Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι * Κενή θέση * Πλήρωση διά προαγωγής ή μεταθέσεως * Συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων * Εξουσία εκτιμήσεως της διοικήσεως * Επιλογή διαδικασίας που περιλαμβάνει συζήτηση με καθένα υπόψηφιο * Μη τήρηση της διαδικασίας * Απόφαση του Πρωτοδικείου που κρίνει παράνομη την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα ενός υπαλλήλου ο οποίος δεν κλήθηκε σε συζήτηση * Απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως
(Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΟΚ, άρθρο 51 Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45 PAR 1)
2. Υπάλληλοι * Βλαπτική απόφαση * Απόρριψη της αιτήσεως υποψηφιότητας * Υποχρέωση αιτιολογήσεως το αργότερο κατά το στάδιο της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως * Δεν τηρήθηκε * Τακτοποίηση κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας * Δεν επιτρέπεται * Απόφαση του Πρωτοδικείου που διαπιστώνει την έλλειψη αιτιολογίας * Απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 25, εδ. 2, και 90 PAR 2)
Περίληψη
1. Εφόσον το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο της αποκλειστικής αρμοδιότητας που έχει όσον αφορά τις διαπιστώσεις και εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών, διαπίστωσε αφενός ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είχε αποφασίσει, για την πλήρωση κενής θέσεως και στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας της, να διενεργήσει συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων για προαγωγή ή για μετάθεση βάσει ιδίως συζητήσεως με καθένα από αυτούς και, αφετέρου, ότι η επιλεγείσα διαδικασία δεν τηρήθηκε δεδομένου ότι δεν πραγματοποιήθηκε συζήτηση με όλους τους υποψηφίους, ορθώς έκρινε παράνομη την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση υποψηφιότητας υπαλλήλου ο οποίος δεν κλήθηκε σε συζήτηση. Επομένως είναι αβάσιμη η αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
2. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν υποχρεούται μεν να αιτιολογεί τις αποφάσεις περί προαγωγής έναντι των μη προαχθέντων υποψηφίων, πλην όμως οφείλει να αιτιολογεί την απόφαση με την οποία απορρίπτει τη διοικητική ένσταση που καταθέτει δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ο μη προαχθείς υποψήφιος, δεδομένου ότι η αιτιολογία της απορριπτικής αυτής αποφάσεως θεωρείται ότι συμπίπτει με την αιτιολογία της αποφάσεως κατά της οποίας στρέφεται η διοικητική ένσταση.
Πράγματι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ναι μεν δεν υποχρεούται κατά κανόνα να απαντά στις διοικητικές ενστάσεις, πλην όμως το ζήτημα διαφέρει οσάκις η απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της ενστάσεως είναι αναιτιολόγητη, διότι η αιτιολογημένη απάντηση που δίνεται μετά την άσκηση της προσφυγής δεν εξυπηρετεί τον σκοπό της ούτε έναντι του ενδιαφερομένου ούτε έναντι του Δικαστηρίου.
Επομένως είναι αβάσιμη η αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου η οποία διαπίστωσε τέτοια έλλειψη αιτιολογίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-115/92 P,
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον Jorge Campinos, jurisconsultus, επικουρούμενο από τον Christian Pennera, και στη συνέχεια από τον δεύτερο, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γενική Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Kirchberg,
αναιρεσείον
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 12 Φεβρουαρίου 1992 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τρίτο τμήμα), στην υπόθεση T-52/90, Volger κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με την οποία ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι
o Cornelis Volger, εκπροσωπούμενος από τον Jean-Noel Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τα γραφεία της εταιρίας SARL Fiduciaire Myson, 1, rue Glesener, ο οποίος ζητεί την ολική απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα,
υποστηριζόμενος από το σωματείο
Union Syndicale-Luxembourg, εκπροσωπούμενο από τους Gerard Collin και Veronique Leclercq, δικηγόρους Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τα γραφεία της εταιρίας SARL Fiduciaire Myson, 1, rue Glesener
παρεμβαίνον,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, F. Grevisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: H. v. Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 4ης Μαρτίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Απριλίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 1992, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (στο εξής: Κοινοβούλιο) υπέβαλε, βάσει του άρθρου 49 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 12ης Φεβρουαρίου 1992, Volger κατά Κοινοβουλίου (Τ-52/90, Συλογή 1990, σ. ΙΙ-121), κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε η απόφαση του Κοινοβουλίου της 4ης Ιουλίου 1990, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του Volger για την κατάληψη της θέσεως που είχε κηρυχθεί κενή με την ανακοίνωση υπ' αριθ. 6084.
