Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Σύστημα εγγυήσεων * Ανωτέρα βία * 'Εννοια * Τροποποίηση, σε χώρα κρατικού εμπορίου, της νομοθεσίας που ρυθμίζει τις προδιαγραφές ποιότητας που ισχύουν για τα εισαγόμενα προϊόντα * Αδυναμία πραγματοποιήσεως εξαγωγής η οποία προκάλεσε τη σύσταση εγγυήσεων * 'Ελλειψη ανωτέρας βίας
(Κανονισμός 765/86 της Επιτροπής)
Περίληψη
Στο πλαίσιο των γεωργικών κανονισμών, η έννοια της ανωτέρας βίας λαμβάνει υπόψη της την ιδιαίτερη φύση των σχέσεων δημοσίου δικαίου μεταξύ επιχειρηματιών και εθνικής διοικήσεως, καθώς και τους σκοπούς αυτής της ρυθμίσεως δεν περιορίζεται στην απόλυτη αδυναμία αλλά πρέπει να νοείται ως περιλαμβάνουσα ξένες προς τον οικείο επιχειρηματία περιστάσεις, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρά με το τίμημα υπερβολικών θυσιών, παρά το γεγονός ότι καταβλήθηκε κάθε επιμέλεια.
Επομένως, η τροποποίηση της νομοθεσίας τρίτου κράτους που ρυθμίζει την ποιότητα των προϊόντων τα οποία εισάγονται στο κράτος αυτό, εξαιτίας της οποίας δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί εξαγωγή προς το εν λόγω τρίτο κράτος την οποία είχε προβλέψει επιχειρηματίας και η οποία είχε προκαλέσει δεσμεύσεις εκ μέρους του, όπως τη σύσταση εγγυήσεως στο πλαίσιο του συστήματος πλειοδοσίας που προβλέπει ο κανονισμός 765/86, σχετικά με τους τρόπους πωλήσεως βουτύρου από τα αποθέματα της παρεμβάσεως που προορίζεται για εξαγωγή προς ορισμένους προορισμούς, πρέπει να θεωρηθεί ως περίσταση ξένη προς τον επιχειρηματία αυτό.
Ωστόσο, προκειμένου περί εξαγωγών με προορισμό χώρα κρατικού εμπορίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται περί ασυνήθους και απρόβλεπτου γεγονότος. Τουναντίον, αυτό συνιστά συνήθη εμπορικό κίνδυνο στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών με οργανισμό τέτοιας χώρας, που υπάγεται απευθείας στη δημόσια εξουσία. Οι επιχειρηματίες οι οποίοι μετέχουν στις συναλλαγές αυτές διατρέχουν τον κίνδυνο να τροποποιήσει αιφνιδίως το κράτος από το οποίο εξαρτάται ο εν λόγω οργανισμός εμπορίου, έστω και μετά πολύ μακρά περίοδο σταθερότητας, με πράξη ασκήσεως δημοσίας εξουσίας, τη νομοθεσία που διέπει την εισαγωγή των προϊόντων που πωλούνται στον οργανισμό αυτό.
'Ενας επιμελής επιχειρηματίας, ο οποίος δεν μπορεί να αγνοεί τον κίνδυνο αυτό και είναι ελεύθερος να επιλέξει τους εμπορικούς εταίρους του, πρέπει να λαμβάνει τις κατάλληλες προφυλάξεις είτε ασφαλιζόμενος με συμβατικές ρήτρες, είτε συστήνοντας ειδική ασφάλεια. Εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, αλλά παρά ταύτα συνάπτει τη σύμβαση, αναλαμβάνει έναν κίνδυνο τις συνέπειες του οποίου πρέπει να υποστεί.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-124/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice, Queen' s Bench Division (Commercial Court), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
1) An Bord Bainne Co-operative Ltd,
2) Compagnie Inter-Agra SA
και
Intervention Board for Agricultural Produce,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 765/86 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1986, σχετικά με τους τρόπους πωλήσεως βουτύρου από τα αποθέματα της παρεμβάσεως που προορίζεται για εξαγωγή προς ορισμένους προορισμούς (ΕΕ L 72, σ. 11),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, M. Diez de Velasco, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η An Bord Bainne Co-operative Ltd και η Compagnie Inter-Agra SA, εκπροσωπούμενες από τους D. Vaughan, Q.C., και D. Anderson, barrister,
* η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένη από τον J. E. Collins, assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον A. Macnab, barrister,
* η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διπλωματικών Διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον P. G. Ferri, avvocato dello Stato,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους H. G. Crossland και C. Docksey, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της An Bord Bainne Co-operative Ltd και της Compagnie Inter-Agra SA, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από τον C. Vajda, barrister, επικουρούμενο από τον J. Collins, και της Επιτροπής, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 29ης Απριλίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 24ης Φεβρουαρίου 1992, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Απριλίου του ιδίου έτους, το High Court of Justice, Queen' s Bench Division υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 765/86 της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1986, σχετικά με τους τρόπους πωλήσεως βουτύρου από τα αποθέματα της παρεμβάσεως που προορίζεται για εξαγωγή προς ορισμένους προορισμούς (ΕΕ L 72, σ. 11).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός μεν, των εταιριών An Bord Bainne Co-operative (στο εξής: ABBC) και Compagnie Inter-Agra (στο εξής: Inter-Agra), αφετέρου δε, του Intervention Board for Agricultural Produce (στο εξής: ΙΒΑΡ) σχετικά με την άρνηση του ΙΒΑΡ να ελευθερώσει την εγγύηση δημοπρασίας που παρεσχέθη δυνάμει του άρθρου 6 του προπαρατεθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 765/86.
