Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Τελωνειακή ένωση - Διασαφήσεις - Εξουσιοδοτημένα πρόσωπα για τη διενέργεια διασαφήσεων - Εθνική νομοθεσία ασυμβίβαστη με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
(Κανονισμός 3632/85 του Συμβουλίου, άρθρα 2, 3, και 6)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Δασμοί - Φόροι ισοδυνάμου αποτελέσματος - 'Εννοια - Τιμοκατάλογος που τηρούν υποχρεωτικώς οι επαγγελματίες εκτελωνιστές - Δεν συνιστά φορολογική επιβάρυνση ενόψει του ότι προβλέπεται η δυνατότητα της μη προσφυγής στις υπηρεσίες επαγγελματία εκτελωνιστή
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 9 και 12)
Περίληψη
1. Συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει κράτος μέλος δυνάμει των άρθρων 2, 3 και 6 του κανονισμού 3632/85, για τον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ένα πρόσωπο δικαιούται να προβεί σε τελωνειακή διασάφηση, το γεγονός ότι το κράτος αυτό
- διατηρεί σε ισχύ νομοθετική διάταξη, σύμφωνα με την οποία εναπόκειται στον κύριο του εμπορεύματος να προβεί στη διασάφηση, εφόσον η χρήση της εννοίας "κύριος", άσχετης προς το άρθρο 2 του κανονισμού, αφήνει να πλανώνται αμφιβολίες ως προς το εξουσιοδοτημένο να υποβάλει την τελωνειακή διασάφηση πρόσωπο ή ως προς τον εκπρόσωπό του
- επιφυλάσσει την εκπροσώπηση των ενδιαφερομένων σε εκτελωνιστές, χωρίς να προβλέπει ρητώς, όπως απαιτεί το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού, τη δυνατότητα προσώπου να διενεργεί διασαφήσεις εμπορευμάτων επ' ονόματί του και για λογαριασμό τρίτου
- απαιτεί τόσο για τους επιφορτισμένους με τη διενέργεια διασαφήσεων μισθωτούς υπαλλήλους όσο και για τους ανεξάρτητους επαγγελματίες τα ίδια επαγγελματικά προσόντα, σε αντίθεση προς το άρθρο 6 του κανονισμού που προβλέπει δύο διαφορετικά συστήματα για τις δύο αυτές κατηγορίες προσώπων.
2. Ο υποχρεωτικός τιμοκατάλογος, τηρούμενος χωρίς να προβλέπεται καμιά παρέκκλιση από τα κατώτατα επίπεδα τιμών του από τους επαγγελματίες εκτελωνιστές κράτους μέλους, δεν συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου προς δασμό αποτελέσματος, κατά την έννοια της Συνθήκης, εφόσον οι εισαγωγείς δεν είναι υποχρεωμένοι να κάνουν χρήση των υπηρεσιών των ανωτέρω επαγγελματιών και, συνακόλουθα, ο τιμοκατάλογος αυτός δεν ισχύει υποχρεωτικά για οποιονδήποτε επιθυμεί να υποβάλει τελωνειακή διασάφηση.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-119/92,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Antonio Aresu και την Blanca Rodriguez Galindo, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διπλωματικών Διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Ivo Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adelaide,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, λαμβάνοντας μέτρα, θεσπίζοντας διατάξεις και ακολουθώντας πρακτική που δυσχεραίνουν τη συνιστάμενη στην υποβολή τελωνειακής διασαφήσεως δραστηριότητα και ευνοούν στην πράξη αδικαιολόγητα τους Ιταλούς εκτελωνιστές, κατά παράβαση των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 3632/85 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1985, για τον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ένα πρόσωπο δικαιούται να προβεί σε τελωνειακή διασάφηση (ΕΕ 1985, L 350, σ. 1), εγκρίνοντας δε την εφαρμογή υποχρεωτικών και μη επιδεχομένων παρέκκλιση επαγγελματικών τιμοκαταλόγων για την παροχή υπηρεσιών εκτελωνισμού εκ μέρους των Ιταλών εκτελωνιστών, κατά παράβαση των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler, F. Grevisse, M. Zuleeg και P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κυρία υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των εκπροσώπων των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιουνίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Οκτωβρίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο της 24ης Μαρτίου 1992, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Απριλίου 1992, η Επιτροπή άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, αφενός, λαμβάνοντας μέτρα, θεσπίζοντας διατάξεις και ακολουθώντας πρακτική που δυσχεραίνουν τη συνιστάμενη στην υποβολή τελωνειακής διασαφήσεως δραστηριότητα και ευνοούν στην πράξη αδικαιολόγητα τους Ιταλούς εκτελωνιστές, κατά παράβαση των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3, στο εξής: κανονισμός περί διαμετακομίσεως), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 3632/85 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1985, για τον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ένα πρόσωπο δικαιούται να προβεί σε τελωνειακή διασάφηση (ΕΕ 1985, L 350, σ. 1, στο εξής: κανονισμός περί τελωνειακής διασαφήσεως), αφετέρου, εγκρίνοντας την εφαρμογή υποχρεωτικών και μη επιδεχομένων παρέκκλιση επαγγελματικών τιμοκαταλόγων για την παροχή υπηρεσιών εκτελωνισμού εκ μέρους των Ιταλών εκτελωνιστών, κατά παράβαση των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού περί τελωνειακής διασαφήσεως, "μπορεί να προβεί στην τελωνειακή διασάφηση κάθε πρόσωπο που είναι σε θέση να παρουσιάσει αυτοπροσώπως ή μέσω τρίτου στην αρμόδια τελωνειακή υπηρεσία και σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται συναφώς το συγκεκριμένο εμπόρευμα, καθώς και όλα τα έγγραφα των οποίων η προσκόμιση προβλέπεται από τις διατάξεις που διέπουν το αιτούμενο για το εμπόρευμα αυτό τελωνειακό καθεστώς".
3 Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού,
1) 'Οταν η τελωνειακή διασάφηση γίνεται γραπτώς, το πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 2 μπορεί, με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του παρόντος άρθρου, να προβεί στην πράξη:
α) ιδίω ονόματι και για ίδιο λογαριασμό, ή
β) επ' ονόματι και για λογαριασμό τρίτου (άμεση εκπροσώπηση), ή ακόμη
γ) ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμού τρίτου (έμμεση εκπροσώπηση).
2) Η δυνατότητα διενεργείας της διασαφήσεως που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο γ', παρέχεται μόνον αν ούτως προβλέπεται στα κράτη μέλη.
3) 'Οταν ένα κράτος μέλος προβλέπει τη δυνατότητα διενεργείας της διασαφήσεως που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο γ', δύναται να επιφυλάσσει το δικαίωμα:
α) είτε διενεργείας διασαφήσεων επ' ονόματι και για λογαριασμό τρίτου,
β) είτε διενεργείας διασαφήσεων ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμό τρίτου,
στα πρόσωπα που ασκούν, ως μη μισθωτή δραστηριότητα, το επάγγελμα της διενεργείας τελωνειακών διασαφήσεων, είτε ως κύρια δραστηριότητα είτε ως παρεπόμενη σε σχέση με άλλη δραστηριότητα.
4 Κατά το άρθρο 6, στοιχείο α', αυτού, ο κανονισμός δεν θίγει τις διατάξεις των κρατών μελών οι οποίες επιφυλάσσουν, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, την άσκηση του επαγγέλματος σε πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα προς τούτο από τις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερομένου κράτους μέλους - τους εκτελωνιστές - και διαθέτουν τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα και τα θεωρούμενα ως απαραίτητα για την άσκηση του επαγγέλματος εχέγγυα. Δυνάμει του άρθρου 6, στοιχείο β', τα κράτη μέλη, οσάκις προβλέπουν υπέρ των επιχειρήσεων την ευχέρεια να χρησιμοποιούν ειδικευμένους μισθωτούς υπαλλήλους για τη διενέργεια τελωνειακών διασαφήσεων επ' ονόματι και για λογαριασμό των επιχειρήσεων αυτών, μπορούν να εξαρτούν την ανωτέρω δυνατότητα από την κατοχή καταλλήλων επαγγελματικών προσόντων.
5 Οι συναφείς ιταλικές διατάξεις απαντούν στο προεδρικό διάταγμα 43, της 23ης Ιανουαρίου 1973, περί κωδικοποιήσεως των νομοθετικών διατάξεων περί τελωνείων (GURI, Supplemento ordinario, αριθ. 80 της 28ης Μαρτίου 1973, στο εξής: Testo unico).
