Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Πράξεις των οργάνων * Διαδικασία εκδόσεως * Διαβούλευση με το Κοινοβούλιο * Νέα διαβούλευση σε περίπτωση ουσιώδους τροποποιήσεως της αρχικής προτάσεως
2. Μεταφορές * Εσωτερική ναυσιπλοΐα * Διαρθρωτική εξυγίανση * Πριμοδοτήσεις για τη διάλυση πλοίου * Ειδική εισφορά * Μεταβατικό σύστημα * Παραβίαση των αρχών της μη αναδρομικότητας, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως * Δεν υφίσταται
(Κανονισμός 1101/89 του Συμβουλίου, άρθρο 8 PAR 1, στοιχ. α', και PAR 3, στοιχ. α')
Περίληψη
1. Στις περιπτώσεις που προβλέπεται, η διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνεπάγεται ότι χωρεί νέα διαβούλευση κάθε φορά που το κείμενο που θεσπίζεται τελικώς, εξεταζόμενο στο σύνολό του, απέχει ως προς την ουσία του από το κείμενο επί του οποίου χώρησε ήδη διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, εξαιρέσει των περιπτώσεων στις οποίες οι τροπολογίες ανταποκρίνονται, ως προς την ουσία, στην επιθυμία που εξέφρασε το ίδιο το Κοινοβούλιο.
2. Δεν παραβιάζει τις αρχές της μη αναδρομικότητας, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως το μεταβατικό σύστημα που προβλέπεται στο άρθρο 8 του κανονισμού 1101/89, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλοΐας, το οποίο εξαρτά, για καθορισμένη περίοδο, τη δρομολόγηση νεότευκτων πλοίων από τον όρο ότι ο ιδιοκτήτης του προς δρομολόγηση πλοίου διαλύει, χωρίς να λάβει πριμοδότηση διαλύσεως, χωρητικότητα ισοδύναμη με εκείνη του πλοίου αυτού ή ότι καταβάλλει στο Ταμείο διαλύσεως ειδική εισφορά ίση προς το ποσό της πριμοδοτήσεως διαλύσεως, εφόσον δεν προσκομίζει την απόδειξη ότι το πλοίο ήταν ήδη υπό κατασκευή κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού, ότι οι ήδη πραγματοποιηθείσες εργασίες αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον τη χρήση του 20 % της ποσότητας του αναγκαίου χάλυβα ή τη χρήση 50 τόννων και ότι η παράδοση και η δρομολόγηση του σκάφους θα πραγματοποιηθεί εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του κανονισμού.
Συγκεκριμένα, αφενός, καίτοι αληθεύει ότι ο κανονισμός, ο οποίος δεν εφαρμόζεται παρά μετά από την έναρξη ισχύος του, επάγεται επαχθείς συνέπειες όσον αφορά ορισμένους επιχειρηματίες, οι οποίοι έδωσαν παραγγελίες ναυπηγήσεως πριν από την έναρξη ισχύος του, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αυτοί μπορούσαν να έχουν τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι τα νέα πλοία που παραγγέλθηκαν λίγο μετά τη δημοσίευση της προτάσεως του κανονισμού μπορούσαν να δρομολογηθούν υπό τους προβλεπόμενους σ' αυτήν όρους, οι οποίοι ήσαν λιγότερο αυστηροί από τους τελικώς υιοθετηθέντες, παρ' όλον ότι η Επιτροπή μπορούσε να τροποποιήσει την πρότασή της ανά πάσα στιγμή, το Συμβούλιο μπορούσε να εκδώσει πράξη συνιστώσα τροποποίηση της προτάσεως και οι ίδιοι έπρεπε να γνωρίζουν ότι οι επαγγελματικοί κύκλοι επιθυμούσαν ένα πιο αυστηρό μεταβατικό σύστημα.
