Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Δασμοί * Επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος * Εσωτερικοί φόροι * Υποχρεωτική εισφορά συνιστώσα επιβάρυνση υπέρ τρίτων η οποία επιβάλλεται στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα αλλά αποβαίνει προς όφελος μόνον των πρώτων * Κριτήριο χαρακτηρισμού * Μη συνεκτίμηση ανάλογης επιβαρύνσεως επιβληθείσας εντός του κράτους μέλους εξαγωγής * Μη αποφαστιστικό κριτήριο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 9, 12 και 95)
2. Eνισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη * Έννοια * Υποχρεωτική εισφορά συνιστώσα επιβάρυνση υπέρ τρίτων η οποία επιβάλλεται στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα αλλά αποβαίνει προς όφελος μόνον των πρώτων * Περιλαμβάνεται * Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 92 και 93)
Περίληψη
1. Μια υποχρεωτική εισφορά συνιστώσα φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων, επιβαλλομένη υπό τις ίδιες προϋποθέσεις τόσο στα εγχώρια όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποίας διατίθενται μόνον υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα απορρέοντα πλεονεκτήματα αντισταθμίζουν ολοσχερώς το βάρος που πλήττει τα προϊόντα αυτά, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης. Αν τα πλεονεκτήματα αυτά αντισταθμίζουν εν μέρει μόνον το βάρος που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνση αυτή συνιστά εσωτερικό φόρο που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης, του οποίου η επιβολή απαγορεύεται ως προς το τμήμα του ποσού του που διατίθεται για την αντιστάθμιση της οποίας απολαύουν τα εγχώρια προϊόντα. Το γεγονός και μόνον ότι η επιβάρυνση επιβάλλεται στα εισαγόμενα προϊόντα, χωρίς να αφαιρείται ανάλογη αλλά διεπόμενη αυτοτελώς από την εθνική νομοθεσία εθνική επιβάρυνση, η οποία έχει επιβληθεί στα ίδια προϊόντα εντός του κράτους μέλους εξαγωγής, δεν συνιστά λόγο ασυμβιβάστου της επιβαρύνσεως αυτής προς το άρθρο 95 της Συνθήκης.
2. Η επιβολή υποχρεωτικής εισφοράς, η οποία συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων, επιβάλλεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα και της οποίας τα έσοδα διατίθενται μόνον υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η εκτίμηση αυτή εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, τηρουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-72/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Herbert Scharbatke GmbH
και
Bundesrepublik Deutschland, εκπροσωπουμένης από την Bundesamt fuer Ernaehrung und Forstwirtschaft,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 9, 12, 92 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco και D. A. O. Edward, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliet, F. A. Schockweiler, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέα,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Herbert Scharbatke GmbH, εκπροσωπούμενη από τον Lutz Liebenau, δικηγόρο Ladenburg,
* η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Ernst Roeder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών,
* η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Richard Wainwright, νομικό σύμβουλο, και από την Angela Bardenhewer, μέλος της Nομικής Yπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της εταιρίας Herbert Scharbatke GmbH, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 20ής Απριλίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μαΐου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 11ης Δεκεμβρίου 1991, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Μαρτίου 1992, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 9, 12, 92 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της επιχειρήσεως Scharbatke GmbH (στο εξής: Scharbatke) και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σχετικά με τη νομιμότητα υποχρεωτικής εισφοράς επιβαλλομένης εντός της Γερμανίας, μεταξύ άλλων, κατά την προσκόμιση στην υγειονομική επιθεώρηση των κρεάτων σφαγέντων χοίρων για εμπορικούς σκοπούς, υπέρ ενός Ταμείου εμπορίας γεωργικών και δασικών προϊόντων και ειδών διατροφής (Absatzfonds, στο εξής: Ταμείο).