6 Ως προς την εκπροσώπηση των κυρίων του εμπορεύματος, το άρθρο 40, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Testo unico, ορίζει:
Οσάκις οι τελωνειακές διατάξεις επιβάλλουν στον κύριο του εμπορεύματος την υποχρέωση να προβεί σε διασάφηση ή στη διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων ή στην τήρηση ειδικών τύπων και υποχρεώσεων ή τέλος του επιτρέπουν να ασκεί συγκεκριμένα δικαιώματα, μπορεί να ενεργεί μέσω εκπροσώπου.
Η εκπροσώπηση, όταν πρόκειται για πράξεις εκτελωνισμού, μπορεί να ανατίθεται αποκλειστικά σε εκτελωνιστή, ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στο επαγγελματικό μητρώο που λειτουργεί βάσει του νόμου 1612, της 22ας Δεκεμβρίου 1960, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 43.
7 Το άρθρο 43, πρώτο εδάφιο, ορίζει περαιτέρω:
Η εκπροσώπηση του κυρίου του εμπορεύματος στα πλαίσια της διενεργείας πράξεων εκτελωνισμού μπορεί να ανατίθεται και σε εκτελωνιστή μη εγγεγραμμένο στο επαγγελματικό μητρώο, υπό την προϋπόθεση ότι είναι υπάλληλος του κυρίου του εμπορεύματος.
8 Σχετικά με την καθαυτή τελωνειακή διασάφηση, το άρθρο 56 ορίζει:
Οποιασδήποτε πράξεως εκτελωνισμού πρέπει να προηγείται διασάφηση υποβαλλόμενη από τον κύριο του εμπορεύματος κατά τους προβλεπόμενους στο άρθρο 57 τύπους.
Λογίζεται ως κύριος του εμπορεύματος εκείνος που το εμφανίζει στο τελωνείο ή το κατέχει κατά την είσοδό του στο τελωνειακό έδαφος ή κατά την έξοδό του από αυτό. Τα τελωνεία διατηρούν το δικαίωμα να ελέγχουν, σε κάθε περίπτωση, για τους σκοπούς του παρόντος Testo unico, ποιος είναι κύριος του εμπορεύματος που αφορούν οι πράξεις εκτελωνισμού.
9 Εξάλλου, τα άρθρα 47 επ. του Testo unico ορίζουν τις προϋποθέσεις που άπτονται των απαραιτήτων προσόντων που διαθέτουν οι εκτελωνιστές. Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ο Υπουργός Οικονομικών διενεργεί εξετάσεις για τη λήψη διπλώματος εκτελωνιστή, το οποίο χορηγείται στη συνέχεια από το Υπουργείο Οικονομικών ύστερα από γνωμοδότηση του Εθνικού Συμβουλίου εκτελωνιστών.
10 Τέλος, όπως προκύπτει από τα άρθρα 11 και 14 του ιταλικού νόμου 1612, της 22ας Δεκεμβρίου 1960 (GURI αριθ. 4 της 5.1.1961), το Εθνικό Συμβούλιο εκτελωνιστών ορίζει τους τιμοκαταλόγους για την παροχή επαγγελματικής φύσεως υπηρεσιών από τους εκτελωνιστές. Οι τιμοκατάλογοι αυτοί εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Κατά το άρθρο 11, δεύτερο εδάφιο, του νόμου, σε καμιά περίπτωση οι αμοιβές των εκτελωνιστών για την παροχή υπηρεσιών δεν μπορούν να είναι χαμηλότερες ή υψηλότερες εκείνων που εγκρίνει το Εθνικό Συμβούλιο.
11 'Οπως προκύπτει από το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής, διατυπώνονται δύο χωριστές σειρές αιτιάσεων κατά της Ιταλικής Κυβερνήσεως. Οι πέντε πρώτες αιτιάσεις αφορούν το ασυμβίβαστο ορισμένων διατάξεων του Testo unico προς τους κανονισμούς περί διαμετακομίσεως και τελωνειακής διασαφήσεως, καθώς και τον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων από τις ιταλικές τελωνειακές αρχές. Με την έκτη και τελευταία αιτίαση, η Επιτροπή επιδιώκει να αναγνωριστεί ότι οι επαγγελματικοί τιμοκατάλογοι για την παροχή υπηρεσιών από τους εκτελωνιστές συνιστούν φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου με δασμούς αποτελέσματος.