Αφετέρου, όσον αφορά την αναλογικότητα, φαίνεται ότι το θεσπισθέν σύστημα είναι το ενδεδειγμένο και ότι το Συμβούλιο έκρινε ότι το εν λόγω σύστημα ήταν αναγκαίο προκειμένου να περιοριστούν κατά τρόπο αποτελεσματικό οι νέες επενδύσεις σε έναν τομέα χαρακτηριζόμενο από διαρθρωτικά πλεονάσματα μεταφορικής ικανότητας.
Τέλος, όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, δεν μπορεί να απαιτείται από τον κοινοτικό νομοθέτη να διαρρυθμίζει θεσπισθέντες κατ' αντικειμενικό τρόπο όρους σχετικούς με την εφαρμογή ενός συστήματος ώστε να λαμβάνονται υπόψη κατ' ιδίαν αποφάσεις, όπως η επιλογή ναυπηγείου μη δυναμένου να μειώσει τον χρόνο παραδόσεως ναυπηγηθέντος πλοίου.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-13/92, C-14/92, C-15/92 και C-16/92,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του College van Beroep voor het Bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Driessen en Zonen vof,
A. Molewijk,
Motorschiff Sayonara Basel AG,
C. Mourik en Zoon vof
και
Minister van Verkeer en Waterstaat,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', και παράγραφος 3, στοιχείο α', του κανονισμού 1101/89 του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 1989, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλοΐας (ΕΕ L 116, σ. 25),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Driessen en Zonen vof, εκπροσωπούμενη από τον A. M. Bleeker-Van Velzen, δικηγόρο Ρότερνταμ,
* οι A. Molewijk, Motorschiff Sayonara Basel AG και Mourik en Zoon vof, εκπροσωπούμενοι από τους J. J. Feenstra και W. P. Sprenger, δικηγόρους Ρότερνταμ,
* η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. R. Bot, Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών,
* το Συμβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους P. Woodland και G. Houttuin, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
* η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους T. Van Rijn και X. Lewis, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Driessen en Zonen vof, του A. Molewijk, της Motorschiff Sayonara Basel AG και της Mourik en Zoon vof, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον A. Bos, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Μαΐου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1991, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 22 Ιανουαρίου 1992, το College van Beroep voor het Bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', και παράγραφος 3, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΟΚ) 1101/89 του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 1989, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλοΐας (ΕΕ L 116, σ. 25, στο εξής: κανονισμός).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ των εταιριών Driessen en Zonen (στο εξής: Driessen), A. Molewijk (στο εξής: Molewijk), Motorschiff Sayonara Basel (στο εξής: Sayonara) και C. Mourik en Zoon (στο εξής: Mourik) και του Υπουργού των Συγκοινωνιών, Υδάτινων Πόρων και Δημοσίων 'Εργων.
3 Σκοπός του κανονισμού είναι να θέσει τέρμα στα διαρθρωτικά πλεονάσματα μεταφορικής ικανότητας στον τομέα της εσωτερικής ναυσιπλοΐας. Προς τούτο προβλέπει ένα σύστημα συντονισμένων πράξεων διαλύσεως σε κοινοτικό επίπεδο.
4 Βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, καθένα από τα κράτη μέλη, του οποίου οι πλωτές οδοί συνδέονται με τις πλωτές οδούς άλλου κράτους μέλους και διαθέτει στόλο ολικής χωρητικότητας μεγαλύτερης από 100 000 τόννους, οφείλει να συστήσει ένα Ταμείο διαλύσεως. Το άρθρο 4 προβλέπει ότι, για καθένα από τα σκάφη που υπόκεινται στον κανονισμό, ο ιδιοκτήτης καταβάλλει εισφορά σ' ένα από τα Ταμεία που συνιστώνται βάσει του άρθρου 3. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, ο ιδιοκτήτης κάθε σκάφους στο οποίο εφαρμόζεται ο κανονισμός λαμβάνει, σε περίπτωση που το διαλύσει, από το Ταμείο στο οποίο υπάγεται, πριμοδότηση διαλύσεως. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, ορίζει ότι η Επιτροπή καθορίζει το ύψος των ετησίων εισφορών που πρέπει να καταβάλλονται στο Ταμείο για κάθε σκάφος, το ύψος των πριμοδοτήσεων διαλύσεως, την περίοδο της ενέργειας διαλύσεως κατά τη διάρκεια της οποίας καταβάλλονται οι πριμοδοτήσεις διαλύσεως, τους όρους υπό τους οποίους χορηγούνται οι πριμοδοτήσεις αυτές και τον συντελεστή αποτιμήσεως για τους διαφόρους τύπους και κατηγορίες πλωτού υλικού.