2 Από τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου που περιέχονται στην απόφαση (σκέψεις 1 έως 9) προκύπτει ότι στις 2 Οκτωβρίου 1989 το Κοινοβούλιο δημοσίευσε την προαναφερθείσα ανακοίνωση με σκοπό την πλήρωση δια μεταθέσεως μιας θέσεως υπαλλήλου διοικήσεως στο γραφείο πληροφοριών της Χάγης. Πριν από τη δημοσίευση της ανακοινώσεως αυτής, ο Volger είχε συνομιλία με τον προϊστάμενο τμήματος του εν λόγω γραφείου για την ενδεχόμενη τοποθέτησή του σ' αυτό το γραφείο.
3 Η αίτηση που υπέβαλε ο Volger για την πλήρωση της θέσεως που είχε κηρυχθεί κενή με την ανακοίνωση υπ' αριθ. 6084 απορρίφθηκε με στερεότυπο έντυπο που του απηύθυνε η υπηρεσία προσλήψεων.
4 Στις 18 Ιουλίου 1990 ο Volger υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεώς του. Το Κοινοβούλιο δεν απάντησε εντός της προθεσμίας των 4 μηνών που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) και ο Volger άσκησε στις 18 Δεκεμβρίου 1990 προσφυγή με την οποία ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως αυτής και την επιδίκαση αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη. Στις 20 Δεκεμβρίου 1990 ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου υπό την ιδιότητα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ), απηύθυνε στον Volger απόφαση απορρίπτουσα ρητώς τη διοικητική ένστασή του.
5 Με την προσβαλλομένη απόφαση το Πρωτοδικείο ακύρωσε την επίδικη απόφαση του Κοινοβουλίου με το σκεπτικό ότι η ΑΔΑ αφενός δεν τήρησε έναντι του προσφεύγοντος τα προβλεπόμενα για τη συγκριτική εξέταση των υποψηφιοτήτων που αυτή είχε καθορίσει για την πλήρωση της κενής θέσεως, παραβίασε, δηλαδή, συγχρόνως την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και το δικαίωμα ακροάσεως των υπαλλήλων στερώντας τον ενδιαφερόμενο από την εγγύηση της πραγματικής συγκριτικής εξετάσεως της υποψηφιότητάς του, της οποίας, αφετέρου, δεν αιτιολόγησε την απόρριψη.
6 Με την αίτηση αναιρέσεως του Κοινοβούλιο αμφισβητεί τις εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου όσον αφορά την παράλειψη ακροάσεως του Volger στο πλαίσιο της συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων των υποψηφίων και τον τρόπο κατά τον οποίο το Πρωτοδικείο ερμήνευσε την υποχρέωση αιτιολογήσεως που θεσπίζει το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ.
7 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα της εξελίξεως της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του λόγου αναιρέσεως της εσφαλμένης εκτιμήσεως από το Πρωτοδικείο του δικαιώματος του Volger να εκφράσει την άποψή του κατά τη συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων
8 Πριν ερευνήσει αν, στο πλαίσιο της ασκήσεως της διακριτικής εξουσίας του, το Κοινοβούλιο προέβη σε νομότυπη συγκριτική εξέταση της υποψηφιότητας του Volger για τη θέση που κηρύχθηκε κενή με την ανακοίνωση υπ' αριθ. 6084 (σκέψεις 25 και 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως), το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε πρώτον στην απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-269/90, Technische Universitaet Muenchen (Συλλογή 1991, σ. Ι-5469, σκέψη 14), κατά την οποία, "στις περιπτώσεις που τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν τέτοια εξουσία εκτιμήσεως, ο σεβασμός των εγγυήσεων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη στις διοικητικές διαδικασίες έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία" και η οποία διατυπώνει την κρίση ότι μεταξύ των εγγυήσεων αυτών περιλαμβάνεται κυρίως "το δικαίωμα του ενδιαφερομένου να γνωστοποιήσει την άποψή του".
9 Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο έκρινε (σκέψεις 27 και 28 της προσβαλλομένης αποφάσεως) ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας προέκυπτε ότι η ΑΔΑ σκόπευε να στηρίξει την εκτίμησή της για τα προσόντα των υποψηφίων ιδίως σε συζήτηση καθενός από αυτούς με τον προϊστάμενο τμήματος, τον υπεύθυνο του γραφείου της Χάγης και διαπίστωσε ότι αντίθετα με τους άλλους υποψηφίους, ο Volger δεν έτυχε τέτοιας συζητήσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας πληρώσεως της επίδικης θέσεως.
10 Το Πρωτοδικείο έκρινε συνεπώς (σκέψη 29 της προσβαλλομένης αποφάσεως) ότι η μη τήρηση, έναντι του Volger, της διαδικασίας εξετάσεως των υποψηφιοτήτων που είχε καθορίσει η ΑΔΑ για την πλήρωση της θέσεως, η οποία είχε κηρυχθεί κενή με την ανακοίνωση υπ' αριθ. 6084, έπληξε το κύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η απόφαση αυτή ελήφθη δηλαδή μετά από μια διαδικασία παράτυπη από τη σκοπιά της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και του δικαιώματος ακροάσεως των υπαλλήλων.