Επί της παραβάσεως των διατάξεων των κανονισμών περί διαμετακομίσεως και τελωνειακής διασαφήσεως
12 Καταρχάς, παρατηρείται ότι η Ιταλική Κυβέρνηση εμμένει στο γεγονός ότι η κατάσταση δεν τροποποιήθηκε μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1979 στην υπόθεση 159/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Racc. 1979, σ. 3247).
13 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι η ανωτέρω απόφαση ανάγεται σε παράβαση των άρθρων 30, 34 και 52 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν αφορά τον κανονισμό περί διαμετακομίσεως και εξεδόθη πριν από τον κανονισμό περί τελωνειακής διασαφήσεως που εξέδωσε το Συμβούλιο στις 12 Δεκεμβρίου 1985. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η επανεξέταση της ιταλικής νομοθεσίας υπό το πρίσμα του νέου αυτού κανονισμού, καθώς και του κανονισμού περί διαμετακομίσεως.
14 Σύμφωνα με το προοίμιό του, ο κανονισμός περί τελωνειακής διασαφήσεως αποσκοπεί στον καθορισμό σε κοινοτικό επίπεδο των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ένα πρόσωπο δικαιούται να προβαίνει σε τελωνειακή διασάφηση. Εξάλλου, ο κανονισμός δεν απαγορεύει τη διατήρηση κανονιστικής ρυθμίσεως κράτους μέλους που επιφυλάσσει σε εκτελωνιστές την άσκηση του συνισταμένου στην υποβολή τελωνειακών διασαφήσεων επαγγέλματος, είτε επ' ονόματι τρίτου, είτε ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμό τρίτου.
15 Υπό το φως των σκέψεων αυτών, επιβάλλεται η εκτίμηση αν οι εθνικές νομοθετικές διατάξεις τηρούν τους κανόνες που θέσπισε ο κανονισμός.
Επί της πρώτης αιτιάσεως
16 Με την πρώτη αιτίαση, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη το άρθρο 2 του κανονισμού περί τελωνειακής διασαφήσεως στο μέτρο που απαιτεί, με το άρθρο 56, πρώτο εδάφιο, του Testo unico, η διασάφηση να γίνεται από τον κύριο των εμπορευμάτων. Η διατύπωση αυτή υπάρχει κίνδυνος να συντηρεί κατάσταση συγχύσεως, ικανή να θίξει την απευθείας εφαρμογή του άρθρου 2 του κανονισμού περί τελωνειακής διασαφήσεως, και τούτο παρά το νομικό πλάσμα του άρθρου 56, δεύτερο εδάφιο, του ιδίου νόμου, σύμφωνα με το οποίο λογίζεται ως κύριος του εμπορεύματος εκείνος που το εμφανίζει στο τελωνείο ή το κατέχει κατά τον χρόνο της εισόδου του στο τελωνειακό έδαφος ή της εξόδου του από αυτό.
17 Η επιχειρηματολογία της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή. Σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, η ιταλική νομοθεσία, ποιούμενη χρήση της εννοίας κύριος , άσχετης προς τον κανονισμό περί τελωνειακής διασαφήσεως, ενδέχεται να επιτρέπει να πλανώνται αμφιβολίες ως προς το πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτημένο να υποβάλει τη διασάφηση ή να εκπροσωπείται προς τούτο. Σύμφωνα με πάγια νομολογία (βλ. ιδίως την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 143/83, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1985, σ. 427), οι αρχές της ασφαλείας δικαίου και της προστασίας των ιδιωτών απαιτούν, στους τομείς που διέπει το κοινοτικό δίκαιο, οι εθνικοί κανόνες να διατυπώνονται κατά τρόπο μη αμφισβητούμενο, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους σαφώς και επακριβώς και τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα να διασφαλίζουν την τήρησή τους.
18 Επομένως, στοιχειοθετείται η πρώτη αιτίαση.
Επί της δευτέρας αιτιάσεως
19 Με τη δεύτερη αιτίασή της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ιταλική νομοθεσία επιφυλάσσει, όσον αφορά τις τελωνειακές διασαφήσεις, την εκπροσώπηση των ενδιαφερομένων σε εκτελωνιστές, χωρίς να προβλέπει ρητώς, όπως απαιτεί το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού περί τελωνειακής διασαφήσεως, τη δυνατότητα προσώπου να διενεργεί διασαφήσεις εμπορευμάτων επ' ονόματί του αλλά για λογαριασμό τρίτου. Μόνον η ενσωμάτωση της εξουσιοδοτήσεως αυτής στη νομοθεσία τους επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιφυλάσσουν τον έναν από τους δύο τύπους εκπροσωπήσεως του άρθρου 3, παράγραφος 3, σε εκτελωνιστές.