3 Ο γερμανικός νόμος της 26ης Ιουνίου 1969 (BGBl. I, σ. 635), ως είχε κατά την ανακοίνωση της 8ης Νοεμβρίου 1976 (BGBl. Ι, σ. 3109), προβλέπει τη σύσταση ενός Ταμείου εμπορίας των γερμανικών γεωργικών και δασικών προϊόντων και ειδών διατροφής. Κατά το άρθρο 2 αυτού του νόμου, το Ταμείο έχει ως αποστολή "να προωθεί, κατά συγκεντρωτικό τρόπο, με σύγχρονα μέσα και μεθόδους, την εμπορία και την εκμετάλλευση των γερμανικών γεωργικών και δασικών προϊόντων και ειδών διατροφής, με την κατάκτηση και τη διατήρηση αγορών στη Γερμανία και στην αλλοδαπή".
4 Το άρθρο 10, περί της χρηματοδοτήσεως του Ταμείου, προβλέπει, πέραν της καταβολής επιχορηγήσεων από τις ομοσπονδιακές αρχές, την επιβολή εισφορών στον τομέα της γεωργίας, της δασοκομίας και της διατροφής. Η ίδια διάταξη καθορίζει σε 1 γερμανικό μάρκο ανά χοίρο το ποσόν της εισφοράς που οφείλεται από τις επιχειρήσεις που προσκομίζουν στην υγειονομική επιθεώρηση κρέατα χοίρων σφαγέντων για εμπορικούς σκοπούς.
5 Η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης ασκεί χονδρεμπόριο κρεάτων και εκμεταλλεύεται ένα σφαγείο εντός της Γερμανίας. Το 1985, προσκόμισε ορισμένο αριθμό σφαγέντων χοίρων στην υγειονομική επιθεώρηση κρεάτων. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι οι χοίροι αυτοί προέρχονταν κατά το μεγαλύτερο μέρος από τις Κάτω Χώρες, όπου τους είχε επιβληθεί μια εθνική φορολογική επιβάρυνση προοριζόμενη για τη χρηματοδότηση μέτρων προωθήσεως των ολλανδικών προϊόντων, η οποία δεν ελήφθη υπόψη κατά την καταβολή της επίμαχης εισφοράς, και ότι η εταιρία Scharbatke διέθεσε στο εμπόριο το κρέας εντός της Γερμανίας υπό ονομασία δηλώνουσα τη χώρα προελεύσεως των ζώων.
6 Οι γερμανικές αρχές απαίτησαν από τη Scharbatke, με κοινοποιηθείσα απόφαση περί πληρωμής, την καταβολή ποσού αντιστοιχούντος στη βάσει του προπαρατεθέντος νόμου της 26ης Ιουνίου 1969 οφειλομένη εισφορά. Κατόπιν απορρίψεως της ενστάσεώς της, η Scharbatke άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως περί πληρωμής ενώπιον του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main.
7 Έχοντας σοβαρές αμφιβολίες περί του συμβιβαστού της εν λόγω εισφοράς προς τις διατάξεις της Συνθήκης, το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Εμπίπτει μια εθνική φορολογική επιβάρυνση πλήττουσα το χοίριο κρέας άλλου κράτους μέλους, το οποίο διατίθεται στο εμπόριο με ονομασία δηλώνουσα τη χώρα προελεύσεως των ζώων, στην έννοια της 'επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος' (προς δασμό) κατά την έννοια των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ, αν η εθνική αυτή φορολογική επιβάρυνση πλήττει βεβαίως και το κρέας εγχώριας προελεύσεως, αλλά χρηματοδοτεί αποκλειστικά ένα Ταμείο του οποίου ο μοναδικός σκοπός είναι η προώθηση της εμπορίας και της χρησιμοποιήσεως των εγχωρίων γεωργικών και δασικών προϊόντων και ειδών διατροφής;
2) Σε περίπτωση που στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση:
Εμπίπτει μία φορολογική επιβάρυνση κατά την έννοια του πρώτου ερωτήματος στην έννοια των 'έμμεσα επιβαλλόμενων ανώτερων εσωτερικών φόρων' κατά το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ ή στην έννοια των 'εσωτερικών φόρων, η φύση των οποίων οδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων' κατά το άρθρο 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αν στα σφάγια πριν από την εισαγωγή είχε ήδη επιβληθεί ομοειδής φορολογική επιβάρυνση της χώρας προελεύσεως, αυτό δε δεν ελήφθη υπόψη κατά την επιβολή φορολογικής επιβαρύνσεως στη χώρα εισαγωγής;
