Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγοράς * Επιστροφές λόγω εξαγωγής * Διαφοροποιημένη επιστροφή * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Εισαγωγή του προϊόντος στη χώρα προορισμού * Τρόποι αποδείξεως * Πιστοποιητικό εκτελωνισμού * Περιορισμένη αποδεικτική ισχύς
(Κανονισμός 885/68 του Συμβουλίου, άρθρα 4 και 6 PAR 2 κανονισμός 2730/79 της Επιτροπής, άρθρο 20 PAR PAR 1 και 3)
Περίληψη
Λαμβανομένων υπόψη των στόχων του συστήματος των διαφοροποιημένων επιστροφών λόγω εξαγωγής, του οποίου μπορούν να τύχουν εφαρμογής ορισμένα γεωργικά προϊόντα, είναι απαραίτητο τα προϊόντα που επιδοτούνται με παρόμοια επιστροφή να φθάνουν πραγματικά στην αγορά προορισμού, προκειμένου να διατεθούν εκεί στο εμπόριο. Για τον λόγο αυτό, οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 6, παράγραφος 2, και 4 του κανονισμού 885/68, περί θεσπίσεως στον τομέα του βοείου κρέατος των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους αυτών, καθώς και του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 2730/79, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα, πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι η εισαγωγή σε τρίτη χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως μη αποδειχθείσα, αν υφίστανται βάσιμες αμφιβολίες ως προς την πραγματική πρόσβαση στην αγορά της χώρας προορισμού του εμπορεύματος που αναφέρεται στο κατά το άρθρο 20, παράγραφος 3, του κανονισμού 2730/79 πιστοποιητικό εκτελωνισμού.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-27/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Hamburg προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία το εν λόγω δικαστήριο ζητεί, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του μεταξύ
Moellmann-Fleisch GmbH
και
Hauptzollamt Hamburg-Jonas,
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 2, και του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 885/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί θεσπίσεως στον τομέα του βοείου κρέατος των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους αυτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 108), και του άρθρου 20, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο β', του κανονισμού ΕΟΚ 2730/79 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1979, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 70),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmamm
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Moellmann-Fleisch GmbH, εκπροσωπουμένη από τον L. Liebenau, δικηγόρο Ladenburg,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον U. Woelker, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Moellmann-Fleisch GmbH και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 26ης Νοεμβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Δεκεμβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 20ής Δεκεμβρίου 1991, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Ιανουαρίου 1992, το Finanzgericht Hamburg (τέταρτο τμήμα) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 2, και του άρθρου 4 του κανονισμού ΕΟΚ 885/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί θεσπίσεως στον τομέα του βοείου κρέατος των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους αυτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 108), και του άρθρου 20, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΟΚ) 2730/79 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1979, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 70).
2 Το ερώτημα αφορά τον καθορισμό της αποδεικτικής ισχύος πιστοποιητικού εκτελωνισμού στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της επιχειρήσεως Moellmann-Fleisch (στο εξής: Moellmann), προσφεύγουσας της κύριας δίκης, και του Hauptzollamt Hamburg-Jonas (στο εξής: Hauptzollamt), καθού της κύριας δίκης.
3 Η Moellmann έτυχε προκαταβολής διαφοροποιημένης επιστροφής λόγω εξαγωγής. Στις 16 Μαΐου 1984 εξήγαγε βόειο κρέας προς την Αίγυπτο. Στις αρχές Ιουνίου 1984 το πλοίο έφθασε στην Αλεξάνδρεια, όπου οι αιγυπτιακές αρχές έλαβαν δείγματα κρέατος προκειμένου να γίνει κτηνιατρικός έλεγχος πριν από την εισαγωγή.
4 Στις 15 Ιουνίου 1984, η Moellmann υπέβαλε στο Hauptzollamt αιγυπτιακό πιστοποιητικό εκτελωνισμού, μη φέρον ημερομηνία, σχετικά με την εισαγωγή του κρέατος στην Αίγυπτο. Από τρία έγγραφα, φέροντα μεταγενέστερη της 15ης Ιουνίου 1984 ημερομηνία, προκύπτει ότι τα αποτέλεσματα των κτηνιατρικών αναλύσεων αποδείχθηκαν αρνητικά και ότι, συνεπεία αυτού, το κρέας επιστράφηκε. Εν συνεχεία, το Hauptzollamt ζήτησε από τη Moellmann να του επιστρέψει το ποσό που αυτή είχε λάβει ως επιστροφή λόγω εξαγωγής. Η αχθείσα από τη Moellmann ενώπιον του Finanzgericht Hamburg διαφορά αφορά το ερώτημα αν το κρέας μπορεί να θεωρηθεί ως αφιχθέν στην αιγυπτιακή αγορά.
5 Ο προαναφερόμενος κανονισμός 885/68 ορίζει στο άρθρο 6, παράγραφος 2, ότι, σε περίπτωση διαφοροποιημένης επιστροφής, αυτή καταβάλλεται υπό τον όρον ότι θα προσκομισθεί η απόδειξη ότι το προϊόν έφθασε στον προορισμό για τον οποίο είχε καθορισθεί η επιστροφή. Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2730/79 ορίζει ότι η πληρωμή της διαφοροποιημένης επιστροφής εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το προϊόν έχει εισαχθεί στην τρίτη χώρα ή σε μια των τρίτων χωρών για την οποία προβλέπεται η επιστροφή. Το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού θεωρεί το προϊόν ως εισαχθέν όταν συμπληρωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις για τη διάθεσή του προς κατανάλωση στις τρίτες χώρες.
6 Η απόδειξη της συμπληρώσεως των διατυπώσεων αυτών παρέχεται, κατά το άρθρο 20, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 2730/79, α) με την προσκόμιση του τελωνειακού εγγράφου ή β) του πιστοποιητικού εκτελωνισμού. Το άρθρο 20, παράγραφος 4, απαριθμεί άλλα έγγραφα για την περίπτωση κατά την οποία κανένα από τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 δεν είναι δυνατό να προσκομισθεί συνεπεία περιστάσεων ανεξαρτήτων της θελήσεως του εξαγωγέα ή εάν θεωρηθούν ως ανεπαρκή.
7 Το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα ως προς την αποδεικτική ισχύ πιστοποιητικού εκτελωνισμού:
"Για να θεωρηθεί ότι η εισαγωγή σε τρίτη χώρα * η απόδειξη της οποίας, απαιτουμένη κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 885/68 και το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2730/79 για την καταβολή της διαφοροποιημένης επιστροφής, πρέπει να παρασχεθεί, κατά το άρθρο 20, παράγραφος 3, στοιχείο β', του τελευταίου αυτού κανονισμού, με την προσκόμιση πιστοποιητικού εκτελωνισμού συμφώνου προς το πρότυπο που αναφέρεται στο παράρτημά του ΙΙ * δεν έχει αποδειχθεί, αρκεί να υφίστανται βάσιμες αμφιβολίες ως προς το γεγονός ότι το αναφερόμενο στο πιστοποιητικό εκτελωνισμού εμπόρευμα έφθασε πράγματι στην αγορά της τρίτης χώρας ή πρέπει να προσκομισθεί η απόδειξη περί του αντιθέτου, δηλαδή η απόδειξη της μη εισαγωγής;"
8 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
9 Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, και του άρθρου 4 του προαναφερθέντος κανονισμού 885/68, καθώς και του άρθρου 20, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2730/79 έχουν την έννοια ότι, για να θεωρηθεί ότι η εισαγωγή σε τρίτη χώρα δεν αποδείχθηκε, αρκεί να υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες ως προς το γεγονός ότι το εμπόρευμα που αναγράφεται στο κατά το άρθρο 20, παράγραφος 3, του κανονισμού 2730/79 πιστοποιητικό εκτελωνισμού έφθασε πράγματι στην αγορά της τρίτης χώρας, ή ότι πρέπει να αποδειχθεί το αντίθετο, δηλαδή η μη εισαγωγή.
10 Κατά τη Moellmann, το τελωνειακό έγγραφο καθώς και το πιστοποιητικό εκτελωνισμού συνιστούν πλήρη απόδειξη της εισαγωγής του εμπορεύματος στην τρίτη χώρα, εν αντιθέσει προς τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 20 του κανονισμού 2730/79, τα οποία αποτελούν μόνο μαχητές ενδείξεις για την πραγματική πρόσβαση στην αγορά. Αν μια "βάσιμη" αμφιβολία αρκούσε για να παύσει το πιστοποιητικό εκτελωνισμού να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική ισχύ, το βάρος αποδείξεως θα αντιστρεφόταν σε βάρος του εξαγωγέα. Μόνον η πλήρης απόδειξη περί της μη εισαγωγής του εμπορεύματος στην εν λόγω χώρα μπορεί να αφαιρέσει από αυτό το πιστοποιητικό την αποδεικτική του ισχύ.
11 Η Επιτροπή παρατηρεί, αντιθέτως, ότι η συμπλήρωση των διατυπώσεων εισαγωγής δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι η εισαγωγή όντως πραγματοποιήθηκε. Η Επιτροπή αναφέρεται συναφώς στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984, 89/83, Dimex (Συλλογή 1984, σ. 2815). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ένα προϊόν δεν θεωρείται ως εισαχθέν όταν η επανεξαγωγή του πραγματοποιείται μετά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων που προβλέπει η χώρα προορισμού, εφόσον η απόφαση επανεξαγωγής του προϊόντος ελήφθη από τις υπηρεσίες του εν λόγω κράτους κατά τη συμπλήρωση των διατυπώσεων αυτών και η αλλοίωση του προϊόντος, η οποία αποτελεί την αιτία της αποφάσεως αυτής, επήλθε πριν από τη συμπλήρωση των εν λόγω διατυπώσεων. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η άρνηση εισαγωγής ενός προϊόντος για υγειονομικούς λόγους ισοδυναμεί με αυτή την αλλοίωση.
12 'Οσον αφορά την απόδειξη εισαγωγής, η Επιτροπή θεωρεί ότι το τελωνειακό έγγραφο συνιστά μόνο μαχητή ένδειξη, παρόλον ότι πρόκειται για ένα από τα πλέον σημαντικά μέσα αποδείξεως, και ότι πρέπει μάλλον να εξετασθεί εν τοις πράγμασι αν το εν λόγω προϊόν έφθασε όντως στην αγορά της χώρας προορισμού.
13 Πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως το Δικαστήριο ήδη έκρινε με την προαναφερθείσα απόφαση Dimex, σκέψη 11, ως προς τον κανονισμό (ΕΟΚ) 192/75 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1975, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (JΟ L 25, σ. 1), το γεγονός ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού παρέχει τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να απαιτήσουν άλλα έγγραφα όταν, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης κατάστασης της χώρας προορισμού, θεωρούν την απόδειξη της συμπλήρωσης των τελωνειακών διατυπώσεων ως ανεπαρκή καταδεικνύει ότι αυτή η απόδειξη αποτελεί απλή ένδειξη της πραγματοποίησης στη συγκεκριμένη περίπτωση του σκοπού των διαφοροποιημένων επιστροφών λόγω εξαγωγής, δυναμένη να ανατραπεί.
14 Ακριβώς όπως η διάταξη για την οποία πρόκειται στην προαναφερθείσα απόφαση Dimex, η παράγραφος 4 του άρθρου 20 του προαναφερθέντος κανονισμού 2730/79 διευκρινίζει ότι άλλα έγγραφα μπορούν να προσκομιστούν αν τα απαριθμούμενα στην παράγραφο 3 έγγραφα θεωρηθούν ως ανεπαρκή. Επομένως, παρόλον ότι το πιστοποιητικό εκτελωνισμού συνιστά αποδεικτικό μέσο για το ότι έλαβε χώρα εισαγωγή, σημαντικότερο απ' ό,τι τα απαριθμούμενα στο άρθρο 20, παράγραφος 4, του προαναφερθέντος κανονισμού 2730/79 έγγραφα, εντούτοις, δεν αποτελεί αδιάσειστη απόδειξη.
15 Η αποδεικτική ισχύς την οποία κανονικώς έχει το πιστοποιητικό εκτελωνισμού μπορεί, συνεπώς, να μη ληφθεί υπόψη, αν υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες ως προς την πραγματική πρόσβαση των εμπορευμάτων στην αγορά του εδάφους προορισμού, προκειμένου να διατεθούν εκεί στο εμπόριο. Διαφορετικά, ο σκοπός των διαφοροποιημένων επιστροφών θα διακυβευόταν. Πράγματι, όπως το Δικαστήριο έκρινε ήδη με τη σκέψη 16 της προαναφερθείσας αποφάσεως Dimex, είναι απαραίτητο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων του συστήματος των διαφοροποιημένων επιστροφών, τα προϊόντα που επιδοτούνται με παρόμοια επιστροφή να φθάνουν πραγματικά στην αγορά προορισμού, προκειμένου να διατεθούν εκεί στο εμπόριο.
16 Τέλος, διευκρινίζεται ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να αποφασίσει, λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, αν υφίστανται συναφώς σοβαρές αμφιβολίες.
17 Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, και του άρθρου 4 του προαναφερθέντος κανονισμού 885/68, καθώς και του άρθρου 20, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2730/79, πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι η εισαγωγή σε τρίτη χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως μη αποδειχθείσα, αν υφίστανται βάσιμες αμφιβολίες ως προς την πραγματική πρόσβαση στην αγορά της χώρας προορισμού του εμπορεύματος που αναφέρεται στο κατά το άρθρο 20, παράγραφος 3, του κανονισμού 2730/79 πιστοποιητικό εκτελωνισμού.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με διάταξη της 20ής Δεκεμβρίου 1991, το Finanzgericht Hamburg, αποφαίνεται:
Οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, και του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 885/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί θεσπίσεως στον τομέα του βοείου κρέατος των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους αυτών, καθώς και του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2730/79 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1979, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα, πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι η εισαγωγή σε τρίτη χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως μη αποδειχθείσα, αν υφίστανται βάσιμες αμφιβολίες ως προς την πραγματική πρόσβαση στην αγορά της χώρας προορισμού του εμπορεύματος που αναφέρεται στο κατά το άρθρο 20, παράγραφος 3, του κανονισμού 2730/79 πιστοποιητικό εκτελωνισμού.
Full & Egal Universal Law Academy