5 Προκειμένου να αποφευχθεί η εξουδετέρωση των αποτελεσμάτων των πράξεων διαλύσεως από ταυτόχρονη δρομολόγηση πρόσθετης μεταφορικής ικανότητας, το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού προβλέπει ότι, κατά τη διάρκεια περιόδου πέντε ετών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού, η δρομολόγηση νεότευκτων πλοίων υπόκειται στον όρο:
"* ότι ο ιδιοκτήτης του νηολογημένου σκάφους οφείλει να διαλύσει, χωρίς να λάβει πριμοδότηση διαλύσεως, χωρητικότητα ισοδύναμη με εκείνη αυτού του σκάφους (σύστημα αποκαλούμενο 'το παλαιό για το καινούργιο' ),
* ή ότι, εάν δεν προβεί σε διάλυση σκάφους, οφείλει να καταβάλει στο Ταμείο στο οποίο υπάγεται το νέο του σκάφος ή σε εκείνο το οποίο επιλέγει σύμφωνα με το άρθρο 4 ειδική εισφορά ίση με το ποσό της πριμοδότησης διάλυσης που έχει καθοριστεί για χωρητικότητα ισοδύναμη με αυτή του νέου σκάφους,
(...)."
6 Το άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο α', του κανονισμού προβλέπει μια μεταβατική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο ιδιοκτήτης νεότευκτου πλοίου δεν υποχρεούται να διαλύσει πλοίο ισοδύναμης χωρητικότητας ή να καταβάλλει ειδική εισφορά, εφόσον προσκομίζει την απόδειξη ότι το πλοίο:
"* ήταν ήδη υπό κατασκευή όταν τέθηκε σε ισχύ ο παρών κανονισμός,
* οι ήδη πραγματοποιηθείσες εργασίες αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον τη χρήση του 20 % της ποσότητας του αναγκαίου χάλυβα ή τη χρήση 50 τόννων, και
* η παράδοση και η δρομολόγηση του σκάφους θα πραγματοποιηθεί εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού".
7 Δεδομένου ότι ο κανονισμός άρχισε να ισχύει, δυνάμει του άρθρου του 11, την ημέρα της δημοσιεύσεώς του, δηλαδή στις 28 Απριλίου 1989, η προβλεπόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο α', τρίτη περίπτωση, προθεσμία έληξε στις 28 Οκτωβρίου 1989.
8 Οι τρείς όροι της εφαρμογής του μεταβατικού συστήματος, που παρατέθηκαν στη σκέψη 6 ανωτέρω, δεν περιλαμβάνονταν στη πρώτη πρόταση κανονισμού που υποβλήθηκε από την Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 19 Μαΐου 1988 (ΕΕ C 297, σ. 13). Πράγματι, το άρθρο 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, επέβαλλε απλώς την υποχρέωση στον τυγχάνοντα του μεταβατικού συστήματος να προσκομίζει την απόδειξη ότι η ναυπήγηση νέων πλοίων είχε ήδη αρχίσει την ημέρα που αποφασίστηκε μια πράξη διαλύσεως.
