Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία * Κοινή οργάνωση των αγορών * Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα * Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος * Καθορισμός ποσοτήτων αναφοράς που εξαιρούνται εισφοράς * Περίοδος που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της περιεκτικότητας του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες που θεωρείται αντιπροσωπευτική * Επιλογή περιόδου εκτός των δυνατοτήτων επιλογής που παρέχει η κοινοτική ρύθμιση * Αποκλείεται
(Κανονισμός της Επιτροπής 1546/88, άρθρο 12, παράγραφος 1)
2. Γεωργία * Κοινή οργάνωση των αγορών * Διακρίσεις μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών * Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος * Καθορισμός ποσοτήτων αναφοράς που εξαιρούνται εισφοράς * Διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ παραγωγών οφειλομένη στην αδυναμία επικλήσεως της περιεκτικότητας του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες που παραδίδεται εκτός των περιόδων αναφοράς που προβλέπει η κοινοτική ρύθμιση * Έλλειψη διακρίσεων
(Κανονισμός της Επιτροπής 1546/88, άρθρο 12, παράγραφος 1)
Περίληψη
1. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88 περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1033/89, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος, προκειμένου να διαπιστώσει, στο πλαίσιο του προσδιορισμού των ποσοτήτων αναφοράς που εξαιρούνται εισφοράς, την θεωρούμενη ως αντιπροσωπευτική περιεκτικότητα του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες, μπορεί να λάβει υπόψη μόνον τις περιόδους εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος που προβλέπει ρητώς αυτό το νομοθετικό κείμενο.
Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή, εφόσον καθορίζει την περίοδο που πρέπει να θεωρείται ως περίοδος αναφοράς και εφόσον επιτρέπει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις που απαριθεί περιοριστικώς, να επιλεγεί άλλη περίοδος, την οποία επίσης καθορίζει, θέτει ακριβείς κανόνες που αποκλείουν οποιαδήποτε άλλη δυνατότητα.
2. Η διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ, αφενός, των παραγωγών η σε λιπαρές ουσίες περιεκτικότητα του γάλακτος των οποίων μειώθηκε υπό μη φυσιολογικές συνθήκες κατά τις δύο περιόδους εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος που προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88 προκειμένου να διαπιστωθεί η περιεκτικότητα που θεωρείται αντιπροσωπευτική και, αφετέρου, των παραγωγών που μπορούν να επικαλεστούν αντιπροσωπευτική περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες εντός εκατέρας των περιόδων αυτών, δικαιολογείται αντικειμενικώς από την ανάγκη να προβλεφθεί, για λόγους τόσο ασφαλείας δικαίου όσο και αποτελεσματικότητας του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, περιορισμός του αριθμού των περιόδων που μπορούν να λαμβάνονται υπόψη ως περίοδοι αναφοράς. Επομένως, η διαφορά αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως γενεσιουργός διακρίσεων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-120/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Baden-Wuerttemberg (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Friedrich Schultz
και
Hauptzollamt Heilbronn,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ 1988, L 139, σ. 12), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989 (ΕΕ 1989, L 110, σ. 27),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, F. Grevisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Dierk Booss, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μαΐου 1993,,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 23ης Μαρτίου 1992, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Απριλίου 1992, το Finanzgericht Baden-Wuerttemberg (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ 1988, L 139, σ. 12), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989 (ΕΕ 1989, L 110, σ. 27).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Friedrich Schultz και του Hauptzollamt Heilbronn ως προς την κρίσιμη περίοδο αναφοράς για τον προσδιορισμό της περιεκτικότητας του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες.
3 Ο προσφεύγων της κύριας δίκης είναι γαλακτοπαραγωγός ο οποίος, κατά τη διάρκεια των ετών 1981-1984, υπέστη λόγω διαφόρων ασθενειών σημαντικές απώλειες στην αγέλη του από αγελάδες. Για να αντισταθμίσει τις απώλειες αυτές, υποχρεώθηκε να αγοράσει αγελάδες νεαρής ηλικίας. Κατόπιν αυτού, σημειώθηκε κατακόρυφη πτώση στη μέση περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες του γάλακτος που παρήγαγε αυτό το ζωικό κεφάλαιο. Μετά την περίοδο 1985 έως 1986, η εν λόγω περιεκτικότητα επανήλθε στα συνηθισμένα επίπεδα.
