Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προδικαστικά ερωτήματα * Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου * Όρια * Αίτηση ερμηνείας η οποία προφανώς δεν είναι άσχετη με το αντικείμενο της διαφοράς * Υποχρέωση εκδόσεως αποφάσεως
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 177)
2. Κοινωνική πολιτική * Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι * Iσότητα αμοιβής * Διαφορά αμοιβής μεταξύ δύο θέσεων ίσης αξίας που καταλαμβάνονται η μεν μία σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες, η δε άλλη κυρίως από άνδρες * Βάρος αποδείξεως της ελλείψεως διακρίσεως
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 119)
3. Κοινωνική πολιτική * Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι * Ισότητα αμοιβής * Διαφορά αμοιβής μεταξύ δύο θέσεων ίσης αξίας που καταλαμβάνονται η μεν μία σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες, η δε άλλη κυρίως από άνδρες * Δικαιολόγηση αντλούμενη από τον προσδιορισμό των αμοιβών μέσω χωριστών συλλογικών διαπραγματεύσεων * Ανεπίτρεπτη εφόσον πρόκειται για διαφορετική μεταχείριση μεταξύ δύο κατηγοριών που εξαρτώνται από τον ίδιο εργοδότη και εκπροσωπούνται από την ίδια συνδικαλιστική οργάνωση
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 119)
4. Κοινωνική πολιτική * Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι * Ισότητα αμοιβής * Διαφορά αμοιβής μεταξύ δύο θέσεων ίσης αξίας που καταλαμβάνονται η μεν μία σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες, η δε άλλη κυρίως από άνδρες * Εκτίμηση από το εθνικό δικαστήριο της υπάρξεως οικονομικών λόγων που να αποτελούν αντικειμενική δικαιολόγηση
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 119)
Περίληψη
1. Tο άρθρο 177 της Συνθήκης καθορίζει το πλαίσιο μιας στενής συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, η οποία βασίζεται στην κατανομή των καθηκόντων μεταξύ τους. Στο πλαίσιο αυτό, αποκλειστικώς αρμόδια να εκτιμούν * εν όψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως *, πρώτον, αν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως τούς είναι αναγκαία για να μπορέσουν να εκδώσουν τη δική τους απόφαση και, δεύτερον, αν τα ερωτήματα που υποβάλλουν στο Δικαστήριο ασκούν επιρροή στην έκβαση της εκκρεμούς ενώπιόν τους διαφοράς είναι τα εθνικά δικαστήρια, τα οποία έχουν επιληφθεί της διαφοράς και φέρουν την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που θα εκδώσουν.
Επομένως, αφού το Δικαστήριο έχει επιληφθεί αιτήσεως προς ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου η οποία προφανώς δεν είναι άσχετη προς την πραγματικότητα ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, οφείλει να αποφανθεί επ' αυτής χωρίς το ίδιο να θέτει ζήτημα ισχύος της προϋποθέσεως, που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να επαληθεύσει, εν συνεχεία, αν τούτο παρίσταται αναγκαίο.
2. Tο βάρος αποδείξεως ότι υπάρχει δυσμενής διάκριση λόγω φύλου ως προς τις αμοιβές που φέρει ο εργαζόμενος ο οποίος, επειδή θεωρεί ότι υφίσταται τέτοια διάκριση, ενάγει τον εργοδότη του προκειμένου να επιτύχει την εξάλειψη της διακρίσεως αυτής, μπορεί να αντιστραφεί όταν αυτό είναι αναγκαίο για να μη στερηθούν οι εργαζόμενοι, που υφίστανται εκ πρώτης όψεως δυσμενή διάκριση, κάθε αποτελεσματικό μέσο για να επιτύχουν την τήρηση της αρχής της ισότητας των αμοιβών.
