Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών * Διαδικασίες συνάψεως των συμβάσεων δημοσίων έργων και προμηθειών * Οδηγίες 71/305 και 77/62 * Πεδίο εφαρμογής * Εφαρμογή της διαδικασίας συνάψεως των συμβάσεων με απευθείας ανάθεση * Απόδειξη της ικανότητας των υποβαλλόντων προσφορές * Σύσταση εγγυήσεως από τους υποβάλλοντες προσφορά * Τεχνικές προδιαγραφές
(Οδηγίες του Συμβουλίου 71/305 και 77/62)
2. Προσέγγιση των νομοθεσιών * Διαδικασίες συνάψεως των συμβάσεων δημοσίων έργων * Οδηγία 71/305 * Πεδίο εφαρμογής * Παραπομπή στο άρθρο 2 της οδηγίας 71/304
(Οδηγίες του Συμβουλίου 71/304, άρθρο 2 PAR 2, και 71/305, άρθρο 1, στοιχ. α')
Περίληψη
1. Παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 71/305 και 77/62, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη των συμβάσεων αφενός δημοσίων έργων και αφετέρου δημοσίων προμηθειών, το κράτος μέλος το οποίο
* εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της εθνικής ρυθμίσεως περί δημοσίων συμβάσεων τις συναλλαγές της διοικήσεως με ιδιώτες όσον αφορά αγαθά ή δικαιώματα, η εμπορία των οποίων ρυθμίζεται από διατάξεις νόμου, ή ελεγχόμενα προϊόντα ή προϊόντα υποκείμενα σε μονοπώλιο ή απαγορευμένα προϊόντα, μολονότι οι εξαιρέσεις αυτές δεν καταλέγονται μεταξύ των εξαιρέσεων που απαριθμεί περιοριστικά και επιτρέπει ρητά η οδηγία 77/62 και μολονότι οι ιδιαιτερότητες των προμηθειών αυτών δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, τέτοιες, ώστε να επιτρέπεται η πλήρης εξαίρεση των σχετικών συμβάσεων από τη ρύθμιση περί δημοσίων συμβάσεων,
* εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της εθνικής ρυθμίσεως περί δημοσίων συμβάσεων τις συμβάσεις για τις οποίες ο νόμος προβλέπει ρητή εξαίρεση, μολονότι οι μόνες επιτρεπόμενες εξαιρέσεις από τις προαναφερθείσες οδηγίες προβλέπονται περιοριστικά και ρητά από τις οδηγίες αυτές και μολονότι κατά τη μεταφορά των οδηγιών πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις σαφήνειας και ακρίβειας, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με οποιαδήποτε διατύπωση που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι, πέραν των εξαιρέσεων που επιτρέπουν οι οδηγίες και που επαναλαμβάνονται από την εθνική νομοθεσία, επιτρέπεται να προβλεφθούν και άλλες,
* επιτρέπει τη σύναψη των συμβάσεων με απευθείας ανάθεση και σε άλλες περιπτώσεις, πέραν των περιοριστικώς προβλεπομένων από τις οδηγίες, ή εξαρτά την εφαρμογή της διαδικασίας της απευθείας αναθέσεως από λιγότερο αυστηρές προϋποθέσεις απ' ό,τι οι οδηγίες,
* επιβάλλει ορισμένους τρόπους αποδείξεως της δικαιοπρακτικής ικανότητας των υποβαλλόντων προσφορές που δεν προβλέπονται από τις οδηγίες,
* επιβάλλει στις επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών που επιλέγουν ορισμένα από τα μέσα αποδείξεως της ικανότητάς τους που προβλέπονται στην οδηγία 71/305 ορισμένες προϋποθέσεις που δεν προβλέπει η οδηγία αυτή,
* προβλέπει ότι, για την κατάταξη των επιχειρήσεων, θα αξιολογούνται κατά προτίμηση τα χρηματοοικονομικά μέσα και τα μέσα από άποψη προσωπικού και υλικού που διαθέτουν εντός της εθνικής επικράτειας, μολονότι η οδηγία 71/305 δεν του επιτρέπει να καθιερώνει τέτοιας φύσεως κριτήρια,
* δεν αναγνωρίζει, κατά παράβαση των οδηγιών, την αξία των πιστοποιητικών που έχουν εκδώσει οι αρχές άλλων κρατών μελών σχετικά με την ικανότητα των επιχειρήσεων,
* απαλλάσσει από την υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεως τις επιχειρήσεις μόνο των οποίων η ικανότητα προκύπτει από την εγγραφή τους σε δικούς του καταλόγους κατατάξεως,
* δεν τηρεί, όσον αφορά τις τεχνικές προδιαγραφές που προβλέπονται για τις συμβάσεις προμηθειών, τη σειρά προτιμήσεως των κανόνων, την οποία προβλέπει η οδηγία 77/62.
2. Από το γεγονός ότι το άρθρο 1, στοιχείο α', της οδηγίας 71/305 παραπέμπει, σε σχέση με τον ορισμό των συμβάσεων δημοσίων έργων στις οποίες εφαρμόζεται, στο άρθρο 2 της οδηγίας 71/304, περί της καταργήσεως των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων και των περιορισμών στην ανάθεση συμβάσεων δημοσίων έργων μέσω πρακτορείων ή υποκαταστημάτων, προκύπτει ότι η πρώτη αναφερθείσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις που αφορούν βιομηχανικές εγκαταστάσεις φύσεως μηχανολογικής, ηλεκτρολογικής και παραγωγής ενεργείας, με εξαίρεση του μέρους των εγκαταστάσεων αυτών το οποίο ανάγεται στον τομέα της τεχνικής των δομικών κατασκευών, και τις συμβάσεις που αφορούν έργα εκσκαφών, γεωτρήσεως, εκβαθύνσεως και εκκενώσεως των εκχωματώσεων, τα οποία εκτελούνται με σκοπό την εξόρυξη ορυκτών υλών (εξορυκτικές βιομηχανίες).
