Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινωνική πολιτική * Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι * Ισότητα αμοιβών * Μεταβατική σύνταξη καταβαλλομένη από ιδιωτικό επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα * Υπολογισμός * Για την ηλικία από 60 έως 65 ετών, μικρότερο ποσό συντάξεως για τις γυναίκες καθόσον λαμβάνεται υπόψη ότι αυτές θεμελιώνουν δικαίωμα νόμιμης συντάξεως από την ηλικία των 60 ετών * Eπιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 119)
2. Κοινωνική πολιτική * Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι * Ισότητα αμοιβών * Μεταβατική σύνταξη καταβαλλομένη από ιδιωτικό επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα * Υπολογισμός * Συνυπολογισμός του ποσού τόσο της πλήρους νόμιμης συντάξεως, όσον αφορά τις γυναίκες που έχουν καταβάλει μειωμένες εισφορές και δικαιούνται μόνο μειωμένη ή καθόλου σύνταξη, όσο και της συντάξεως χηρείας που ισοδυναμεί προς νόμιμη σύνταξη * Επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 119)
Περίληψη
1. Το άρθρο 119 της Συνθήκης δεν απαγορεύει, κατά τον υπολογισμό του ύψους "μεταβατικής συντάξεως", καταβαλλομένης από τον εργοδότη στους (στις) μισθωτούς (ές) που έχουν λάβει πρόωρη σύνταξη για λόγους υγείας και προοριζομένης να αντισταθμίσει, κυρίως, την απώλεια εισοδήματος που οφείλεται στο ότι δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί η απαιτουμένη για την καταβολή της νόμιμης συντάξεως ηλικία, να λαμβάνεται υπόψη το ποσό της νόμιμης συντάξεως που θα καταβληθεί στο μέλλον και να μειώνεται αντιστοίχως το ποσό της μεταβατικής συντάξεως, καίτοι, για την ηλικία μεταξύ 60 και 65 ετών, αυτό έχει ως συνέπεια ότι στην πρώην μισθωτή καταβάλλεται μεταβατική σύνταξη μικρότερη από την καταβαλλόμενη στον άνδρα ομόλογό της, η δε διαφορά αυτή ισοδυναμεί προς το ποσό της νόμιμης συντάξεως την οποία δικαιούται η γυναίκα από την ηλικία των 60 ετών βάσει των περιόδων απασχολήσεως που έχει συμπληρώσει στον εν λόγω εργοδότη.
2. Το άρθρο 119 της Συνθήκης δεν απαγορεύει, για τον υπολογισμό της μεταβατικής συντάξεως, να λαμβάνεται υπόψη η πλήρης νόμιμη σύνταξη που θα καταβαλλόταν σε έγγαμη γυναίκα, εάν δεν είχε επιλέξει την καταβολή μειωμένων εισφορών ένεκα της οποίας δεν δικαιούται παρά μειωμένη σύνταξη ή καθόλου σύνταξη, καθώς και η σύνταξη χηρείας που ενδεχομένως λαμβάνει η ενδιαφερομένη και η οποία ισοδυναμεί με πλήρη νόμιμη σύνταξη.