20 Εν πρώτοις, λοιπόν, επιβάλλεται να εξεταστεί αν η ιταλική νομοθεσία συνάδει προς το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού περί τελωνειακής διασαφήσεως.
21 Γεγονός είναι ότι το Δικαστήριο υπαινίχθηκε, όπως υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, με την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 14), τη δυνατότητα που αναγνωρίζει το ιταλικό δίκαιο σε πρόσωπο να διενεργεί διασαφήσεις εμπορευμάτων επ' ονόματί του και για λογαριασμό τρίτου. Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι η ανωτέρω απόφαση περιορίζεται να αναγνωρίσει ότι το γεγονός ότι τούτο επιτυγχάνεται με πλάσμα δικαίου, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 56, δεύτερο εδάφιο, του Testo unico, ή με τη νομική έννοια της έμμεσης εκπροσωπήσεως , δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καθοριστικό για την εκτίμηση του κατά πόσον οι επίδικες διατυπώσεις ισοδυναμούν με ποσοτικό περιορισμό.
22 Αντίθετα, στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για την εκτίμηση της επίδικης νομοθεσίας ενόψει των άρθρων 30 και 34 της Συνθήκης αλλά για τον έλεγχο του κατά πόσον αυτή συνάδει προς το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού περί τελωνειακής διασαφήσεως.
23 Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει ότι η υποβολή της διασαφήσεως ιδίω ονόματι και για λογαριασμό τρίτου είναι εφικτή μόνον εφόσον τα κράτη μέλη εξέδωσαν σχετική διάταξη.
24 Παρατηρείται συναφώς ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού περί τελωνειακής διασαφήσεως, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να επιφυλάσσουν υπέρ των εκτελωνιστών έναν από τους δύο τύπους υποβολής των διασαφήσεων που παρατίθενται στην πρώτη παράγραφο του ανωτέρω άρθρου, μόνον υπό τον όρο ότι επιτρέπουν την εκπροσώπηση ιδίω ονόματι και για λογαριασμό τρίτου.
25 Εφόσον τα άρθρα 40, δεύτερο εδάφιο, και 43, πρώτο εδάφιο, του Testo unico επιφυλάσσουν την εκπροσώπηση σε εκτελωνιστές, η ιταλική ρύθμιση θα έπρεπε να προβλέπει κατά τρόπο σαφή και ακριβή τη δυνατότητα εκπροσωπήσεως ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμό τρίτου.
26 Το πλάσμα δικαίου, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 56, δεύτερο εδάφιο, του Testo unico δεν ικανοποιεί ούτε την εν λόγω προϋπόθεση. 'Οπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 17, η χρήση της εννοίας κύριος αφήνει να πλανώνται αμφιβολίες ως προς το εξουσιοδοτημένο να υποβάλει την τελωνειακή διασάφηση πρόσωπο ή ως προς τον εκπρόσωπό του.
27 Συνεπώς, χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση του αν οι καταγγελίες στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της μπορούν να ληφθούν υπόψη, διαπιστώνεται ότι στοιχειοθετείται η δεύτερη αιτίαση.
Επί της τρίτης αιτιάσεως
28 Με την τρίτη αιτίασή της, η Επιτροπή εκτιμά ότι το Testo unico εισάγει διάκριση μεταξύ νομικών και φυσικών προσώπων στον βαθμό που τα πρώτα δεν έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν τελωνειακή διασάφηση επ' ονόματί τους και για ίδιο λογαριασμό. Δεδομένου ότι μπορούν να ενεργήσουν, όσον αφορά τις εξωτερικές σχέσεις με τρίτους, μόνον οσάκις εκπροσωπούνται από φυσικά πρόσωπα, κατά το ιταλικό σύστημα τα νομικά πρόσωπα είναι υποχρεωμένα να προσφεύγουν στις επαγγελματικές υπηρεσίες των εκτελωνιστών.
29 Στο σημείο αυτό διαπιστώνεται ότι η εκπροσώπηση νομικού προσώπου από εξουσιοδοτημένους κατά νόμον εκπροσώπους διαφέρει της προβλεπομένης στο Testo unico εκπροσωπήσεως. Πράγματι, εταιρία που ενεργεί ιδίω ονόματι και για ίδιο λογαριασμό οφείλει να το πράττει μέσω φυσικού προσώπου. Ο τύπος αυτός εκπροσωπήσεως δεν μπορεί να συγχέεται με την τελωνειακή εκπροσώπηση.
30 Επειδή από το Testo unico δεν συνάγεται ότι η εν λόγω κωδικοποίηση παρεμβάλλει εμπόδια σε εταιρία να ενεργεί ιδίω ονόματι και για ίδιο λογαριασμό μέσω φυσικού προσώπου που την εκπροσωπεί νόμιμα, η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί.
Επί της τετάρτης αιτιάσεως
31 Η τέταρτη αιτίαση της Επιτροπής ανάγεται στο γεγονός ότι τα άρθρα 47 επ. του Testo unico επιβάλλουν τις ίδιες προϋποθέσεις επαγγελματικής κατοχυρώσεως τόσο στους μισθωτούς υπαλλήλους όσο και στους ανεξάρτητους επαγγελματίες. Οι προβλεπόμενες για τους πρώτους προϋποθέσεις βαίνουν πέραν της απλής αναγνωρίσεως των καταλλήλων επαγγελματικών προσόντων, όπως προβλέπει το άρθρο 6, στοιχείο β', του κανονισμού περί τελωνειακής διασαφήσεως. Εξάλλου, την ανωτέρω ερμηνεία δεν αμφισβητεί η Ιταλική Κυβέρνηση, η οποία, πάντως, προσθέτει ότι η αξιολόγηση των προϋποθέσεων πίστεως και ικανότητας γίνεται με τον ίδιο τρόπο και για τις δύο κατηγορίες προσώπων.
32 Κατά το άρθρο 6 του κανονισμού περί τελωνειακής διασαφήσεως, οι ανεξάρτητοι επαγγελματίες είναι εξουσιοδοτημένοι να προβαίνουν σε τελωνειακές διασαφήσεις μόνον εφόσον διαθέτουν τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα και τα αναγκαία εχέγγυα, ενώ για τους μισθωτούς υπαλλήλους προβλέπεται απλώς η αναγνώριση των καταλλήλων προσόντων.
33 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η κτήση των επαγγελματικών προσόντων αποτελεί αντικείμενο δύο διαφορετικών συστημάτων και ότι η μεταξύ τους διάκριση πρέπει να προβλέπεται στη νομοθεσία των κρατών μελών.
34 Επομένως, υπάγοντας τους ανεξάρτητους επαγγελματίες και τους μισθωτούς υπαλλήλους στις ίδιες προϋποθέσεις επαγγελματικής κατοχυρώσεως, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού περί τελωνειακής διασαφήσεως.
Επί της πέμπτης αιτιάσεως
35 Η πέμπτη αιτίαση αφορά τις τελωνειακές διασαφήσεις υπό καθεστώς διαμετακομίσεως, όπως αυτό καθορίζεται με τον κανονισμό περί διαμετακομίσεως. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 3, του κανονισμού, τη δήλωση περί διαμετακομίσεως μπορεί να υπογράφει ο κυρίως υπόχρεος ή ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπός του και να την υποβάλλει σε οποιοδήποτε τελωνείο αναχωρήσεως. Κατά την Επιτροπή, οι ιταλικές τελωνειακές αρχές αρνούνται να καταχωρίσουν τον τύπο αυτό δηλώσεων με το αιτιολογικό ότι τη δυνατότητα συμπληρώσεως των ανωτέρω διατυπώσεων έχουν μόνον οι Ιταλοί εκτελωνιστές.
36 Με το υπόμνημα απαντήσεώς της, η Επιτροπή διευκρινίζει τον ισχυρισμό της ότι το άρθρο 238, δεύτερο εδάφιο, του Testo unico εξομοιώνει την κοινοτική διαμετακόμιση προς τις κατά το άρθρο 55 πράξεις εκτελωνισμού. Επιπλέον, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 55, η οποία παραπέμπει για το σύνολο των πράξεων εκτελωνισμού στην κατά το άρθρο 56 τελωνειακή διασάφηση, οι πράξεις διαμετακομίσεως εμπίπτουν στο γενικό σύστημα της τελωνειακής διασαφήσεως και, συνακόλουθα, της τελωνειακής εκπροσωπήσεως. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η προσφυγή στους εκτελωνιστές είναι υποχρεωτική ακόμα και για τις πράξεις διαμετακομίσεως.