3) Είναι αρμόδιο το εθνικό δικαστήριο να ελέγχει το συμβιβαστό της επιβολής εθνικής φορολογικής επιβαρύνσεως, κατά την έννοια του πρώτου ερωτήματος, προς το κοινοτικό δίκαιο με κριτήριο το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ, αν η προσφεύγουσα της κύριας δίκης σαφώς ισχυρίζεται κατά τρόπο πειστικό ότι υφίσταται δυσμενή διάκριση λόγω της εθνικής ενισχύσεως, δεδομένου ότι καταβάλλοντας τη φορολογική επιβάρυνση πρέπει να συνεισφέρει στη χρηματοδότηση της ενισχύσεως παρ' όλον ότι ως εισαγωγέας δεν περιλαμβάνεται στον κύκλο των ωφελουμένων από την ενίσχυση;
4) Σε περίπτωση που στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση:
Αποτελεί η διαλαμβανόμενη στο πρώτο ερώτημα χρηματοδότηση του Ταμείου, διά της επιβολής φορολογικών επιβαρύνσεων στο χοίριο κρέας προελεύσεως άλλων κρατών μελών, εμμέσως, προστατευτικό μηχανισμό, ο οποίος λειτουργεί ως προστατευτική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ; Υφίσταται, όσον αφορά αυτόν τον μηχανισμό, ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ; Απαγορεύεται για τον λόγο αυτό ο μηχανισμός αυτός όπως και μια αντίστοιχη προστατευτική ενίσχυση κατά το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ;"
8 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κυρίας δίκης, η σχετική εθνική νομοθεσία καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται από τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί των άρθρων 9, 12 και 95 της Συνθήκης
9 Με τα δύο πρώτα ερωτήματα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν εάν αντίκειται στα άρθρα 9, 12 και 95 της Συνθήκης η επιβολή υποχρεωτικής εισφοράς, η οποία συνιστά φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων επιβαλλόμενη αδιακρίτως και κατά την ίδια διαδικασία στα εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα, υπέρ Ταμείου του οποίου οι παρεμβάσεις αποβαίνουν προς όφελος μόνον των εγχωρίων προϊόντων.
10 Κατά πάγια νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Μαρτίου 1992, C-78 έως C-83/90, Compagnie commerciale de l' Ouest κ.λπ., Συλλογή 1992, σ. Ι-1847, σκέψη 27, και απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-17/91, Lornoy κ.λπ., Συλλογή 1992, σ. Ι-6523, σκέψη 21), εάν τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τη διάθεση του προϊόντος εισφοράς συνιστώσας φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων αντισταθμίζουν ολοσχερώς την επιβάρυνση που πλήττει το εγχώριο προϊόν κατά τη διάθεσή του στο εμπόριο, η εισφορά αυτή συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό αντίθετη προς τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης. Αν τα πλεονεκτήματα αυτά αντισταθμίζουν μόνον εν μέρει την επιβάρυνση που πλήττει το εγχώριο προϊόν, η εν λόγω επιβάρυνση διέπεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η επιβάρυνση δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 95 της Συνθήκης και, επομένως, απαγορεύεται στο μέτρο που συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος του εισαγομένου προϊόντος, δηλαδή στο μέτρο που αντισταθμίζει εν μέρει το βάρος που πλήττει το φορολογούμενο εγχώριο προϊόν.
