Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή ακυρώσεως * Φυσικά ή νομικά πρόσωπα * Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά * Επιστολή της Επιτροπής που πληροφορεί τρίτο κράτος, στο πλαίσιο συμφωνίας περί αλιείας, για την απόφαση επιβολής κυρώσεως εις βάρος πλοίου φέροντος τη σημαία του * Προσφυγή του κυρίου του πλοίου εις βάρος του οποίου επιβλήθηκε η κύρωση * Παραδεκτό
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 173, εδ. 2 κανονισμός του Συμβουλίου 3929/90, άρθρο 3 PAR PAR 7 και 8)
2. Κοινοτικό δίκαιο * Αρχές * Δικαιώματα υπερασπίσεως * Κύρωση επιβληθείσα σε κύριο πλοίου τρίτου κράτους στο πλαίσιο συμφωνίας περί αλιείας * Παράλειψη της Επιτροπής να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να υποβάλει αποτελεσματικώς τις παρατηρήσεις του * 'Ελλειψη νομιμότητας
Περίληψη
1. Επιστολή, την οποία η Επιτροπή απηύθυνε στις σουηδικές αρχές προκειμένου να τις πληροφορήσει για μια κύρωση που, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας και της εξουσίας εκτιμήσεως που της απονέμει το άρθρο 3, παράγραφοι 7 και 8, του κανονισμού 3929/90, επέβαλε εις βάρος σουηδικού πλοίου, το οποίο για μια ορισμένη περίοδο δεν θα ληφθεί υπόψη για τη χορήγηση αδείας στο πλαίσιο της συμφωνίας περί αλιείας μεταξύ της Κοινότητας και της Σουηδίας, συνιστά απόφαση δυναμένη να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως από τον κύριο του προαναφερθέντος πλοίου, τον οποίο αφορά άμεσα και ατομικά.
2. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων υπερασπίσεως στο πλαίσιο παντός είδους διαδικασίας κινουμένης κατά ενός προσώπου και ικανής να καταλήξει σε βλαπτική για το πρόσωπο αυτό πράξη αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να διασφαλίζεται, ακόμα και όταν ελλείπει οποιαδήποτε κανονιστική ρύθμιση σχετική με την εν λόγω διαδικασία. Η αρχή αυτή απαιτεί να παρέχεται σε κάθε πρόσωπο, εις βάρος του οποίου μπορεί να επιβληθεί κύρωση, η δυνατότητα να γνωστοποιήσει αποτελεσματικώς την άποψή του όσον αφορά τα στοιχεία που η Επιτροπή επικαλείται για την επιβολή της κυρώσεως. 'Επεται ότι η απόφαση της Επιτροπής, η οποία περιέχεται σε επιστολή που πληροφορεί τις σουηδικές αρχές για την επιβολή κυρώσεως εις βάρος σουηδικού πλοίου στο πλαίσιο της συμφωνίας περί αλιείας μεταξύ της Κοινότητας και της Σουηδίας πρέπει να ακυρωθεί, δεδομένου ότι δεν παρασχέθηκε στον κύριο του πλοίου η δυνατότητα να υποβάλει οποιεσδήποτε παρατηρήσεις πριν ληφθεί η απόφαση αυτή.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-135/92,
Fiskano ΑΒ, εταιρία σουηδικού δικαίου με έδρα το Goeteborg (Σουηδία), εκπροσωπούμενη από τον Η. Μ. Fahner, δικηγόρο Leeuwarden, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο T. Loesch, 8, rue Zithe,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Thomas van Rijn, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία περιέχεται στην επιστολή που στις 19 Φεβρουαρίου 1992 ο γενικός της διευθυντής J. Almeida Sarra απηύθυνε στον πρεσβευτή της Σουηδίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες Stig Brattstoroem σχετικώς με προσαπτόμενη σε σουηδικό πλοίο παράβαση στο πλαίσιο της συμφωνίας περί αλιείας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Κυβερνήσεως της Σουηδίας που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 21 Μαρτίου 1977 και εγκρίθηκε από το Συμβούλιο, επ' ονόματι της Κοινότητας, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2209/80, της 27ης Ιουνίου 1980 (JO L 226, σ. 1).