37 Πρέπει να διευκρινιστεί, πρώτον, ότι, κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται στην Επιτροπή να προσκομίσει αποδείξεις για τη φερόμενη παράβαση (βλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991 στην υπόθεση C-249/88, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1991, σ. Ι-1275, σκέψη 6).
38 Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της στηρίχθηκε σε καταγγελία επιχειρήσεως και στην επιβεβαίωση από τον Γερμανό Υπουργό Οικονομίας ότι οι δυσχέρειες στις οποίες προσέκρουε η ανωτέρω επιχείρηση ίσχυαν και για άλλες. Στη συνέχεια, με την προσφυγή της, η Επιτροπή κάνει λόγο για ορισμένες καταγγελίες , χωρίς να προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο συναφώς. Επειδή οι σχετικές καταγγελίες δεν κοινοποιήθηκαν στην Ιταλική Κυβέρνηση, η οποία άλλωστε διατείνεται ότι αγνοεί το περιεχόμενό τους, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.
39 Ως προς την εξομοίωση της κοινοτικής διαμετακομίσεως προς τις κατά το άρθρο 55 του Testo unico πράξεις εκτελωνισμού, παρατηρείται, όπως έπραξε ο γενικός εισαγγελέας με τις προτάσεις του, ότι η εξομοίωση αυτή αφορά, σύμφωνα προς το άρθρο 238, δεύτερο εδάφιο, της ιταλικής ρυθμίσεως, αποκλειστικά τις κυρώσεις και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που δεν προβλέπουν ούτε ρυθμίζουν οι κοινοτικοί κανονισμοί.
40 Επειδή το άρθρο 238 παραπέμπει στο άρθρο 55 του Testo unico μόνο για τις περιπτώσεις εκείνες που δεν διέπονται από τους κοινοτικούς κανονισμούς, οι πράξεις κοινοτικής διαμετακομίσεως δεν υπάγονται στο γενικό σύστημα της τελωνειακής διασαφήσεως του Testo unico, αλλ' απευθείας στο σύστημα του κοινοτικού κανονισμού περί διαμετακομίσεως.
41 Επομένως, δεν στοιχειοθετείται η πέμπτη αιτίαση.
Επί της παραβάσεως των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης
42 Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι τιμοκατάλογοι των εκτελωνιστών που καθορίζει το Εθνικό Συμβούλιο εκτελωνιστών, η αποστολή του οποίου διέπεται από τον νόμο της 22ας Δεκεμβρίου 1960 και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, συνιστούν φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου προς δασμούς αποτελέσματος, κατά την έννοια των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης, στον βαθμό που ισχύουν υποχρεωτικώς, χωρίς να προβλέπεται καμιά παρέκκλιση ως προς τα κατώτατα επίπεδά τους. Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι εκτελωνιστές κατέχουν οιονεί μονοπωλιακή θέση όσον αφορά την ανωτέρω διασάφηση.
43 Τα άρθρα 9, 12 και 13 της Συνθήκης απαγορεύουν τους δασμούς κατά την εισαγωγή καθώς και τους φόρους ισοδυνάμου αποτελέσματος στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
44 Σύμφωνα με πάγια νομολογία (βλ. ιδίως απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991 στην υπόθεση C-209/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1991, σ. Ι-1575), η απαγόρευση των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι χρηματικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται λόγω ή επ' ευκαιρία της διελεύσεως των συνόρων εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Επομένως, κάθε χρηματική επιβάρυνση, όσο μικρή και αν είναι, ασχέτως της ονομασίας ή του τρόπου επιβολής της, η οποία επιβάλλεται μονομερώς επί των εμπορευμάτων λόγω της διελεύσεως των συνόρων, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς, υπό την έννοια των άρθρων 9, 12, 13 και 16 της Συνθήκης, εφόσον δεν πρόκειται για αμιγή δασμό, ακόμη και όταν δεν εισπράττεται από το Δημόσιο. Η επιβάρυνση, πάντως, δεν χαρακτηρίζεται ως τοιαύτη εφόσον αποτελεί την αμοιβή μιας πράγματι παρασχεθείσας στον επιχειρηματία υπηρεσίας, ύψους αναλόγου προς την παρασχεθείσα αυτή υπηρεσία.