11 Κατά πάγια επίσης νομολογία, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάζει αν η επιβάρυνση που υφίσταται το εγχώριο προϊόν αντισταθμίζεται ολοσχερώς ή εν μέρει μέσω της χρησιμοποιήσεως των εσόδων από την εν λόγω επιβάρυνση (βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 1992, C-149/91 και C-150/91, Sanders, Συλλογή 1992, σ. Ι-3899, και προπαρατεθείσες αποφάσεις Compagnie commerciale de l' Ouest και Lornoy). Εναπόκειται συνεπώς σ' αυτό να καθορίζει, με τη συνεργασία των οικείων εθνικών αρχών, το μέτρο της ενδεχομένης δυσμενούς διακρίσεως που υφίστανται τα εισαγόμενα προϊόντα.
12 Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται εν προκειμένω ότι οι δραστηριότητες του Ταμείου σκοπό έχουν την προώθηση τελικών ειδών διατροφής τα οποία απευθύνονται στον τελικό καταναλωτή, ασχέτως του εάν τα τελικά αυτά προϊόντα έχουν παρασκευαστεί με βάση εγχώρια ή εισαγόμενα προϊόντα. Συνεπώς, οι παρεμβάσεις του Ταμείου αποβαίνουν προς όφελος τόσο των εγχωρίων όσο και των εισαγομένων βασικών προϊόντων.
13 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι τα προδικαστικά ερωτήματα περιορίζονται στην περίπτωση φορολογικής επιβαρύνσεως υπέρ τρίτων της οποίας το προϊόν ευνοεί μόνα τα εγχώρια προϊόντα.
14 Με το δεύτερο ερώτημα, ερωτάται επίσης εάν μια φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κυρία δίκη, συνιστά εσωτερικό φόρο απαγορευόμενο από το άρθρο 95 της Συνθήκης, στην περίπτωση που δεν λαμβάνεται υπόψη ομοειδής επιβάρυνση η οποία έχει ήδη εισπραχθεί εντός του κράτους εξαγωγής επί των ιδίων προϊόντων.
15 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, μολονότι είναι αληθές ότι στο πλαίσιο του συστήματος του φόρου προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ) και βάσει του συστήματος εναρμονίσεως του τομέα αυτού πρέπει, όπως προκύπτει από την απόφαση της 5ης Μαΐου 1982, 15/81, Schul, (Συλλογή 1982, σ. 1409), να λαμβάνεται υπόψη ο ΦΠΑ που έχει καταβληθεί εντός του κράτους εξαγωγής, η λύση αυτή δεν μπορεί να ισχύει και στην περίπτωση φορολογικών επιβαρύνσεων, όπως οι επίδικες στο πλαίσιο της κυρίας δίκης, οι οποίες διέπονται από αυτοτελείς εθνικές νομοθεσίες.
16 Εν όψει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να δοθεί η απάντηση στο εθνικό δικαστήριο ότι, μια υποχρεωτική εισφορά συνιστώσα φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων, επιβαλλόμενη υπό τις ίδιες προϋποθέσεις τόσο στα εγχώρια όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποίας διατίθενται μόνον υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα απορρέοντα πλεονεκτήματα αντισταθμίζουν ολοσχερώς το βάρος που πλήττει τα προϊόντα αυτά, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης. Αν τα πλεονεκτήματα αυτά αντισταθμίζουν εν μέρει μόνον το βάρος που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνση αυτή συνιστά εσωτερικό φόρο που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση και απαγορεύεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης. Το γεγονός και μόνον ότι η επιβάρυνση επιβάλλεται στα εισαγόμενα προϊόντα, χωρίς να αφαιρείται ανάλογη αλλά διεπόμενη αυτοτελώς από την εθνική νομοθεσία εθνική επιβάρυνση, η οποία έχει επιβληθεί στα ίδια προϊόντα εντός του κράτους μέλους εξαγωγής, δεν συνιστά λόγο ασυμβιβάστου της επιβαρύνσεως αυτής προς το άρθρο 95 της Συνθήκης.