Συγκεκριμένα, το να υποχρεωθεί μια επιχείρηση να αντισταθμίσει μια απώλεια νόμιμης συντάξεως που προκύπτει ευθέως από το ότι η ενδιαφερομένη επέλεξε το σύστημα των μειωμένων εισφορών θα ισοδυναμούσε με το να ευνοηθούν κατά τρόπο αδικαιολόγητο οι λαμβάνουσες πρόωρη σύνταξη έγγαμες γυναίκες, οι οποίες θέλησαν να υπαχθούν στο σύστημα αυτό, σε σχέση με τα πρόσωπα τα οποία δεν είχαν δυνατότητα επιλογής και τα οποία κατέβαλλαν ανέκαθεν πλήρεις εισφορές, ήτοι τους άνδρες και τις άγαμες γυναίκες, όπως και σε σχέση με τις έγγαμες γυναίκες οι οποίες δεν έκαναν χρήση της προσφερόμενης δυνατότητας. Oμοίως, θα ήταν άδικο να μη ληφθεί υπόψη η καταβολή συντάξεως χηρείας ισοδύναμης προς πλήρη νόμιμη σύνταξη, στο μέτρο που και αυτό θα είχε ως συνέπεια να δημιουργηθεί μια κατάσταση ανισότητας, λόγω του ότι θα ευνοείτο η γυναίκα δικαιούχος συντάξεως χηρείας σε σχέση με τους άνδρες και τις γυναίκες που δεν τελούν σε χηρεία και οι οποίοι δικαιούνται πλήρη νόμιμη σύνταξη, η οποία θα ελαμβάνετο υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της μεταβατικής συντάξεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-132/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση τoυ Court of Appeal of England and Wales προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Birds Eye Walls Ltd
και
Friedel M. Roberts,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, F. A. Schockweiler και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: Louterman-Hubeau, κυρία υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η F. M. Roberts, εκπροσωπουμένη από τον P. Elias, QC,
* η Birds Eye Walls Limited, εκπροσωπουμένη από τους J. Lever, QC, και A. Hillier, barrister,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από την K. Banks, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της F. M. Roberts, της Birds Eye Walls Limited, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από τον J. E. Collins του Τreasury Solicitor' s Department, επικουρούμενο από τον N. Paines, barrister, και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 1991, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Απριλίου 1992, το Court of Appeal of England and Wales υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης αυτής.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της F. M. Roberts και του πρώην εργοδότη της, Birds Eye Walls Limited (στο εξής: BEW), σχετικά με το ύψος της bridging pension (στο εξής: μεταβατική σύνταξη) η οποία καταβάλλεται στην F. M. Roberts από το επαγγελματικό σύστημα της Unilever στο οποίο ήταν ασφαλισμένη προτού λάβει στις 14 Αυγούστου 1987, ήτοι σε ηλικία 57 ετών και δύο μηνών, πρόωρη σύνταξη για λόγους υγείας.
3 Η εν λόγω μεταβατική σύνταξη, χρηματοδοτούμενη εξ ολοκλήρου από τον εργοδότη, συνιστά συμπληρωματική παροχή χορηγούμενη, χωρίς να έχουν καταβληθεί αντίστοιχες εισφορές, στους μισθωτούς οι οποίοι για λόγους υγείας αναγκάζονται να λάβουν πρόωρη σύνταξη πρoτού συμπληρώσουν τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως, ήτοι, στο Ηνωμένο Βασίλειο, την ηλικία των 60 ετών για τις γυναίκες και των 65 ετών για τους άνδρες.
4 Επομένως, η επίμαχη συμπληρωματική παροχή χορηγείται σε περίπτωση όπου ο μισθωτός, αφενός, δεν δικαιούται ακόμη νόμιμη σύνταξη και, αφετέρου, δικαιούται μόνον σύνταξη επιχειρήσεως σε ποσοστό μειωμένο ανάλογα με τον αριθμό των ετών που απομένουν μέχρι τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως.
5 Σκοπός της μεταβατικής συντάξεως είναι κατ' ουσίαν, αφενός, να θέσει τον μισθωτό στην οικονομική κατάσταση στην οποία θα τελούσε εάν λόγοι υγείας δεν τον είχαν υποχρεώσει να διακόψει τη δραστηριότητά του, καλύπτοντας τη διαφορά μεταξύ του ποσού το οποίο πράγματι λαμβάνει και του ποσού το οποίο θα ελάμβανε εάν είχε εργαστεί μέχρι τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως, και, αφετέρου, να εξισώσει τη συνολική οικονομική μεταχείριση ανδρών και γυναικών τελούντων στην αυτή κατάσταση.
6 Ο τρόπος υπολογισμού της μεταβατικής συντάξεως, βασιζόμενος σε διάφορα στοιχεία όπως ο τελευταίος μισθός, η θεωρητική αρχαιότητα μέχρι την ηλικία των 60 ή των 65 ετών και οι συντάξεις * νόμιμη και επιχειρήσεως * τις οποίες θα εδικαιούτο ο ενδιαφερόμενος, συνεπάγεται ότι το ποσό που καταβάλλεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο ποικίλλει ανάλογα με τις τροποποιήσεις που υπέστη η οικονομική του κατάσταση προϊόντος του χρόνου.
7 Συνεπώς, ειδικότερα, πριν από την ηλικία των 60 ετών, οπότε ούτε ο άνδρας ούτε η γυναίκα που λαμβάνουν πρόωρη σύνταξη δεν έχουν ακόμη συμπληρώσει την ηλικία που απαιτείται για την καταβολή της νόμιμης συντάξεως, η μεταβατική σύνταξη περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και για τον άνδρα και για τη γυναίκα, το ποσό που αντιστοιχεί στη νόμιμη σύνταξη ως προς το τμήμα που αναλογεί στις περιόδους απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν στον εργοδότη ο οποίος καταβάλλει τη μεταβατική σύνταξη. Αντιθέτως, μετά την ηλικία των 60 ετών, το ποσό της μεταβατικής συντάξεως της γυναίκας μειώνεται λόγω του ότι λαμβάνει τη νόμιμη σύνταξη, ενώ η μεταβατική σύνταξη του άνδρα δεν υφίσταται τέτοια μείωση παρά πέντε έτη αργότερα, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο και αυτός δικαιούται νόμιμη σύνταξη.
8 Πρέπει να τονιστεί ότι ο συνυπολογισμός της νόμιμης συντάξεως έχει έναν χαρακτήρα ιδεατό, υπό την έννοια ότι δεν λαμβάνει υπόψη το αν ο μισθωτός έχει ή όχι θεμελιώσει το σχετικό δικαίωμα ή αν έχει ή όχι ασκήσει συναφώς το δικαίωμά του αυτό.
9 Η F. M. Roberts βάλλει κατ' αυτού του τρόπου υπολογισμού ο οποίος έχει ως αποτέλεσμα, για την ηλικία μεταξύ 60 και 65 ετών, να καταβάλλεται στη γυναίκα μεταβατική σύνταξη μικρότερου ποσού από αυτή που καταβάλλεται στον άνδρα ο οποίος τελεί σε καθ' όλα συγκρίσιμη κατάσταση. Η F. M. Roberts υποστηρίζει ότι η μεταβατική σύνταξη συνιστά αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης και ότι, επομένως, μια τέτοια διαφορά αντίκειται στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή αρχή περί ίσης μεταχειρίσεως.
10 Ο ισχυρισμός αυτός της F. M. Roberts οδήγησε το Court of Appeal να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Αντίκειται προς το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ η εφαρμογή από εργοδότη συστήματος εθελοντικής επαγγελματικής συντάξεως που χρησιμοποιεί κοινή μέθοδο υπολογισμού για τους πρώην μισθωτούς, άνδρες και γυναίκες, βάσει της οποίας υπολογίζεται η ίδια συνολική σύνταξη (άθροισμα της επαγγελματικής συντάξεως και της συντάξεως του εθνικού συστήματος), κατόπιν αφαιρείται από το συνολικό αυτό ποσό η σύνταξη του εθνικού συστήματος για την οποία έχουν καταβληθεί εισφορές από τον εργοδότη και από τον πρώην μισθωτό κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργαζομένου στον εργοδότη αυτό, βάσει της οποίας θεμελιούται συνταξιοδοτικό δικαίωμα, και ο εργοδότης καταβάλλει απευθείας στους μισθωτούς αυτό το μειωμένο ποσό, με σκοπό την εξίσωση της συνολικής συντάξεως (όπως υπολογίζεται κατά την κοινή μέθοδο) των πρώην μισθωτών, ανδρών και γυναικών, οπότε, όσον αφορά την ηλικία από 60 έως 65 ετών, ο εργοδότης καταβάλλει μικρότερο ποσό στη γυναίκα απ' ό,τι στον άνδρα, διότι από τη σύνταξη των πρώην εργαζομένων γυναικών αφαιρείται ορισμένο ποσό καθόσον θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως από το εθνικό σύστημα από το 60ό έτος της ηλικίας τους, ενώ δεν αφαιρείται το αντίστοιχο ποσό από τη σύνταξη των ανδρών πρώην εργαζομένων, δεδομένου ότι αυτοί δεν θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως από το εθνικό σύστημα προ της συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας τους;