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward, R. Joliet, G. C. Rodriguez Iglesias (εισηγητή) και F. Grevisse δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 1ης Ιουλίου 1993, κατά την οποία η εταιρία Fiskano AB εκπροσωπήθηκε από τον E. J. Rotshuizen, δικηγόρο Leeuwarden,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Απριλίου 1992, η εταιρία Fiskano AB άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή διώκουσα να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία περιέχεται στην επιστολή που στις 19 Φεβρουαρίου 1992 ο γενικός της διευθυντής J. Almeida Sarra απηύθυνε στον πρεσβευτή της Σουηδίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες Stig Brattstroem.
2 Η επίμαχη επιστολή αφορά παραβάσεις που προσάπτονται στο σουηδικό αλιευτικό σκάφος Lavoen, κύριος του οποίου είναι η προσφεύγουσα εταιρία.
3 Η επιστολή αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της περί αλιείας συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Κυβερνήσεως της Σουηδίας που υπογράφηκε στις 21 Μαρτίου 1977 και εγκρίθηκε από το Συμβούλιο, επ' ονόματι της Κοινότητας, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2209/80, της 27ης Ιουνίου 1980 (JO L 226, σ. 1). Η συμφωνία καθορίζει τους κοινού ενδιαφέροντος για τα δύο μέρη τρόπους και προϋποθέσεις ασκήσεως αλιευτικής δραστηριότητας. Οι προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να τηρούν τα σουηδικά πλοία που αλιεύουν εντός των υδάτων της Κοινότητας, καθορίζονται κάθε χρόνο με κανονισμό του Συμβουλίου.
4 Από τον Δεκέμβριο του 1989, η εταιρία Fiskano υπέβαλλε περιοδικώς αιτήσεις αδειών για την άσκηση αλιευτικής δραστηριότητας από το πλοίο της Lavoen κατά τα έτη 1990, 1991 και 1992.
5 Στις 10 Δεκεμβρίου 1991 το Lavoen, ενώ αλίευε στην αλιευτική ζώνη των Κάτω Χωρών, ελέγχθηκε από την Algemene Inspectie Dienst του oλλανδικού Υπουργείου Γεωργίας, Περιβάλλοντος και Αλιείας. Λόγω του ότι το πλοίο δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο που οι ολλανδικές αρχές είχαν παραλάβει από την Επιτροπή και κατά συνέπεια φαινόταν ότι δεν κατείχε άδεια αλιείας, οι ολλανδικές αρχές ενημέρωσαν σχετικώς την Επιτροπή. Ο έλεγχος που στη συνέχεια διενήργησαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής αποκάλυψε ότι το Lavoen, ενώ περιλαμβανόταν στους μηνιαίους καταλόγους του Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου του 1991, αντιθέτως δεν περιλαμβανόταν στον μηνιαίο κατάλογο του Δεκεμβρίου του 1991 που οι σουηδικές αρχές είχαν αποστείλει στην Επιτροπή. Συνεπώς, το Lavoen δεν κατείχε άδεια αλιείας για τον μήνα Δεκέμβριο.
6 Στις 19 Φεβρουαρίου 1992 η Επιτροπή απηύθυνε στον πρεσβευτή της Σουηδίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες την προσβαλλόμενη με την προσφυγή επιστολή, αντίγραφο της οποίας περιήλθε στην εταιρία Fiskano στις 26 Φεβρουαρίου 1992.
7 Το περιεχόμενο της επιστολής αυτής είναι το ακόλουθο:
"Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πληροφορήθηκε από τις ολλανδικές αρχές που ελέγχουν την αλιεία ότι το υπό σουηδική σημαία πλοίο 'Lavoen' υπέπεσε στην αντίληψή τους να αλιεύει εντός των ολλανδικών υδάτων (54 o 19' βόρειο γεωγραφικό πλάτος και 4 o 10' ανατολικό γεωγραφικό μήκος) κατά τη διάρκεια της περιόδου από τις 9 έως τις 15 Δεκεμβρίου 1991.
