Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα * Βούτυρο δημοσίας αποθεματοποιήσεως * Πώληση σε μειωμένη τιμή προς επιχειρήσεις μεταποιήσεως * Υποχρέωση διασφαλίσεως ομοιογενούς κατανομής των υπό ενσωμάτωση ενδεικτικών ουσιών κατά τη μεταποίηση του συμπυκνωμένου βουτύρου * Το βάρος να αποδείξουν αθέτηση αυτής της υποχρεώσεως υπέχουν οι εθνικές αρχές * Εξουσία εκτιμήσεως ως προς τον τρόπο διεξαγωγής του ελέγχου * Εκτίμηση της αποδεικτικής τους αξίας κατά την εθνική νομοθεσία
(Κανονισμός 262/79 της Επιτροπής, άρθρα 5 PAR 2 και 22 PAR 5)
2. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα * Βούτυρο δημοσίας αποθεματοποιήσεως * Πώληση σε μειωμένη τιμή προς επιχειρήσεις μεταποιήσεως * Σύστημα παροχής ασφαλείας * Υποχρέωση ενσωματώσεως στο μεταποιημένο βούτυρο ενδεικτικών ουσιών με σκοπό την αποφυγή εκτροπής του βουτύρου από τον προορισμό του * Αθέτηση * Κατάπτωση της ασφαλείας για την αντίστοιχη παρτίδα * Αρχή της αναλογικότητας * Παραβίαση * Δεν υφίσταται
(Κανονισμός 262/79 της Επιτροπής, άρθρο 22 PAR 5)
Περίληψη
1. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 262/79, περί της πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων τροφίμων, προβλέπει την ενσωμάτωση ενδεικτικών ουσιών στο βούτυρο και την ομοιόμορφη κατανομή τους στο συμπυκνωμένο βούτυρο, με σκοπό τη διαφοροποίηση του βουτύρου παρεμβάσεως που πωλείται σε μειωμένη τιμή από τα άλλα βούτυρα, μέχρι την τελική του χρησιμοποίηση, ώστε να αποφευχθεί εκτροπή από τον προορισμό του. Δεδομένου αυτού του κινδύνου, πρέπει η διάταξη αυτή να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι εν λόγω ενδεικτικές ουσίες πρέπει να είναι ομοιόμορφα κατανεμημένες όχι μόνον στο θερμασμένο συμπυκνωμένο βούτυρο, αλλά και στο ψυχθέν συμπυκνωμένο βούτυρο.
Το άρθρο 22, παράγραφος 5, του ιδίου κανονισμού έχει την έννοια ότι, αφενός, απόκειται στην αρμόδια εθνική αρχή να αποδείξει ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 5 του κανονισμού και, αφετέρου, ότι απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει, με βάση τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο ανήκει, αν η λήψη δείγματος κατά τη μεταφορά συμπυκνωμένου βουτύρου και τα αποτελέσματα της αναλύσεώς του θεμελιώνουν μια τέτοια παράβαση.