2) Επηρεάζεται η απάντηση στο ερώτημα 1 στην περίπτωση όπου η γυναίκα δεν δικαιούται σύνταξη από το εθνικό σύστημα, διότι ως έγγαμη έχει την ευχέρεια να καταβάλλει είτε πλήρεις εισφορές στο εθνικό σύστημα ασφαλίσεως, οπότε θα δικαιούται πλήρη σύνταξη από το εθνικό σύστημα ιδίω δικαιώματι, είτε μειωμένες εισφορές, οπότε δεν θα δικαιούται σύνταξη από το εθνικό σύστημα (ή θα εδικαιούτο μόνο μειωμένη σύνταξη), επιλέγει δε τη δεύτερη δυνατότητα;
3) Επηρεάζεται η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα στην περίπτωση όπου η εργαζόμενη γυναίκα, καίτοι δεν δικαιούται σύνταξη από το εθνικό σύστημα (ή δικαιούται μόνο μειωμένη σύνταξη), στην πραγματικότητα δικαιούται και λαμβάνει σύνταξη χηρείας από το εθνικό σύστημα ίση με πλήρη σύνταξη του εθνικού συστήματος;"
11 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κυρίας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
12 Δεν αμφισβητείται ότι η μεταβατική σύνταξη υπάγεται στην έννοια της αμοιβής, κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 119 της Συνθήκης, η οποία, όπως έχει διευκρινιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, περιλαμβάνει όλα τα οφέλη σε χρήμα ή σε είδος, τωρινά ή μελλοντικά, αρκεί να καταβάλλονται, έστω και εμμέσως, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του τελευταίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber, Συλλογή 1990, σ. 1889, σκέψη 12).
13 Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τη διαπίστωση ότι σε μια γυναίκα ηλικίας 60 έως 65 ετών, η οποία δικαιούται μεταβατική σύνταξη, καταβάλλεται από τον πρώην εργοδότη της, μέσω του επαγγελματικού συστήματος, ποσό κατώτερο από αυτό που καταβάλλεται σε άνδρα της ίδιας ηλικίας ο οποίος τελεί στην ίδια κατάσταση, η δε διαφορά αυτή αντιστοιχεί στο τμήμα του ποσού της νόμιμης συντάξεως η οποία της καταβάλλεται από την ηλικία των 60 ετών και η οποία αντιστοιχεί στις περιόδους απασχολήσεως που συμπλήρωσε στον εν λόγω εργοδότη.
14 Κατά την F. M. Roberts, η εν λόγω διαφορά μεταχειρίσεως συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, απαγορευόμενη από το άρθρο 119 της Συνθήκης και, επομένως, κατ' ουδένα τρόπο δυναμένη να δικαιολογηθεί.
15 Ωστόσο, η Επιτροπή, μολονότι συμμερίζεται την άποψη της F. M. Roberts όσον αφορά την ύπαρξη άμεσης δυσμενούς διακρίσεως, θεωρεί ότι δεν πρέπει να αποκλείεται παρά τούτο κάθε δικαιολόγηση, δεδομένου ότι η ίδια η έννοια της δυσμενούς διακρίσεως, είτε είναι άμεση είτε έμμεση, σημαίνει ακριβώς μια διαφορά μεταχειρίσεως η οποία δεν είναι δικαιολογημένη. Εν προκειμένω όμως η Επιτροπή έχει την άποψη ότι υφίσταται δικαιολογία συνισταμένη στο ότι η BEW προσπαθεί να εισαγάγει μια πραγματική ισότητα μεταξύ των φύλων, αντισταθμίζοντας μια ανισότητα η οποία προκύπτει από τη διαφορά των ηλικιών συνταξιοδοτήσεως, σ' ένα συγκεκριμένο πλαίσιο όπου η διαφορά αυτή θα προξενούσε σοβαρή ζημία. Η Επιτροπή αναφέρει ειδικότερα την κατάσταση μισθωτού ο οποίος υποχρεούται να λάβει πρόωρη σύνταξη για λόγους υγείας και ο οποίος δεν δικαιούται, αντίθετα προς τη γυναίκα ομόλογό του, νόμιμη σύνταξη πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας των 65 ετών.
16 Η BEW αντικρούει τον ισχυρισμό ότι η ενέργειά της ενείχε άμεση ή έμμεση δυσμενή διάκριση έναντι της F. M. Roberts, εφόσον, κατά τη γνώμη της, η επίδικη διαφορά μεταχειρίσεως δεν οφείλεται παρά σ' ένα αντικειμενικό και εκφεύγοντα του ελέγχου της παράγοντα, ήτοι στην καταβολή της νόμιμης συντάξεως σε δεδομένη ηλικία.
17 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 119 της Συνθήκης αρχή της ισότητας μεταχειρίσεως, όπως και η γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων της οποίας αποτελεί ειδική έκφανση, προϋποθέτει ότι οι άνδρες και οι γυναίκες εργαζόμενοι που απολαύουν της αρχής αυτής τελούν σε πανομοιότυπες καταστάσεις.
18 Αυτό ωστόσο δεν φαίνεται να ισχύει στην περίπτωση όπου η διαφορετική αμοιβή που ένας εργοδότης καταβάλλει σε όσους από τους μισθωτούς του αναγκάζονται να λάβουν πρόωρη σύνταξη για λόγους υγείας έχει το νόημα συμπληρώματος των οικονομικών πόρων του (της) ενδιαφερομένου (-ης).
19 Συγκεκριμένα, από τον μηχανισμό της μεταβατικής συντάξεως προκύπτει σαφώς ότι ο υπολογισμός του ποσού της δεν είναι σταθερός σε δεδομένη στιγμή, αλλά υφίσταται αναγκαστικά αλλαγές λόγω των τροποποιήσεων της οικονομικής καταστάσεως του (της) ενδιαφερομένου (-ης) προϊόντος του χρόνου.
20 Συνεπώς, ναι μεν σε ηλικία μικρότερη των 60 ετών η οικονομική κατάσταση μιας γυναίκας λαμβάνουσας πρόωρη σύνταξη για λόγους υγείας είναι συγκρίσιμη με αυτή ενός άνδρα τελούντος στην ίδια κατάσταση, δεδομένου ότι κανείς από τους δύο δεν δικαιούται ακόμη νόμιμη σύνταξη, αυτό όμως δεν ισχύει για την ηλικία μεταξύ 60 και 65 ετών, εφόσον στη γυναίκα, αντίθετα απ' ό,τι στον άνδρα, αρχίζει τότε η καταβολή μιας τέτοιας συντάξεως. Η διαφορά αυτή, όσον αφορά τη βασική αντικειμενική κατάσταση, έχει ως αναγκαία συνέπεια ότι το ύψος της μεταβατικής συντάξεως δεν είναι το ίδιο για τον άνδρα και τη γυναίκα, χωρίς όμως αυτό να μπορεί να θεωρηθεί ότι ενέχει δυσμενή διάκριση.
21 Επιπλέον, ενόψει του σκοπού της μεταβατικής συντάξεως, η διατήρηση του ποσού της για τη γυναίκα στο προ της ενάρξεως της καταβολής της νόμιμης συντάξεως επίπεδο θα δημιουργούσε ανισότητα μεταχειρίσεως εις βάρος του άνδρα στον οποίο δεν καταβάλλεται η νόμιμη σύνταξη παρά στην ηλικία των 65 ετών.
22 Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι από την ηλικία των 65 ετών οι άνδρες υφίστανται με τη σειρά τους μείωση της μεταβατικής συντάξεως μέχρι του ποσού της νόμιμης συντάξεως την οποία δικαιούνται. Δεδομένου ότι οι περίοδοι απασχολήσεως των ανδρών στον εργοδότη ο οποίος καταβάλλει τη μεταβατική σύνταξη είναι μακρότερες από τις αντίστοιχες των γυναικών, αυτοί λαμβάνουν νόμιμη σύνταξη, βάσει των περιόδων αυτών, υψηλότερη εκείνης που λαμβάνουν οι γυναίκες ομόλογοί τους και, συνεπώς, ποσό μεταβατικής συντάξεως μικρότερο του ποσού που καταβάλλεται στις γυναίκες.
23 Επομένως, διαπιστώνεται ότι ο μηχανισμός της μεταβατικής συντάξεως είναι ουδέτερος, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει την απουσία οποιουδήποτε στοιχείου ενέχοντος δυσμενείς διακρίσεις.
24 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης δεν απαγορεύει, κατά τον υπολογισμό του ύψους "μεταβατικής συντάξεως", καταβαλλομένης από τον εργοδότη στους (στις) μισθωτούς (-ές) που έχουν λάβει πρόωρη σύνταξη για λόγους υγείας και προοριζομένης να αντισταθμίσει, κυρίως, την απώλεια εισοδήματος που οφείλεται στο ότι δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί η απαιτουμένη για την καταβολή της νόμιμης συντάξεως ηλικία, να λαμβάνεται υπόψη το ποσό της νόμιμης συντάξεως που θα καταβληθεί στο μέλλον και να μειώνεται αντιστοίχως το ποσό της μεταβατικής συντάξεως, καίτοι για την ηλικία μεταξύ 60 και 65 ετών, αυτό έχει ως συνέπεια ότι στην πρώην μισθωτή καταβάλλεται μεταβατική σύνταξη μικρότερη από την καταβαλλόμενη στον άνδρα ομόλογό της, η δε διαφορά αυτή ισοδυναμεί προς το ποσό της νόμιμης συντάξεως την οποία δικαιούται η γυναίκα από την ηλικία των 60 ετών βάσει των περιόδων απασχολήσεως που έχει συμπληρώσει στον εν λόγω εργοδότη.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
25 Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πηγάζει από τον υπομνησθέντα ανωτέρω (σκέψη 8) ιδεατό χαρακτήρα του συνυπολογισμού της νόμιμης συντάξεως κατά τον υπολογισμό της μεταβατικής συντάξεως. Εδώ περιλαμβάνονται οι περιπτώσεις των εργαζομένων γυναικών οι οποίες, ως έγγαμες, επέλεξαν την παρεχομένη από τη βρετανική νομοθεσία δυνατότητα καταβολής μειωμένων συνταξιοδοτικών εισφορών, πράγμα το οποίο τους παρέχει το δικαίωμα να λαμβάνουν μόνον μειωμένη νόμιμη σύνταξη, ή και καθόλου σύνταξη, όπως στην περίπτωση της F. M. Roberts.
26 Ωστόσο, στην F. M. Roberts καταβάλλεται σύνταξη χηρείας της οποίας το ποσό αντιστοιχεί στο ποσό πλήρους συντάξεως. Στο γεγονός αυτό οφείλεται το τρίτο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την επιρροή που μια τέτοια πραγματική κατάσταση μπορεί να ασκήσει επί των απαντήσεων στα προηγούμενα ερωτήματα.
27 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η δυνατότητα καταβολής μικρότερων εισφορών για τη νόμιμη σύνταξή τους είναι της ελεύθερης επιλογής των εγγάμων γυναικών οι οποίες αντλούν από αυτή ορισμένο χρηματικό όφελος.
28 Δεν θα ήταν λογικό να μη ληφθεί υπόψη η περίσταση αυτή και να υπολογιστεί η μεταβατική σύνταξη συναρτήσει της νόμιμης συντάξεως που καταβάλλεται πράγματι στην ενδιαφερομένη.
29 Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 21 των προτάσεών του, το να υποχρεωθεί μια επιχείρηση να αντισταθμίσει μια απώλεια νόμιμης συντάξεως που προκύπτει ευθέως από το ότι η ενδιαφερομένη επέλεξε το σύστημα των μειωμένων εισφορών θα ισοδυναμούσε με το να ευνοηθούν αδικαιολόγητα οι λαμβάνουσες πρόωρη σύνταξη έγγαμες γυναίκες, οι οποίες θέλησαν να υπαχθούν στο σύστημα αυτό, σε σχέση με τα πρόσωπα τα οποία δεν είχαν δυνατότητα επιλογής και τα οποία κατέβαλλαν ανέκαθεν πλήρεις εισφορές, ήτοι τους άνδρες και τις άγαμες γυναίκες, όπως και σε σχέση με τις έγγαμες γυναίκες οι οποίες δεν έκαναν χρήση της παρεχομένης δυνατότητας.
30 Επομένως, το άρθρο 119 δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να δημιουργεί εκ των πραγμάτων μια κατάσταση ανισότητας στην οποία ορισμένα πρόσωπα θα ευνοούνταν διπλά από τη σώρευση του ευεργήματος της καταβολής μειωμένων εισφορών και του ευεργετήματος της λήψεως μεταβατικής συντάξεως αντισταθμίζουσας την αντίστοιχη μείωση της νόμιμης συντάξεως, σε σχέση με άλλα πρόσωπα τελούντα από πάσης απόψεως σε συγκρίσιμη κατάσταση.
31 Η ίδια συλλογιστική ισχύει a fortiori για τις περιπτώσεις όπου καταβάλλεται αντί της νόμιμης συντάξεως σύνταξη χηρείας ποσού ίσου προς το ποσό πλήρους νόμιμης συντάξεως. Συγκεκριμένα, εν όψει του σκοπού της μεταβατικής συντάξεως, όπως καθορίστηκε ανωτέρω στη σκέψη 5, θα ήταν άδικο να μη ληφθεί υπόψη η καταβολή συντάξεως χηρείας ισοδύναμης προς πλήρη νόμιμη σύνταξη, στο μέτρο που και αυτό θα είχε ως συνέπεια να δημιουργηθεί μια κατάσταση ανισότητας, λόγω του ότι θα ευνοείτο η γυναίκα δικαιούχος συντάξεως χηρείας σε σχέση με τους άνδρες και τις γυναίκες που δεν τελούν σε χηρεία και οι οποίοι δικαιούνται πλήρη νόμιμη σύνταξη, η οποία θα ελαμβάνετο υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της μεταβατικής συντάξεως.
32 Επομένως, στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης δεν απαγορεύει, για τον υπολογισμό της μεταβατικής συντάξεως, να λαμβάνεται υπόψη η πλήρης νόμιμη σύνταξη που θα καταβαλλόταν σε έγγαμη γυναίκα, εάν δεν είχε επιλέξει την καταβολή μειωμένων εισφορών ένεκα της οποίας δεν δικαιούται παρά μειωμένη σύνταξη ή καθόλου σύνταξη, καθώς και η σύνταξη χηρείας που ενδεχομένως λαμβάνει η ενδιαφερομένη και η οποία ισοδυναμεί με πλήρη νόμιμη σύνταξη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
33 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 1991 το Court of Appeal of England and Wales, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 119 της Συνθήκης δεν απαγορεύει, κατά τον υπολογισμό του ύψους "μεταβατικής συντάξεως", καταβαλλομένης από τον εργοδότη στους (στις) μισθωτούς (-ές) που έχουν λάβει πρόωρη σύνταξη για λόγους υγείας και προοριζομένης να αντισταθμίσει, κυρίως, την απώλεια εισοδήματος που οφείλεται στο ότι δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί η απαιτουμένη για την καταβολή της νόμιμης συντάξεως ηλικία, να λαμβάνεται υπόψη το ποσό της νόμιμης συντάξεως που θα καταβληθεί στο μέλλον και να μειώνεται αντιστοίχως το ποσό της μεταβατικής συντάξεως, καίτοι, για την ηλικία μεταξύ 60 και 65 ετών, αυτό έχει ως συνέπεια ότι στην πρώην μισθωτή καταβάλλεται μεταβατική σύνταξη μικρότερη από την καταβαλλόμενη στον άνδρα ομόλογό της, η δε διαφορά αυτή ισοδυναμεί προς το ποσό της νόμιμης συντάξεως την οποία δικαιούται η γυναίκα από την ηλικία των 60 ετών βάσει των περιόδων απασχολήσεως που έχει συμπληρώσει στον εν λόγω εργοδότη.
2) Το άρθρο 119 της Συνθήκης δεν απαγορεύει, για τον υπολογισμό της μεταβατικής συντάξεως, να λαμβάνεται υπόψη η πλήρης νόμιμη σύνταξη που θα καταβαλλόταν σε έγγαμη γυναίκα, εάν δεν είχε επιλέξει την καταβολή μειωμένων εισφορών ένεκα της οποίας δεν δικαιούται παρά μειωμένη σύνταξη ή καθόλου σύνταξη, καθώς και η σύνταξη χηρείας που ενδεχομένως λαμβάνει η ενδιαφερομένη και η οποία ισοδυναμεί με πλήρη νόμιμη σύνταξη.
Full & Egal Universal Law Academy