Η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι το πιο πάνω πλοίο δεν κατείχε άδεια που θα του επέτρεπε να αλιεύει εντός των κοινοτικών υδάτων κατά τη διάρκεια της προαναφερομένης περιόδου και ότι, συνεπώς, ευθύνετο για παράνομες αλιευτικές δραστηριότητες.
Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφοι 7 και 8, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3939/90 του Συμβουλίου (ΕΕ L 378 της 31.12.1990), η Επιτροπή πληροφορεί τις αρχές της χώρας σας ότι για περίοδο δώδεκα συναπτών μηνών, αρχομένη από τις 15 Δεκεμβρίου 1991, το ως άνω αλιευτικό πλοίο δεν θα ληφθεί υπόψη για την έκδοση νέας αδείας αλιείας που θα εχορηγείτο κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3885/91 του Συμβουλίου (ΕΕ L 367 της 31.12.1991)."
8 Στις 30 Μαρτίου 1992 η προσφεύγουσα εταιρία κατέθεσε διοικητική ένσταση ενώπιον της Επιτροπής. Με επιστολή της 5ης Μαΐου 1992, η Επιτροπή δήλωσε ότι η ένσταση αυτή είναι αβάσιμη. Κατόπιν αυτού, η Fiskano άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
9 Η προσφεύγουσα εταιρία επικαλείται, κυρίως, ότι η Επιτροπή παραβίασε τη Συνθήκη ΕΟΚ και ορισμένες γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Με το υπόμνημα απαντήσεως, προβάλλει επιπλέον, βάσει του άρθρου 184 της Συνθήκης, ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού (ΕΟΚ) 3929/90 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1990, περί καθορισμού, για το 1991, ορισμένων μέτρων διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων που εφαρμόζονται σε σκάφη υπό σουηδική σημαία (ΕΕ L 378, σ. 48).
10 Η Επιτροπή θεωρεί, κυρίως, ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη. Επικουρικώς, αμφισβητεί ότι έχει παραβεί το κοινοτικό δίκαιο. Επιπλέον, η Επιτροπή επικαλείται το γεγονός ότι η προσφεύγουσα καθυστερημένα προέβαλε με το υπόμνημα απαντήσεως την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας.
Επί του νομικού πλαισίου της διαφοράς
11 Εκ προοιμίου πρέπει να υπομνηστούν τα ουσιώδη στοιχεία του νομικού πλαισίου της υπό κρίση διαφοράς.
12 Κατά το άρθρο 1 της περί αλιείας συμφωνίας με τη Σουηδία, κάθε μέρος επιτρέπει στα αλιευτικά πλοία του αντισυμβαλλομένου μέρους να αλιεύουν εντός της αλιευτικής ζώνης που υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Το άρθρο 2 ορίζει ότι τα αλιευτικά δικαιώματα υπόκεινται, εν ανάγκη, σε ετησίως καθοριζόμενες ποσοστώσεις αλιευμάτων.
13 Κατά το άρθρο 3, "κάθε μέρος δύναται να αποφασίσει ότι η εντός της αλιευτικής ζώνης της δικαιοδοσίας του άσκηση αλιευτικών δραστηριοτήτων από αλιευτικά πλοία του αντισυμβαλλομένου μέρους θα εξαρτάται από τη χορήγηση αδειών. Εν ανάγκη, οι αρμόδιες αρχές κάθε μέρους γνωστοποιούν εν ευθέτω χρόνω στο αντισυμβαλλόμενο μέρος το όνομα, τον αριθμό νηολογήσεως και τα άλλα σχετικά χαρακτηριστικά των αλιευτικών πλοίων που είναι υποψήφια να τύχουν αδείας εντός της υπαγομένης στη δικαιοδοσία του αντισυμβαλλομένου μέρους αλιευτικής ζώνης. Στη συνέχεια, το αντισυμβαλλόμενο μέρος θα εκδώσει άδειες που αντιστοιχούν στις δυνατότητες αλιείας (...)"