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-71/92,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη αρχικά από τον Rafael Pellicer, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, στη συνέχεια από τον Hendrik Van Lier, νομικό σύμβουλο, και τη Maria Blanca Rodriguez Galindo, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπούμενου από τους Alberto Jose Navarro Gonzalez, γενικό διευθυντή της Υπηρεσίας Κοινοτικού Νομικού και Θεσμικού Συντονισμού, και Miguel Bravo-Ferrer Delgado, abogado del Estado, της Υπηρεσίας Κοινοτικών Διαφορών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard Emmanuel Servais,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ και από τις οδηγίες του Συμβουλίου 71/305/ΕΟΚ, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7), και 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 24), επειδή διατηρεί σε ισχύ ορισμένες διατάξεις που προβλέπουν εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων, ορισμένες διατάξεις που επιτρέπουν τη σύναψη συμβάσεων με απευθείας ανάθεση, ορισμένες διατάξεις σχετικά με τους κανόνες συμμετοχής και τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, ορισμένες διατάξεις σχετικά με τεχνικές προδιαγραφές και ορισμένες διατάξεις σχετικά με κριτήρια για τη σύναψη των συμβάσεων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο του δεύτερου και του έκτου τμήματος, προεδρεύοντα, J. C. Moitinho de Almeida και M. Diez De Velasco, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler, F. Grevisse, M. Zuleeg, P. J. G. Kapteyn και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Ιουνίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Μαρτίου 1992, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ και από τις οδηγίες του Συμβουλίου 71/305/ΕΟΚ, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7), και 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 24), επειδή διατηρεί σε ισχύ ορισμένες διατάξεις που προβλέπουν εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων, ορισμένες διατάξεις που επιτρέπουν τη σύναψη συμβάσεων με απευθείας ανάθεση, ορισμένες διατάξεις σχετικά με τους κανόνες συμμετοχής και τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, ορισμένες διατάξεις σχετικά με τεχνικές προδιαγραφές και ορισμένες διατάξεις σχετικά με κριτήρια για τη σύναψη των συμβάσεων.
2 Οι οδηγίες 71/305 και 77/62 μεταφέρθηκαν στο ισπανικό εσωτερικό δίκαιο με το βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 931/1986, της 2ας Μαΐου 1986, για την τροποποίηση του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων (του Ley de Contratos del Estado, στο εξής: LCE) [ΒΟΕ (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ισπανίας), αριθ. φύλλου 114, της 13ης Μαΐου 1986, σ. 16920)], και με το βασιλικό διάταγμα 2528/1986, της 28ης Νοεμβρίου 1986, για την τροποποίηση της κανονιστικής αποφάσεως περί δημοσίων συμβάσεων (της Reglamento General de Contratacion del Estado, στο εξής: RGCE) (ΒΟΕ, αριθ. φύλλου 297, της 12ης Δεκεμβρίου 1986, σ. 40546).
3 Θεωρώντας ότι διάφορες διατάξεις του LCE και της RGCE, καθώς και άλλες διατάξεις που διέπουν το καθεστώς δημοσίων συμβάσεων στην Ισπανία, όπως το κωδικοποιημένο κείμενο των διατάξεων περί τοπικής αυτοδιοικήσεως (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 781/1986, της 18ης Απριλίου 1986, ΒΟΕ, αριθ. φύλλων 96 και 97, της 22ας και της 23ης Απριλίου 1986), ο νόμος της 24ης Νοεμβρίου 1939, περί οργανώσεως και προστασίας της εθνικής βιομηχανίας (Jefatura del Estado, BOE της 15ης Δεκεμβρίου 1939, στο εξής: νόμος της 24ης Νοεμβρίου 1939), και το βασιλικό διάταγμα 946/1978, της 14ης Απριλίου 1978, περί διαδικασίας εκτιμήσεως και ελέγχου των παροχών φαρμακευτικών προϊόντων (ΒΟΕ, αριθ. φύλλου 108, της 8ης Μαΐου 1978, στο εξής: βασιλικό διάταγμα 946/1978), ήταν αντίθετες προς τα άρθρα 30 ή 59 της Συνθήκης και/ή τις οδηγίες 71/305 ή 77/62, η Επιτροπή κίνησε κατά του Βασιλείου της Ισπανίας τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης και στη συνέχεια άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την παρούσα προσφυγή.
4 Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή παραιτήθηκε από την προσφυγή της, καθόσον αφορούσε τον νόμο της 24ης Νοεμβρίου 1939 και το άρθρο 11 του βασιλικού διατάγματος 946/1978, επειδή τα νομοθετικά αυτά κείμενα είχαν καταργηθεί.
5 Οι διατάξεις της εθνικής ρυθμίσεως επί των οποίων καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο είναι συνεπώς οι εξής:
* το άρθρο 2, σημείο 3, του LCE και το άρθρο 2, σημείο 3, της RGCE, τα οποία εξαιρούν ορισμένες συναλλαγές της διοικήσεως με ιδιώτες από το πεδίο εφαρμογής της εθνικής ρυθμίσεως περί συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, άρα και από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/62,
* το άρθρο 2, σημείο 8, του LCE και το άρθρο 2, σημείο 8, της RGCE, τα οποία εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής της εθνικής ρυθμίσεως περί συμβάσεων δημοσίων έργων και προμηθειών, άρα και από το πεδίο εφαρμογής των δύο οδηγιών, "τις συμβάσεις για τις οποίες ο νόμος προβλέπει ρητή εξαίρεση",
* το άρθρο 29 bis, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, του LCE και το άρθρο 93 ter της RGCE, τα οποία προβλέπουν ότι για ορισμένες συμβάσεις δεν ισχύει η υποχρέωση δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την οποία επιβάλλει η οδηγία 71/305,
* διάφορες διατάξεις της εθνικής ρυθμίσεως σχετικά με τη σύναψη των συμβάσεων με απευθείας ανάθεση, οι οποίες αντιβαίνουν προς τις διατάξεις των δύο οδηγιών, και συγκεκριμένα το άρθρο 37, παράγραφος 1, σημεία 1, 2, 7 και 8, και το άρθρο 87, παράγραφος 4, σημεία 1, 2 και 5, του LCE, τα άρθρα 117 και 247 της RGCE καθώς και το άρθρο 120 του κωδικοποιημένου κειμένου των διατάξεων περί τοπικής αυτοδιοικήσεως,
* ορισμένες διατάξεις της εθνικής ρυθμίσεως που καθορίζουν, κατά παράβαση των δύο οδηγιών και των άρθρων 30 ή 59 της Συνθήκης, τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής και τους κανόνες συμμετοχής των επιχειρήσεων στις δημόσιες συμβάσεις, και συγκεκριμένα τα άρθρα 24, παράγραφος 1, σημείο 1, 25, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, 284, παράγραφος 5, 287, παράγραφος 2, 312, παράγραφος 2, 320, παράγραφος 3, σημείο 5, και 341 της RGCE,
* και τέλος το άρθρο 244 της RGCE, το οποίο θεσπίζει ορισμένους κανόνες στον τεχνικό τομέα που είναι αντίθετοι προς το άρθρο 7 της οδηγίας 77/62.