11 Το Κοινοβούλιο προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι επεξέτεινε στον τομέα της ευρωπαϊκής δημόσιας υπηρεσίας την έννοια του δικαιώματος του ενδιαφερομένου να γνωστοποιήσει την άποψή του όπως αυτή ορίστηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Technische Universitaet Muenchen. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει συναφώς ότι ούτε ο ΚΥΚ ούτε η σχετική νομολογία επιβάλλουν στη διοίκηση την υποχρέωση να ακροάται συστηματικά τους υποψηφίους πριν προβεί στην πλήρωση θέσεως είτε με μετάθεση, είτε με προαγωγή, είτε με διαγωνισμό, εκτός αν προβλέπεται τέτοια υποχρέωση στην προκήρυξη διαγωνισμού. Η νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκθέσει την άποψή του οσάκις η διοίκηση λαμβάνει μέτρο ικανό να θίξει σοβαρά τα συμφέροντά του, δεν έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη (βλ. απόφαση της 13ης Απριλίου 1978, 75/77, Mollet κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1978, σ. 309).
12 Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι η συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων, βάσει των οικείων εκθέσεων βαθμολογίας και των ικανοτήτων και προσόντων τους και λαμβανομένων υπόψη των όρων που προέβλεπε η προκήρυξη του διαγωνισμού, πραγματοποιήθηκε εν προκειμένω με πλήρη τήρηση των άρθρων 43 και 45 του ΚΥΚ και της νομολογίας. Κατά το Κοινοβούλιο, η υποχρέωση της εξετάσεως αυτής δεν απέκλειε τη δυνατότητα να κληθεί προς συζήτηση ένας μόνον από τους υποψηφίους, η περίπτωση του οποίου διέφερε πλήρως από την περίπτωση του Volger, εφόσον μια συζήτηση με τον τελευταίο, που υπηρετούσε ήδη από δεκαετίας στη γενική διεύθυνση στην οποία ανήκε το γραφείο της Χάγης, δεν μπορούσε να μεταβάλει την εκτίμηση την οποία είχε διαμορφώσει η διοίκηση ύστερα από πολύχρονη συνεργασία. Το Κοινοβούλιο παρατηρεί επίσης ότι ούτε η ανακοίνωση κενής θέσεως ούτε καμιά εσωτερική οδηγία των υπηρεσιών του επέβαλλε την πραγματοποίηση συζητήσεως με καθέναν από τους υποψηφίους και επομένως δεν παραβίασε κανέναν από τους κανόνες που είχε το ίδιο θεσπίσει προς τούτο.
13 Επ' αυτού πρέπει να σημειωθεί ότι, αν το Πρωτοδικείο διαπίστωσε προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως των υπαλλήλων κατά τη διαδικασία εξετάσεως των υποψηφιοτήτων για την επίδικη θέση, είναι διότι θεώρησε ότι η ΑΔΑ είχε αποφασίσει να πραγματοποιήσει την εξέταση αυτή βάσει, ιδίως, συζητήσεως με καθέναν από τους υποψηφίους και ότι, αντίθετα με τους άλλους υποψηφίους, δεν έγινε τέτοια συζήτηση με τον Volger.
14 Το Πρωτοδικείο, στηριζόμενο στην απάντηση που έδωσε ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου στη διοικητική ένσταση του ενδιαφερομένου και στα δύο υπηρεσιακά σημειώματα των γενικών διευθύνσεων προσωπικού, προϋπολογισμού και οικονομικών, αφενός, και πληροφοριών και δημοσίων σχέσεων, αφετέρου, της 5ης και της 27ης Σεπτεμβρίου 1990 αντιστοίχως, θεώρησε ότι η ΑΔΑ σκόπευε να στηρίξει την εκτίμηση των προσόντων των υποψηφίων ιδίως σε συζήτηση καθενός από αυτούς με τον προϊστάμενο τμήματος, τον υπεύθυνο του γραφείου της Χάγης.
15 Βάσει αυτών ακριβώς των στοιχείων το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η ΑΔΑ δεν τήρησε, εν προκειμένω, τη διαδικασία εξετάσεως των υποψηφιοτήτων που αυτή είχε ορίσει. Το Δικαστήριο όμως δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει αυτή την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών της διαφοράς.