9 Στις 2 Σεπτεμβρίου 1988, η Διεθνής 'Ενωση Εσωτερικής Ναυσιπλοΐας (ΔΕΕΝ) και η Ευρωπαϊκή Οργάνωση Πλοιοκτητών (ΕΟΠ) απευθύνθηκαν εγγράφως στην Επιτροπή. Θεωρώντας ότι η διατύπωση του άρθρου 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, που περιείχετο στην προαναφερθείσα πρόταση, δεν ήταν επαρκώς αυστηρή, πρότειναν να εξαρτηθεί η εφαρμογή του εν λόγω συστήματος από την ικανοποίηση τριών όρων. Στις 14 Οκτωβρίου 1988, το Nederlandse sociaal economische raad (SER) απέστειλε στον Minister van Verkeer en Waterstaat (στο εξής: Υπουργός) γνωμοδότηση με την οποία πρότεινε μια πιο αυστηρή διατύπωση. Τέλος, μεταξύ Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 1988, δημοσιεύθηκαν σε διάφορες επαγγελματικές επιθεωρήσεις άρθρα τα οποία εξέφραζαν παρόμοιες απόψεις.
10 Στις 16 Νοεμβρίου 1988, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διατύπωσε γνώμη επί της προτάσεως της Επιτροπής (ΕΕ C 326, σ. 54). Στη γνώμη αυτή το άρθρο 8 είχε τροποποιηθεί προκειμένου να περιλάβει τους τρεις όρους που είχαν προτείνει η ΔΕΕΝ και η ΕΟΠ με το προαναφερθέν έγγραφο.
11 Στις 23 Δεκεμβρίου 1988, η Επιτροπή υπέβαλε τροποποιημένη πρόταση (ΕΕ 1989, C 31, σ. 14), στην οποία διαλαμβάνονταν οι εν λόγω τρείς όροι με διατύπωση πανομοιότυπη με εκείνη που είχε προτείνει το Κοινοβούλιο. Ο πρώτος και ο τρίτος όρος, των οποίων το κείμενο είναι σε ορισμένα σημεία διαφορετικό από το παρατεθέν στη σκέψη 6 ανωτέρω κείμενο του τελικώς εκδοθέντος κανονισμού, είχαν διατυπωθεί ως ακολούθως:
"α) ότι ήταν ήδη υπό κατασκευή όταν άρχισε η εν λόγω ενέργεια διάλυσης
(...)
γ) ότι η παράδοση και η λειτουργία του πλοίου θα πραγματοποιηθούν εντός των έξι μηνών που ακολουθούν από την έναρξη της ενέργειας που αναφέρθηκε στο στοιχείο α'".
12 Η Driessen, διάδικος της κυρίας δίκης στην υπόθεση C-13/92, έδωσε με πράξη της 14ης Δεκεμβρίου 1988 εντολή στο ναυπηγείο Van Eijk Scheepsbouw για τη ναυπήγηση και την παράδοση ενός σκελετού από χάλυβα για ένα πλοίο εσωτερικής ναυσιπλοΐας, το οποίο έπρεπε να παραδοθεί το αργότερο κατά την τέταρτη εβδομάδα του 1990. Με έγγραφο της 5ης Ιανουαρίου 1990, ο Υπουργός των Συγκοινωνιών και των Υδάτινων Πόρων γνωστοποίησε στην Driessen ότι δεν είχε εκπληρώσει τον όρο σχετικά με τη δρομολόγηση εντός έξι μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού. Ο σκελετός παραδόθηκε από το ναυπηγείο τη δεύτερη εβδομάδα του 1990 και το πλοίο δρομολογήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1990.
13 Ο Α. Molewijk, διάδικος της κυρίας δίκης στην υπόθεση C-14/92, έδωσε, με πράξη της 25ης Νοεμβρίου 1988, εντολή στο ναυπηγείο Grave BV για τη ναυπήγηση πλοίου εσωτερικής ναυσιπλοΐας, το οποίο θα παρεδίδετο το αργότερο στις 31 Μαρτίου 1990. Με απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990, ο Υπουργός επέβαλε στον A. Molewijk την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των 873 933 HFL ως ειδική εισφορά προβλεπόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού. Η παράδοση του πλοίου έγινε στις 7 Απριλίου 1990 και η δρομολόγησή του στις 21 Απριλίου 1990.