2. Δεδομένου ότι η σύσταση ασφαλείας για τη μεταποίηση, που προβλέπει ο κανονισμός 262/79, αποβλέπει στη διασφάλιση της τηρήσεως, εκ μέρους του αγοραστή βουτύρου δημόσιας αποθεματοποίησης προοριζόμενου για μεταποίηση, μιας από τις κύριες υποχρεώσεις του, δηλαδή της ενσωματώσεως στο βούτυρο ορισμένων προϊόντων, καθοριζομένων αναλόγως του προορισμού του βουτύρου, ώστε να καθίσταται δυνατή η διαφοροποίησή του από άλλα βούτυρα, η αθέτηση αυτής της υποχρεώσεως, όταν δεν συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας, μπορεί να επισύρει την κύρωση της πλήρους καταπτώσεως της ασφαλείας, χωρίς αυτό να συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Το άρθρο 22, παράγραφος 5, του κανονισμού δεν παραβιάζει την αρχή αυτή, καθόσον προβλέπει ότι καταπίπτει εκείνο μόνον το μέρος της ασφαλείας που αντιστοιχεί στην παρτίδα για την οποία ο αγοραστής δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του και ότι ή ασφάλεια καταπίπτει μερικώς στην περίπτωση που το ποσοστό των ενδεικτικών συσιών υπολείπεται κατά λιγότερο από 20 % από το προβλεπόμενο ποσοστό ενδεικτικών ουσιών που πρέπει να ενσωματωθούν στο βούτυρο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-87/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesgerichtshof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Hoche GmbH
και
Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung (BALM),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, και του άρθρου 22, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 262/79 της Επιτροπής, της 12ης Φεβρουαρίου 1979, περί της πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων τροφίμων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 77),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M.Darmon
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Hoche GmbH, εκπροσωπούμενη από τη δικηγόρο Νυρεμβέργης Cornelia Kienlein,
* το Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung, εκπροσωπούμενο από τον Hinrich Thieme, δικηγόρο Φρανκφούρτης επί του Μάιν,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Peter Gilsdorf, κύριο νομικό σύμβουλο, και τον Dierk Booss, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενους από τον δικηγόρο Βρυξελλών Walter G. Grupp,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Hoche GmbH και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 4ης Μαρτίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 5ης Φεβρουαρίου 1992, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Μαρτίου 1992 το Bundesgerichtshof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, και του άρθρου 22, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 262/79 της Επιτροπής, της 12ης Φεβρουαρίου 1979, περί της πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων τροφίμων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 77).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της επιχειρήσεως Hoche GmbH (στο εξής Hoche), με έδρα τη Γερμανία, και του Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung (στο εξής BALM) σχετικά με την κατάπτωση ασφαλείας.
3 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το 1980 η Hoche αγόρασε, κατόπιν δημοπρασίας που διενεργήθηκε βάσει του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79, ποσότητα βουτύρου σε μειωμένη τιμή, και συνέστησε προς τούτο ασφάλεια. Μετά τη μεταποίηση του συμπυκνωμένου βουτύρου, η Hoche μεταπώλησε το βούτυρο σε ιταλό αγοραστή.
4 Στις 2 Ιουνίου 1980, κατά τη μεταφορά του βουτύρου στην Ιταλία, οι γερμανικές τελωνειακές αρχές έλαβαν δείγμα 250 γραμμαρίων προκειμένου να ελέγξουν αν η μεταποίηση έγινε σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει το άρθρο 5 του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79. Από την ανάλυση προέκυψε ότι το προϊόν δεν περιείχε παρά μόνον 375 γραμμάρια βήτα-σιτοστερόλης ανά τόνο, αντί των απαιτουμένων 480 γραμμαρίων, και 49 γραμμάρια βανιλλίνης, αντί των απαιτουμένων 250 γραμμαρίων. Εξάλλου, οι ουσίες αυτές (στο εξής: ενδεικτικές ουσίες) δεν ήσαν ομοιόμορφα κατανεμημένες στο δείγμα. Κατά συνέπεια, το 1986 ο BALM ανακοίνωσε στη Hoche ότι η ασφάλεια που είχε συσταθεί υπό μορφή τραπεζικής εγγυήσεως κατέπεσε.