4 Λόγω της χαμηλής μέσης περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες κατά την περίοδο 1985 έως 1986, ο Schultz έχει ήδη καταβάλει συμπληρωματική εισφορά για τις μεταγενέστερες λογιστικές περιόδους μέχρι την περίοδο 1989-1990, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, των άρθρων 1, 9, 10 και 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 1984, L 90, σ. 13), και του άρθρου 12 του προαναφερθέντος κανονισμού 1546/88. Για την περίοδο 1989-1990, του επιβλήθηκε νέα συμπληρωματική εισφορά ύψους 5 529,03 γερμανικών μάρκων.
5 Κατόπιν της μη ευδοκιμήσεως διοικητικής ενστάσεώς του, ο Schultz άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Baden-Wuerttemberg με σκοπό να επιτύχει αύξηση της ποσότητάς του αναφοράς μέσω νέου προσδιορισμού της σε λιπαρές ουσίες περιεκτικότητας του γάλακτος που θεωρείται αντιπροσωπευτική. Κατ' αυτόν, πρέπει να ληφθεί υπόψη η συνήθης μέση περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες που διαπιστώθηκε κατά την περίοδο 1989-1990.
6 Εκτιμώντας ότι η έκβαση της δίκης εξαρτάται από την ερμηνεία και το κύρος διατάξεως της κοινοτικής ρυθμίσεως περί συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, το Finanzgericht Baden-Wuerttemberg ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Είναι οι διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ της 4ης Ιουνίου 1988, L 139, σ. 12), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989 (ΕΕ της 21ης Απριλίου 1989, L 110, σ. 27), ανίσχυρες ή πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος μπορεί να προβλέψει ότι αντιπροσωπευτική είναι κατ' εξαίρεση η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες που διαπιστώθηκε:
α) κατά την τελευταία περίοδο που δεν ήταν μειωμένη η μέση περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες του παραδοθέντος γάλακτος ή * εφόσον τούτο δεν είναι δυνατό *
β) κατά την πρώτη περίοδο που, μετά τη δεύτερη περίοδο εφαρμογής του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς, δεν ήταν πλέον μειωμένη η εν λόγω περιεκτικότητα;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: είναι οι διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφοι 1 και 2, του ανωτέρω κανονισμού ανίσχυρες, κατά το μέτρο που δεν μεταβάλλουν την περίοδο εφαρμογής που χρησιμοποιείται, κατ' αρχήν, ως περίοδος αναφοράς (1985/1986);"
7 Στο σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής, το Finanzgericht αναφέρει ότι, κατά την εκτίμησή του, η κατ' άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1546/88 ρήτρα επιεικείας, η οποία επιτρέπει στο κράτος μέλος να λάβει ως περίοδο αναφοράς την πρώτη περίοδο εφαρμογής, η οποία περιλαμβάνεται μεταξύ 1 Απριλίου 1984 και 31 Μαρτίου 1985, και όχι τη δεύτερη περίοδο εφαρμογής, είναι ανεπαρκής. Ο παραγωγός, του οποίου η σε λιπαρές ουσίες περιεκτικότητα του γάλακτος έχει μειωθεί υπό μη φυσιολογικές συνθήκες κατά τις δύο αυτές περιόδους, αποκλείεται του ευεργετήματος της ρήτρας αυτής. Κατά συνέπεια, μπορεί να χρησιμοποιήσει μέρος μόνον της ποσοστώσεώς του.
8 Στην έκθεση του εισηγητή δικαστή εκτίθενται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
9 Με το πρώτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, και δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1546/88 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος μπορεί, προκειμένου να προσδιορίσει την περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες που θεωρείται αντιπροσωπευτική, να λάβει υπόψη περίοδο εφαρμογής που δεν αναφέρουν ρητώς οι εν λόγω διατάξεις. Με το δεύτερο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί περί του κύρους του άρθρου 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1546/88, ειδικά όσον αφορά τη ρήτρα επιεικείας, καθόσον η ρήτρα αυτή προβλέπει μόνο μία άλλη περίοδο εφαρμογής ως περίοδο αναφοράς για τον προσδιορισμό της αντιπροσωπευτικής περιεκτικότητας του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες.