14 Η Sayonara, διάδικος της κυρίας δίκης στην υπόθεση C-15/92, έδωσε, με πράξη της 1ης Μαρτίου 1989, εντολή στο ναυπηγείο Scheepswerf Slob BV για τη ναυπήγηση πλοίου εσωτερικής ναυσιπλοΐας, το οποίο θα παρεδίδετο στις 31 Ιανουαρίου 1990. Με απόφαση της 28ης Μαΐου 1990, ο Υπουργός επέβαλε στη Sayonara την καταβολή της ειδικής εισφοράς που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού. Η πρώτη μεταφορά με το εν λόγω πλοίο πραγματοποιήθηκε στις 22 Ιουνίου 1990.
15 Η Mourik, διάδικος της κυρίας δίκης στην υπόθεση C-16/92, έδωσε, με πράξη της 25ης Φεβρουαρίου 1989, εντολή στο ναυπηγείο Gebroeders Buys Scheepsbouw BV για τη ναυπήγηση πλοίου εσωτερικής ναυσιπλοΐας, το οποίο θα παρεδίδετο τον Απρίλιο 1990. Με έγγραφο της 13ης Οκτωβρίου 1989, ο Υπουργός γνωστοποίησε στην εταιρία Mourik ότι το υπό ναυπήγηση πλοίο δεν πληρούσε τον προβλεπόμενο στο άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο α', του κανονισμού όρο, κατά τον οποίο οι ήδη πραγματοποιηθείσες εργασίες έπρεπε να αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον τη χρήση του 20 % της ποσότητας του αναγκαίου χάλυβα ή τη χρήση 50 τόννων. Με απόφαση της 9ης Απριλίου 1990, ο Υπουργός επέβαλε στην εταιρία την υποχρέωση να καταβάλει ειδική εισφορά βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού, διότι, πέραν του ότι δεν επληρούτο ο εν λόγω όρος, το πλοίο είχε δρομολογηθεί κατά το μέσον του έτους 1990.
16 Οι τέσσερις προσφεύγοντες στις υποθέσεις των κυρίων δικών (στο εξής: προσφεύγοντες) άσκησαν προσφυγές ενώπιον του College van Beroep voor het Bedrijfsleven, με τις οποίες ζήτησαν την ακύρωση των αποφάσεων που τους επέβαλαν την καταβολή της ειδικής εισφοράς.
17 Στο πλαίσιο αυτό το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο είναι πανομοιότυπο και στις τέσσερις υποθέσεις των κυρίων δικών:
"Είναι ανίσχυρες οι διατάξεις περί ειδικής εισφοράς του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1101/89 του Συμβουλίου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί μεταβατικού συστήματος του προαναφερθέντος άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο α', καθόσον δεν λαμβάνεται, ή τουλάχιστον δεν λαμβάνεται επαρκώς, με αυτές υπόψη μια κατάσταση όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην παρούσα δίκη;"
18 Οι καταστάσεις τις οποίες μνημονεύει το εθνικό δικαστήριο είναι αυτές που περιγράφηκαν στις σκέψεις 12 έως 15.
19 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών των κυρίων δικών, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
20 Πρέπει να εξεταστούν διαδοχικώς οι διάφοροι λόγοι ακυρώσεως τους οποίους επικαλέστηκαν με τις παρατηρήσεις τους οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών.
Επί του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να τηρείται η διαδικασία διαβουλεύσεως με αυτό
21 Τρεις από τους τέσσερις προσφεύγοντες των κυρίων δικών υποστηρίζουν ότι η διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έπρεπε να είχε λάβει χώρα και δεύτερη φορά δεδομένου ότι το τελικώς εγκριθέν από το Κοινοβούλιο κείμενο του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 3, αφίστατο ουσιωδώς της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής.