5 Το Bundesgerichtshof έκρινε ότι η επίλυση της διαφοράς έθετε ορισμένα προβλήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου. Προς τούτο, με διάταξη της 7ης Φεβρουαρίου 1992, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 262/79 της Επιτροπής την έννοια ότι τα απαριθμούμενα σε αυτό προς ανάμιξη προϊόντα πρέπει να είναι ομοιόμορφα κατανεμημένα στο υπό ψύξη ευρισκόμενο καθαρό συμπυκνωμένο βούτυρο;
2) Έχει το άρθρο 22, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 262/79 την έννοια ότι η ασφάλεια καταπίπτει σε περίπτωση που ο μεταποιητής δεν αποδείξει ότι πληρούνται στο ακέραιο οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2 του κανονισμού; Υποχρεούται, πάντως, το Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung να αποδείξει τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων οπωσδήποτε στην περίπτωση κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές αρχικώς μεν χορήγησαν την έγκριση για την απομάκρυνση του μεταποιημένου προϊόντος από την επιχείρηση, κατόπιν δε έλαβαν δείγμα, εκ του οποίου δεν μπορεί να συναχθεί γενικό συμπέρασμα, το δε αποτέλεσμα της σχετικής αναλύσεως το ανακοίνωσαν μετά την εξαγωγή του εμπορεύματος;
3) Καταπίπτει η ασφάλεια που συνέστησε ο μεταποιητής κατά το άρθρο 22, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 262/79 μερικώς μόνον, λαμβανομένης υπ' όψη της αρχής της αναλογικότητας σε περίπτωση που τα απαριθμούμενα προϊόντα δεν είναι ομοιόμορφα κατανεμημένα στο υπό ψύξη ευρισκόμενο συμπυκνωμένο βούτυρο ή δεν έχουν ενσωματωθεί σε αρκετή ποσότητα, πλήν όμως η συνολική παρτίδα εξήχθη στην Ιταλία, εκεί δε χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τον κανονισμό;"
6 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
7 Με το ερώτημα αυτό το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η απαίτηση που επιβάλλει το άρθρο 5, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79, για ομοιόμορφη κατανομή των ενδεικτικών ουσιών που απαριθμεί η εν λόγω διάταξη, εφαρμόζεται όχι μόνον επί του θερμασμένου συμπυκνωμένου βουτύρου, αλλά και επί του ψυχθέντος συμπυκνωμένου βουτύρου.
8 Προκειμένου να δωθεί απάντηση σ' αυτό το ερώτημα επιβάλλεται, κατ' αρχάς, να τονιστεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 262/79, κατά το οποίο η ενσωμάτωση των ενδεικτικών ουσιών πρέπει να γίνει κατά το στάδιο της μεταποιήσεως του βουτύρου σε συμπυκνωμένο βούτυρο ώστε να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη κατανομή, δεν διακρίνει μεταξύ θερμασμένου συμπυκνωμένου βουτύρου και ψυχθέντος συμπυκνωμένου βουτύρου.
9 Εξάλλου, από την 6η και 7η αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79 προκύπτει ότι η ενσωμάτωση των ενδεικτικών ουσιών στο βούτυρο κατά το στάδιο της μεταποιήσεώς του σε συμπυκνωμένο βούτυρο αποσκοπεί στη διαφοροποίηση του βουτύρου παρεμβάσεως που πωλείται σε μειωμένη τιμή από τα άλλα βούτυρα, ώστε να αποφεύγεται η εκτροπή από τον προορισμό του.
10 Όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, η απαίτηση της ομοιόμορφης κατανομής αυτών των ενδεικτικών ουσιών καθιστά τη μεταγενέστερη απομάκρυνση αυτών των ουσιών τεχνικώς εξόχως δυσχερή και δαπανηρή.
11 Δεδομένου ότι ο κίνδυνος εκτροπής του βουτύρου παρεμβάσεως από τον προορισμό του υφίσταται όχι μόνον κατά τον χρόνο της μεταποιήσεώς του σε συμπυκνωμένο βούτυρο, αλλά και σε μεταγενέστερα στάδια, η απαίτηση της ομοιόμορφης κατανομής των ενδεικτικών ουσιών στο ψυχθέν συμπυκνωμένο βούτυρο είναι αναγκαία ώστε να καθίσταται δυνατή, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα κανονισμό 262/79, η διαφοροποίηση του βουτύρου παρεμβάσεως που πωλείται σε μειωμένη τιμή από τα άλλα βούτυρα, μέχρι της τελικής χρησιμοποιήσεώς του. Συνεπώς, η απαίτηση αυτή ισχύει και για το ψυχθέν συμπυκνωμένο βούτυρο.
12 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα του Bundesgerichtshof πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 262/79 έχει την έννοια ότι οι ενδεικτικές ουσίες που απαριθμούνται στη διάταξη αυτή πρέπει να είναι ομοιόμορφα κατανεμημένες όχι μόνο στο θερμασμένο συμπυκνωμένο βούτυρο, αλλά και στο ψυχθέν συμπυκνωμένο βούτυρο.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
13 Το πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος του εθνικού δικαστηρίου αναφέρεται στο ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως ότι η κατανομή των ενδεικτικών ουσιών έγινε ομοιόμορφα, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79.