Όταν από έγκυρες στατιστικές προκύπτει ότι υφίσταται αισθητή διαφορά στις αμοιβές που καταβάλλονται για δύο θέσεις εργασίας ίσης αξίας, η μία από τις οποίες καταλαμβάνεται σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες και η άλλη κυρίως από άνδρες, το άρθρο 119 της Συνθήκης επιβάλλει στον εργοδότη να δικαιολογεί τη διαφορά αυτή βάσει παραγόντων αντικειμενικών και ξένων προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου.
3. Το γεγονός ότι ο προσδιορισμός των συναφών αμοιβών δύο θέσεων εργασίας ίσης αξίας, η μία από τις οποίες καταλαμβάνεται σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες και η άλλη κυρίως από άνδρες, είναι απόρροια συλλογικών διαπραγματεύσεων οι οποίες διεξήχθησαν χωριστά για κάθε μία από τις δύο ενδιαφερόμενες επαγγελματικές κατηγορίες και οι οποίες δεν είχαν ως αποτέλεσμα δυσμενείς διακρίσεις εντός κάθε μιας από τις δύο αυτές κατηγορίες δεν εμποδίζει τη διαπίστωση της εμφανούς διακρίσεως, εφόσον από τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξαν οι διαπραγματεύσεις αυτές προκύπτει διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ δύο κατηγοριών που εξαρτώνται από τον ίδιο εργοδότη και το ίδιο επαγγελματικό σωματείο, η οποία διαπίστωση επιβάλλει στον εργοδότη να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης.
Πράγματι, αν προς δικαιολόγηση της διαφοράς αμοιβών αρκούσε η επίκληση του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν διακρίσεις στο πλαίσιο κάθε μιας από τις διαπραγματεύσεις αυτές λαμβανόμενες χωριστά, ο εργοδότης θα μπορούσε ευχερώς να καταστρατηγήσει την αρχή της ισότητας των αμοιβών με τη διεξαγωγή χωριστών διαπραγματεύσεων.
4. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά, να προσδιορίσει, εφαρμόζοντας * αν τούτο παρίσταται αναγκαίο * την αρχή της αναλογικότητας, αν και σε ποιο βαθμό η σπανιότητα των υποψηφίων για μια θέση εργασίας και η ανάγκη προσελκύσεώς τους με την προσφορά υψηλότερων μισθών συνιστά οικονομικής φύσεως λόγο που δικαιολογεί αντικειμενικά τη διαφορά αμοιβής μεταξύ δύο θέσεων εργασίας ίσης αξίας, η μία από τις οποίες καταλαμβάνεται σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες και η άλλη κυρίως από άνδρες.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-127/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Court of Appeal of England and Wales προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Dr Pamela Mary Enderby
και
Frenchay Health Authority,
Secretary of State for Health,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης, που καθιερώνει την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, και D. A. O. Edward, προέδρους τμήματος, R. Joliet, F. A. Schockweiler, F. Grevisse, M. Zuleeg και J. L. Murray, δικαστές
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Dr Enderby, εκκαλούσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τους Anthony Lester, QC, και David Pannick, QC,
* το Frenchay Health Authority (FHA), πρώτο εφεσίβλητο της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενο από τους Bevan Ashford, solicitors, Eldred Tabachnik, QC, και Adrian Lynch, barrister,
* η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη Sue Cochrane, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενη από τον Patrick Elias, QC, και την Eleanor Sharpston, barrister,
* η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους Ernst Roeder και Claus-Dieter Quassowski, αντιστοίχως Ministerialrat και Regierungsdirektor στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Karen Banks, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Dr Enderby, του FHA, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γερμανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουλίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 30ής Οκτωβρίου 1991, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Απριλίου 1992, το Court of Appeal of England and Wales υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης, που καθιερώνει την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Dr Pamela Enderby και, αφετέρου, του Frenchay Health Authority (στο εξής: FHA) και του Secretary of State for Health, σχετικά με τη διαφορά αμοιβής μεταξύ δύο λειτουργημάτων που ασκούνται εντός του National Ηealth Service (στο εξής: NHS).
3 Η εκκαλούσα της κύριας δίκης, η οποία εργάζεται ως ειδικός ορθοφωνίας στο FHA, θεωρεί ότι είναι θύμα δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου όσον αφορά την αμοιβή της, διάκριση που οφείλεται στο ότι, στο δικό της επίπεδο ευθύνης εντός της NHS (Chief III), οι ασκούντες το επάγγελμά της, το οποίο ασκείται κυρίως από γυναίκες, λαμβάνουν αισθητά χαμηλότερες αποδοχές από ό,τι οι ασκούντες παρόμοια επαγγέλματα στα οποία, στο ίδιο στάδιο της επαγγελματικής σταδιοδρομίας, οι άνδρες είναι περισσότεροι από τις γυναίκες. Το 1986 η Dr Enderby ενήγαγε τον εργοδότη της ενώπιον του Industrial Tribunal, ισχυριζόμενη ότι οι ετήσιες αποδοχές της ήταν μόνο 10 106 λίρες στερλίνες (UK ), ενώ οι ετήσιες αποδοχές ενός κλινικού ψυχολόγου και ενός φαρμακοποιού βαθμού Principal III, θέσεις εργασίας ίσης αξίας προς τη δική της, ανέρχονταν σε 12 527 UK και 14 106 UK αντιστοίχως.
4 Το αίτημα της Dr Enderby απορρίφθηκε αρχικά από το Industrial Tribunal και εν συνεχεία από το Employment Appeal Tribunal. Το πρώτο δικαστήριο έκρινε ότι οι διαφορές ως προς τις αποδοχές οφείλονταν στις δομές που χαρακτήριζαν κάθε επάγγελμα και, κυρίως, στη διοργάνωση χωριστών συλλογικών διαπραγματεύσεων οι οποίες δεν είχαν χαρακτήρα δυσμενούς διακρίσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε επίσης ότι οι διαφορές αυτές δεν εξηγούνταν από παράγοντα εισάγοντα διακρίσεις. Εξάλλου, έκρινε ότι είχε αποδειχθεί ότι η κατάσταση της αγοράς εργασίας συνέβαλε σε ορισμένο βαθμό στη διαφορά αποδοχών μεταξύ των ειδικών ορθοφωνίας και των φαρμακοποιών, αυτό δε αρκούσε για να δικαιολογήσει το σύνολο της διαπιστωθείσας διαφοράς μεταξύ των δύο αυτών επαγγελμάτων.
5 Το Court of Appeal, επιληφθέν εν συνεχεία και θεωρώντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Στη διάταξή του και, ειδικότερα, προς έκθεση των περιστατικών, το αιτούν δικαστήριο αποκαλεί "θέση Α" τη θέση του ειδικού ορθοφωνίας και "θέση Β" τη θέση του φαρμακοποιού, υποθέτοντας, για τους σκοπούς της προκειμένης υποθέσεως, ότι οι δύο αυτές διαφορετικές θέσεις είναι ίσης αξίας. Εν συνεχεία υποβάλλει τα εξής ερωτήματα:
"1) Υποχρεώνει τον εργοδότη η θεσπιζόμενη στο άρθρο 119 της Συνθήκης της Ρώμης αρχή περί ισότητας των αμοιβών να δικαιολογεί αντικειμενικά τη διαφορά των αποδοχών μεταξύ της εργασίας Α και της εργασίας Β;
2) Αν η απάντηση στο ερώτημα 1 είναι καταφατική, αποτελεί για τον εργοδότη επαρκή δικαιολογία, όσον αφορά τη διαφορά των αποδοχών, το γεγονός ότι οι αποδοχές για τις εργασίες Α και Β καθορίστηκαν, αντίστοιχα, με διαφορετικές συλλογικές διαπραγματεύσεις, οι οποίες, εξεταζόμενες χωριστά, δεν εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των δύο φύλων και δεν θέτουν σε μειονεκτική θέση τις γυναίκες λόγω του φύλου τους;
3) Αν ο εργοδότης μπορεί να αποδείξει ότι ενίοτε υπάρχει σοβαρή έλλειψη ικανών υποψηφίων για την εργασία Β και ότι καταβάλλει υψηλότερη αμοιβή στους επιτελούντες την εργασία αυτή για να τους προσελκύσει στην εργασία Β, παράλληλα δε αποδεικνύεται ότι μόνο ένα μέρος της διαφοράς των αποδοχών μεταξύ των εργασιών Α και Β οφείλεται στην ανάγκη προσελκύσεως ικανών υποψηφίων στην εργασία Β,
α) δικαιολογείται αντικειμενικά το σύνολο της διαφοράς μεταξύ των αποδοχών ή
β) δικαιολογείται αντικειμενικά μόνο το μέρος της διαφοράς το οποίο οφείλεται στην ανάγκη προσελκύσεως ικανών υποψηφίων στην εργασία Β ή
γ) πρέπει ο εργοδότης να εξισώσει τις αποδοχές για τις εργασίες Α και Β λόγω του ότι απέτυχε να δικαιολογήσει αντικειμενικά το σύνολο της διαφοράς;"
6 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικά τα περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
7 Με το πρώτο ερώτημα το Court of Appeal ζητεί να πληροφορηθεί αν η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών επιβάλλει στον εργοδότη να αποδείξει, με αντικειμενική δικαιολόγηση, ότι η διαφορά αποδοχών μεταξύ δύο θέσεων εργασίας που θεωρούνται ίσης αξίας, η μία από τις οποίες καταλαμβάνεται αποκλειστικά σχεδόν από γυναίκες και η άλλη κυρίως από άνδρες, δεν συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.
Επί της λυσιτελείας του ερωτήματος
8 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί ν' αποφανθεί επί του υποβληθέντος ερωτήματος χωρίς να προσδιορίσει προηγουμένως αν οι θέσεις για τις οποίες γίνεται λόγος είναι ισότιμες. Κατ' αυτήν, επειδή οι θέσεις του ειδικού ορθοφωνίας και του φαρμακοποιού δε συγκρίνονται, δεν μπορεί να υπάρχει παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης και, επομένως, δεν πρέπει να δικαιολογούνται αντικειμενικά οι διαφορές αποδοχών.
9 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
10 Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 177 της Συνθήκης καθορίζει το πλαίσιο μιας στενής συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, η οποία βασίζεται στην κατανομή των καθηκόντων μεταξύ τους. Στο πλαίσιο αυτό, αποκλειστικώς αρμόδια να εκτιμούν * εν όψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως *, πρώτον, αν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως τούς είναι αναγκαία για να μπορέσουν να εκδόσουν τη δική τους απόφαση και, δεύτερον, αν τα ερωτήματα που υποβάλλουν στο Δικαστήριο ασκούν επιρροή στην έκβαση της εκκρεμούς ενώπιόν τους διαφοράς είναι τα εθνικά δικαστήρια, τα οποία έχουν επιληφθεί της διαφοράς και φέρουν την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που θα εκδώσουν (βλ., κυρίως, απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-67/91, Asociacion Espanola de Banca Privada, Συλλογή 1992, σ. Ι-4785, σκέψη 25). Κατά συνέπεια, εφόσον η αίτηση του εθνικού δικαστή αφορά την ερμηνεία διατάξεως κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται να αποφανθεί επ' αυτής, εκτός αν καλείται να αποφανθεί επί γενικού ζητήματος που είναι καθαρά υποθετικής φύσεως χωρίς να διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να δώσει μια χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν (βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-83/91, Meilicke, Συλλογή 1992, σ. Ι-4871).
11 Εν προκειμένω, όπως και τα δικαστήρια που είχαν επιληφθεί προηγουμένως της διαφοράς, το Court of Appeal αποφάσισε, σύμφωνα με τη βρετανική νομοθεσία και κατόπιν συναινέσεως των διαδίκων, να εξετάσει το ζήτημα κατά πόσο δικαιολογείται αντικειμενικά η διαφορά αμοιβών πριν από το ζήτημα αν οι θέσεις εργασίας για τις οποίες γίνεται λόγος είναι ισοδύναμες, ζήτημα για το οποίο ενδέχεται να χρειάζονται περισσότερο περίπλοκες έρευνες. Γι' αυτόν τον λόγο τα προδικαστικά ερωτήματα υποβλήθηκαν υπό την προϋπόθεση ότι αυτές οι θέσεις εργασίας είναι ίσης αξίας.
12 Επομένως, αφού το Δικαστήριο έχει επιληφθεί αιτήσεως προς ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου η οποία προφανώς δεν είναι άσχετη προς την πραγματικότητα ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, οφείλει να αποφανθεί επ' αυτής χωρίς το ίδιο να θέτει ζήτημα ισχύος της προϋποθέσεως, που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να επαληθεύσει, εν συνεχεία, αν τούτο παρίσταται αναγκαίο.
Επί του υποβληθέντος ερωτήματος
13 Εναπόκειται κατά κανόνα στο πρόσωπο που επικαλείται περιστατικά προς στήριξη αιτήματός του να αποδείξει το βάσιμο των περιστατικών αυτών. Κατά συνέπεια, το βάρος αποδείξεως ότι υπάρχει δυσμενής διάκριση λόγω φύλου ως προς τις αμοιβές φέρει ο εργαζόμενος ο οποίος, επειδή θεωρεί ότι υφίσταται τέτοια διάκριση, ενάγει τον εργοδότη του προκειμένου να επιτύχει την εξάλειψη της διακρίσεως αυτής.
14 Όπως όμως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το βάρος της αποδείξεως μπορεί να αντιστραφεί όταν αυτό είναι αναγκαίο για να μη στερηθούν οι εργαζόμενοι που υφίστανται εκ πρώτης όψεως δυσμενή διάκριση κάθε αποτελεσματικό μέσο για να επιτύχουν την τήρηση της αρχής της ισότητας των αμοιβών. Έτσι, όταν ένα μέτρο το οποίο διακρίνει τους υπαλλήλους ανάλογα με το ωράριο εργασίας τους πλήττει στην πράξη δυσμενώς πολύ περισσότερα πρόσωπα του ενός ή του άλλου φύλου, το μέτρο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως αντίθετο προς τον στόχο που επιδιώκεται με το άρθρο 119 της Συνθήκης, εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι το μέτρο αυτό δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο (απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka, Συλλογή 1986, σ. 1607, σκέψη 31 απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska, Συλλογή 1990, σ. Ι-2591, σκέψη 16 απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-184/89, Nimz, Συλλογή 1991, σ. Ι-297, σκέψη 15). Επίσης, όταν μια επιχείρηση εφαρμόζει σύστημα μισθοδοσίας χαρακτηριζόμενο από παντελή έλλειψη διαφάνειας, ο εργοδότης φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι η μισθολογική του πρακτική δεν συνεπάγεται διακρίσεις, εφόσον η εργαζόμενη γυναίκα αποδεικνύει ότι, όσον αφορά ένα σχετικά σημαντικό αριθμό μισθωτών, η μέση αμοιβή των εργαζομένων γυναικών είναι κατώτερη από εκείνη των εργαζομένων ανδρών (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1989, 109/88, Danfoss, Συλλογή 1989, σ. 3199, σκέψη 16).
15 Εν προκειμένω, όπως παρατηρούν το FHA και η Βρετανική Κυβέρνηση, η κατάσταση δεν είναι ακριβώς η ίδια όπως στις περιπτώσεις που υπήρξαν αντικείμενο της προαναφερθείσας νομολογίας. Αφενός, δεν πρόκειται για δυσμενή διάκριση στην πράξη η οποία απορρέει από ειδικές διατάξεις όπως εκείνες που μπορεί να έχουν εφαρμογή, για παράδειγμα, στους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο. Αφετέρου, δεν μπορεί να προσάπτεται στον εργοδότη ότι εφαρμόζει σύστημα μισθοδοσίας χαρακτηριζόμενο από πλήρη έλλειψη διαφάνειας καθόσον ο καθορισμός των αποδοχών των ειδικών ορθοφωνίας και των φαρμακοποιών της NHS είναι αποτέλεσμα τακτικών συλλογικών διαπραγματεύσεων και από τις οποίες δεν φαίνεται να προκύπτουν μέτρα δυσμενούς διακρίσεως όσον αφορά κάθε ένα από τα δύο αυτά επαγγέλματα.
16 Στην πράξη, πάντως, αν η συναφής προς τις θέσεις ειδικών ορθοφωνίας αμοιβή είναι αισθητά χαμηλότερη από την καταβαλλόμενη για τις θέσεις φαρμακοποιών και αν οι πρώτες θέσεις καταλαμβάνονται σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες, ενώ οι δεύτερες καταλαμβάνονται κυρίως από άνδρες, μια τέτοια κατάσταση αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως δυσμενή διάκριση βασιζόμενη στο φύλο εφόσον, τουλάχιστον, οι εν λόγω δύο θέσεις εργασίας είναι ίσης αξίας και τα στατιστικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την κατάσταση αυτή είναι έγκυρα.
17 Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν μπορεί να λάβει υπόψη τα στατιστικά αυτά στοιχεία, δηλαδή αν καλύπτουν αρκετά μεγάλο αριθμό ατόμων, αν δεν εκφράζουν καθαρά τυχαία ή συγκυριακά φαινόμενα και αν, γενικότερα, είναι σημαντικά.
18 Σε κατάσταση εμφανούς διακρίσεως, ο εργοδότης οφείλει να αποδείξει ότι συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι για τη διαπιστωθείσα διαφορά αποδοχών. Πράγματι, οι εργαζόμενοι θα στερούνταν τη δυνατότητα να επιτύχουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων την τήρηση της αρχής της ισότητας των αμοιβών αν η προσκόμιση στοιχείων από τα οποία προκύπτει η ύπαρξη εμφανούς διακρίσεως δεν είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή στον εργοδότη του βάρους της αποδείξεως ότι η διαφορά των αμοιβών δε συνιστά στην πραγματικότητα δυσμενή διάκριση (βλ., κατ' αναλογία, προαναφερθείσα απόφαση Danfoss, σκέψη 13).
19 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, όταν από έγκυρες στατιστικές προκύπτει ότι υφίσταται αισθητή διαφορά στις αμοιβές που καταβάλλονται για δύο θέσεις εργασίας ίσης αξίας, η μία από τις οποίες καταλαμβάνεται σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες και η άλλη κυρίως από άνδρες, το άρθρο 119 της Συνθήκης επιβάλλει στον εργοδότη να δικαιολογεί τη διαφορά αυτή βάσει παραγόντων αντικειμενικών και ξένων προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
20 Με το δεύτερο ερώτημα το Court of Appeal ζητεί να πληροφορηθεί αν για τη δικαιολόγηση αυτής της διαφοράς αμοιβών αρκεί να επικαλεστεί ο εργοδότης το γεγονός ότι οι αντίστοιχες αμοιβές για τις εν λόγω θέσεις καθορίζονται με διαδικασίες συλλογικών διαπραγματεύσεων οι οποίες, μολονότι οι μετέχοντες στις διαπραγματεύσεις είναι οι ίδιοι, είναι χωριστές και, εξεταζόμενες χωριστά, δεν οδηγούν σε δυσμενείς διακρίσεις.
21 Όπως σαφώς προκύπτει από το άρθρο 4 της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42), οι συλλογικές συμβάσεις, όπως και οι νομοθετικές, οι κανονιστικές ή οι διοικητικές διατάξεις, πρέπει να τηρούν την αρχή που καθιερώνει το άρθρο 119 της Συνθήκης.
22 Το γεγονός ότι ο καθορισμός των επίμαχων αμοιβών είναι απόρροια συλλογικών διαπραγματεύσεων οι οποίες διεξήχθησαν χωριστά για κάθε μία από τις δύο ενδιαφερόμενες επαγγελματικές κατηγορίες και οι οποίες δεν είχαν ως αποτέλεσμα δυσμενείς διακρίσεις εντός κάθε μιας από τις δύο αυτές κατηγορίες δεν εμποδίζει τη διαπίστωση της εμφανούς διακρίσεως, εφόσον από τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξαν οι διαπραγματεύσεις αυτές προκύπτει διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ δύο κατηγοριών που εξαρτώνται από τον ίδιο εργοδότη και το ίδιο επαγγελματικό σωματείο. Αν, προς δικαιολόγηση της διαφοράς αμοιβών, αρκούσε η επίκληση του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν διακρίσεις στο πλαίσιο κάθε μιας από τις διαπραγματεύσεις αυτές λαμβανόμενες χωριστά, ο εργοδότης θα μπορούσε ευχερώς, όπως παρατηρεί η Γερμανική Κυβέρνηση, να καταστρατηγήσει την αρχή της ισότητας των αμοιβών με τη διεξαγωγή χωριστών διαπραγματεύσεων.
23 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, για την αντικειμενική δικαιολόγηση της διαφοράς των αμοιβών που καταβάλλονται για δύο θέσεις εργασίας ίσης αξίας, η μία από τις οποίες καταλαμβάνεται σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες και η άλλη κυρίως από άνδρες, δεν αρκεί η επίκληση του γεγονότος ότι οι αμοιβές που καταβάλλονται για τις δύο αυτές θέσεις εργασίας καθορίζονται με διαδικασίες συλλογικών διαπραγματεύσεων οι οποίες, μολονότι οι μετέχοντες στις διαδικασίες αυτές είναι οι ίδιοι, είναι χωριστές και κάθε μια από τις διαδικασίες αυτές, εξεταζόμενη χωριστά, δεν συνεπάγεται αφ' εαυτής δυσμενή διάκριση.
Επί του τρίτου ερωτήματος
24 Με το τρίτο ερώτημα, το Court of Appeal ζητεί να πληροφορηθεί αν το γεγονός ότι μέρος της διαφοράς αμοιβών εξηγείται πλήρως, εν μέρει ή ουδόλως από τη σπανιότητα των υποψηφίων για ορισμένη θέση εργασίας και από την ανάγκη προσελκύσεώς τους με την προσφορά υψηλότερων μισθών μπορεί να δικαιολογήσει αντικειμενικά αυτή τη διαφορά αμοιβών.
25 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο εθνικό δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, εναπόκειται να προσδιορίσει αν και σε ποιο βαθμό οι λόγοι τους οποίους προβάλλει ο εργοδότης * για να εξηγήσει γιατί ακολουθεί μισθολογική πρακτική που εφαρμόζεται μεν ανεξάρτητα από το φύλο του εργαζομένου, πλήττει όμως στην πράξη περισσότερες γυναίκες παρά άνδρες * μπορούν να θεωρηθούν ως οικονομικοί λόγοι που δικαιολογούνται αντικειμενικά (αποφάσεις Bilka, παρατεθείσα, σκέψη 36, και Nimz, παρατεθείσα, σκέψη 14). Μεταξύ των λόγων αυτών μπορεί να περιλαμβάνονται, σε συσχετισμό με τις ανάγκες και τους στόχους της επιχειρήσεως, διάφορα κριτήρια όπως η ευελιξία ή η ικανότητα προσαρμογής στα ωράρια και τους τόπους εργασίας, η επαγγελματική κατάρτιση ή ακόμη η αρχαιότητα του εργαζομένου (απόφαση Danfoss, παρατεθείσα, σκέψεις 22 έως 24).
26 Η κατάσταση της αγοράς εργασίας, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει τον εργοδότη να αυξήσει την αμοιβή που προσφέρει για ορισμένη εργασία, προκειμένου να προσελκύσει υποψηφίους, μπορεί να αποτελεί έναν από τους οικονομικούς λόγους οι οποίοι δικαιολογούνται αντικειμενικά, κατά την προαναφερθείσα νομολογία. Ο ακριβής προσδιορισμός του περιεχομένου ενός τέτοιου παράγοντα υπό τις περιστάσεις κάθε υποθέσεως επιβάλλει την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και, επομένως, εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου.
27 Αν, όπως φαίνεται να προκύπτει από το υποβληθέν ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο προσδιόρισε επακριβώς το τμήμα της μισθολογικής αυξήσεως που οφείλεται στην κατάσταση της αγοράς, πρέπει κατ' ανάγκη να γίνει δεκτό ότι η διαφορά αμοιβής δικαιολογείται αντικειμενικά κατά το τμήμα αυτό. Πράγματι, πρέπει να υπομνησθεί ότι η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλεται στις εθνικές αρχές όταν αυτές εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο.
28 Στην αντίθετη περίπτωση, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν ο σχετικός με την κατάσταση της αγοράς παράγοντας διαδραμάτισε αρκετά σημαντικό ρόλο στον προσδιορισμό του ύψους της αμοιβής ώστε να δικαιολογείται αντικειμενικά ένα μέρος ή το σύνολο της διαφοράς.
29 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει, εφαρμόζοντας * αν τούτο παρίσταται αναγκαίο * την αρχή της αναλογικότητας, αν και σε ποιο βαθμό η σπανιότητα των υποψηφίων για μια θέση εργασίας και η ανάγκη προσελκύσεώς τους με την προσφορά υψηλότερων μισθών αποτελούν οικονομικής φύσεως λόγο που δικαιολογεί αντικειμενικά τη διαφορά αμοιβών για τις εν λόγω θέσεις.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 30ής Οκτωβρίου 1991 το Court of Appeal of England and Wales, αποφαίνεται:
1) Όταν από έγκυρες στατιστικές προκύπτει ότι υφίσταται αισθητή διαφορά στις αμοιβές που καταβάλλονται για δύο θέσεις εργασίας ίσης αξίας, η μία από τις οποίες καταλαμβάνεται σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες και η άλλη κυρίως από άνδρες, το άρθρο 119 της Συνθήκης επιβάλλει στον εργοδότη να δικαιολογεί τη διαφορά αυτή βάσει παραγόντων αντικειμενικών και ξένων προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου.
2) Για την αντικειμενική δικαιολόγηση της διαφοράς των αμοιβών που καταβάλλονται για δύο θέσεις εργασίας ίσης αξίας, η μία από τις οποίες καταλαμβάνεται σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες και η άλλη κυρίως από άνδρες, δεν αρκεί η επίκληση του γεγονότος ότι οι αμοιβές που καταβάλλονται για τις δύο αυτές θέσεις εργασίας καθορίζονται με διαδικασίες συλλογικών διαπραγματεύσεων οι οποίες, μολονότι οι μετέχοντες στις διαδικασίες αυτές είναι οι ίδιοι, είναι χωριστές και κάθε μια από τις διαδικασίες αυτές, εξεταζόμενη χωριστά, δεν συνεπάγεται αφ' εαυτής δυσμενή διάκριση.
3) Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει, εφαρμόζοντας * αν τούτο παρίσταται αναγκαίο * την αρχή της αναλογικότητας, αν και σε ποιο βαθμό η σπανιότητα των υποψηφίων για μια θέση εργασίας και η ανάγκη προσελκύσεώς τους με την προσφορά υψηλότερων μισθών αποτελούν οικονομικής φύσεως λόγο που δικαιολογεί αντικειμενικά τη διαφορά αμοιβών για τις εν λόγω θέσεις.
Full & Egal Universal Law Academy