Επί του κανονιστικού πλαισίου της διαφοράς
10 Προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στα δύο αυτά ερωτήματα, πρέπει να υπομνηστεί, εκ προοιμίου, ότι, δυνάμει του άρθρου 2 του προαναφερθέντος κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, η ποσότητα αναφοράς που εξαιρείται συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος είναι ίση προς την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδίδεται ή αγοράζεται κατά το έτος αναφοράς. Για να καθοριστούν αυτές οι ποσότητες του γάλακτος που παραδίδεται ή αγοράζεται, η Επιτροπή καλείται, βάσει του άρθρου 11, στοιχείο γ', του ίδιου κανονισμού, να προσδιορίσει "τα χαρακτηριστικά του γάλακτος, και ιδίως την περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες, τα οποία θεωρούνται αντιπροσωπευτικά".
11 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού 1546/88 θεωρεί ως αντιπροσωπευτικά τα χαρακτηριστικά που διαπιστώνονται στο γάλα που παραδίδεται κατά τη δεύτερη περίοδο εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς, δηλαδή από 1 Απριλίου 1985 μέχρι 31 Μαρτίου 1986. Ωστόσο, το άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, προβλέπει τρεις εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτό. Συγκεκριμένα, όταν η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες του παραδιδομένου ή αγοραζομένου γάλακτος είναι ασυνήθιστα χαμηλή κατά την περίοδο που αναφέρει το πρώτο εδάφιο, το κράτος μέλος μπορεί, βάσει του δευτέρου εδαφίου, δεύτερη περίπτωση, να δεχθεί ότι αντιπροσωπευτική περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες είναι "η μέση περιεκτικότητα η οποία έχει διαπιστωθεί κατά την πρώτη περίοδο εφαρμογής του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς", δηλαδή από 1 Απριλίου 1984 μέχρι 31 Μαρτίου 1985.
Επί της ερμηνείας του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88
12 Διαπιστώνεται ότι ουδεμία από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88 επιτρέπει να ληφθεί υπόψη, λόγω πτώσεως της σε λιπαρές ουσίες περιεκτικότητας του παραδοθέντος γάλακτος, περίοδος εφαρμογής που δεν προβλέπεται ρητώς στο νομοθετικό αυτό κείμενο, λύση που το αιτούν δικαστήριο πρότεινε με το πρώτο ερώτημά του.
13 Πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο, όσον αφορά τα άρθρα 2 και 3, σημείο 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 857/84, τα οποία αναφέρονται στον καθορισμό της ποσότητος αναφοράς που εξαιρείται συμπληρωματικής εισφοράς, έχει ήδη κρίνει ότι η ρύθμιση αυτή δεν επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη παραδόσεις γάλακτος εκτός της προβλεπομένης στο άρθρο 2 περιόδου 1981-1983, ακόμη και αν οι ενδιαφερόμενοι δεν είχαν αντιπροσωπευτική παραγωγή κατά τη διάρκεια ολόκληρης αυτής της περιόδου (βλ. τις αποφάσεις της 17ης Μαΐου 1988, 84/87, Erpelding, Συλλογή 1988, σ. 2647, της 27ης Ιουνίου 1989, 113/88, Leukhardt, Συλλογή 1989, σ. 1991, και της 10ης Ιανουαρίου 1992, C-177/90, Kuehn, Συλλογή 1992, σ. Ι-35).
14 Από το άρθρο 12, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 1546/88 προκύπτει επίσης ότι, όσον αφορά την περίοδο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες, η ρύθμιση που θεσπίζεται με το άρθρο αυτό απαριθμεί περιοριστικώς τις καταστάσεις που επιτρέπουν να επιλεγεί άλλη περίοδος και ότι θέτει ακριβείς κανόνες σχετικά με τις περιόδους αυτές. Συνεπώς, το άρθρο 12, παράγραφος 1, αποκλείει τη δυνατότητα να επιλεγεί υπέρ του παραγωγού περίοδος αναφοράς προγενέστερη της 1ης Απριλίου 1984 ή μεταγενέστερη της 31ης Μαρτίου 1986.