Επί των άρθρων 92 επ. της Συνθήκης
17 Με τα δύο τελευταία ερωτήματα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η επιβολή φορολογικής επιβαρύνσεως υπέρ τρίτων, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κυρία δίκη, μπορεί να συνιστά, ως τρόπος χρηματοδοτήσεως κρατικής ενισχύσεως, μηχανισμό απαγορευόμενο από το άρθρο 92 της Συνθήκης και αν ένα εθνικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγχει το συμβιβαστό της επιβολής μιας τέτοιας επιβαρύνσεως προς την εν λόγω διάταξη.
18 Όπως επανειλημμένως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, καίτοι η επίδικη επιβάρυνση υπέρ τρίτων μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής είτε του άρθρου 12 είτε του άρθρου 95 της Συνθήκης, η διάθεση του προϊόντος της επιβαρύνσεως αυτής υπέρ των εγχωρίων προϊόντων μπορεί, εν τούτοις, να συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, όπως ερμηνεύονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Compagnie commerciale de l' Ouest, Sanders και Lornoy).
19 Πάντως, κατά πάγια νομολογία, το ασυμβίβαστο των κρατικών ενισχύσεων με την κοινή αγορά δεν είναι ούτε απόλυτο ούτε απαλλαγμένο προϋποθέσεων. Η Συνθήκη, προβλέποντας στο άρθρο 93 τη συνεχή εξέταση και τον έλεγχο των ενισχύσεων από την Επιτροπή, επιδιώκει η αναγνώριση του ενδεχομένου ασυμβιβάστου μιας ενισχύσεως με την κοινή αγορά να προκύπτει, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, από κατάλληλη διαδικασία για την κίνηση της οποίας την ευθύνη φέρει η Επιτροπή. Συνεπώς, οι ιδιώτες δεν μπορούν, επικαλούμενοι μόνον το άρθρο 92, να αμφισβητήσουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ότι συμβιβάζεται μια ενίσχυση με το κοινοτικό δίκαιο ούτε να ζητήσουν από αυτά να αποφανθούν, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, ως προς ενδεχόμενο ασυμβίβαστο (αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1977, 74/76, Iannelli, Συλλογή τόμος 1977, σ. 143, και 78/76, Steinike, Συλλογή τόμος 1977, σ. 171, και προπαρατεθείσες αποφάσεις Compagnie commerciale de l' Ouest, Sanders και Lornoy).
20 Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η επιβολή μιας τέτοιας επιβάρυνσεως υπέρ τρίτων, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κυρία δίκη, μπορεί να συνιστά, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος της, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η εκτίμηση αυτή εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, τηρουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κυρίας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 11ης Δεκεμβρίου 1991, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, αποφαίνεται:
1) Μια υποχρεωτική εισφορά συνιστώσα φορολογική επιβάρυνση υπέρ τρίτων, επιβαλλομένη υπό τις ίδιες προϋποθέσεις τόσο στα εγχώρια όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποίας διατίθενται μόνον υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα απορρέοντα πλεονεκτήματα αντισταθμίζουν ολοσχερώς το βάρος που πλήττει τα προϊόντα αυτά, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης. Αν τα πλεονεκτήματα αυτά αντισταθμίζουν εν μέρει μόνον το βάρος που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνση αυτή συνιστά εσωτερικό φόρο που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση και απαγορεύεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης. Το γεγονός και μόνον ότι η επιβάρυνση επιβάλλεται στα εισαγόμενα προϊόντα, χωρίς να αφαιρείται ανάλογη αλλά διεπόμενη αυτοτελώς από την εθνική νομοθεσία επιβάρυνση, η οποία έχει επιβληθεί στα ίδια προϊόντα εντός του κράτους μέλους εξαγωγής, δεν συνιστά λόγο ασυμβιβάστου της επιβαρύνσεως αυτής προς το άρθρο 95 της Συνθήκης.
2) Η επιβολή μιας τέτοιας επιβαρύνσεως υπέρ τρίτων μπορεί να συνιστά, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος της, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η εκτίμηση αυτή εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, τηρουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου.
Full & Egal Universal Law Academy