3 Με σύμβαση που συνήψε στις 16 Σεπτεμβρίου 1985, η εταιρία Inter-Agra ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει 15 000 τόνους βουτυρελαίου (butteroil) στον Prodintorg, σοβιετικό εμπορικό οργανισμό. Βάσει ρήτρας της συμβάσεως αυτής, το βουτυρέλαιο έπρεπε να πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονταν στο πρώτο παράρτημα της συμβάσεως.
4 Στις 8 Απριλίου 1986, η ABBC απάντησε σε προκήρυξη ειδικής δημοπρασίας που οργάνωσε ο ΙΒΑΡ, υποβάλλοντας προσφορά για 11 000 τόνους αλατισμένου βουτύρου, συνοδευομένη από γραπτή δέσμευση εξαγωγής του βουτύρου αυτού στη Σοβιετική 'Ενωση μετά τη μετατροπή του σε βουτυρέλαιο. Η προσφορά αυτή υποβλήθηκε κατ' εφαρμογήν συμφωνίας που είχε συναφθεί μεταξύ ABBC και Inter-Agra, με την οποία η ABBC ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύσει βούτυρο στην Inter-Agra ώστε να μπορέσει η Inter-Agra να εκτελέσει τη σύμβαση με τον Prodintorg και να συστήσει την απαιτούμενη από τον προπαρατεθέντα κανονισμό (ΕΟΚ) 765/86 εγγύηση δημοπρασίας.
5 Στις 14 Απριλίου 1986, ο ΙΒΑΡ πληροφόρησε την ABBC ότι της είχαν κατακυρωθεί οι 11 000 τόνοι αλατισμένου βουτύρου. Το βούτυρο αυτό είχε τις ιδιότητες που απαιτούνται για μετατροπή σε βουτυρέλαιο που να πληροί τις ισχύουσες σοβιετικές τεχνικές προδιαγραφές, καθώς και τους όρους της συμβάσεως μεταξύ της Inter-Agra και του Prodintorg. Ωστόσο, με απόφαση που άρχισε να ισχύει από τις 5 Μαΐου 1986, οι σοβιετικές αρχές τροποποίησαν τους σχετικούς με τις προϋποθέσεις ποιότητας κανόνες όσον αφορά το εισαγόμενο βουτυρέλαιο, οι οποίοι ίσχυαν από το 1955. Δεδομένου ότι δεν πληρούσε τα νέα κριτήρια, το βούτυρο που είχε αποκτήσει η ABBC δεν μπορούσε πλέον να εισαχθεί στη Σοβιετική 'Ενωση.
6 Ούτε η Inter-Agra ούτε η ABBC πληροφορήθηκαν την επελθούσα μεταβολή στις προδιαγραφές ποιότητας. Με έγγραφο της 26ης Νοεμβρίου 1986, η ABBC γνωστοποίησε στον ΙΒΑΡ ότι, για λόγους ανωτέρας βίας, δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει τη σύμβαση εξαγωγής και του ζήτησε να ελευθερώσει την εγγύηση δημοπρασίας. Με έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 1986, ο ΙΒΑΡ απάντησε ότι, εφόσον δεν είχε παραληφθεί το βούτυρο πριν από την 1η Δεκεμβρίου, όπως προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 765/86, η εγγύηση δημοπρασίας είχε καταπέσει για το σύνολο του ποσού της δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού. Με έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 1989, ο ΙΒΑΡ ζήτησε την εγγύηση που είχε συστήσει η ABBC.
