Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
ΕΚΑΧ - Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα - 'Εγκριση της Επιτροπής - Ερμηνεία εγκριτικής αποφάσεως προκειμένου να προσδιοριστεί η περίοδος που καλύπτει η έγκριση
(Απόφαση 83/396/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, άρθρο 1)
Περίληψη
Το άρθρο 1 της αποφάσεως 83/396, σχετικά με ενισχύσεις που σχεδιάζει να χορηγήσει η Ιταλική Κυβέρνηση σε ορισμένους παραγωγούς σιδήρου και χάλυβα, επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 1 του νομοθετικού διατάγματος 495, της 4ης Σεπτεμβρίου 1981, σχετικά με επείγοντα μέτρα υπέρ της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα και σχετικά με εγκαταστάσεις απορρυπάνσεως, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 617 της 4ης Νοεμβρίου 1981, στον βαθμό που το άρθρο αυτό προβλέπει την επιστροφή των αυξήσεων του sovrapprezzo termico επί της καταναλισκομένης από τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα ηλεκτρικής ενεργείας από την 1η Ιανουαρίου μέχρι τις 30 Ιουνίου 1983.
Συγκεκριμένα, επιτρέποντας να αναλάβει το Δημόσιο Ταμείο τις επιβαρύνσεις από τις αυξήσεις του sovrapprezzo termico που καθορίστηκαν από 31ης Μαρτίου 1981 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1982, το άρθρο 1 της αποφάσεως 83/396 αναφέρεται στην περίοδο κατά την οποία αποφασίζονται οι εν λόγω αυξήσεις και όχι στην περίοδο κατά την οποία καταναλώνεται η ηλεκτρική ενέργεια, το πρόσθετο κόστος της οποίας μπορεί να επιβαρύνει το Ιταλικό Δημόσιο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-100/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Consiglio di Stato (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 41 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Fonderia A. SpA
και
Cassa conguaglio per il settore elettrico,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της αποφάσεως 83/396/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1983, σχετικά με ενισχύσεις που σχεδιάζει να χορηγήσει η Ιταλική Κυβέρνηση σε ορισμένους παραγωγούς σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 227, σ. 24),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward, R. Joliet (εισηγητή), G. C. Rodriguez Iglesias και F. Grevisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Fonderia A. SpA, εκπροσωπούμενη από τον Angelo Picotti, δικηγόρο Brescia,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, διευθυντή της Υπηρεσίας Διπλωματικών Διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Ivo Braguglia, avvocato dello Stato,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Lucio Gussetti και Vittorio Di Bucci, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας.
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Fonderia A. SpA, της Ιταλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 27ης Μαΐου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1992, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Μαρτίου 1992, το Consiglio di Stato υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 41 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία της αποφάσεως 83/396/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1983, σχετικά με ενισχύσεις που σχεδιάζει να χορηγήσει η Ιταλική Κυβέρνηση σε ορισμένους παραγωγούς σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 227, σ. 24, στο εξής: απόφαση 83/396).
2 Το εν λόγω ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε η ιταλική χαλυβουργική επιχείρηση Fonderia A. SpA (στο εξής: Fonderia) κατ' αποφάσεως με την οποία το Cassa conguaglio per il settore elettrico αρνήθηκε, στηριζόμενο στην προμνησθείσα απόφαση της Επιτροπής, να της χορηγήσει κρατική ενίσχυση.
3 Με το άρθρο 1 του decreto-legge αριθ. 495 της 4ης Σεπτεμβρίου 1981, σχετικά με επείγοντα μέτρα υπέρ της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα και σχετικά με εγκαταστάσεις απορρυπάνσεως (GURI αριθ. 244 της 5.9.1981, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 617 της 4.11.1981 (GURI αριθ. 303 της 4ης Νοεμβρίου 1981), θεσπίστηκε υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων παραγωγής σιδήρου και χάλυβα δι' ηλεκτρικής ενεργείας ενίσχυση υπό μορφή μειώσεως της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος. Η ενίσχυση συνίστατο στην επιστροφή από το Ιταλικό Δημόσιο των αυξήσεων του sovrapprezzo termico, του συμπληρώματος δηλαδή επί της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος, το οποίο επιβλήθηκε προκειμένου να ενθαρρυνθεί η εξοικονόμηση ενεργείας και του οποίου το ύψος αναθεωρούνταν περιοδικώς από τη Διυπουργική Επιτροπή Τιμών (στο εξής: ΔΕΤ). Δυνάμει του αυτού νομοθετικού διατάγματος, η ενίσχυση περιοριζόταν στις αυξήσεις του sovrapprezzo termico, οι οποίες αφενός θα καθορίζονταν από τη ΔΕΤ μετά τις 31 Μαρτίου 1981 και αφετέρου θα συνεπάγονταν αύξηση του κόστους ηλεκτρικής ενεργείας που θα καταναλωνόταν από τις 6 Σεπτεμβρίου 1981 (ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του νομοθετικού διατάγματος) μέχρι τις 30 Ιουνίου 1983.