15 Για τους λόγους αυτούς, το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος, προκειμένου να διαπιστώσει τη θεωρούμενη ως αντιπροσωπευτική περιεκτικότητα του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες, μπορεί να λάβει υπόψη μόνον τις περιόδους εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς που προβλέπονται ρητώς στο νομοθετικό αυτό κείμενο.
Επί του κύρους του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88
16 Υπό το πρίσμα της ερμηνείας αυτής, το εθνικό δικαστήριο διατυπώνει αμφιβολίες ως προς το κύρος της επίμαχης ρυθμίσεως. Φρονεί ότι η ρήτρα επιεικείας που περιέχεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1546/88 είναι ανεπαρκής, καθόσον εκτείνει τη δυνατότητα επιλογής του κράτους μέλους μόνο σε μία άλλη περίοδο εφαρμογής, και ότι η ανεπάρκεια αυτή συνεπάγεται εις βάρος ορισμένων γαλακτοπαραγωγών, όπως του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, άνιση μεταχείριση που δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς.
17 Η επιχειρηματολογία αυτή, η οποία αντλείται από την ύπαρξη διακρίσεων μεταξύ κοινοτικών παραγωγών, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, όπως δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Erpelding, Leukhardt και Kuehn (σκέψεις 30, 19 και 18, αντιστοίχως).
18 Συγκεκριμένα, η διαφορά μεταχειρίσεως, για την οποία διαμαρτύρεται ο προσφεύγων της κύριας δίκης, προκύπτει από το ότι η επίμαχη ρύθμιση, μη προβλέποντας για τους παραγωγούς που βρίσκονται στην κατάστασή του τη δυνατότητα να τους αναγνωριστεί περιεκτικότητα γάλακτος σε λιπαρές ουσίες στηριζόμενη σε άλλη, περισσότερο αντιπροσωπευτική ,περίοδο, πλήττει αυτή την κατηγορία παραγωγών βαρύτερα από τους παραγωγούς που μπορούν να επικαλεστούν αντιπροσωπευτική περιεκτικότητα εντός της περιόδου που προβλέπει ο κανονισμός 1546/88. Όμως, το αποτέλεσμα αυτό δικαιολογείται από την ανάγκη να προβλεφθεί, για λόγους τόσο ασφαλείας δικαίου όσο και αποτελεσματικότητας του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, περιορισμός του αριθμού των περιόδων που μπορούν να ληφθούν υπόψη ως περίοδοι αναφοράς. Συνεπώς, η εντεύθεν διαφορά δικαιολογείται αντικειμενικώς και, επομένως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως γενεσιουργός διακρίσεων.
19 Η ανάλυση αυτή δεν αποδυναμώνεται από το ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88, το οποίο περιορίζει τη δυνατότητα επιλογής μόνο σε μία άλλη περίοδο αναφοράς, είναι περισσότερο περιοριστικό από το άρθρο 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84, το οποίο αποτέλεσε το αντικείμενο της προαναφερθείσας νομολογίας. Όπως υποστήριξε η Επιτροπή, αφενός, δεν είναι δυνατή η αναδρομή στο παρελθόν πέραν της περιόδου που, σε τελική ανάλυση, επέλεξε το σύνολο των κρατών μελών για τον υπολογισμό της ποσότητας αναφοράς, και, αφετέρου, ο λόγος υπάρξεως του συστήματος ποσοστώσεων αντιτίθεται στο να ληφθεί υπόψη πιο πρόσφατη περίοδος. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ο προσδιορισμός της περιεκτικότητας του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες έχει μικρότερη επίπτωση στα συμφέροντα του γαλακτοπαραγωγού απ' ό,τι ο καθορισμός της ποσότητας του γάλακτος.
20 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στο ερώτημα ως προς το κύρος της επίμαχης ρυθμίσεως πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του άρθρου 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1033/89, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος της διατάξεως αυτής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 23ης Μαρτίου 1992 το Finanzgericht Baden-Wuerttemberg (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος, προκειμένου να διαπιστώσει τη θεωρούμενη ως αντιπροσωπευτική περιεκτικότητα του γάλακτος σε λιπαρές ουσίες, μπορεί να λάβει υπόψη μόνον τις περιόδους εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς που προβλέπει ρητώς αυτό το νομοθετικό κείμενο.
2) Από την εξέταση του άρθρου 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος της διατάξεως αυτής.
Full & Egal Universal Law Academy