7 Στις 19 Απριλίου 1990, η ABBC και η Inter-Agra προσέφυγαν κατά του ΙΒΑΡ ενώπιον του High Court of Justice, Queen' s Bench Division (Commercial Court), εκτιμώντας ότι η εγγύηση δημοπρασίας δεν είχε καταπέσει για λόγους ανωτέρας βίας.
8 Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιληφθέν της υποθέσεως δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να απαντήσει στα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Υφίσταται περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου και σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 765/86 της Επιτροπής όταν:
α) μια κοινοτική επιχείρηση παράλληλα με την υποβολή προσφοράς σε δημοπρασία για την αγορά, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 765/86, βουτύρου ανέλαβε εγγράφως και την υποχρέωση, σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, να μετατρέψει το βούτυρο αυτό σε βουτυρέλαιο και να το εξαγάγει εκτός Κοινότητας σε συγκεκριμένη τρίτη χώρα
β) η εν λόγω προσφορά έγινε δεκτή από τον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως
γ) στη συνέχεια, οι αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας τροποποίησαν, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία της χώρας τους, τις ποιοτικές τους προδιαγραφές όσον αφορά το εισαγόμενο βουτυρέλαιο, ούτως ώστε, συνεπεία των τροποποιήσεων, να καταστεί αδύνατη (παρ' όλες τις προσπάθειες του υποψηφίου εξαγωγέα) η παραγωγή αποδεκτού βουτυρελαίου από το βούτυρο που είχε αποτελέσει το αντικείμενο της δημοπρασίας ώστε να καταστεί δυνατή η εξαγωγή του στην εν λόγω τρίτη χώρα σύμφωνα με την αναληφθείσα εγγράφως υποχρέωση
δ) η τροποποίηση των ποιοτικών προδιαγραφών ούτε δημοσιεύθηκε ούτε κοινοποιήθηκε προηγουμένως στον υποβαλόντα την προσφορά και τον υποψήφιο εξαγωγέα και ήταν εντελώς απροσδόκητη γι' αυτούς;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, μπορεί η επίκληση ανωτέρας βίας, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, να εμποδίσει την κατάπτωση της συσταθείσας κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΟΚ) 765/86 της Επιτροπής εγγυήσεως και, ειδικότερα, της εγγυήσεως δημοπρασίας που έχει συσταθεί κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού;"
9 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κυρίας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
10 Για να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα, πρέπει να υπομνηστεί καταρχάς ότι, κατά παγία νομολογία, δοθέντος ότι η έννοια της ανωτέρας βίας δεν έχει το ίδιο περιεχόμενο στα διάφορα πεδία εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, η σημασία της πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου προορίζεται να παράγει τα αποτελέσματά της.
11 Πρέπει να υπομνηστεί στη συνέχεια ότι η έννοια της ανωτέρας βίας στο πλαίσιο των γεωργικών κανονισμών λαμβάνει υπόψη της την ιδιαίτερη φύση των σχέσεων δημοσίου δικαίου μεταξύ επιχειρηματιών και εθνικής διοικήσεως, καθώς και τους σκοπούς αυτής της ρυθμίσεως. Από τους σκοπούς αυτούς καθώς και από τις θετικές διατάξεις των εν λόγω κανονισμών προκύπτει ότι η έννοια της ανωτέρας βίας δεν περιορίζεται στην απόλυτη αδυναμία, αλλά πρέπει να νοείται ως περιλαμβάνουσα ξένες προς τον οικείο επιχειρηματία περιστάσεις, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρά με το τίμημα υπερβολικών θυσιών, παρά το γεγονός ότι καταβλήθηκε κάθε επιμέλεια (βλ. μεταξύ άλλων την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, 11/70, Internationale Handelsgesellschaft, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 581).
12 Η τροποποίηση της νομοθεσίας τρίτου κράτους που ρυθμίζει την ποιότητα των προϊόντων τα οποία εισάγονται στο κράτος αυτό, εξαιτίας της οποίας η σχεδιαζόμενη εισαγωγή προς το εν λόγω τρίτο κράτος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, πρέπει να θεωρηθεί ως περίσταση ξένη προς τον οικείο επιχειρηματία.
13 Ωστόσο, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι άλλες προϋποθέσεις που συνάγονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Πράγματι, παρόμοιο γεγονός συνιστά συνήθη εμπορικό κίνδυνο στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών με οργανισμό χώρας κρατικού εμπορίου, που υπάγεται απευθείας στη δημόσια εξουσία του εν λόγω κράτους. 'Οπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, οι επιχειρηματίες οι οποίοι μετέχουν στις συναλλαγές αυτές διατρέχουν τον κίνδυνο να τροποποιήσει μεταγενέστερα το κράτος από το οποίο εξαρτάται ο εν λόγω οργανισμός εμπορίου με πράξη ασκήσεως δημοσίας εξουσίας τη νομοθεσία που διέπει την εισαγωγή των προϊόντων που πωλούνται στον οργανισμό αυτό.
14 Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ακόμη ότι η τροποποίηση της σοβιετικής νομοθεσίας πρέπει να θεωρηθεί ως γεγονός μη ασύνηθες και απρόβλεπτο, δεδομένου ότι η νομοθεσία αυτή παρέμεινε εν ισχύι επί τριάντα έτη και ότι τροποποιήθηκε χωρίς προηγούμενη δημοσίευση ή κοινοποίηση.
15 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. 'Ενας επιμελής επιχειρηματίας, όταν μετέχει σε εμπορική συναλλαγή αφορώσα προϊόντα που προορίζονται να πωληθούν, εντός τρίτου κράτους, σε οργανισμό όπως αυτός ο οποίος περιγράφηκε προηγουμένως, πρέπει να αναμένει ότι οι κανόνες του κράτους εισαγωγής, οι οποίοι καθορίζουν τους όρους σχετικά με την ποιότητα των εισαγομένων προϊόντων και από τους οποίους εξαρτάται η εκτέλεση της συναλλαγής, μπορούν να τροποποιηθούν, ακόμη και αν οι κανόνες αυτοί παρέμειναν αμετάβλητοι επί μακρά περίοδο.
16 Πρέπει να παρατηρηθεί στη συνέχεια ότι στον επιμελή επιχειρηματία, ο οποίος είναι άλλωστε απολύτως ελεύθερος να επιλέξει, ανάλογα με το συμφέρον που ενδέχεται να βρει, τους εμπορικούς εταίρους του, εναπόκειται επίσης να λαμβάνει τις κατάλληλες προφυλάξεις είτε ενσωματώνοντας την ενδεδειγμένη ρήτρα στην επίμαχη σύμβαση, είτε συστήνοντας ειδική ασφάλεια. Μία τέτοια επιμέλεια επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο σε περίπτωση όπως η υπό κρίση στην κύρια δίκη όπου, κατά τον προπαρατεθέντα κανονισμό (ΕΟΚ) 765/86, το βούτυρο που απέκτησε η ABBC δεν μπορεί να εξαχθεί προς άλλους προορισμούς πλην της Σοβιετικής Ενώσεως. Εάν, όπως υποστηρίζουν οι ενάγουσες της κύριας δίκης, δεν ήταν δυνατόν να γίνει αυτό στο πλαίσιο της συμβάσεως πωλήσεως που συνήφθη με τον οικείο οργανισμό εμπορίου, ο επιχειρηματίας ο οποίος ανέλαβε τον κίνδυνο θα υποστεί τις συνέπειες.
17 Επομένως, στο High Court of Justice, Queen' s Bench Division, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι περιστάσεις που περιγράφονται στα προδικαστικά ερωτήματα δεν συνιστούν ανωτέρα βία υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου και για την εφαρμογή του προπαρατεθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 765/86.
18 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο καθίσταται άνευ αντικειμένου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 24ης Φεβρουαρίου 1992, το High Court of Justice, Queen' s Bench Division, αποφαίνεται:
1) Οι περιστάσεις που περιγράφονται στα προδικαστικά ερωτήματα δεν συνιστούν ανωτέρα βία υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου και για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 765/86, της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1986, σχετικά με τους τρόπους πωλήσεως βουτύρου από τα αποθέματα της παρεμβάσεως που προορίζεται για εξαγωγή προς ορισμένους προορισμούς.
Full & Egal Universal Law Academy