22 Οι εν λόγω προσφεύγοντες ισχυρίζονται, αφενός, ότι το κείμενο που τελικώς υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο προσέθεσε δύο νέους όρους, οι οποίοι περιλαμβάνονται στη δεύτερη και τρίτη περίπτωση του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο α', του κανονισμού, στον όρο που αρχικώς προβλεπόταν στην πρόταση της Επιτροπής προκειμένου να τύχει εφαρμογής το μεταβατικό σύστημα, καθιστώντας έτσι σημαντικά αυστηρότερους τους όρους του συστήματος αυτού. Ισχυρίζονται, αφετέρου, ότι η ημερομηνία, κατά την οποία εφαρμόζεται το σύστημα της διαλύσεως που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού και κατά την οποία πρέπει να εξακριβωθεί εάν πληρούνται οι όροι που προβλέπονται προκειμένου να εφαρμοστούν οι ευεργετικές διατάξεις του μεταβατικού συστήματος, είναι, στο κείμενο του εκδοθέντος από το Συμβούλιο κανονισμού, η έναρξη ισχύος του κανονισμού και όχι πλέον, όπως ίσχυε στην αρχική πρόταση της Επιτροπής, η έναρξη κάθε ενέργειας διαλύσεως αποφασισθείσας από το όργανο αυτό.
23 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, απαιτείται νέα διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάθε φορά που το κείμενο που θεσπίζεται τελικώς, εξεταζόμενο στο σύνολό του, απέχει ως προς την ουσία του από το κείμενο επί του οποίου χώρησε ήδη διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, εξαιρέσει των περιπτώσεων στις οποίες οι τροπολογίες ανταποκρίνονται, ως προς την ουσία, στην επιθυμία που εξέφρασε το ίδιο το Κοινοβούλιο (απόφαση της 16ης Ιουνίου 1992, C-65/90, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. Ι-4593, σκέψη 16).
24 Επί του πρώτου σημείου, αρκεί να τονιστεί ότι, ναι μεν η αρχική πρόταση της Επιτροπής προέβλεπε απλώς ότι δεν υπέκειντο στο προβλεπόμενο από το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού σύστημα τα πλοία για τα οποία οι ιδιοκτήτες προσκόμιζαν την απόδειξη ότι ήταν υπό κατασκευή την ημέρα που αποφασίστηκε η πράξη διαλύσεως και ναι μεν το τελικώς υιοθετηθέν από το Συμβούλιο κείμενο προσέθεσε, στο άρθρο του 8, παράγραφος 3, στοιχείο α', δεύτερη και τρίτη περίπτωση, δύο νέους όρους, ήτοι, αφενός, ότι οι ήδη πραγματοποιηθείσες εργασίες αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον τη χρήση του 20 % της ποσότητας του αναγκαίου χάλυβα ή τη χρήση 50 τόννων και, αφετέρου, ότι η παράδοση και η δρομολόγηση του σκάφους θα πραγματοποιηθεί εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του κανονισμού, πλην όμως οι δύο αυτοί όροι προστέθηκαν κατόπιν ρητής αιτήσεως του Κοινοβουλίου.
25 Επί του δευτέρου σημείου, αρκεί να διαπιστωθεί ότι, ναι μεν στην αρχική πρόταση της Επιτροπής η ημερομηνία ενάρξεως εφαρμογής του συστήματος διαλύσεως που προβλεπόταν στο άρθρο 8, παράγραφος 1, και εκτιμήσεως του εάν επληρούτο ο όρος ο τεθείς προκειμένου να εφαρμοστούν οι ευεργετικές διατάξεις του μεταβατικού συστήματος, δηλαδή ο όρος ο οποίος περιελήφθη κατόπιν στο άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο α', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού, ήταν η ημερομηνία ενάρξεως της αποφασισθείσας από την Επιτροπή πράξεως διαλύσεως, και ναι μεν στο τελικώς υιοθετηθέν από το Συμβούλιο κείμενο η εν λόγω ημερομηνία είναι η ημερομηνία ενάρξεως της εφαρμογής του κανονισμού, πλην όμως μια τέτοια τροποποίηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης τροποποίηση του εγκριθέντος από το Κοινοβούλιο κειμένου, εφόσον η Επιτροπή μπορούσε, βάσει του τελευταίου αυτού κειμένου, να αποφασίσει μια πράξη διαλύσεως αμέσως μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού.
26 Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν ήταν αναγκαία νέα διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Επί των αρχών της μη αναδρομικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
27 Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι το θεσπισθέν με τον κανονισμό σύστημα εφαρμόζεται επί εννόμων καταστάσεων οι οποίες γεννήθηκαν προ της ενάρξεως της ισχύος του και ότι, για τον λόγο αυτό, ο κανονισμός αντίκειται στις αρχές της ασφαλείας δικαίου και της μη αναδρομικότητας των νόμων. Τονίζουν ότι οι συμβάσεις ναυπηγήσεως νέων πλοίων τις οποίες συνήψαν υπογράφηκαν προ της ενάρξεως της ισχύος του επίμαχου κανονισμού, ο οποίος, επομένως, τους επιβάλλει αναδρομικώς νέες υποχρεώσεις.
28 Ο επίμαχος κανονισμός τέθηκε σε ισχύ στις 28 Απριλίου 1989. Δυνάμει όμως του άρθρου του 11, δεύτερο εδάφιο, ορίστηκε ρητώς ως ημερομηνία ενάρξεως της εφαρμογής του η 1η Μαΐου 1989. Συνεπώς, οι διατάξεις του δεν έχουν εφαρμογή προ της ενάρξεως της ισχύος του.
29 Ωστόσο, γεγονός είναι ότι ο κανονισμός επάγεται επαχθείς συνέπειες για ορισμένους επιχειρηματίες, όπως οι προσφεύγοντες, οι οποίοι έδωσαν παραγγελίες ναυπηγήσεως προ της ενάρξεως της ισχύος του.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί αν το Συμβούλιο, επιβάλλοντας τέτοια βάρη σε ορισμένους επιχειρηματίες, τήρησε κατά την άσκηση της κανονιστικής του εξουσίας την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων.
31 Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται συναφώς ότι η πρόταση κανονισμού που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 22 Νοεμβρίου 1988 είχε ήδη προβλέψει ένα μεταβατικό σύστημα και ότι, συνεπώς, μπορούσαν να έχουν τη θεμιτή προσδοκία ότι τα νέα πλοία τα οποία είχαν παραγγελθεί λίγο χρόνο μετά τη δημοσίευση της προτάσεως αυτής θα μπορούσαν να δρομολογηθούν ελεύθερα, χωρίς να πρέπει να τηρηθούν οι πιο περιοριστικοί όροι που τελικώς περιελήφθησαν στον κανονισμό.
32 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
33 Πρώτον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ήταν δυνατό να δημιουργηθεί στους προσφεύγοντες των κυρίων δικών δικαιολογημένη εμπιστοσύνη βασιζόμενη στη διατήρηση του συστήματος που προβλεπόταν στην προπαρατεθείσα πρόταση της Επιτροπής, δεδομένου ότι από το άρθρο 149 της Συνθήκης προκύπτει ότι το όργανο αυτό μπορεί να τροποποιήσει οποτεδήποτε μια τέτοια πρόταση και ότι το Συμβούλιο μπορεί να εκδώσει πράξη συνιστώσα τροπολογία της προτάσεως.
34 Δεύτερον, ενόψει του αποσταλέντος στην Επιτροπή εγγράφου της ΔΕΕN και της ΕΟΠ, της απευθυνθείσας στον Υπουργό γνωμοδοτήσεως του SER, καθώς και των διαφόρων άρθρων που δημοσιεύθηκαν στον ειδικευμένο Τύπο, οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών έπρεπε να γνώριζαν ότι οι ενδιαφερόμενοι επαγγελματικοί κύκλοι θεωρούσαν ότι το μεταβατικό σύστημα, όπως προβλεπόταν στην αρχική πρόταση της Επιτροπής, δεν ήταν αρκετά αυστηρό. Σημειωτέον επί του σημείου αυτού ότι, τον Σεπτέμβριο 1988, οι επαγγελματικές οργανώσεις είχαν ήδη προτείνει να εξαρτηθεί η εφαρμογή του εν λόγω συστήματος από τρείς όρους οι οποίοι ουσιαστικώς αντιστοιχούσαν στους όρους οι οποίοι τελικώς υιοθετήθηκαν.
35 Επομένως, οι επίδικες διατάξεις δεν παραβιάζουν την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Επί της αρχής της αναλογικότητας
36 'Οσον αφορά την αναλογικότητα των επίδικων διατάξεων, κατά της οποίας βάλλουν οι προσφεύγοντες, διαπιστώνεται, κατ' αρχάς, ότι οι διατάξεις αυτές ενδείκνυνται προκειμένου να περιοριστούν οι νέες επενδύσεις σε έναν τομέα χαρακτηριζόμενο από διαρθρωτικά πλεονάσματα μεταφορικής ικανότητας, πράγμα το οποίο αποτελεί τον σκοπό που επιδιώκει ο κανονισμός, όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη.
37 Εν συνεχεία, πρέπει να τονισθεί ότι οι όροι από τους οποίους το άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο α', του κανονισμού εξαρτά τη μεταβατική παρέκκλιση δεν φαίνεται να υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.
38 Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο θεώρησε ευλόγως ότι με λιγότερο αυστηρούς όρους οι επιχειρήσεις θα είχαν τη δυνατότητα να δώσουν ταχέως τις παραγγελίες τους για τη ναυπήγηση νέων πλοίων λίγο χρόνο προ της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού, οπότε η δρομολόγηση των πλοίων αυτών θα είχε αυξήσει τα υφιστάμενα πλεονάσματα μεταφορικής ικανότητας.
39 Εξάλλου, τον κίνδυνο αυτό είχαν επισημάνει τόσο οι σχετικές επαγγελματικές οργανώσεις όσο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στη γνωμοδότησή του της 16ης Νοεμβρίου 1988.
40 Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται το συμπέρασμα ότι με τις επίδικες διατάξεις δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.
Επί της αρχής της ισότητας
41 Κατά τους προσφεύγοντες, το Συμβούλιο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως καθόσον οι όροι από τους οποίους εξαρτάται η εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων της μεταβατικής παρεκκλίσεως ενέχουν δυσμενή διάκριση εις βάρος των επιχειρήσεων οι οποίες παρήγγειλαν τη ναυπήγηση των πλοίων σε μικρά ναυπηγεία, μη δυνάμενα να συντομεύσουν το χρόνο παραδόσεως, σε σχέση με τις επιχειρήσεις εκείνες οι οποίες, έχοντας επιλέξει μεγάλο ναυπηγείο, είναι σε θέση να επιτύχουν ταχύτερη παράδοση και να δρομολογήσουν έτσι τα πλοία τους εντός της προθεσμίας που ορίζει ο κανονισμός προκειμένου να τύχουν της εν λόγω ευεργετικής παρεκκλίσεως.
42 Το επιχείρημα αυτό είναι απορριπτέο. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον κοινοτικό νομοθέτη, βάσει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, να διαρρυθμίζει θεσπισθέντες κατ' αντικειμενικό τρόπο όρους σχετικούς με την εφαρμογή ενός συστήματος ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι κατ' ιδίαν αποφάσεις κάθε επιχειρηματία, όπως η επιλογή του ναυπηγείου στο οποίο παραγγέλλει τη ναυπήγηση πλοίου.
43 Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος των διατάξεων του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', δεύτερη περίπτωση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΟΚ) 1101/89 του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 1989, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλοΐας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
44 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1991 το College van Beroep voor het Bedrijfsleven, αποφαίνεται:
Από την εξέταση του ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος των διατάξεων του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', δεύτερη περίπτωση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΟΚ) 1101/89 του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 1989, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλοΐας.
Full & Egal Universal Law Academy