16 Δεδομένου ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν πραγματοποιήθηκε η συζήτηση, τους οποίους επικαλείται το Κοινοβούλιο, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση μιας διαδικασίας που είχε ορίσει η ίδια η ΑΔΑ, ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται στην εσφαλμένη ερμηνεία, από το Πρωτοδικείο, της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 25, δεύτερο εδάφιο, και 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ
17 Με την προσβαλλομένη απόφαση (σκέψεις 36 έως 43), το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι η ΑΔΑ οφείλει να αιτιολογεί, τουλάχιστον κατά το στάδιο της απορρίψεως της ενστάσεως, την απόφαση με την οποία απορρίπτει κάποια υποψηφιότητα. Διαπιστώνει δε ότι πριν από την άσκηση της προσφυγής του Volger δεν είχε δοθεί καμιά αιτιολογημένη απάντηση στην ένστασή του. Μόνο μετά την άσκηση της προσφυγής αυτής το Κοινοβούλιο απηύθυνε στον Volger δεόντως αιτιολογημένη απορριπτική απόφαση.
18 Κατά το Πρωτοδικείο, η παντελής έλλειψη αιτιολογίας δεν μπορεί να καλυφθεί με εξηγήσεις που παρέχει η ΑΔΑ μετά την άσκηση της προσφυγής. Πράγματι, στο στάδιο αυτό, η αιτιολογημένη απάντηση δεν εξυπηρετεί πλέον τον σκοπό της, που συνίσταται στο να παράσχει τη δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο να σταθμίσει τη σκοπιμότητα ασκήσεως προσφυγής και στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Επιπλέον, η δυνατότητα τακτοποιήσεως της παντελούς ελλείψεως αιτιολογίας μετά την άσκηση προσφυγής θα έβλαπτε τα δικαιώματα άμυνας του προσφεύγοντος και θα παραβίαζε την αρχή της ισότητας των διαδίκων ενώπιον του κοινοτικού δικαστή.
19 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η νομολογία του Δικαστηρίου η σχετική με την ακυρότητα των μη αιτιολογημένων πράξεων της διοικήσεως δεν έχει εφαρμογή στο πλαίσιο των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ.
20 Το Κοινοβούλιο παρατηρεί συναφώς ότι η σιωπηρή απόρριψη μιας ενστάσεως αποτελεί νομότυπη περίπτωση, ρητά προβλεπόμενη από τον ΚΥΚ και δεν μπορεί να έχει αυτομάτως ως συνέπεια την ευδοκίμηση κάθε προσφυγής υπαλλήλου. Εξάλλου η ερμηνεία που δέχεται η απόφαση του Πρωτοδικείου θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις στηριζόμενες στο διάλογο μεταξύ διοικήσεως και υπαλλήλου λύσεις που προβλέπει ο ΚΥΚ. Κατά το Κοινοβούλιο, σε περιπτώσεις όπου, όπως εν προκειμένω, η σιωπή της διοικήσεως δεν παρέχει τη δυνατότητα στον υπάλληλο να σταθμίσει τη σκοπιμότητα της ασκήσεως προσφυγής, η πρόσφορη λύση είναι να καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα το οικείο όργανο αυτομάτως.
21 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
22 Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ΑΔΑ δεν υποχρεούται να αιτιολογεί τις αποφάσεις περί προαγωγής έναντι των μη προαχθέντων υποψηφίων, πλην όμως οφείλει να αιτιολογεί την απόφαση με την οποία απορρίπτει τη διοικητική ένσταση που καταθέτει δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ο μη προαχθείς υποψήφιος (απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1974, 188/73, Grassi κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1974, σ. 445), δεδομένου ότι η αιτιολογία της απορριπτικής αυτής αποφάσεως θεωρείται ότι συμπίπτει με την αιτιολογία της αποφάσεως κατά της οποίας στρέφεται η διοικητική ένσταση (βλ. αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1977, 121/76, Moli κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1977, σ. 611, και της 13ης Απριλίου 1978, 75/77, Mollet κατά Επιτροπής, Συλλογή 1978, σ. 309). Η νομολογία αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση της μεταθέσεως.
23 Η ΑΔΑ, ναι μεν δεν υποχρεούται κατά κανόνα να απαντά στις διοικητικές ενστάσεις, πλην όμως το θέμα διαφέρει οσάκις η απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της ενστάσεως είναι αναιτιολόγητη. Πράγματι, όπως παρατήρησε το Πρωτοδικείο, η αιτιολογημένη απάντηση που δίνεται μετά την άσκηση της προσφυγής δεν εξυπηρετεί τον σκοπό της ούτε έναντι του ενδιαφερομένου ούτε έναντι του Δικαστηρίου.
24 Υπό τις συνθήκες αυτές και χωρίς να απαιτείται να εξετασθούν τα λοιπά επιχειρήματα του Κοινοβουλίου, πρέπει να θεωρηθεί ότι το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε ρητά η ένσταση του Volger και ακύρωσε, κατά συνέπεια, την προσβαλλομένη απόφαση.
25 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος και εντεύθεν η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή το Κοινοβούλιο ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρεμβαίνουσας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy