφος.
38 Εξάλλου, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 83/182 αφορά την απόδειξη της συνήθους κατοικίας ή της μεταφοράς της και όχι τον έλεγχο της τηρήσεως του χρονικού διαστήματος για το οποίο χορηγείται η ατέλεια. Ελλείψει συναφών κοινοτικών διατάξεων, τα κράτη είναι ελεύθερα να θεσπίζουν μέτρα όπως τα επίδικα.
39 Συνεπώς, η αιτίαση που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 1, και του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/148, καθώς και του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 83/182, και η οποία αφορά τη σφράγιση των διαβατηρίων των ταξιδιωτών με αναγραφή του αριθμού κυκλοφορίας των οχημάτων τους δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Επί της θεσπίσεως προθεσμίας προς επανεξαγωγή των οχημάτων που εκμισθώνονται εκ νέου σύμφωνα με το άρθρο 3, στοιχείο β', της οδηγίας 83/182
40 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η θέσπιση, με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της υπουργικής αποφάσεως 247/13, προθεσμίας δέκα ημερών για την επανεξαγωγή των οχημάτων που εκμισθώνονται εκ νέου σύμφωνα με το άρθρο 3, στοιχείο β', της οδηγίας 83/182 αντιβαίνει στη διάταξη αυτή.
41 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή περιέχει κανόνα ο οποίος απαγορεύει κάθε εκχώρηση ή εκμίσθωση των προσωρινώς εισαγομένων οχημάτων, προβλέποντας παράλληλα εξαίρεση από τον κανόνα αυτό, η οποία επιτρέπει την εκμίσθωση στην περίπτωση που το όχημα ανήκει σε επιχείρηση εδρεύουσα εντός της Κοινότητας και βρίσκεται στη συγκεκριμένη χώρα σε εκτέλεση συμβάσεως μισθώσεως η οποία έληξε στη χώρα αυτή. Πάντως, η εκμίσθωση επιτρέπεται μόνο προς τον σκοπό της επανεξαγωγής και όχι προκειμένου το όχημα να χρησιμοποιηθεί καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως μισθώσεως επί του εδάφους του κράτους μέλους στο οποίο εισήχθη προσωρινώς. Αν η οδηγία ερμηνευόταν κατά τον τρόπο που προτείνει η Επιτροπή, θα σημειώνονταν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην περίπτωση που οι επιχειρίσεις ενοικιάσεως αυτοκινήτων που έχουν την έδρα τους εκτός της Ελληνικής Δημοκρατίας χρησιμοποιούσαν οχήματα των οποίων το κόστος είναι μικρότερο από το κόστος των οχημάτων που χρησιμοποιούν οι υπαγόμενες στο ελληνικό δίκαιο επιχειρήσεις ενοικιάσεως αυτοκινήτων.
42 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Πράγματι, το άρθρο 3, στοιχείο β', της οδηγίας 83/182 θεσπίζει ένα πλήρες καθεστώς το οποίο εφαρμόζεται στην εκμίσθωση ορισμένων προσωρινώς εισαγομένων μεταφορικών μέσων και δεν προβλέπει καμία ειδική προθεσμία για την επανεξαγωγή των οχημάτων που εκμισθώνονται εκ νέου σε μη κατοίκους, η οποία ως εκ τούτου πρέπει να γίνεται εντός του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται για την προσωρινή εισαγωγή. Αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε θελήσει να αποφύγει την κατάσταση που περιγράφει η Ελληνική Δημοκρατία, θα είχε ορίσει ο ίδιος προθεσμία για την εν λόγω επανεξαγωγή.
43 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη
* μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων του άρθρου 7 της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων, και του άρθρου 6 της οδηγίας 83/183/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, σχετικά με τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στις οριστικές εισαγωγές από κράτος μέλος προσωπικών ειδών που ανήκουν σε ιδιώτες,
* δίδοντας στον όρο "συνήθης κατοικία" ορισμό διαφορετικό από τον επιβαλλόμενο από τις προαναφερθείσες διατάξεις,
* απαιτώντας διετή τουλάχιστον διαμονή σε άλλο κράτος μέλος για τη χορήγηση της ατέλειας σε περίπτωση οριστικής εισαγωγής, κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/183,
* επιβάλλοντας την υποχρέωση προσκομίσεως πενταετούς αδείας διαμονής προς απόδειξη της μεταφοράς της συνήθους κατοικίας, κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 83/183, και
* ορίζοντας προθεσμία δέκα ημερών για την επανεξαγωγή των οχημάτων που εκμισθώνονται σύμφωνα με το άρθρο 3, στοιχείο β', της οδηγίας 83/182, κατά παράβαση αυτής της διατάξεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
44 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε ως προς τους κύριους ισχυρισμούς της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ
* μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων του άρθρου 7 της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων, και του άρθρου 6 της οδηγίας 83/183/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, σχετικά με τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στις οριστικές εισαγωγές από κράτος μέλος προσωπικών ειδών που ανήκουν σε ιδιώτες,
* δίδοντας στον όρο "συνήθης κατοικία" ορισμό διαφορετικό από τον επιβαλλόμενο από τις προαναφερθείσες διατάξεις,
* απαιτώντας διετή τουλάχιστον διαμονή σε άλλο κράτος μέλος για τη χορήγηση της ατέλειας σε περίπτωση οριστικής εισαγωγής, κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/183,
* επιβάλλοντας την υποχρέωση προσκομίσεως πενταετούς αδείας διαμονής προς απόδειξη της μεταφοράς της συνήθους κατοικίας, κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 83/183, και
* ορίζοντας προθεσμία δέκα ημερών για την επανεξαγωγή των οχημάτων που εκμισθώνονται σύμφωνα με το άρθρο 3, στοιχείο β', της οδηγίας 83/182, κατά παράβαση αυτής της διατάξεως.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy