Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία * Κοινή οργάνωση των αγορών * Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα * Βούτυρο δημοσίου αποθέματος * Πώληση σε μειωμένη τιμή στις επιχειρήσεις μεταποιήσεως * Καθεστώς ασφαλειών * Ανωτέρα βία * 'Εννοια * Μη τήρηση της προθεσμίας προσκομίσεως των αποδείξεων μεταποιήσεως σε άλλο κράτος μέλος οφειλόμενη στην αδράνεια των αρχών του κράτους αυτού * Περίπτωση ανωτέρας βίας * Προϋπόθεση * Καταβολή εκ μέρους του επιχειρηματία κάθε απαιτουμένης επιμέλειας * Παράλειψη υποβολής αιτήσεως ισοτιμίας * Γεγονός που πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη συγκεκριμένη αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου διαβήματος
(Κανονισμοί της Επιτροπής 1687/76, άρθρο 14, και 262/79, άρθρο 22 PAR 4)
Περίληψη
Δεδομένου ότι ως ανωτέρα βία πρέπει να νοηθούν περιστάσεις που είναι ξένες προς τον ενδιαφερόμενο επιχειρηματία, ασυνήθεις και απρόβλεπτες και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν όση επιμέλεια και αν είχε καταβληθεί, συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας, κατά την έννοια του άρθρου 22, παράγραφος 4, του κανονισμού 262/79, περί της πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων τροφίμων, όταν η μη τήρηση της προθεσμίας προσκομίσεως των αποδείξεων της μεταποιήσεως του βουτύρου σε άλλο κράτος μέλος οφείλεται στην καθυστέρηση με την οποία οι διοικητικές αρχές του κράτους αυτού προέβησαν στον έλεγχο της μεταποιήσεως και στην επιστροφή του αντιτύπου ελέγχου στις αρχές του κράτους προελεύσεως, εφόσον ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας κατέβαλε, ο ίδιος ή μέσω τρίτου, κάθε δυνατή επιμέλεια προκειμένου να ωθήσει τις διοικητικές αρχές του κράτους μεταποιήσεως να διεκπεραιώσουν τις πράξεις αυτές.
Το γεγονός ότι ο επιχειρηματίας παρέλειψε να ζητήσει την αναγνώριση ισοτιμίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 του κανονισμού 1687/76, περί καθορισμού κοινών λεπτομερειών ελέγχου της χρησιμοποιήσεως και/ή του προορισμού προϊόντων που προέρχονται από την παρέμβαση, επιτρέπεται να αντιτάσσεται κατά του επιχειρηματία αυτού, μόνον εφόσον η συγκεκριμένη διοικητική αρχή δεν τον εμπόδισε, με τη συμπεριφορά της, να διασφαλίσει τα δικαιώματά του κινώντας τη διαδικασία αναγνωρίσεως της ισοτιμίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-50/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Molkerei-Zentrale Sued GmbH & Co. KG
και
Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung (BALM),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 22, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 262/79 της Επιτροπής, της 12ης Φεβρουαρίου 1979, περί της πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων τροφίμων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 77), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3021/85 της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 1985 (ΕΕ L 289, σ. 14),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. L. Murray, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και F. A. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η επιχείρηση Molkerei-Zentrale Sued GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από την Barbara Festge, δικηγόρο Αμβούργου,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Dierk Booss, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Walter G. Grupp, δικηγόρο Βρυξελλών,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της επιχειρήσεως Molkerei-Zentrale Sued GmbH & Co. KG και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Φεβρουαρίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 28ης Ιανουαρίου 1992, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Φεβρουαρίου 1992, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 22, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 262/79 της Επιτροπής, της 12ης Φεβρουαρίου 1979, περί της πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων τροφίμων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 77), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3021/85 της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 1985 (ΕΕ L 289, σ. 14).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της επιχειρήσεως Molkerei-Zentrale Sued GmbH & Co. KG (στο εξής: Molkerei-Zentrale) και του Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung, εθνικού οργανισμού παρεμβάσεως στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής (στο εξής: Bundesanstalt), σχετικά με την απόδοση ασφάλειας για τη μεταποίηση βουτύρου.
3 Ο προαναφερθείς κανονισμός 262/79 προβλέπει στο άρθρο 16, παράγραφος 2, ότι ο υπερθεματιστής για το βούτυρο πρέπει να συστήσει ασφάλεια με σκοπό την εξασφάλιση της μεταποιήσεως του προϊόντος. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 22, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού, εκτός περιπτώσεως ανωτέρας βίας, η ασφάλεια αυτή καταπίπτει κατ' αναλογία των ποσοτήτων για τις οποίες δεν προσκομίστηκαν οι αποδείξεις για τη μεταποίηση εντός της προθεσμίας των δεκαοκτώ μηνών, υπολογιζομένης από την τελευταία ημέρα υποβολής προσφορών. Εντούτοις, αν οι αποδείξεις προσκομισθούν σε δεκαοκτώ μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, αποδίδεται το 85 % του ποσού που έχει παρακρατηθεί.
4 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1687/76 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1976, περί καθορισμού κοινών λεπτομερειών ελέγχου της χρησιμοποιήσεως και/ή του προορισμού προϊόντων που προέρχονται από την παρέμβαση (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 6), καθιερώνει τελωνειακό ή διοικητικό έλεγχο του βουτύρου από τη στιγμή κατά την οποία αποσύρεται από τα αποθέματα μέχρι τη μεταποίησή του σε ένα κράτος μέλος άλλο από αυτό της πωλήσεως, με ένα έγγραφο Τ 5 που πρέπει να επιστραφεί στο τελωνείο αναχωρήσεως ή στον κεντρικό οργανισμό του κράτους προελεύσεως του προϊόντος.
5 Κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 του κανονισμού αυτού, όταν το αντίτυπο ελέγχου δεν έχει επιστραφεί, λόγω γεγονότων για τα οποία δεν είναι υπεύθυνος ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας, ο τελευταίος αυτός δύναται να υποβάλει στις αρμόδιες αρχές αιτιολογημένη αίτηση ισοτιμίας που πρέπει να συνοδεύεται από βεβαίωση του τελωνείου του κράτους μεταποιήσεως, η οποία βεβαιώνει ότι έχει τηρηθεί η χρησιμοποίηση και/ή ο προορισμός που προβλέπονται για το εν λόγω προϊόν.
6 Στις 22 Σεπτεμβρίου 1987 η Molkerei-Zentrale υπερθεμάτισε για ένα φορτίο βουτύρου και κατέθεσε ασφάλεια για τη μεταποίηση. Μετά από μια πρώτη μεταποίηση στη Γερμανία, ένα τμήμα του φορτίου αυτού εξήχθη, από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από τη Molkerei-Zentrale, στην Ιταλία, με σκοπό την τελική μεταποίηση.
7 Δεδομένου ότι οι ιταλικές αρχές καταχώρησαν την αποδέσμευση στο αντίτυπο ελέγχου Τ 5 μόλις στις 31 Μαρτίου 1989, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των δεκαοκτώ μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 22, παράγραφος 4, του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79, το Bundesanstalt, στο οποίο περιήλθαν οι αποδείξεις της μεταποιήσεως μόλις στις 6 Απριλίου 1989, κήρυξε την κατάπτωση του 15 % της ασφαλείας.
8 Το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, ενώπιον του οποίου η Molkerei-Zentrale άσκησε προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως αυτής και την απόδοση του τμήματος της ασφαλείας που παρακρατήθηκε, ανέστειλε τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί των ακολούθων προδικαστικών ερωτημάτων:
"1) Συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 22, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 262/79 (...) όταν
α) η μη τήρηση της προθεσμίας προσκομίσεως των αποδείξεων οφείλεται στο ότι οι διοικητικές αρχές ενός άλλου κράτους μέλους διεκπεραίωσαν τον έλεγχο της σύμφωνης με τον κανονισμό χρησιμοποιήσεως, τη χορήγηση της θεωρήσεως επί του αντιτύπου ελέγχου και την επιστροφή του αντιτύπου ελέγχου στο τελωνείο αναχωρήσεως ή στον κεντρικό οργανισμό με τόσο αργό ρυθμό, ώστε υπήρξε σαφής υπέρβαση της οκτάμηνης προθεσμίας που παρέχει ο κανονισμός στις διοικητικές αρχές για τη βεβαίωση της μεταποιήσεως και
β) ο εκπρόσωπος στο άλλο αυτό κράτος μέλος της εξαγωγικής εταιρίας, στην οποία ο αγοραστής των προερχομένων από παρέμβαση προϊόντων ανέθεσε τη διεκπεραίωση της υποθέσεώς του, άρχισε, οκτώ μήνες πριν από τη λήξη της προθεσμίας προσκομίσεως των αποδείξεων, να ζητεί από τις διοικητικές αρχές του άλλου κράτους μέλους, σε τακτά χρονικά διαστήματα ή ακόμη και κάθε εβδομάδα, να βεβαιώσουν τη σύμφωνη προς τις διατάξεις του κανονισμού χρησιμοποίηση και να επιστρέψουν το αντίτυπο ελέγχου και
γ) ο αγοραστής των προερχομένων από παρέμβαση προϊόντων παρέλειψε να ζητήσει, όπως προβλέπει το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1687/76 (...), την αναγνώριση της ισοτιμίας, ενώ το αντίτυπο ελέγχου δεν είχε επιστραφεί στο τελωνείο αναχωρήσεως ούτε στον κεντρικό οργανισμό εντός τριμήνου από τη λήξη της προθεσμίας που προβλεπόταν για την εκτέλεση της οικείας ενέργειας;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
2) Είναι το άρθρο 22, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 262/79 (...) άκυρο στο μέτρο που προβλέπει ότι, εκτός περιπτώσεως ανωτέρας βίας, η ασφάλεια που έχει συσταθεί για τη μεταποίηση καταπίπτει ακόμη και στις περιπτώσεις στις οποίες η μη τήρηση της προθεσμίας προσκομίσεως των αποδείξεων οφείλεται σε λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται ο υπερθεματιστής;"
9 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
10 Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας, κατά την έννοια του άρθρου 22, παράγραφος 4, του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79, όταν η μη τήρηση της προθεσμίας προσκομίσεως των αποδείξεων της μεταποιήσεως του βουτύρου σε άλλο κράτος μέλος οφείλεται στην καθυστέρηση με την οποία οι διοικητικές αρχές του κράτους αυτού προέβησαν στον έλεγχο της μεταποιήσεως και στην επιστροφή του αντιτύπου ελέγχου στις αρχές του κράτους προελεύσεως, εφόσον ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας κατέβαλε, ο ίδιος ή μέσω τρίτου, κάθε δυνατή επιμέλεια προκειμένου να ωθήσει τις διοικητικές αρχές του κράτους μεταποιήσεως να διεκπεραιώσουν τις πράξεις αυτές, αν και παρέλειψε να ζητήσει την αναγνώριση ισοτιμίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 του προαναφερθέντος κανονισμού 1687/76.
11 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ως ανωτέρα βία πρέπει να νοηθούν περιστάσεις που είναι ξένες προς τον ενδιαφερόμενο επιχειρηματία, ασυνήθεις και απρόβλεπτες και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν όση επιμέλεια και αν είχε καταβληθεί (βλ. τις αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1991, C-338/89, Organisationen Danske Slagterier, Συλλογή 1991, σ. Ι-2315, και της 22ας Ιανουαρίου 1986, 266/84, Denkavit France, Συλλογή 1986, σ. 149).
12 Η καθυστέρηση της διοικήσεως ενός κράτους μέλους να προβεί στον έλεγχο της μεταποιήσεως του βουτύρου και στην επιστροφή του αντιτύπου ελέγχου στις αρχές του κράτους προελεύσεως συνιστά περίσταση ξένη προς τον επιχειρηματία, στο μέτρο που ο τελευταίος δεν έχει καμία δυνατότητα να επέμβει για την ολοκλήρωση των ενεργειών αυτών.
13 Η προϋπόθεση που αφορά τον ασυνήθη και απρόβλεπτο χαρακτήρα των περιστάσεων, στις οποίες οφείλονται οι επιζήμιες για τον επιχειρηματία συνέπειες, συντρέχει όταν, στο πλαίσιο καθεστώτος διαχειρίσεως των γεωργικών αγορών, η συμπεριφορά διοικητικής αρχής, στις υπηρεσίες της οποίας οφείλει αναγκαστικά να καταφύγει ο επιχειρηματίας, περιάγει τον επιχειρηματία αυτόν σε αδυναμία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει η κοινοτική ρύθμιση.
14 Δεν μπορεί να γίνει επίκληση του γεγονότος ότι η κοινοτική ρύθμιση προβλέπει, όπως ο προαναφερθείς κανονισμός 1687/76 στην υπόθεση της κύριας δίκης, το δικαίωμα του επιχειρηματία να υποβάλει αίτηση ισοτιμίας σε περίπτωση καθυστερήσεων, για τις οποίες ευθύνεται η διοίκηση, για να αμφισβητηθεί ότι η κακή λειτουργία της διοικήσεως αυτής έχει ασυνήθη και απρόβλεπτο χαρακτήρα, το γεγονός όμως αυτό έχει σημασία για να αποδειχθεί αν ο εν λόγω επιχειρηματίας μπορούσε να αποφύγει τις επιζήμιες συνέπειες της παραλείψεως της διοικήσεως.
15 'Οσον αφορά αυτή την τελευταία προϋπόθεση της ανωτέρας βίας, είναι έργο του εθνικού δικαστηρίου να διαπιστώσει την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού σχετικά με την επιμέλεια που κατέβαλε πράγματι ο εν λόγω επιχειρηματίας.
16 Πρέπει εντούτοις να παρατηρηθεί σχετικά ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται εάν αποδειχθεί ότι ο επιχειρηματίας προέβη, ο ίδιος ή μέσω εξουσιοδοτημένου προσώπου, σε τακτικές ενέργειες με σκοπό να ωθήσει την αρμόδια διοικητική αρχή να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες.
17 'Οσον αφορά την παράλειψη υποβολής αιτήσεως ισοτιμίας, πρέπει να διευκρινιστεί ότι αυτή μπορεί να αντιταχθεί κατά του επιχειρηματία μόνο στην περίπτωση που η συγκεκριμένη διοικητική αρχή δεν τον εμπόδισε, με τη συμπεριφορά της, να διασφαλίσει τα δικαιώματά του κινώντας τη διαδικασία αναγνωρίσεως της ισοτιμίας.
18 Πρέπει όμως να διαπιστωθεί σχετικά ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 14 του προαναφερθέντος κανονισμού 1687/76 πράγματι, η διάταξη αυτή απαιτεί την προσκόμιση βεβαιώσεως του τελωνείου του κράτους μεταποιήσεως ότι έχει τηρηθεί η χρησιμοποίηση και/ή ο προορισμός που προβλέπονται, ο επιχειρηματίας όμως ήταν αδύνατο να λάβει τη βεβαίωση αυτή λόγω της ίδιας της συμπεριφοράς αυτής της διοικητικής αρχής.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας, κατά την έννοια του άρθρου 22, παράγραφος 4, του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79, όταν η μη τήρηση της προθεσμίας προσκομίσεως των αποδείξεων της μεταποιήσεως του βουτύρου σε άλλο κράτος μέλος οφείλεται στην καθυστέρηση με την οποία οι διοικητικές αρχές του κράτους αυτού προέβησαν στον έλεγχο της μεταποιήσεως και στην επιστροφή του αντιτύπου ελέγχου στις αρχές του κράτους προελεύσεως, εφόσον ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας κατέβαλε, ο ίδιος ή μέσω τρίτου, κάθε δυνατή επιμέλεια προκειμένου να ωθήσει τις διοικητικές αρχές του κράτους μεταποιήσεως να διεκπεραιώσουν τις πράξεις αυτές. Το γεγονός ότι ο επιχειρηματίας παρέλειψε να ζητήσει την αναγνώριση ισοτιμίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 του προαναφερθέντος κανονισμού 1687/76, επιτρέπεται να αντιτάσσεται κατά του επιχειρηματία αυτού, μόνον εφόσον η συγκεκριμένη διοικητική αρχή δεν τον εμπόδισε, με τη συμπεριφορά της, να διασφαλίσει τα δικαιώματά του κινώντας τη διαδικασία αναγνωρίσεως της ισοτιμίας.
20 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 28ης Ιανουαρίου 1992 το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, αποφαίνεται:
Συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας, κατά την έννοια του άρθρου 22, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 262/79 της Επιτροπής, της 12ης Φεβρουαρίου 1979, περί της πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων τροφίμων, όταν η μη τήρηση της προθεσμίας προσκομίσεως των αποδείξεων της μεταποιήσεως του βουτύρου σε άλλο κράτος μέλος οφείλεται στην καθυστέρηση με την οποία οι διοικητικές αρχές του κράτους αυτού προέβησαν στον έλεγχο της μεταποιήσεως και στην επιστροφή του αντιτύπου ελέγχου στις αρχές του κράτους προελεύσεως, εφόσον ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας κατέβαλε, ο ίδιος ή μέσω τρίτου, κάθε δυνατή επιμέλεια προκειμένου να ωθήσει τις διοικητικές αρχές του κράτους μεταποιήσεως να διεκπεραιώσουν τις πράξεις αυτές. Το γεγονός ότι ο επιχειρηματίας παρέλειψε να ζητήσει την αναγνώριση ισοτιμίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1687/76 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1976, περί καθορισμού κοινών λεπτομερειών ελέγχου της χρησιμοποιήσεως και/ή του προορισμού προϊόντων που προέρχονται από την παρέμβαση, επιτρέπεται να αντιτάσσεται κατά του επιχειρηματία αυτού, μόνον εφόσον η συγκεκριμένη διοικητική αρχή δεν τον εμπόδισε, με τη συμπεριφορά της, να διασφαλίσει τα δικαιώματά του κινώντας τη διαδικασία αναγνωρίσεως της ισοτιμίας.
Full & Egal Universal Law Academy