14 Βάσει του άρθρου 5 της συμφωνίας, κάθε μέρος λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την τήρηση από τα πλοία του των διατάξεων της συμφωνίας και άλλων εφαρμοστέων ρυθμίσεων. Ομοίως, κάθε μέρος, εντός της αλιευτικής ζώνης που υπάγεται στη δικαιοδοσία του, δύναται να λαμβάνει, κατά τους κανόνες του διεθνούς δικαίου τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την τήρηση των διατάξεων της συμφωνίας από τα πλοία του αντισυμβαλλομένου μέρους.
15 Το άρθρο 7 προβλέπει διαδικασίες διαβουλεύσεων και, εν ανάγκη, διαιτησίας, στην περίπτωση διαφοράς περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή της συμφωνίας.
16 'Οσον αφορά τις παραβάσεις στο καθεστώς αδειών, η Κοινότητα και η Σουηδία συμφώνησαν για το 1991 "κάθε μέρος να γνωστοποιήσει στο άλλο μέρος τα ονόματα και τα χαρακτηριστικά των πλοίων του άλλου μέρους που δεν επιτρέπεται να αλιεύουν εντός της αλιευτικής ζώνης του γνωστοποιούντος μέρους κατά τη διάρκεια του ή των επομένων μηνών λόγω παραβάσεως των κανόνων του" (Εγκεκριμένα πρακτικά της περατώσεως των διαβουλεύσεων σχετικώς με τις άδειες, Βρυξέλλες 26, 27 και 28 Νοεμβρίου 1990, σημείο 2.6).
17 Οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα σουηδικά πλοία μπορούν να ασκήσουν αλιευτικές δραστηριότητες εντός των υδάτων της Κοινότητας καθορίζονται κάθε χρόνο με κανονισμό του Συμβουλίου. Για το έτος 1991, επρόκειτο περί του προαναφερθέντος κανονισμού 3929/90. Οι εν λόγω προϋποθέσεις αφορούν κυρίως τις ποσοστώσεις αλιευμάτων και τις ζώνες όπου η αλιεία επιτρέπεται.
18 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 3929/90, η αλιεία "υπόκειται στην έκδοση αδείας από την Επιτροπή για λογαριασμό της Κοινότητας, κατόπιν αιτήσεως των σουηδικών αρχών". Η ακολουθούμενη, εν προκειμένω, πρακτική συνίσταται στο ότι οι σουηδικές αρχές διαβιβάζουν στην Επιτροπή, κατά την αρχή του έτους, τον καλούμενο βασικό κατάλογο, στον οποίο αναγράφονται τα πλοία που θα είναι υποψήφια να τύχουν αδείας για το εν λόγω έτος. Στη συνέχεια, οι σουηδικές αρχές αποστέλλουν κάθε μήνα στην Επιτροπή τον καλούμενο μηνιαίο κατάλογο στον οποίο αναγράφονται τα πλοία υπέρ των οποίων υποβάλλεται αίτηση εκδόσεως αδείας αλιείας για τον εν λόγω μήνα. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής, αφού παραλάβουν τον μηνιαίο κατάλογο, βεβαιώνουν τις σουηδικές αρχές ότι τα αναγραφόμενα στον κατάλογο αυτό πλοία κατέχουν άδεια που τους επιτρέπει να αλιεύουν εντός των υδάτων της Κοινότητας κατά τον εν λόγω μήνα. Η Επιτροπή ανακοινώνει επίσης τον κατάλογο αυτό στα κράτη μέλη, τα οποία είναι επιφορτισμένα, κατά κύριον λόγο, με τον έλεγχο της τηρήσεως της κανονιστικής ρυθμίσεως.
19 Το άρθρο 3, παράγραφοι 7 και 8, του κανονισμού 3929/90, ορίζει ότι "η άδεια ανακαλείται σε περίπτωση μη τηρήσεως των υποχρεώσεων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό" και ότι "ουδεμία άδεια εκδίδεται για περίοδο μεγαλύτερη των δώδεκα μηνών για τα πλοία για τα οποία δεν έχουν τηρηθεί οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό".
20 Τέλος, το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού ορίζει:
"Σε περίπτωση παραβάσεως που διαπιστώνεται δεόντως, τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή για το όνομα του σχετικού πλοίου και τα μέτρα που ενδεχομένως έλαβαν.
Η Επιτροπή θα υποβάλει, εξ ονόματος της Κοινότητας, στη Σουηδία τα ονόματα και χαρακτηριστικά των σουηδικών πλοίων που δεν θα επιτρέπεται να αλιεύουν στην αλιευτική ζώνη της Κοινότητας κατά τον προσεχή (τους προσεχείς) μήνα (μήνες), επειδή παρέβησαν τους κοινοτικούς κανόνες."
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
21 Η Επιτροπή προβάλλει κατά του παραδεκτού της προσφυγής ότι η επίδικη επιστολή αποτελεί μια στερούμενη δεσμευτικών νομικών αποτελεσμάτων έναντι της Σουηδίας ανακοίνωση προς τις σουηδικές αρχές στο πλαίσιο της συμφωνίας περί αλιείας που συνήφθη με τη Σουηδία και ότι στο κράτος αυτό εναπόκειται να λάβει τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένων κυρώσεων, προκειμένου να εξασφαλίσει την τήρηση των διατάξεων της συμφωνίας από τα πλοία του. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή φρονεί ότι η επίμαχη επιστολή δεν περιέχει απόφαση υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου και ότι δεν αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα.
22 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτή.
23 Βέβαια, είναι ακριβές ότι η επιστολή της Επιτροπής απευθύνθηκε προς τη Σουηδία και εντάσσεται στο πλαίσιο της συμφωνίας περί αλιείας με το κράτος αυτό.
24 Ωστόσο, όπως προκύπτει από το κείμενό της, η επίμαχη επιστολή πληροφόρησε τις σουηδικές αρχές για μια κύρωση που επιβλήθηκε εις βάρος του πλοίου Lavoen, το οποίο για περίοδο δώδεκα συναπτών μηνών, αρχομένη από τις 15 Δεκεμβρίου 1991, δεν θα ελαμβάνετο υπόψη για την έκδοση νέας αδείας αλιείας.
25 Από το κείμενο της επιστολής προκύπτει, επίσης, ότι το μέτρο αυτό ελήφθη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφοι 7 και 8, του κανονισμού 3929/90. Πάντως, οι διατάξεις αυτές, οι οποίες παρατέθηκαν πιο πάνω στη σκέψη 19, καθιστούν την Επιτροπή αρμόδια για την επιβολή κυρώσεων στους υπευθύνους παραβάσεων και της απονέμουν κάποια εξουσία εκτιμήσεως κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής.
26 Συνεπώς, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα που η επίμαχη επιστολή συνεπάγεται έναντι της Σουηδίας σύμφωνα με τις διατάξεις της συμφωνίας περί αλιείας, η επιστολή αυτή περιέχει μια απόφαση που αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα εταιρία, ως κυρία του πλοίου εις βάρος του οποίου επιβλήθηκε κύρωση.
27 Το γεγονός ότι, κατά την υποστηριζόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία της συμφωνίας, οι σουηδικές αρχές θα μπορούσαν, μετά την παραλαβή της επιστολής, να επιβάλουν άλλες κυρώσεις, δεν είναι από τη φύση του ικανό να αποκλείσει το άμεσο και ατομικό αποτέλεσμα που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει έναντι της προσφεύγουσας.
28 Ομοίως, η δυνατότητα της Σουηδίας να αμφισβητήσει το μέτρο που έλαβε η Επιτροπή στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων ή της διαδικασίας διαιτησίας που προβλέπονται από το άρθρο 7 της συμφωνίας δεν ασκεί επιρροή στο δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής που έχει η προσφεύγουσα προκειμένου να αμφισβητήσει μια απόφαση που την αφορά άμεσα και ατομικά.
29 Τέλος, το γεγονός - που επικαλείται η Επιτροπή - ότι οι σουηδικές αρχές ήδη ένα μήνα πριν από την επίδικη επιστολή είχαν αποφασίσει ότι το Lavoen δεν θα ληφθεί υπόψη για τη χορήγηση αδείας που θα του επέτρεπε να αλιεύει εντός των υδάτων της Κοινότητας κατά τη διάρκεια του έτους 1992 δεν είναι από τη φύση του ικανό να μεταβάλει τον νομικό χαρακτηρισμό των αποτελεσμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως έναντι της προσφεύγουσας.
30 Από τα προηγηθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή.
Επί του παραδεκτού της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού 3929/90
31 Στο στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως, η εταιρία Fiskano ήγειρε, βάσει του άρθρου 184 της Συνθήκης, ζήτημα ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού 3929/90 και πιο συγκεκριμένα του άρθρου 3, παράγραφος 8. Προβάλλει, κυρίως, ότι το Συμβούλιο δεν ήταν αρμόδιο για την έκδοση του κανονισμού αυτού και ότι η προβλεπόμενη από το κείμενο αυτό μεταβίβαση στην Επιτροπή της εξουσίας απαγγελίας κυρώσεων είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο και τη νομολογία του Δικαστηρίου.
32 Η ένσταση αυτή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη βάσει του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο απαγορεύει την προβολή νέων ισχυρισμών και τη διάρκεια της δίκης, εκτός αν αυτοί στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.
33 'Οπως έχει επισημάνει ο γενικός εισαγγελέας στις παραγράφους 51 έως 55 των προτάσεών του, το περιεχόμενο στην επίδικη επιστολή σφάλμα περί την αρίθμηση του επιμάχου κανονισμού του οποίου γινόταν επίκληση (κανονισμός 3939/90 αντί κανονισμού 3929/90) δεν ήταν από τη φύση του ικανό να εμποδίσει την προσφεύγουσα να προσδιορίσει ποιον κανονισμό επεκαλείτο η Επιτροπή και, συνεπώς, να προβάλει από την αρχή της δίκης την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού αυτού.
Επί της ουσίας
34 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβιάζει διάφορες αρχές και κανόνες του κοινοτικού δικαίου, εφόσον επιβάλλει κύρωση στην προσφεύγουσα, καίτοι αυτή ενεργούσε πάντοτε καλή τη πίστει, και εφόσον το πλοίο Lavoen αλίευε χωρίς άδεια, αντιθέτως προς τα όσα πίστευε η προσφεύγουσα, εξ αιτίας αντικανονικών ενεργειών που καταλογίζονται αποκλειστικώς στις σουηδικές αρχές. Υποστηρίζει ότι, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, της συμφωνίας, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε προβεί σε προκαταρκτική έρευνα των χειρισμών των σουηδικών αρχών.
35 Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί.
36 Συγκεκριμένα, ουδείς κανόνας κοινοτικού δικαίου και ουδεμία αρχή επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση ή της απονέμει την εξουσία να ελέγχει την άσκηση από τις σουηδικές αρχές των δικών τους αρμοδιοτήτων προκειμένου να καθορίσουν τα υπό σουηδική σημαία αλιευτικά πλοία για τα οποία ζητούνται άδειες αλιείας από την Κοινότητα.
37 Μια τέτοια υποχρέωση δεν είναι δυνατόν να στηριχτεί στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της συμφωνίας, το οποίο περιορίζεται στην πρόβλεψη διαβουλεύσεων μεταξύ των μερών επί των ζητημάτων που αφορούν τη θέση σε εφαρμογή και την ορθή εκτέλεση της συμφωνίας.
38 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, δεύτερον, ότι η Επιτροπή, έχοντας παραλείψει, πριν εκδώσει την απόφασή της, να παράσχει στη Fiskano τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, παραβίασε τη γενική αρχή σεβασμού των δικαιωμάτων υπερασπίσεως.
39 Εν προκειμένω, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων υπερασπίσεως στο πλαίσιο παντός είδους διαδικασίας κινουμένης κατά ενός προσώπου και ικανής να καταλήξει σε βλαπτική για το πρόσωπο αυτό πράξη αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να διασφαλίζεται, ακόμα και όταν ελλείπει οποιαδήποτε κανονιστική ρύθμιση σχετική με την εν λόγω διαδικασία (βλ. κυρίως τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Φεβρουαρίου 1979, Ηoffmann-La Roche κατά Επιτροπής, 85/76, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 215, της 10ης Ιουλίου 1986, αποκαλούμενη "Meura", Βέλγιο κατά Επιτροπής, 234/84, Συλλογή 1986, σ. 2263, της 10ης Ιουλίου 1986, αποκαλούμενη "Boch", Βέλγιο κατά Επιτροπής, 40/85, Συλλογή 1986, σ. 2321, της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, Hoechst κατά Επιτροπής, 46/87 και 227/88, Συλλογή 1989, σ. 2859, της 14ης Φεβρουαρίου 1990, αποκαλούμενη "Boussac Saint Freres", Γαλλία κατά Επιτροπής, C-301/87, Συλλογή 1990, σ. Ι-307, της 21ης Μαρτίου 1990, αποκαλούμενη "Tubemeuse", Βέλγιο κατά Επιτροπής, C-142/87, Συλλογή 1990, σ. Ι-959, της 12ης Φεβρουαρίου 1992, Κάτω Χώρες κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-48/90 και C-66/90, Συλλογή 1992, σ. Ι-565).
40 Από το σύνολο της νομολογίας αυτής προκύπτει ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων υπερασπίσεως απαιτεί να παρέχεται σε κάθε πρόσωπο, εις βάρος του οποίου μπορεί να επιβληθεί κύρωση, η δυνατότητα να γνωστοποιήσει αποτελεσματικώς την άποψή του όσον αφορά τα στοιχεία που η Επιτροπή επικαλείται για την επιβολή της κυρώσεως.
41 Δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή, πριν λάβει την επίδικη απόφαση, δεν παρέσχε στη Fiskano τη δυνατότητα να υποβάλει οποιεσδήποτε παρατηρήσεις. Η παράλειψη αυτή συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων υπερασπίσεως της προσφεύγουσας.
42 Η Επιτροπή, προκειμένου να δικαιολογήσει την παράλειψη αυτή, επικαλείται το πλαίσιο διεθνούς δικαίου στο οποίο εντάσσεται η επίδικη επιστολή.
43 Το επιχείρημα αυτό, το οποίο στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι η Επιτροπή δεν επέβαλε κύρωση εις βάρος της προσφεύγουσας, έχει ήδη απορριφθεί στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού της προσφυγής.
44 Υπό τις συνθήκες αυτές και χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι λοιποί προβληθέντες ισχυρισμοί, πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω προσβολής των δικαιωμάτων υπερασπίσεως της προσφεύγουσας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα.
46 Πρέπει να αναφερθεί ότι η προσφεύγουσα πέραν του αιτήματος να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση δεν υπέβαλε αίτημα να καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά έξοδα. Κατά συνέπεια, οι διάδικοι φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία περιέχεται στην επιστολή που στις 19 Φεβρουαρίου 1992 ο γενικός της διευθυντής J. Almeida Serra απηύθυνε στον πρεσβευτή της Σουηδίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες Stig Brattstroem σχετικώς με μια παράβαση που προσάπτεται σε ένα σουηδικό πλοίο στο πλαίσιο της συμφωνίας περί αλιείας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Κυβερνήσεως της Σουηδίας, ακυρώνεται.
2) Οι διάδικοι φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy