Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών * Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων * Εφαρμογή σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους, που ενεργεί στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μιας εθνικής διατάξεως που επιβάλλει στους αλλοδαπούς που παρίστανται ενώπιον του δικαστηρίου την "cautio judicatum solvi" * Ανεπίτρεπτη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 59 και 60)
2. Κοινοτικό δίκαιο * Αρχές * Ίση μεταχείριση * Δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγενείας * Εξάρτηση της παροχής εθνικής μεταχειρίσεως σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους από την ύπαρξη συμφωνίας αμοιβαιότητας * Ανεπίτρεπτη
3. Κοινοτικό δίκαιο * Αποτελεσματικότητα του εσωτερικού δικαίου * Διάκριση μεταξύ διαφόρων τομέων * Ανεπίτρεπτη * Εφαρμογή των κανόνων περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε επαγγελματία, υπήκοο άλλου κράτους μέλους, ο οποίος παρεμβαίνει σε υπόθεση κληρονομικού δικαίου
Περίληψη
1. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που διατυπώνεται στο άρθρο 59 της Συνθήκης, έχει εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις όπου ένας επαγγελματίας προσφέρει τις υπηρεσίες του, κανονικά έναντι αμοιβής, εντός κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό στο οποίο είναι εγκατεστημένος, ασχέτως του πού είναι εγκατεστημένοι οι αποδέκτες των υπηρεσιών αυτών.
Το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος υποχρεώνει κάποιον υπήκοο άλλου κράτους μέλους, ο οποίος υπό την ιδιότητά του ως εκτελεστή διαθήκης ασκεί αγωγή ενώπιον δικαστηρίου του κράτους αυτού, να παράσχει cautio judicatum solvi, συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας, η οποία απαγορεύεται από τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης.
2. Το δικαίωμα της ίσης μεταχειρίσεως που αναγνωρίζεται από το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να εξαρτάται από την ύπαρξη διεθνών συμβάσεων που στηρίζονται στην αρχή της αμοιβαιότητας οι οποίες έχουν συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών.
3. Η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με τον τομέα του εθνικού δικαίου εντός του οποίου αναπτύσσει τα αποτελέσματά του. Το γεγονός ότι η διαφορά υπάγεται, από άποψη ουσιαστικού δικαίου, στο κληρονομικό δίκαιο δεν επιτρέπει τη μη εφαρμογή του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο στον επαγγελματία που έχει αναλάβει την υπόθεση.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-20/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Landgericht του Αμβούργου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης της ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, μεταξύ
Anthony Hubbard
και
Peter Hamburger,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7 και 59 της Συνθήκης της ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. N. Kακούρη, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη από τον H. Etienne, κύριο νομικό σύμβουλο, και Ε. Lasnet, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 11ης Δεκεμβρίου 1991, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιανουαρίου 1992, το Landgericht του Αμβούργου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με τα άρθρα 7, παράγραφος 1, και 59 της Συνθήκης αυτής.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο αγωγής που άσκησε ο Hubbard κατά του Ηamburger με αίτημα την παράδοση μιας κληρονομίας.
3 Ο Hubbard, Άγγλος solicitor, ενεργώντας ως εκτελεστής διαθήκης κατά το αγγλικό δίκαιο, άσκησε αγωγή ενώπιον του Landgericht του Αμβούργου ζητώντας την παράδοση αντικειμένων της κληρονομίας που βρίσκονταν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ο εναγόμενος, Hamburger, ζήτησε την καταβολή cautio judicatum solvi κατ' εφαρμογήν του άρθρου 110, παράγραφος 1, εδάφιο 1, του Zivilprossesordnung (γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).
4 Κατά τη διάταξη αυτή, οι αλλοδαποί που ασκούν αγωγή ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων υποχρεούνται, κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου, να παράσχουν ασφάλεια καλύπτουσα τα δικαστικά έξοδα και την αμοιβή του δικηγόρου. Εντούτοις, το άρθρο 110, παράγραφος 2, εδάφιο 1, ορίζει ότι η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τους ενάγοντες που είναι υπήκοοι κράτους το οποίο δεν επιβάλλει στους Γερμανούς υπηκόους την παροχή της ασφάλειας αυτής.
5 Το άρθρο 14 της γερμανοβρετανικής δικαστικής συμφωνίας, της 20ής Μαρτίου 1928, που τέθηκε και πάλι σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1953 (BGBl. 1953, II, σ. 116), ορίζει ότι οι υπήκοοι ενός συμβαλλόμενου μέρους απαλλάσσονται από την παροχή ασφάλειας καλύπτουσας τα δικαστικά έξοδα εντός του εδάφους του άλλου συμβαλλόμενου μέρους μόνον όταν κατοικούν στο τελευταίο. Εξάλλου, η ευρωπαϊκή συμφωνία περί εγκαταστάσεως του Παρισιού της 13ης Δεκεμβρίου 1955 (BGBl. 1959, ΙΙ, σ. 998) απαλλάσσει από την υποχρέωση αυτή όλους τους υπηκόους των συμβαλλομένων κρατών υπό την προϋπόθεση ότι έχουν κατοικία ή συνήθη διαμονή σε ένα από τα συμβαλλόμενα κράτη. Πάντως, ο κανόνας αυτός δεν ισχύει για τους υπηκόους των κρατών που διατύπωσαν, στο πλαίσιο του άρθρου 27 της συμφωνίας αυτής, επιφύλαξη, όπως έπραξε και το Ηνωμένο Βασίλειο.
6 Ο Hubbard δεν μπορεί να τύχει, λόγω της επιφυλάξεως αυτής, της προβλεπόμενης από τη συμφωνία του Παρισιού απαλλαγής. Δεν μπορεί δε να επικαλεστεί τη διμερή γερμανοβρετανική συμφωνία, επειδή δεν κατοικεί στην Γερμανία.
7 Το Landgericht του Αμβούργου, επειδή φρονεί ότι η έκβαση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Προσβάλλονται τα εκ του κοινοτικού δικαίου δικαιώματα * και συγκεκριμένα το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών * ενός Βρετανού solicitor, ο οποίος ενεργεί στη Γερμανία ως εκτελεστής διαθήκης κατά το αγγλικό δίκαιο (executor) και ζητεί, ασκώντας ο ίδιος αγωγή ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου, την παράδοση της κληρονομίας, αν το γερμανικό δικαστήριο διατάξει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 110, παράγραφος 1, εδάφιο 1, του Zivilprozessordnung (γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου, την παροχή cautio judicatum solvi, πράγμα που σημαίνει ότι ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να αμυνθεί επί της ουσίας πριν παρασχεθεί η εγγύηση αυτή;
2) Έχει σημασία για την εφαρμογή της Συνθήκης ΕΟΚ το γεγονός ότι, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των γερμανικών δικαστηρίων με τους Βρετανούς ενάγοντες που δεν κατοικούν και δεν έχουν ακίνητη περιουσία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το ζήτημα της παροχής ασφάλειας έχει ρυθμιστεί αφενός με το άρθρο 14 της γερμανοβρετανικής δικαστικής συμφωνίας, της 20ής Μαρτίου 1928 (RGBl. II, σ. 623), που τέθηκε και πάλι σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1953 (BGBl. II, σ. 116), και αφετέρου με το άρθρο 9 της ευρωπαϊκής συμφωνίας περί εγκαταστάσεως, η οποία συνήφθη στο Παρίσι στις 13 Δεκεμβρίου 1955 (BGBl. 1959 II, σ. 998);
3) Υπάρχει, υπό τα στοιχεία που περιγράφονται στο πρώτο ερώτημα, παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ;
4) Το ότι η αξίωση του ενάγοντος θα μπορούσε ενδεχομένως να υπαχθεί επίσης, από άποψη ουσιαστικού δικαίου και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, στο κληρονομικό δίκαιο συνεπάγεται ότι το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΟΚ ή άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου περιορίζονται σε κρίσιμο για την προκειμένη υπόθεση βαθμό;"
8 Στην έκθεση του εισηγητή δικαστή αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου και του τρίτου ερωτήματος
9 Με το πρώτο και τρίτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν τα άρθρα 7, παράγραφος 1, 59 και 60 της Συνθήκης απαγορεύουν σε κράτος μέλος να υποχρεώσει κάποιον επαγγελματία, ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος και ασκεί αγωγή ενώπιον δικαστηρίου του πρώτου κράτους, να παράσχει μια cautio judicatum solvi, για τον μοναδικό λόγο ότι ο επαγγελματίας αυτός είναι υπήκοος άλλου κράτους μέλους.
10 Εκ προοιμίου, προσήκει η υπόμνηση ότι, κατά το άρθρο 7 της Συνθήκης, τα αποτελέσματα της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων επέρχονται "εντός του πεδίου εφαρμογής της (...) Συνθήκης" και "με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της". Με την τελευταία αυτή φράση, το άρθρο 7 παραπέμπει κυρίως σε άλλες διατάξεις της Συνθήκης, στις οποίες συγκεκριμενοποιείται για ειδικές καταστάσεις η εφαρμογή της γενικής αρχής που διατυπώνει. Αυτό ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις διατάξεις σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (βλ. απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, C-186/87, Cowan, Συλλογή 1989, σ. 195).
11 Επομένως, για να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα, πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί αν δραστηριότητες, όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη, όπου ο παρέχων τις υπηρεσίες και ο αποδέκτης των υπηρεσιών αυτών είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο κράτος μέλος, πλην όμως η παροχή των υπηρεσιών πραγματοποιείται σε άλλο κράτος μέλος, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης.
12 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1991, γνωστές ως αποφάσεις σχετικά με τους ξεναγούς, C-154/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-659, σκέψη 10), C-180/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-709, σκέψη 9), C-198/89, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1991, σ. Ι-727, σκέψη 10), έκρινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 59 της Συνθήκης εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις που ο παρέχων υπηρεσίες τις προσφέρει στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό στο οποίο είναι εγκατεστημένος, ασχέτως του τόπου εγκαταστάσεως των αποδεκτών των υπηρεσιών αυτών.
13 Όταν οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται από επαγγελματία και, κατά συνέπεια, όπως ορίζει το άρθρο 60 της Συνθήκης, συνήθως, αντί αμοιβής, εφαρμόζεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που διατυπώνεται στο άρθρο 59.
14 Στη συνέχεια, πρέπει να επισημανθεί ότι η επιβολή από ένα κράτος μέλος παροχής μιας cautio judicatum solvi σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους, ο οποίος, ενεργώντας ως εκτελεστής διαθήκης, ασκεί αγωγή ενώπιον δικαστηρίου του πρώτου κράτους μέλους, τη στιγμή που οι υπήκοοι του κράτους αυτού δεν υπέχουν παρόμοια υποχρέωση, συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας που απαγορεύεται από τα άρθρα 59 και 60.
15 Επομένως, στο πρώτο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 59 και 60 πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος να επιβάλλει την παροχή μιας cautio judicatum solvi σε επαγγελματία, εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, ο οποίος ασκεί αγωγή ενώπιον δικαστηρίου του πρώτου κράτους μέλους, για τον λόγο και μόνον ότι ο επαγγελματίας αυτός είναι υπήκοος άλλου κράτους μέλους.
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
16 Με το δεύτερο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η ύπαρξη διεθνών συμφωνιών που στηρίζονται στην αρχή της αμοιβαιότητας και προβλέπουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, την απαλλαγή από την παροχή της επίδικης εγγυήσεως, έχει σημασία για την εφαρμογή της Συνθήκης.
17 Στο ερώτημα αυτό αρκεί να δοθεί η απάντηση ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το δικαίωμα για ίση μεταχείριση, που καθιερώνει το κοινοτικό δίκαιο, δεν είναι δυνατό να εξαρτάται από την ύπαρξη συμβάσεων αμοιβαιότητας που έχουν συναφθεί από τα κράτη μέλη (βλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 1972, 1/72, Frilli, Συλλογή 1972-1973, σ. 59, και απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 186/87, Cowan, Συλλογή 1989, σ. 195).
Επί του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος
18 Με το τελευταίο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν το γεγονός ότι η διαφορά, από άποψη ουσιαστικού δικαίου, υπάγεται στο κληρονομικό δίκαιο, επιτρέπει τη μη εφαρμογή της Συνθήκης.
19 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 21ης Μαρτίου 1972, 82/71, Sail (Rec. 1972, σ. 119, σκέψη 5), η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου δεν είναι δυνατόν να ποικίλλει ανάλογα με τον κλάδο του εθνικού δικαίου εντός του οποίου η επίδρασή του γίνεται αισθητή. Εν προκειμένω, το εθνικό δίκαιο το οποίο υφίσταται την επίδραση του κοινοτικού δικαίου δεν είναι το δίκαιο από το οποίο διέπεται η επί της ουσίας διαφορά, αλλά το εθνικό δικονομικό δίκαιο.
20 Επομένως, πρέπει στο ερώτημα αυτό να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι η διαφορά, από άποψη ουσιαστικού δικαίου, υπάγεται στο κληρονομικό δίκαιο δεν καθιστά δυνατή τη μη εφαρμογή του δικαιώματος για ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών, που καθιερώνει το κοινοτικό δίκαιο, έναντι επαγγελματία στον οποίο έχει ανατεθεί η υπόθεση.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 11ης Δεκεμβρίου 1991 το Landgericht του Αμβούργου, αποφαίνεται:
1) Τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι αντιτίθενται στο να επιβάλλει ένα κράτος μέλος την παροχή μιας cautio judicatum solvi σε επαγγελματία εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, ο οποίος ασκεί αγωγή ενώπιον ενός των δικαστηρίων του, για τον λόγο και μόνον ότι ο επαγγελματίας αυτός είναι υπήκοος άλλου κράτους μέλους.
2) Το δικαίωμα για ίση μεταχείριση, που καθιερώνει το κοινοτικό δίκαιο, δεν είναι δυνατό να εξαρτάται από την ύπαρξη διεθνών συμφωνιών αμοιβαιότητας που έχουν συναφθεί από τα κράτη μέλη.
3) Το γεγονός ότι η διαφορά, από άποψη ουσιαστικού δικαίου, υπάγεται στο κληρονομικό δίκαιο δεν καθιστά δυνατή τη μη εφαρμογή του δικαιώματος για ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών, που καθιερώνει το κοινοτικό δίκαιο, έναντι επαγγελματία, στον οποίο έχει ανατεθεί η υπόθεση.
Full & Egal Universal Law Academy