14 Αρκεί συναφώς να τονιστεί ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 22, παράγραφος 5, του κανονισμού 262/79, η ασφάλεια καταπίπτει, πλήρως ή μερικώς, στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 5 του ιδίου κανονισμού.
15 Κατά συνέπεια, στην αρμόδια εθνική αρχή απόκειται να διαπιστώσει την παράβαση και να αποδείξει ότι τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 5.
16 Το δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος του εθνικού δικαστηρίου αναφέρεται στο αν η λήψη δείγματος υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στη διάταξη περί παραπομπής μπορεί να αποτελέσει απόδειξη της τηρήσεως των όρων του άρθρου 5.
17 Επιβάλλεται συναφώς να τονιστεί ότι, κατά το άρθρο 21 του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79, το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου πραγματοποιούνται οι οικείες πράξεις υποχρεούται να πραγματοποιεί, κατά το στάδιο της μεταποιήσεως του βουτύρου και της ενσωματώσεως των ενδεικτικών ουσιών που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, συχνούς και αιφνιδιαστικούς επιτόπιους ελέγχους που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη σύνθεση των παραγομένων προϊόντων.
18 Βεβαίως, η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται ρητώς σε έλεγχο όμοιο με αυτόν που πραγματοποιήθηκε στην παρούσα υπόθεση, συνιστάμενο στη λήψη δείγματος κατά τη μεταφορά του συμπυκνωμένου βουτύρου, τα αποτελέσματα της αναλύσεως του οποίου ανακοινώθηκαν μετά την πραγματοποίηση της εξαγωγής.
19 Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο έλεγχος που πραγματοποιήθηκε υπό τις συνθήκες αυτές είναι παράνομος και ότι απαγορεύεται να ληφθούν υπ' όψη τα αποτελέσματά του.
20 Πράγματι, πρέπει να τονιστεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν θέσπισε διατάξεις που να ρυθμίζουν λεπτομερώς όλα τα σχετικά με τον έλεγχο ζητήματα, παρέχοντας, με τον τρόπο αυτό, στα κράτη μέλη την ελευθερία να ρυθμίζουν, με βάση τη δική τους έννομη τάξη και υπό την δική τους ευθύνη, τα ζητήματα αυτά επιλέγοντας την περισσότερο πρόσφορη λύση (βλ. απόφαση της 6ης Μαΐου 1982, BayWa κατά BALM, 146/81, 192/81 και 193/81, Συλλογή 1982, σ. 1503, σκέψη 20).
21 Συνεπώς, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να κρίνει, με βάση τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο ανήκει, αν η λήψη δείγματος κατά τη μεταφορά συμπυκνωμένου βουτύρου και τα αποτελέσματα της αναλύσεώς του θεμελιώνουν παράβαση των όρων του άρθρου 5, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79.
22 Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα του Bundesgerichtshof πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 22, παράγραφος 5, του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79 έχει την έννοια ότι, αφενός, απόκειται στην αρμόδια εθνική αρχή να αποδείξει ότι τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού και ότι, αφετέρου, απόκειται στο εθνικό δικαστηριο να κρίνει, κατά την εθνική του νομοθεσία, αν η λήψη δείγματος κατά τη μεταφορά συμπυκνωμένου βουτύρου και τα αποτελέσματα της αναλύσεώς του μπορούν να θεμελιώσουν μια τέτοια παράβαση.
Επί του τρίτου ερωτήματος
23 Με το τρίτο ερώτημά του το εθνικό δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 22, παράγραφος 5, του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79 είναι αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας.
24 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να τονιστεί ότι, όπως ήδη υπογραμμίστηκε στη σκέψη 9, η ενσωμάτωση των ενδεικτικών ουσιών και η ομοιόμορφη κατανομή τους στο συμπυκνωμένο βούτυρο αποσκοπούν στην εξατομίκευση του βουτύρου παρεμβάσεως ώστε να μπορεί να εξακριβώνεται τυχόν εκτροπή από τον προορισμό του. Εξάλλου, στην όγδοη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79 τονίζεται ρητώς ότι, δεδομένης της σημαντικής μειώσεως της τιμής που επιτυγχάνεται με τη δημοπρασία, επιβάλλεται η σύσταση ασφαλείας για τη μεταποίηση προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η χρησιμοποίηση του βουτύρου θα είναι σύμφωνη με τις προβλεπόμενες απαιτήσεις. Τέλος, από το άρθρο 22, παράγραφος 5, του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79 προκύπτει ότι ο σκοπός της παροχής ασφαλείας για τη μεταποίηση έγκειται στη διασφάλιση της τηρήσεως των όρων του άρθρου 5 του κανονισμού.
25 Από το σύνολο αυτών των διατάξεων προκύπτει ότι η εν λόγω ασφάλεια συστάθηκε προκειμένου να διασφαλιστεί η εκ μέρους του αγοραστή τήρηση μιας των κυρίων υποχρεώσεών του, ήτοι της ενσωματώσεως στο βούτυρο των προϊόντων που καθορίζονται αναλόγως του προορισμού του ώστε να καθίσταται δυνατή η διαφοροποίησή του από τα άλλα βούτυρα.
26 Αποτελεί πάγια νομολογία ότι, όταν μια υποχρέωση θεωρείται ως κύρια υποχρέωση της οποίας η τήρηση έχει ιδιαίτερη σημασία για την εύρυθμη λειτουργία ενός κοινοτικού συστήματος, η αθέτηση αυτής της υποχρεώσεως μπορεί να επισύρει την κύρωση της πλήρους καταπτώσεως της ασφαλείας, χωρίς αυτό να συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (βλ. απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1986, Maas, 21/85, Συλλογή 1986, σ. 3537).
27 Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας γίνεται με το άρθρο 22, παράγραφος 5, του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79, το πρώτο εδάφιο του οποίου προβλέπει ότι καταπίπτει εκείνο μόνον το τμήμα της ασφαλείας που αντιστοιχεί στην παρτίδα για την οποία ο αγοραστής δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του για μεταποίηση, ενώ το δεύτερο εδάφιο προβλέπει μερική κατάπτωση της ασφαλείας στην περίπτωση που το ποσοστό των ενδεικτικών ουσιών υπολείπεται κατά λιγότερο από 20 % από εκείνο που καθορίστηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού.
28 Υπό τους όρους αυτούς, το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος οργανισμός παρεμβάσεως θεώρησε ότι κατέπεσε, κατά το άρθρο 22, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79, η ασφάλεια που αντιστοιχεί στην παρτίδα για την οποία ο αγοραστής δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση μεταποιήσεως, χωρίς αυτό να οφείλεται σε περίπτωση ανωτέρας βίας, δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
29 Συνεπώς, στο τρίτο ερώτημα του Bundesgerichtshof πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 22, παράγραφος 5, του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79 δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 5ης Φεβρουαρίου 1992 το Bundesgerichtshof, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 262/79 της Επιτροπής, της 12ης Φεβρουαρίου 1979, περί της πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων τροφίμων, έχει την έννοια ότι οι ενδεικτικές ουσίες που απαριθμούνται στη διάταξη αυτή πρέπει να είναι ομοιόμορφα κατανεμημένες όχι μόνο στο θερμασμένο συμπυκνωμένο βούτυρο, αλλά και στο ψυχθέν συμπυκνωμένο βούτυρο.
2) Το άρθρο 22, παράγραφος 5, του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79 έχει την έννοια ότι, αφενός, απόκειται στην αρμόδια εθνική αρχή να αποδείξει ότι τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού και ότι, αφετέρου, απόκειται στο εθνικό δικαστηριο να κρίνει, κατά την εθνική του νομοθεσία, αν η λήψη δείγματος κατά τη μεταφορά συμπυκνωμένου βουτύρου και τα αποτελέσματα της αναλύσεώς του μπορούν να θεμελιώσουν μία τέτοια παράβαση.
3) Το άρθρο 22, παράγραφος 5, του προαναφερθέντος κανονισμού 262/79 δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.
Full & Egal Universal Law Academy