45 Επομένως, επιβάλλεται να εξεταστεί αν οι επίδικοι τιμοκατάλογοι συνιστούν χρηματική επιβάρυνση επιβαλλόμενη μονομερώς σε οποιονδήποτε επιθυμεί να υποβάλει τελωνειακή διασάφηση, υπό την έννοια ότι πλήττει τα εμπορεύματα λόγω της διελεύσεώς τους από τα σύνορα.
46 Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι, με την απάντησή της στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι διασαφήσεις που διενεργούν μισθωτοί υπάλληλοι ή υπάλληλοι των εθνικών διοικήσεων πρέπει να λογίζονται ως διενεργούμενες από εκτελωνιστές lato sensu, δεδομένου ότι, λόγω της απαιτουμένης εξειδικεύσεως και της δραστηριότητάς τους, τα ανωτέρω πρόσωπα μπορούν να εξομοιωθούν με τους επαγγελματίες εκτελωνιστές. Με την απάντησή της σε ερώτηση που υπέβαλε το Δικαστήριο κατά τη συνεδρίαση, η Επιτροπή δέχθηκε, πάντως, ότι τα πρόσωπα αυτά, που πραγματοποιούν το 22 % του συνόλου των διασαφήσεων, δεν υπόκεινται σε επαγγελματικό τιμοκατάλογο. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο εισαγωγέας, ο οποίος δεν είναι υποχρεωμένος να προσφύγει σε επαγγελματία εκτελωνιστή, στην πραγματικότητα διαθέτει δικαίωμα εκλογής και, συνακόλουθα, ο τιμοκατάλογος δεν επιβάλλεται κατ' ανάγκη σε οποιονδήποτε επιθυμεί να υποβάλει τελωνειακή διασάφηση.
47 Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι επίδικοι τιμοκατάλογοι δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης. 'Επεται ότι δεν αποδείχθηκε η παράβαση επί του σημείου αυτού.
48 Από τα προηγηθέντα προκύπτει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3632/85 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1985, για τον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ένα πρόσωπο δικαιούται να προβεί σε τελωνειακή διασάφηση, στον βαθμό που εξακολουθεί να προβλέπει με τη νομοθεσία της ότι εναπόκειται στον κύριο του εμπορεύματος να προβεί στην ανωτέρω διασάφηση και να επιφυλάσσει με τη νομοθεσία αυτή την εκπροσώπηση των ενδιαφερομένων σε εκτελωνιστές, χωρίς να έχει προβλέψει ρητώς τη δυνατότητα υποβολής της διασαφήσεως ιδίω ονόματι και για λογαριασμό τρίτου. Επίσης, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν γι' αυτήν από το άρθρο 6 του ιδίου κανονισμού, απαιτώντας τα ίδια προσόντα για τους ανεξάρτητους επαγγελματίες, επιφορτισμένους με την υποβολή των τελωνειακών διασαφήσεων, και για τους ειδικευμένους μισθωτούς.
49 Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
50 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Επειδή αμφότεροι οι διάδικοι ηττήθηκαν μερικώς, η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1. Η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3632/85 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1985, για τον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ένα πρόσωπο δικαιούται να προβεί σε τελωνειακή διασάφηση, στον βαθμό που εξακολουθεί να προβλέπει με τη νομοθεσία της ότι εναπόκειται στον κύριο του εμπορεύματος να προβεί στην ανωτέρω διασάφηση και να επιφυλάσσει με τη νομοθεσία αυτή την εκπροσώπηση των ενδιαφερομένων σε εκτελωνιστές, χωρίς να έχει προβλέψει ρητώς τη δυνατότητα υποβολής της διασαφήσεως ιδίω ονόματι και για λογαριασμό τρίτου. Επίσης, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν γι' αυτήν από το άρθρο 6 του ιδίου κανονισμού, απαιτώντας τα ίδια προσόντα για τους ανεξάρτητους επαγγελματίες, επιφορτισμένους με την υποβολή των τελωνειακών διασαφήσεων, και για τους ειδικευμένους μισθωτούς.
2. Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Full & Egal Universal Law Academy