4 Σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως 2320/81/ΕΚΑΧ, της 7ης Αυγούστου 1981, περί θεσπίσεως κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 228, σ. 14), η Ιταλική Κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή το σχέδιο ενισχύσεων.
5 Με την απόφασή της 83/396 (άρθρο 1, παράγραφος 3), η Επιτροπή ενέκρινε υπέρ ιδιωτών παραγωγών την
ανάληψη της επιβαρύνσεως από τον δημόσιο τομέα για τις αυξήσεις του sovrapprezzo termico που καθορίζει η διυπουργική επιτροπή τιμών, από τις 31 Μαρτίου 1981 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1982 .
6 Στηριζόμενο στην απόφαση αυτή, το Cassa conguaglio per il settore elettrico, οργανισμός επιφορτισμένος, κατ' εφαρμογή της ιταλικής νομοθεσίας, με την επιστροφή των αυξήσεων του sovrapprezzo termico, απέρριψε στις 17 Απριλίου 1987 την αίτηση επιστροφής που υπέβαλε η Fonderia για την ηλεκτρική ενέργεια που κατανάλωσε από την 1η Ιανουαρίου μέχρι τις 30 Ιουνίου 1983. Ο ιταλικός οργανισμός έκρινε συγκεκριμένα ότι η Επιτροπή είχε περιορίσει την ενίσχυση της Ιταλικής Κυβερνήσεως στην περίοδο από 31 Μαρτίου 1981 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1982.
7 Επειδή το Tribunale Amministrativo Regionale del Lazio απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως της Fonderia κατά της αποφάσεως του Cassa conguaglio per il settore elettrico, η εταιρία άσκησε έφεση ενώπιον του Consiglio di Stato. Εκτιμώντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξηρτάτο από το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής, το εν λόγω δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να καθορίσει
αν η προμνησθείσα απόφαση, εγκρίνοντας τις ενισχύσεις που προβλέπονται στους οικείους εθνικούς κανόνες και καθορίζοντας τα όριά τους, απέβλεπε στο να εγκρίνει μόνο την ανάληψη της επιβαρύνσεως από το δημόσιο ταμείο για τις αυξήσεις του sovrapprezzo termico για το χρονικό διάστημα μεταξύ 31ης Μαρτίου 1981 και 31ης Δεκεμβρίου 1982 ή να εγκρίνει τις αποφάσεις της διυπουργικής επιτροπής τιμών που εκδόθηκαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα για να καθορίσουν τις εν λόγω αυξήσεις, χωρίς να μεταβάλλεται η ημερομηνία λήξεως της υποχρεώσεως που είχε αναληφθεί δυνάμει των κανόνων του εσωτερικού δικαίου (30 Ιουνίου 1983); Επομένως, εγκρίθηκε ή όχι η ανάληψη της επιβαρύνσεως από το δημόσιο ταμείο για τις αυξήσεις του sovrapprezzo termico για το χρονικό διάστημα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 30ής Ιουνίου 1983;
8 Με το ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 1 της αποφάσεως 83/396 της Επιτροπής δεν επιτρέπει την εφαρμογή της ιταλικής νομοθεσίας στον βαθμό που αυτή προβλέπει την επιστροφή των αυξήσεων του sovrapprezzo termico επί της καταναλισκομένης από τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα ηλεκτρικής ενεργείας από την 1η Ιανουαρίου μέχρι τις 30 Ιουνίου 1983.
9 Κατ' αρχάς πρέπει να τονισθεί ότι οι ημερομηνίες της 31ης Μαρτίου 1981 και της 31ης Δεκεμβρίου 1982, οι οποίες μνημονεύονται στο άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής, δεν μπορεί παρά να καθορίζουν την έναρξη και τη λήξη μιας περιόδου η οποία αναφέρεται στο ίδιο γεγονός, είτε της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας ελήφθησαν οι αποφάσεις περί αυξήσεως του sovraprezzo termico, είτε της περιόδου καταναλώσεως της ηλεκτρικής ενεργείας, το επιπλέον κόστος της οποίας μπορούσε να αναλάβει το Ιταλικό Δημόσιο.
10 Εν συνεχεία, πρέπει να τονισθεί ότι η ημερομηνία της 31ης Μαρτίου 1981, η οποία επαναλαμβάνεται στην απόφαση της Επιτροπής, παρατίθεται επίσης και στο ιταλικό νομοθετικό διάταγμα. Το τελευταίο αναφέρεται σ' αυτήν προκειμένου να διευκρινισθεί ότι μόνον οι αποφασισθείσες μετά την ημερομηνία αυτή αυξήσεις του sovrapprezzo termico θα ελαμβάνοντο υπόψη.
11 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι ημερομηνίες της 31ης Μαρτίου 1981 και της 31ης Δεκεμβρίου 1982, οι οποίες μνημονεύονται στην απόφαση της Επιτροπής, δεν μπορούν να νοηθούν παρά μόνον ως καθορίζουσες την έναρξη και τη λήξη της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας θα είχαν ληφθεί οι αποφάσεις αυξήσεως του sovrapprezzo termico. Δεν επηρεάζουν την περίοδο κατά την οποία καταναλώθηκε η ηλεκτρική ενέργεια, το επιπλέον κόστος της οποίας μπορούσε να αναληφθεί από το Ιταλικό Δημόσιο.
12 Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ουδέποτε, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διερευνήσεως, η Επιτροπή έθεσε θέμα ή προέβαλε αντιρρήσεις σχετικά με την προβλεπόμενη στο ιταλικό νομοθετικό διάταγμα περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας καταναλώθηκε η ηλεκτρική ενέργεια, το επιπλέον κόστος της οποίας μπορούσε να αναληφθεί από το Ιταλικό Δημόσιο. Κανένα χωρίο των αιτιολογικών σκέψεων, διεξοδικών άλλωστε, ούτε του διατακτικού της αποφάσεως, δεν αναφέρεται στην περίοδο αυτήν, προκειμένου να αμφισβητηθεί. Οι μόνοι όροι που έθεσε η Επιτροπή για την έγκριση των ενισχύσεων που προβλέπει η Ιταλική Κυβέρνηση αφορούν στην πραγματικότητα τις μειώσεις της παραγωγικής ικανότητας, στις οποίες οφείλουν να προβούν οι δικαιούμενες ενισχύσεων επιχειρήσεις, και τις λεπτομέρειες καταβολής των ενισχύσεων (άρθρα 2 έως 5).
13 Συνεπώς, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1 της αποφάσεως 83/396/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1983, σχετικά με ενισχύσεις που σχεδιάζει να χορηγήσει η Ιταλική Κυβέρνηση σε ορισμένους παραγωγούς σιδήρου και χάλυβα επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 1 του νομοθετικού διατάγματος 495, της 4ης Σεπτεμβρίου 1981, σχετικά με επείγοντα μέτρα υπέρ της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα και σχετικά με εγκαταστάσεις απορρυπάνσεως, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 617 της 4ης Νοεμβρίου 1981, στον βαθμό που το άρθρο αυτό προβλέπει την επιστροφή των αυξήσεων του sovrapprezzo termico επί της καταναλισκομένης από τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα ηλεκτρικής ενεργείας από την 1η Ιανουαρίου μέχρι τις 30 Ιουνίου 1983.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
14 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1992, το Consiglio di Stato, αποφαίνεται:
Το άρθρο 1 της αποφάσεως 83/396/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1983, σχετικά με ενισχύσεις που σχεδιάζει να χορηγήσει η Ιταλική Κυβέρνηση σε ορισμένους παραγωγούς σιδήρου και χάλυβα επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 1 του νομοθετικού διατάγματος 495, της 4ης Σεπτεμβρίου 1981, σχετικά με επείγοντα μέτρα υπέρ της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα και σχετικά με εγκαταστάσεις απορρυπάνσεως, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 617 της 4ης Νοεμβρίου 1981, στον βαθμό που το άρθρο αυτό προβλέπει την επιστροφή των αυξήσεων του sovrapprezzo termico επί της καταναλισκομένης από τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα ηλεκτρικής ενεργείας από την 1η Ιανουαρίου μέχρι τις 30 Ιουνίου 1983.
Full & Egal Universal Law Academy