6 Το ιστορικό της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων αναπτύσσονται διεξοδικότερα στην έκθεση ακροατηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του άρθρου 2, σημείο 3, του LCE και του άρθρου 2, σημείο 3, της RGCE
7 Η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 2, σημείο 3, του LCE και το άρθρο 2, σημείο 3, της RGCE, τα οποία εξαιρούν από την εφαρμογή της εθνικής ρυθμίσεως περί δημοσίων συμβάσεων "τις συναλλαγές της διοικήσεως με ιδιώτες όσον αφορά αγαθά ή δικαιώματα, η εμπορία των οποίων ρυθμίζεται (' mediatizado' ) από διατάξεις νόμου, ή ελεγχόμενα προϊόντα (' intervenidos' ), υποκείμενα σε μονοπώλιο (' estancados' ) ή απαγορευμένα (' prohibidos' )", αντιβαίνουν διττώς προς την οδηγία 77/62. Πρώτον, οι διατάξεις αυτές είναι τόσο γενικές και η διατύπωσή τους τόσο ασαφής, ώστε δημιουργείται νομική αβεβαιότητα και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της ορθής μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Δεύτερον, οι διατάξεις αυτές εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ορισμένες συμβάσεις δημοσίων προμηθειών των οποίων η εξαίρεση δεν επιτρέπεται κατά την οδηγία αυτή.
8 Για να αποδείξει το συμβατό των επικρινόμενων διατάξεων με την οδηγία 77/62, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, πρώτον, ότι το άρθρο 2, σημείο 3, του LCE και η αντίστοιχη διάταξη της RGCE παραπέμπουν σε άλλες διατάξεις και επομένως δεν μπορούν να εφαρμοσθούν και να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα παρά μόνο σε συνδυασμό με τις νομοθετικές διατάξεις στις οποίες παραπέμπουν. Αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, οι διατάξεις αυτές ενισχύουν την ασφάλεια δικαίου, αφού απαριθμούν περιοριστικά τις συμβάσεις που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής και ορίζουν ότι όλες οι εξαιρέσεις πρέπει να προβλέπονται από τον νόμο.
9 Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί.
10 Από την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 77/62 προκύπτει ότι:
"πρέπει να γίνει πρόβλεψη, ώστε σε εξαιρετικές περιπτώσεις τα μέτρα συντονισμού των διαδικασιών να δύνανται να μην εφαρμόζονται, οι περιπτώσεις αυτές πρέπει όμως να ορίζονται ρητά".
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι οι μόνες επιτρεπόμενες εξαιρέσεις από την εφαρμογή της οδηγίας 77/62 είναι οι εξαιρέσεις που προβλέπονται περιοριστικά και ρητά από την οδηγία αυτή.
11 Επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, και το άρθρο 3 της οδηγίας 77/62, τα οποία απαριθμούν τις συμβάσεις δημοσίων προμηθειών στις οποίες δεν εφαρμόζεται η εν λόγω οδηγία, δεν αναφέρουν τις συμβάσεις των οποίων αντικείμενο είναι τα προϊόντα που μνημονεύονται στο άρθρο 2, σημείο 3, του LCE και στο άρθρο 2, σημείο 3, της RGCE. Εξάλλου, ορθώς η Επιτροπή τόνισε ότι, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει με τις επικρινόμενες διατάξεις της ισπανικής ρυθμίσεως, καμία από τις εξαιρέσεις που επιτρέπει η οδηγία δεν καθορίζεται σε σχέση με τον τύπο ή το νομικό καθεστώς του οικείου προϊόντος.
12 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ορθή μεταφορά της οδηγίας 77/62 στο εθνικό δίκαιο. Η ορθότητα της διαπιστώσεως αυτής επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η Ισπανική Κυβέρνηση ανέφερε, χωρίς να παραθέσει επακριβώς κανένα νόμο, ότι από την εφαρμογή της ρυθμίσεως σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις εξαιρούνται, δυνάμει των επίμαχων διατάξεων, οι συμβάσεις που αφορούν ορισμένα προϊόντα όπως τα φάρμακα, τα γραμματόσημα, ο χαρτοσημασμένος χάρτης, ο καπνός, η ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο.
13 Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι οι επικρινόμενες διατάξεις δικαιολογούνται βάσει άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, και ειδικότερα των άρθρων 36, 90, παράγραφος 2, και 223 της Συνθήκης.
14 Ούτε το επιχείρημα αυτό μπορεί να γίνει δεκτό.
15 Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών πρέπει επίσης να τηρούνται οι εθνικές ρυθμίσεις που διέπουν το εμπόριο ορισμένων προϊόντων και συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο δυνάμει των προαναφερθεισών διατάξεων της Συνθήκης. Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εκ των προτέρων γενική εξαίρεση των προϊόντων αυτών από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων περί συνάψεως των συμβάσεων αυτών.
16 Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, τρίτον, ότι η εξαίρεση ορισμένων συμβάσεων κατά το άρθρο 2, σημείο 3, του LCE και κατά την αντίστοιχη διάταξη της RGCE μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας 77/62, κατά το οποίο οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να συνάπτουν συμβάσεις προμηθειών χωρίς να εφαρμόζουν τις ανοικτές ή κλειστές διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2,
"όταν για τεχνικούς ή καλλιτεχνικούς λόγους ή για λόγους σχετιζομένους με την προστασία δικαιωμάτων αποκλειστικότητας τα προς προμήθεια είδη δύνανται να κατασκευασθούν ή να παραδοθούν μόνον από ορισμένο προμηθευτή".
17 Συναφώς αρκεί η διαπίστωση ότι οι συμβάσεις που εμπίπτουν στη διάταξη αυτή, έστω και αν η συναψή τους δεν είναι υποχρεωτική σύμφωνα με τις ανοικτές ή κλειστές διαδικασίες, δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, αλλά διέπονται, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, από τις διατάξεις του άρθρου 7, το οποίο αφορά τους κοινούς κανόνες στον τεχνικό τομέα.
18 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η αιτίαση της Επιτροπής σχετικά με το άρθρο 2, σημείο 3, του LCE και το άρθρο 2, σημείο 3, της RGCE πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
Επί του άρθρου 2, σημείο 8, του LCE και του άρθρου 2, σημείο 8, της RGCE
19 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 2, σημείο 8, του LCE και το άρθρο 2, σημείο 8, της RGCE, τα οποία εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής της εθνικής ρυθμίσεως περί δημοσίων συμβάσεων "τις συμβάσεις για τις οποίες ο νόμος προβλέπει ρητή εξαίρεση", αποτελούν μια άλλη γενική εξαίρεση, η οποία αντιβαίνει τόσο προς την οδηγία 71/305 όσο και προς την οδηγία 77/62.
20 Αντίθετα, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι επικρινόμενες διατάξεις παραπέμπουν απλώς σε άλλες διατάξεις και δεν αντιβαίνουν καθαυτές προς το κοινοτικό δίκαιο.
21 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
22 Πρώτον, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο με τη σκέψη 10 της παρούσας αποφάσεως, οι μόνες επιτρεπόμενες εξαιρέσεις από την εφαρμογή της οδηγίας 77/62 είναι όσες προβλέπονται περιοριστικά και ρητά από την οδηγία αυτή. Η διαπίστωση αυτή ισχύει επίσης για την οδηγία 71/305, η έβδομη αιτιολογική σκέψη της οποίας είναι ταυτόσημη προς την προπαρατεθείσα ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 77/62.
23 Δεύτερον, από πάγια νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-131/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1991, σ. Ι-825, σκέψη 6) προκύπτει ότι η μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν απαιτεί κατ' ανάγκη την τυπική και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεών της με ρητή και ειδική διάταξη και ενδέχεται η υλοποίησή της να είναι δυνατή με ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον το πλαίσιο αυτό εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας με επαρκή σαφήνεια και ακρίβεια, ώστε, σε περίπτωση κατά την οποία η οδηγία αποσκοπεί στη δημιουργία δικαιωμάτων υπέρ των ιδιωτών, οι δικαιούχοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Η ύπαρξη όμως σαφήνειας και ακρίβειας είναι ακόμη περισσότερο αναγκαία όταν πρόκειται, όπως στην παρούσα υπόθεση, για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο εξαιρέσεων ή παρεκκλίσεων από το σύστημα που προβλέπει η οδηγία.
24 Επιπλέον, όπως υποστήριξε η Επιτροπή χωρίς να αντικρουσθεί από την Ισπανική Κυβέρνηση, όλες οι εξαιρέσεις που απαριθμούνται περιοριστικά και ρητά στις οδηγίες 71/305 και 77/62 επαναλαμβάνονται σε ρητές και ειδικές διατάξεις του LCE ή της RGCE. Κατά συνέπεια, η δυνατότητα νομοθετικής προβλέψεως και άλλων εξαιρέσεων μπορεί να δημιουργήσει ασαφή νομική κατάσταση, εξ αιτίας της οποίας να μην μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.
25 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η γενική εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 2, σημείο 8, του LCE και στο άρθρο 2, σημείο 8, της RGCE μέσω παραπομπής σε άλλους, μη κατονομαζόμενους νόμους δεν αποτελεί μεταφορά στο εθνικό δίκαιο που να ανταποκρίνεται πλήρως στις προϋποθέσεις σαφήνειας και ασφάλειας των εννόμων καταστάσεων που επιδιώκονται με τις οδηγίες (βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Μαΐου 1980, 102/79, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 99, σκέψη 11).
26 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αιτίαση της Επιτροπής σχετικά με τις διατάξεις αυτές είναι επίσης βάσιμη.
Επί του άρθρου 29 bis, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, του LCE και του άρθρου 93 ter της RGCE
27 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η οδηγία 71/305 δεν περιέχει καμία εξαίρεση παρόμοια με τις εξαιρέσεις που προβλέπουν το άρθρο 29 bis, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, του LCE και το άρθρο 93 ter της RGCE, τα οποία προβλέπουν ότι η υποχρέωση δημοσιεύσεως στην Eπίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την οποία επιβάλλει το άρθρο 12 της οδηγίας 71/305, δεν ισχύει για τις συμβάσεις "που αφορούν βιομηχανικές εγκαταστάσεις φύσεως μηχανολογικής, ηλεκτρολογικής και παραγωγής ενεργείας, με εξαίρεση του μέρους των εγκαταστάσεων αυτών το οποίο ανάγεται στον τομέα της τεχνικής των δομικών κατασκευών", και τις συμβάσεις "που αφορούν έργα εκσκαφών, γεωτρήσεως, εκβαθύνσεως και εκκενώσεως των εκχωματώσεων, τα οποία εκτελούνται με σκοπό την εξόρυξη ορυκτών υλών (εξορυκτικές βιομηχανίες)". Κατά την Επιτροπή, αφού οι επιτρεπόμενες εξαιρέσεις προβλέπονται περιοριστικά, οι διατάξεις αυτές της εθνικής νομοθεσίας αντιβαίνουν προς την οδηγία 71/305.
28 Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι οι εν λόγω συμβάσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 71/305. Συναφώς, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι συμβάσεις αυτές δεν αποτελούν "συμβάσεις δημοσίων έργων", σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 1, στοιχείο α', της οδηγίας.
29 Η άποψη αυτή πρέπει να γίνει δεκτή.
30 Από το άρθρο 1, σημείο α', της οδηγίας 71/305 προκύπτει συγκεκριμένα ότι "συμβάσεις δημοσίων έργων", κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, είναι όσες "έχουν ως αντικείμενο μία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 2 της οδηγίας (71/304/ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί της καταργήσεως των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων και των περιορισμών στην ανάθεση συμβάσεων δημοσίων έργων μέσω πρακτορείων ή υποκαταστημάτων" (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 3). Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 2 της τελευταίας αυτής οδηγίας όμως, η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται ακριβώς στα έργα που απαριθμούνται στις επίμαχες διατάξεις της ισπανικής νομοθεσίας.
31 Η Επιτροπή ισχυρίζεται πάντως ότι η εκ μέρους του άρθρου 1, στοιχείο α', της οδηγίας 71/305 παραπομπή στο άρθρο 2 της οδηγίας 71/304 έχει την έννοια ότι η παραπομπή γίνεται μόνο στην παράγραφο 1 της εν λόγω διατάξεως. Η Επιτροπή φρονεί δηλαδή ότι η οδηγία 71/304, η οποία επαναλαμβάνει τη θεμελιώδη αρχή της καταργήσεως των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, η οποία διακηρύσσεται στο άρθρο 59 της Συνθήκης, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 71/305, δεδομένου μάλιστα ότι μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 71/304 δεν έχει πλέον πρακτική αποτελεσματικότητα, αφού, όπως έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο, το άρθρο 59 της Συνθήκης έχει απευθείας εφαρμογή.
32 Ούτε η επιχειρηματολογία αυτή μπορεί να γίνει δεκτή.
33 'Οπως τονίζει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 27 των προτάσεών του, μολονότι η απαγόρευση των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, η οποία διακηρύσσεται από τη Συνθήκη, ισχύει καταρχήν σε όλους τους τομείς του κοινοτικού δικαίου, το Συμβούλιο οφείλει εντούτοις να συμπληρώνει την απαγόρευση αυτή, η οποία αποτελεί άμεση απόρροια των διατάξεων της Συνθήκης, με κανόνες συντονισμού ή εναρμονίσεως των εθνικών ρυθμίσεων που δεν αντιβαίνουν προς την απαγόρευση και, συνεπώς, να καθορίζει το πεδίο εφαρμογής των κανόνων αυτών.
34 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η αιτίαση της Επιτροπής σχετικά με το άρθρο 29 bis, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, του LCE και με το άρθρο 93 ter της RGCE πρέπει να απορριφθεί.
Eπί του άρθρου 37, παράγραφος 1, σημεία 1, 2, 7 και 8, και του άρθρου 87, παράγραφος 4, σημεία 1, 2 και 5, του LCE, των άρθρων 117 και 247 της RGCE και του άρθρου 120 του κωδικοποιημένου κειμένου των διατάξεων περί τοπικής αυτοδιοικήσεως
35 Η Επιτροπή φρονεί ότι ορισμένες διατάξεις της ισπανικής ρυθμίσεως που επιτρέπουν τη σύναψη συμβάσεων με απευθείας ανάθεση, και συγκεκριμένα, όσον αφορά τις συμβάσεις δημοσίων έργων, τα άρθρα 37, παράγραφος 1, σημεία 1, 2, 7 και 8, του LCE και 117, παράγραφος 1, σημεία 1, 2, 7 και 8, της RGCE και, όσον αφορά τις συμβάσεις δημοσίων προμηθειών, τα άρθρα 87, παράγραφος 4, σημεία 1, 2 και 5, του LCE και 247, παράγραφος 4, σημεία 1, 2 και 5, της RGCE καθώς και το άρθρο 120, παράγραφος 1, σημεία 1, 2 και 6, του κωδικοποιημένου κειμένου των διατάξεων περί τοπικής αυτοδιοικήσεως, αντιβαίνουν προς το άρθρο 9 της οδηγίας 71/305 και το άρθρο 6 της οδηγίας 77/62 αντίστοιχα, για τον λόγο ότι οι περιπτώσεις τις οποίες καλύπτουν δεν αντιστοιχούν ή δεν αντιστοιχούν επακριβώς προς τις περιπτώσεις που απαριθμούν οι προαναφερθείσες διατάξεις των δύο οδηγιών.
36 Πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 9 της οδηγίας 71/305 και του άρθρου 6 της οδηγίας 77/62, οι οποίες επιτρέπουν παρεκκλίσεις από τους κανόνες που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της ασκήσεως των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η Συνθήκη στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων και προμηθειών, πρέπει να ερμηνεύονται στενά (βλ., όσον αφορά το άρθρο 9 της οδηγίας 71/305, την απόφαση της 10ης Μαρτίου 1987, 199/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σ. 1039, σκέψη 14). Για τους ίδιους λόγους πρέπει να θεωρηθεί ότι διατάξεις αυτές προβλέπουν περιοριστικά τις περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η σύναψη των συμβάσεων με απευθείας ανάθεση.
37 Από τη συγκριτική εξέταση όμως των επίμαχων διατάξεων της ισπανικής ρυθμίσεως και των εφαρμοστέων διατάξεων των κοινοτικών οδηγιών, στην οποία προέβη ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 37 έως 59 των προτάσεών του, προκύπτει ότι η ισπανική ρύθμιση επιτρέπει τη σύναψη συμβάσεων με απευθείας ανάθεση σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται από τις οδηγίες ή επιβάλλει, για την εφαρμογή της διαδικασίας της απευθείας αναθέσεως, λιγότερο αυστηρές προϋποθέσεις απ' ό,τι οι αντίστοιχες διατάξεις των οδηγιών.
38 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αιτίαση της Επιτροπής σχετικά με τις επικρινόμενες διατάξεις της ισπανικής ρυθμίσεως, οι οποίες επιτρέπουν τη σύναψη συμβάσεων με απευθείας ανάθεση, είναι βάσιμη.
Επί των άρθρων 24, παράγραφος 1, σημείο 1, και 25, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, της RGCE
39 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 25, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, της RGCE σχετικά με την κατά το άρθρο 24, παράγραφος 1, σημείο 1, της RGCE απόδειξη της νομικής προσωπικότητας και της ικανότητας των υποβαλλόντων προσφορές να συνάπτουν συμβάσεις και να αναλαμβάνουν υποχρεώσεις δεν προβλέπονται από τις διατάξεις των οδηγιών 71/305 και 77/62 και δεν είναι δυνατόν συνεπώς να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό από τη διαδικασία υποβολής προσφορών όσων δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις αυτές. Η Επιτροπή φρονεί επίσης ότι οι διατάξεις αυτές, καθόσον εφαρμόζονται στις συμβάσεις έργων, αντιβαίνουν επίσης προς το άρθρο 59 της Συνθήκης, εφόσον ισχύουν μόνο για τις αλλοδαπές επιχειρήσεις ή επιβάλλουν στις επιχειρήσεις αυτές πρόσθετες υποχρεώσεις, πέραν όσων τις βαρύνουν ήδη στη χώρα τους, υποχρεώσεις που δεν δικαιολογούνται για την εξυπηρέτηση κανενός σκοπού γενικού συμφέροντος.
40 Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η αιτίαση αυτή αφορά στην πραγματικότητα μόνο το άρθρο 25, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, της RGCE, καθόσον το άρθρο αυτό προβλέπει ορισμένους τρόπους αποδείξεως της δικαιοπρακτικής ικανότητας των υποβαλλόντων προσφορές. Εξάλλου, η Επιτροπή αναγνώρισε ρητά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι δεν αμφισβητεί ότι η απαίτηση να έχουν οι υποβάλλοντες προσφορές νομική προσωπικότητα συμβιβάζεται καθαυτή με το κοινοτικό δίκαιο.
41 Κατόπιν αυτής της διασαφηνίσεως της αιτιάσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1982, 76/81, Transporoute (Συλλογή 1982, σ. 417, σκέψη 9), δέχθηκε ότι η οδηγία 71/305 δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να ζητούν άλλα δικαιολογητικά, πλην εκείνων που προβλέπονται ρητά στην οδηγία, παρά μόνο στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της χρηματοδοτικής και οικονομικής ικανότητας των επιχειρήσεων, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 25 της οδηγίας. Η διαπίστωση αυτή ισχύει κατ' αναλογία για την οδηγία 77/62, οι κρίσιμες διατάξεις της οποίας ταυτίζονται ουσιαστικά με τις διατάξεις της οδηγίας 71/305.
42 Πρέπει να τονιστεί ότι τα αποδεικτικά έγγραφα που προβλέπει συναφώς το άρθρο 25, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, της RGCE αφενός δεν αποσκοπούν στην απόδειξη της χρηματοδοτικής και οικονομικής ικανότητας των επιχειρήσεων και αφετέρου δεν αναφέρονται μεταξύ των εγγράφων των οποίων η προσκόμιση μπορεί να ζητηθεί βάσει άλλων κρίσιμων διατάξεων των δύο οδηγιών.
43 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτίαση περί παραβάσεως των οδηγιών 71/305 και 77/62 είναι βάσιμη και ότι συνεπώς δεν χρειάζεται να εξετασθεί αν οι επικρινόμενες διατάξεις αντιβαίνουν επίσης προς το άρθρο 59 της Συνθήκης.
Επί του άρθρου 284, παράγραφος 5, της RGCE
44 Η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 284, παράγραφος 5, της RGCE, το οποίο ορίζει ότι οι επιχειρηματίες των άλλων κρατών μελών που επιθυμούν να αποδείξουν την ικανότητά τους με άλλα μέσα και όχι με την κατάταξή τους στην Ισπανία στον επίσημο κατάλογο των αναγνωρισμένων εργοληπτών, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 28, παράγραφος 1, της οδηγίας 71/305, πρέπει να προσκομίσουν πιστοποιητικό της Συμβουλευτικής Επιτροπής Δημοσίων Συμβάσεων, με το οποίο να βεβαιώνεται ότι δεν έχουν υποβληθεί σε καμία κατάταξη ή ότι η κατάταξή τους δεν έχει ανασταλεί ή ακυρωθεί, επιβάλλει, όσον αφορά την επιλογή του εργολήπτη να χρησιμοποιήσει τα μέσα αυτά, μια προϋπόθεση που δεν προβλέπεται από την οδηγία 71/305 και που είναι συνεπώς αντίθετη προς την οδηγία αυτή. Εξάλλου, η προϋπόθεση αυτή αντιβαίνει επίσης προς το άρθρο 59 της Συνθήκης, καθόσον επιβάλλει στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες μια διοικητική υποχρέωση που καθιστά κενή περιεχομένου το δικαίωμά τους να αποδείξουν την ικανότητά τους με άλλα μέσα πλην της κατατάξεώς τους.
45 Συναφώς πρέπει καταρχάς να τονισθεί ότι από κανένα στοιχείο του άρθρου 28 της οδηγίας 71/305 δεν μπορεί να συναχθεί ότι επιτρέπεται η επιβολή της υποχρεώσεως εγγραφής στον επίσημο κατάλογο των αναγνωρισμένων εργοληπτών εντός του κράτους της αναθέτουσας αρχής και στους εργολήπτες που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη. Αντίθετα, η παράγραφος 3 της διατάξεως αυτής παρέχει στους εργολήπτες που έχουν εγγραφεί σε επίσημο κατάλογο οποιουδήποτε κράτους μέλους το δικαίωμα να χρησιμοποιούν έναντι της αναθέτουσας αρχής άλλου κράτους μέλους, εντός των ορίων που καθορίζονται στην εν λόγω παράγραφο, την εγγραφή αυτή ως εναλλακτική απόδειξη του ότι ανταποκρίνονται στα κριτήρια ποιοτικής επιλογής που απαριθμούνται στα άρθρα 23 έως 26 της οδηγίας (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Transporoute, σκέψεις 12 και 13, και απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987, 27/86 έως 29/86, CEI, Συλλογή 1987, σ. 3347, σκέψη 24). Οι εργολήπτες έχουν συνεπώς τη δυνατότητα να αποδεικνύουν την ικανότητά τους είτε με την εγγραφή αυτή είτε με τα μέσα και τα έγγραφα που απαριθμούνται στα άρθρα 23 έως 26.
46 Στη συνέχεια επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η οδηγία 71/305 δεν επιβάλλει, σχετικά με αυτή τη δυνατότητα επιλογής, καμία προϋπόθεση παρόμοια με την προϋπόθεση που προβλέπει το άρθρο 284, παράγραφος 5, της RGCE και δεν απαριθμεί το πιστοποιητικό που προβλέπει η εν λόγω διάταξη μεταξύ των εγγράφων των οποίων μπορεί να ζητηθεί η προσκόμιση από τις επιχειρήσεις που προτίθενται να αποδείξουν την ικανότητά τους με άλλο μέσο και όχι με την εγγραφή τους σε επίσημο κατάλογο αναγνωρισμένων εργοληπτών.
47 Κατά συνέπεια, η αιτίαση της Επιτροπής περί παραβάσεως της οδηγίας 71/305 πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη και συνεπώς δεν χρειάζεται να εξετασθεί αν η εν λόγω διάταξη αντιβαίνει επίσης προς το άρθρο 59 της Συνθήκης.
Επί του άρθρου 287, παράγραφος 2, της RGCE
48 Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 287, παράγραφος 2, της RGCE αντιβαίνει προς την οδηγία 71/305 και προς το άρθρο 59 της Συνθήκης, καθόσον προβλέπει ότι για την κατάταξη των εργοληπτών στην Ισπανία "θα αξιολογούνται κατά προτίμηση τα χρηματοοικονομικά μέσα και τα μέσα από άποψη προσωπικού και υλικού που διαθέτουν μονίμως οι επιχειρήσεις εντός της εθνικής επικράτειας".
49 Συναφώς πρέπει να τονισθεί, πρώτον, ότι το άρθρο 28, παράγραφος 4, της οδηγίας 71/305 ορίζει ότι "για την εγγραφή εργολήπτη των άλλων κρατών μελών σε τέτοιο κατάλογο (τον επίσημο κατάλογο αναγνωρισμένων εργοληπτών) δύνανται να ζητηθούν μόνο εκείνες οι αποδείξεις και δηλώσεις που ζητούνται από τους ημεδαπούς εργολήπτες και, εν πάση περιπτώσει, μόνο εκείνες που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 23 μέχρι 26".
50 Δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διατάξεις αυτές δεν προβλέπουν την προσκόμιση αποδείξεων ή δηλώσεων σχετικά με τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 287, παράγραφος 2, της RGCE. 'Οσον αφορά το άρθρο 26, στοιχεία γ' και δ', της οδηγίας 71/305, το οποίο επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση, πρέπει να τονισθεί ότι, αν και η διάταξη αυτή επιτρέπει την επιβολή της υποχρεώσεως δηλώσεως σχετικά με τα τεχνικά μέσα, τον μηχανικό και τεχνικό εξοπλισμό που διαθέτει ο εργολήπτης για την εκτέλεση του έργου καθώς και σχετικά με το μέσο ετήσιο εργατοϋπαλληλικό δυναμικό της επιχειρήσεως και με τον αριθμό των στελεχών της επιχειρήσεως κατά την τελευταία τριετία, εντούτοις δεν κάνει καμία διάκριση ανάλογα με το αν τα στοιχεία αυτά βρίσκονται ή δεν βρίσκονται εντός του εδάφους του κράτους της αναθέτουσας αρχής.
51 Κατά συνέπεια, η αιτίαση περί παραβάσεως της οδηγίας 71/305 πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη, χωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί αν το άρθρο 287, παράγραφος 2, της RGCE αντιβαίνει προς το άρθρο 59 της Συνθήκης.
Επί του άρθρου 312, παράγραφος 2, και του άρθρου 320, παράγραφος 3, σημείο 5, της RGCE
52 'Οσον αφορά το άρθρο 312, παράγραφος 2, της RGCE, αρκεί η διαπίστωση ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι η διάταξη αυτή, η οποία καθορίζει την αποδεικτική δύναμη που έχουν στην Ισπανία τα πιστοποιητικά κατατάξεως που έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, δεν λαμβάνει υπόψη τα οριζόμενα στο άρθρο 26, στοιχεία β' και δ', της οδηγίας 71/305 και συνεπώς αντιβαίνει προς το άρθρο 28, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής.
53 Τα ανωτέρω ισχύουν και για το άρθρο 320, παράγραφος 3, σημείο 5, της RGCE, το οποίο προβλέπει ότι η τεχνική ικανότητα των προμηθευτών μπορεί να αποδεικνύεται με ορισμένα πιστοποιητικά ποιότητας των εμπορευμάτων, τα οποία εκδίδουν τα επίσημα ισπανικά ινστιτούτα ή οι επίσημες ισπανικές υπηρεσίες. Η Ισπανική Κυβέρνηση ομολογεί ότι η διάταξη αυτή αντιβαίνει προς το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο ε', της οδηγίας 77/62, το οποίο επιτρέπει μεν την επιβολή στον ενδιαφερόμενο της υποχρεώσεως προσκομίσεως τέτοιων πιστοποιητικών, αλλά δεν επιτρέπει την επιβολή της υποχρεώσεως να έχουν εκδοθεί τα πιστοποιητικά αυτά από οργανισμό του κράτους της αναθέτουσας αρχής.
54 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτίαση σχετικά με τα άρθρα 312, παράγραφος 2, και 320, παράγραφος 3, σημείο 5, της RGCE πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη και συνεπώς δεν χρειάζεται να εξετασθεί αν το άρθρο 320, παράγραφος 3, σημείο 5, αντιβαίνει επίσης προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, όπως ισχυρίστηκε η Επιτροπή.
Επί του άρθρου 341 της RGCE
55 Η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 341 της RGCE, το οποίο επιτρέπει στην Κυβέρνηση να απαλλάσσει τους εργολήπτες που έχουν περιληφθεί σε πίνακα κατατάξεως στην Ισπανία από την υποχρέωση συστάσεως προσωρινής ασφάλειας, όταν υποβάλλουν προσφορές για συμβάσεις έργων, είναι ασυμβίβαστο προς τις διατάξεις της οδηγίας 71/305 και του άρθρου 59 της Συνθήκης, καθόσον η απαλλαγή αυτή συνιστά οικονομικό κίνητρο για την επιδίωξη κατατάξεως και έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζει στην πράξη το δικαίωμα των επιχειρήσεων να υποβάλλουν προσφορές χωρίς προηγουμένως να έχουν καταταγεί.
56 Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως τόνισε το Δικαστήριο με τη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, η οδηγία 71/305 παρέχει στους εργολήπτες το δικαίωμα να αποδεικνύουν την ικανότητά τους με τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στα άρθρα 23 έως 26 της οδηγίας ή με την εγγραφή τους σε επίσημο κατάλογο αναγνωρισμένων εργοληπτών, ο οποίος δεν χρειάζεται να είναι κατάλογος του κράτους της αναθέτουσας αρχής. Επιβάλλεται συνεπώς η διαπίστωση ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού παρακωλύεται από διατάξεις σαν το άρθρο 341 της RGCE, το οποίο επιτρέπει την απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως προσωρινής εγγυήσεως μόνο εκείνων των εργοληπτών που περιλαμβάνονται σε ισπανικό κατάλογο.
57 Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται πάντως ότι η σύσταση προσωρινής εγγυήσεως επιτελεί ανάλογη λειτουργία με τη λειτουργία που επιτελεί η ίδια η κατάταξη, σκοπός της οποίας είναι η εξασφάλιση της ορθής εκτελέσεως των συναπτομένων συμβάσεων, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η επέκταση της απαλλαγής, ώστε να καλυφθούν και οι επιχειρηματίες που αποδεικνύουν τις ικανότητές τους με άλλο μέσο πλην της κατατάξεως.
58 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
59 'Οπως ορθά τόνισε η Επιτροπή, το άρθρο 23, πρώτο εδάφιο, στοιχεία δ' και ζ', της οδηγίας 71/305, το οποίο επιτρέπει τον αποκλεισμό από τον διαγωνισμό οποιουδήποτε εργολήπτη έχει διαπράξει βαρύ επαγγελματικό παράπτωμα ή έχει καταστεί ιδιαίτερα σοβαρά ένοχος ψευδών δηλώσεων ως προς τα απαιτούμενα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, παρέχει στις αναθέτουσες αρχές επαρκή μέσα για την εξασφάλιση της ορθής εκτελέσεως των συναπτομένων συμβάσεων, τα οποία είναι το ίδιο αποτελεσματικά όπως και η ίδια η κατάταξη ή η απειλή αναστολής της κατατάξεως αυτής. Κατά συνέπεια, το πλεονέκτημα της επίμαχης απαλλαγής δεν είναι αναγκαίο να ισχύει μόνο για τους εργολήπτες που αποδεικνύουν την ικανότητά τους λόγω του ότι περιλαμβάνονται σε ισπανικό κατάλογο κατατάξεως.
60 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αιτίαση της Επιτροπής σχετικά με το άρθρο 341 της RGCE είναι βάσιμη και ότι συνεπώς δεν χρειάζεται να εξετασθεί αν η διάταξη αυτή αντιβαίνει επίσης προς το άρθρο 59 της Συνθήκης.
Επί του άρθρου 244 της RGCE
61 Επ' αυτού επιβάλλεται καταρχάς η διαπίστωση ότι η Ισπανική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η διάταξη αυτή δεν έχει μεταφέρει ορθά στο εθνικό δίκαιο την προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/62 σειρά προτιμήσεως των κανόνων σε σχέση με τους οποίους πρέπει να καθορίζονται οι τεχνικές προδιαγραφές που προβλέπουν οι συμβάσεις δημοσίων προμηθειών. Το γεγονός που επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση, ότι δηλαδή η ανωτέρω διάταξη τροποποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την οδηγία 88/295/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και την κατάργηση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 80/767/ΕΟΚ (ΕΕ L 127, σ. 1), και ότι η οδηγία αυτή παραχώρησε στο Βασίλειο της Ισπανίας συμπληρωματική προθεσμία για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αναγνωρισθείσα παράβαση. Εν πάση περιπτώσει, η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας 88/295 στο ισπανικό δίκαιο έληξε την 1η Μαρτίου 1992.
62 Στη συνέχεια πρέπει να τονισθεί ότι το άρθρο 244, παράγραφος 2, της RGCE επιβάλλει την προσθήκη της μνείας "ή αντίστοιχο" μόνο στις περιπτώσεις ενδείξεως σήματος, άδειας εκμεταλλεύσεως ή τύπου, ενώ το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 77/62 επιβάλλει την προσθήκη της μνείας αυτής και στις περιπτώσεις στις οποίες οι τεχνικές προδιαγραφές αναφέρουν προϊόντα ορισμένης κατασκευής ή προελεύσεως.
63 Υπό τις συνθήκης αυτές, η αιτίαση της Επιτροπής περί του άρθρου 244 της RGCE πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
64 Απ' όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η εκ μέρους του Βασιλείου της Ισπανίας παράβαση των οδηγιών 71/305 και 77/62 πρέπει να αναγνωρισθεί σύμφωνα με τα αιτήματα της Επιτροπής, εκτός από τα αιτήματα που αφορούν τον νόμο της 24ης Νοεμβρίου 1939, το άρθρο 11 του βασιλικού διατάγματος 946/1978, το άρθρο 29 bis, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, του LCE και τα άρθρα 24, παράγραφος 1, σημείο 1, και 93 ter της RGCE.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
65 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή το Βασίλειο της Ισπανίας ηττήθηκε ως προς τους κυριότερους ισχυρισμούς του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, και 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών, επειδή:
* διατηρεί σε ισχύ ορισμένες διατάξεις που προβλέπουν εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων, και συγκεκριμένα το άρθρο 2, σημεία 3 και 8, του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων και το άρθρο 2, σημεία 3 και 8, της κανονιστικής αποφάσεως περί δημοσίων συμβάσεων,
* διατηρεί σε ισχύ ορισμένες διατάξεις που επιτρέπουν τη σύναψη συμβάσεων με απευθείας ανάθεση, και συγκεκριμένα το άρθρο 37, παράγραφος 1, σημεία 1, 2, 7 και 8, και το άρθρο 87, παράγραφος 4, σημεία 1, 2 και 5, του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων, τα άρθρα 117 και 247 της κανονιστικής αποφάσεως περί δημοσίων συμβάσεων και το άρθρο 120 του κωδικοποιημένου κειμένου των διατάξεων περί τοπικής αυτοδιοικήσεως,
* διατηρεί σε ισχύ ορισμένες διατάξεις σχετικά με τους κανόνες συμμετοχής και τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, και συγκεκριμένα το άρθρο 25, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, το άρθρο 284, παράγραφος 5, το άρθρο 287, παράγραφος 2, το άρθρο 312, παράγραφος 2, το άρθρο 320, παράγραφος 3, σημείο 5, και το άρθρο 341 της κανονιστικής αποφάσεως περί δημοσίων συμβάσεων,
* διατηρεί σε ισχύ ορισμένες διατάξεις σχετικά με τις τεχνικές προδιαγραφές, και συγκεκριμένα το άρθρο 244 της κανονιστικής αποφάσεως περί δημοσίων συμβάσεων.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy