Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι * Αποδοχές * Καθυστερημένη προσαρμογή * Διάκριση μεταξύ τόκων υπερημερίας και τόκων προς αποκατάσταση ζημίας (δηλαδή αποζημιώσεως)
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 65 PAR 2)
2. Υπάλληλοι * Εξωσυμβατική ευθύνη των οργάνων * Προϋποθέσεις * Πταίσμα του οργάνου * Ζημία * Αιτιώδης σύνδεσμος
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 65 PAR 2)
3. Αναίρεση * Λόγοι αναιρέσεως * Εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών * Απαράδεκτο * Απόρριψη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 168 Α Οργανισμός ΕΟΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51))
4. Υπάλληλοι * Αποδοχές * Προσαρμογή * Καθυστερημένη καταβολή μισθού * Δικαίωμα λήψεως τόκων υπερημερίας * 'Ελλειψη τέτοιου δικαιώματος λόγω μη υπάρξεως βεβαίας ή προσδιορίσιμης απαιτήσεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 65 PAR 2)
5. Αναίρεση * Ισχυρισμοί * Ισυχρισμός προβαλλόμενος για πρώτη φορά στο πλαίσιο αναιρετικής διαδικασίας * Απαράδεκτο
(Οργανισμός ΕΟΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51)
6. Αναίρεση * Λόγοι αναιρέσεως * Εσφαλμένη εκτίμηση νομοτύπως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων * Εσφαλμένη εκτίμηση της πλέον ενδεδειγμένης αποκαταστάσεως διαπιστωθείσας ζημίας * Απαράδεκτο * Απόρριψη
(Οργανισμός ΕΟΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51)
7. Αναίρεση * Αίτηση ανταναιρέσεως * Προθεσμία υποβολής
(Οργανισμός ΕΟΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51 Κανονισμός Διαδικασίας, άρθρα 115 και 116)
Περίληψη
1. Η διάκριση μεταξύ τόκων υπερημερίας και τόκων προς αποκατάσταση ζημίας (δηλαδή αποζημιώσεως) έχει υιοθετηθεί από το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως, στις διαφορές που έχουν ως αντικείμενο την καθυστερημένη τακτοποίηση των αποδοχών των υπαλλήλων.
2. Στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως ασκουμένης από υπάλληλο, η ευθύνη της Κοινότητας προϋποθέτει τη συνδρομή συνόλου προϋποθέσεων συνισταμένων στην έλλειψη νομιμότητας της συμπεριφοράς που προσάπτεται σε όργανα, στην επέλευση ζημίας και στην ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ συμπεριφοράς και προβαλλομένης ζημίας.
3. Κατά το άρθρο 168 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Ο περιορισμός αυτός υπενθυμίζεται στο άρθρο 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, με το οποίο διευκρινίζεται ότι ως λόγοι αναιρέσεως επιτρέπεται να προβληθούν μόνον αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος και παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο. Η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνο σε λόγους που αφορούν την παράβαση νομικών κανόνων, ενώ αποκλείεται οποιαδήποτε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, και είναι συνεπώς παραδεκτή μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε κατά παράβαση των νομικών κανόνων των οποίων την τήρηση όφειλε να εξασφαλίσει.
Το Πρωτοδικείο είναι συνεπώς το μόνο αρμόδιο για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως που έχει υποβληθεί στην κρίση του.
Αντίθετα, όταν το Πρωτοδικείο έχει διαπιστώσει ή εκτιμήσει ορισμένα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκεί τον έλεγχο που του επιβάλλει το άρθρο 168 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον το Πρωτοδικείο τούς έχει προσδώσει ορισμένο νομικό χαρακτηρισμό και έχει συναγάγει από αυτά ορισμένες έννομες συνέπειες.
4. Η υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας υπάρχει ενδεχομένως μόνον εφόσον η κύρια οφειλή είναι βεβαία ως προς το ποσό ή τουλάχιστον προσδιορίσιμη βάσει αποδεδειγμένων αντικειμενικών στοιχείων. Δεδομένου ότι οι αρμοδιότητες που έχει το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 65 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όσον αφορά την προσαρμογή των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού και τον καθορισμό των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται σ' αυτές τις αποδοχές και συντάξεις, περιλαμβάνουν και εξουσία εκτιμήσεως, μέχρις ότου το Συμβούλιο ασκήσει τις αρμοδιότητες αυτές και εκδώσει τον προβλεπόμενο κανονισμό δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ως προς το ύψος της εν λόγω προσαρμογής και του εν λόγω καθορισμού. Κατά συνέπεια, η απαίτηση των υπαλλήλων, πριν από την ημερομηνία εκδόσεως του κανονισμού, δεν είναι ούτε βεβαία ούτε προσδιορίσιμη και συνεπώς δεν μπορούν να αρχίσουν να τρέχουν τόκοι υπερημερίας.
5. Ισχυρισμός προβαλλόμενος για πρώτη φορά στο πλαίσιο αναιρετικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Αν επιτρεπόταν στον διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου, τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα επί των αιτήσεων αναιρέσεως είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο απ' ό,τι η διαφορά που εκδίκασε το Πρωτοδικείο. 'Οταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται συνεπώς στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου.
6. Στο πλαίσιο αναιρετικής διαδικασίας, το Δικαστήριο όχι μόνο δεν είναι αρμόδιο να διαπιστώνει τα πραγματικά περιστατικά, αλλά κατ' αρχήν δεν είναι αρμόδιο ούτε να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το Πρωτοδικείο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Εφόσον δηλαδή η προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων ήταν νομότυπη και τηρήθηκαν οι κανόνες και γενικές αρχές του δικαίου σε σχέση με το βάρος αποδείξεως και οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων, το Πρωτοδικείο και μόνο είναι αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί.
Για τους ίδιους ακριβώς λόγους, εφόσον το Πρωτοδικείο έχει διαπιστώσει την ύπαρξη ζημίας, αυτό και μόνον είναι αρμόδιο να εκτιμήσει, εντός των ορίων της αγωγής αποζημιώσεως, την πλέον ενδεδειγμένη αποκατάσταση της ζημίας.
7. 'Οταν διάδικος με το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατίθεται στο πλαίσιο αναιρετικής διαδικασίας υποβάλλει αίτημα ανταναιρέσεως ζητώντας να υποχρεωθεί ο αντίδικος να καταβάλει ποσά που ο ανταναιρεσείων είχε ζητήσει πρωτοδίκως, αλλά που το Πρωτοδικείο αρνήθηκε να επιδικάσει, η μόνη προθεσμία που ισχύει για την υποβολή αιτήσεως ανταναιρέσεως είναι η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 115, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, για την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως, δηλαδή προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-136/92 P,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Gianluigi Valsesia, κύριο νομικό σύμβουλο, και Lucio Gussetti, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δεύτερο τμήμα) στις 26 Φεβρουαρίου 1992 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-17/89, T-21/89 και Τ-25/89, Augusto Brazzelli Lualdi κ.λπ., Cleto Bertolo κ.λπ. και Helga Alex κ.λπ. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με την οποία ζητείται η ακύρωση της ανωτέρω αποφάσεως (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-293),
όπου οι έτεροι διάδικοι είναι οι:
Augusto Brazzelli Lualdi κ.λπ., μόνιμοι και μη μόνιμοι υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενοι από τον Giuseppe Marchesini, δικηγόρο στο Corte di cassazione της Ιταλίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Ernest Arendt, 4, avenue Marie-Therese, οι οποίοι ζητούν, κυρίως, την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης και, επικουρικώς, την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως αβάσιμης και τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, ώστε να γίνουν πλήρως δεκτά τα αιτήματα που υπέβαλαν πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco και D. A. O. Edward, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliet (εισηγητή), F. A. Schockweiler, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse, M. Zuleeg, P. J. G. Kapteyn και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Οκτωβρίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Απριλίου 1992, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντίστοιχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, της 26ης Φεβρουαρίου 1992, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-17/89, Τ-21/89 και Τ-25/89, Brazzelli κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-293), καθόσον με την απόφαση αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στον Brazzelli Lualdi και σε 618 άλλους μονίμους ή μη μονίμους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: υπάλληλοι) αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν κατά την εκκαθάριση των καθυστερουμένων αποδοχών τους, λόγω της απώλειας αγοραστικής δυνάμεως μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1984 και Νοεμβρίου 1988.
2 Με το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσαν στις 31 Ιουλίου 1992, οι υπάλληλοι, αφού προέβαλαν ως κύριο αίτημα την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, ζήτησαν επικουρικώς από το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 116 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να δεχθεί όλα τα αιτήματα που είχαν υποβάλει πρωτοδίκως και με τα οποία ζητούσαν όχι μόνο αποζημίωση, την οποία τους επιδίκασε το Πρωτοδικείο, αλλά και τόκους υπερημερίας.
3 Από την απόφαση του Πρωτοδικείου (σκέψη 1) προκύπτει ότι ο Brazzelli Lualdi και όλοι οι άλλοι προσφεύγοντες είναι μόνιμοι ή μη μόνιμοι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίοι υπηρετούν στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ιspra (Varese, Ιταλία). Η προσφυγή τους ενώπιον του Πρωτοδικείου αφορούσε την προσαρμογή των αποδοχών τους στο κόστος ζωής του τόπου υπηρεσίας τους.
4 Κατά το άρθρο 63, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), οι αποδοχές των υπαλλήλων εκφράζονται σε βελγικά φράγκα. Το ίδιο αυτό άρθρο προσθέτει ότι οι αποδοχές αυτές καταβάλλονται στο νόμισμα της χώρας όπου ο υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά του.
5 Προκειμένου η αγοραστική δύναμη όλων των υπαλλήλων να είναι ανάλογη προς τις αποδοχές τους και να μην εξαρτάται από τον τόπο υπηρεσίας τους, το άρθρο 64, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ προβλέπει τα εξής: "Οι αποδοχές του υπαλλήλου που εκφράζονται σε βελγικά φράγκα προσαρμόζονται βάσει διορθωτικού συντελεστή ανωτέρου, κατωτέρου ή ίσου προς 100 %, ανάλογα με τις συνθήκες ζωής στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας". Το άρθρο 64, δεύτερο εδάφιο, διευκρινίζει ότι οι συντελεστές αυτοί καθορίζονται από το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής.
6 Εξάλλου, το άρθρο 65 του ΚΥΚ προσθέτει τα εξής:
"1. Το Συμβούλιο προβαίνει κατ' έτος σε εξέταση των αποδοχών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων (...)
Κατά τη διάρκεια της εξετάσεως αυτής, το Συμβούλιο μελετά αν αρμόζει να προβεί σε αναπροσαρμογή των αποδοχών, στο πλαίσιο της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής των Κοινοτήτων (...)
2. Σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής του κόστους ζωής, το Συμβούλιο αποφασίζει, εντός προθεσμίας δύο μηνών κατ' ανώτατο όριο, μέτρα για την προσαρμογή των συντελεστών αναπροσαρμογής και ενδεχομένως για τα αναδρομικά τους αποτελέσματα."
7 Κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, το Συμβούλιο θέσπισε το 1976 μια πρώτη μέθοδο προσαρμογής των αποδοχών των μονίμων και μη μονίμων υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Με την απόφαση 81/1061/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, της 15ης Δεκεμβρίου 1981, περί τροποποιήσεως της μεθόδου προσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων (ΕΕ L 386, σ. 6), το Συμβούλιο θέσπισε νέα μέθοδο. Σύμφωνα με το σημείο ΙΙ, 1.1, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος της αποφάσεως αυτής, η Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Στατιστική Υπηρεσία) εξακριβώνει, από κοινού με τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες των κρατών μελών, αν οι σχέσεις μεταξύ των διορθωτικών συντελεστών αντανακλούν ορθά την ισοδυναμία που πρέπει να υφίσταται ως προς την αγοραστική δύναμη μεταξύ των αποδοχών που καταβάλλονται στο προσωπικό που υπηρετεί στις πρωτεύουσες των κρατών μελών. Το τρίτο εδάφιο προσθέτει ότι η εξακρίβωση αυτή πραγματοποιείται και για τους άλλους τόπους υπηρεσίας, εφόσον από αντικειμενικά στοιχεία προκύπτει κίνδυνος σημαντικών στρεβλώσεων σε σχέση με τα στοιχεία που έχουν διαπιστωθεί για την πρωτεύουσα της συγκεκριμένης χώρας.
8 Προκειμένου να εξακριβώσει αν οι διορθωτικοί συντελεστές αντανακλούσαν ορθά την εξέλιξη του κόστους ζωής μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1986 και 31ης Δεκεμβρίου 1980, η Στατιστική Υπηρεσία προέβη σε έρευνες το 1980 και 1981. Επειδή δεν υπήρχαν στοιχεία για τα μισθώματα που κατέβαλλαν οι υπάλληλοι των Κοινοτήτων στις πρωτεύουσες, το κόστος στεγάσεως των υπαλλήλων εκτιμήθηκε βάσει των μισθωμάτων που καταβάλλονταν την 1η Ιανουαρίου 1981 από τον πληθυσμό γενικά κάθε κράτους μέλους, το οποίο εξεταζόταν ως ενιαίο σύνολο. Βάσει των αποτελεσμάτων των ερευνών αυτών, η Επιτροπή εκπόνησε πρόταση κανονισμού για την τροποποίηση των διορθωτικών συντελεστών, την οποία υπέβαλε στο Συμβούλιο στις 17 Ιουλίου 1984. Προκειμένου να μειωθούν οι κίνδυνοι σφάλματος που οφείλονταν στον υπολογισμό του κόστους στεγάσεως, η Επιτροπή προέτεινε να τροποποιηθούν, προς τα άνω ή προς τα κάτω, μόνο οι διορθωτικοί συντελεστές των οποίων η τροποποίηση υπερέβαινε το 2,5 %. Η πρόταση της Επιτροπής προέβλεπε επιπλέον ότι οι νέοι διορθωτικοί συντελεστές θα ίσχυαν αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 1981.
9 Κατά τη συζήτηση της προτάσεως αυτής, το Συμβούλιο ισχυρίστηκε ότι η προσαρμογή μόνο των διορθωτικών συντελεστών των οποίων η τροποποίηση υπερέβαινε το 2,5 % αντέβαινε προς το άρθρο 64 του ΚΥΚ και κατόπιν αυτού δεν δέχθηκε την ανωτέρω πρόταση.
10 Κατόπιν αυτού η Επιτροπή ανέθεσε στη Στατιστική Υπηρεσία να διεξαγάγει έρευνα σχετικά με τα μισθώματα που κατέβαλλαν την 1η Ιανουαρίου 1981 οι υπάλληλοι των Κοινοτήτων στις διάφορες πρωτεύουσες. Κατόπιν της διενέργειας της έρευνας αυτής, η Επιτροπή υπέβαλε στις 23 Δεκεμβρίου 1985 νέα πρόταση στο Συμβούλιο. Η δεύτερη αυτή πρόταση προέβλεπε ωσαύτως ως ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος των διορθωτικών συντελεστών την 1η Ιανουαρίου 1981.
11 Στις 26 Νοεμβρίου 1986 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 3619/86, για τροποποίηση των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται στη Δανία, στη Γερμανία, στην Ελλάδα, στη Γαλλία, στην Ιρλανδία, στην Ιταλία, στις Κάτω Χώρες και στο Ηνωμένο Βασίλειο επί των αποδοχών και συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 336, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 3619/86).
12 Ο κανονισμός αυτός αφίστατο της δεύτερης προτάσεως της Επιτροπής σε δύο σημεία: πρώτον, δεν δεχόταν τα αποτελέσματα της έρευνας που είχε διεξαχθεί ως προς τα μισθώματα και, δεύτερον, καθόριζε ως ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος των νέων διορθωτικών συντελεστών όχι την 1η Ιανουαρίου 1981, αλλά την 1η Ιουλίου 1986.
13 Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Ιανουαρίου 1987, ζήτησε, βάσει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση του ανωτέρω κανονισμού.
14 Παράλληλα προς την προσφυγή αυτή, ο Augusto Brazzelli Lualdi, ο Cleto Bertolo, η Helga Alex και άλλοι μόνιμοι ή μη μόνιμοι υπάλληλοι που υπηρετούσαν στην Ispra άσκησαν, στις 23 Δεκεμβρίου 1986, την 1η Οκτωβρίου 1987 και στις 10 Φεβρουαρίου 1988 αντίστοιχα, τρεις προσφυγές, με τις οποίες ζητούσαν, πρώτον, την ακύρωση ορισμένων από τα εκκαθαριστικά σημειώματα των αποδοχών τους του 1986 και του 1987, καθόσον είχαν εκδοθεί κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3619/86, και, δεύτερον, την επιδίκαση τόκων υπερημερίας και αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της χρηματικής ζημίας που υποστήριζαν ότι είχαν υποστεί λόγω της καθυστερημένης, κατά την άποψή τους, προσαρμογής των διορθωτικών συντελεστών που ίσχυαν για τις αποδοχές τους.
15 Η εκδίκαση των τριών αυτών προσφυγών ανεστάλη μέχρι την έκδοση αποφάσεως από το Δικαστήριο επί της προσφυγής της Επιτροπής.
16 Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 28 Ιουνίου 1988 (υπόθεση 7/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 3401) και ακύρωσε τον κανονισμό 3619/86, επειδή αντέβαινε προς το άρθρο 64 του ΚΥΚ.
17 Κατόπιν αυτού το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 3294/88, της 24ης Οκτωβρίου 1988, για τη βελτίωση των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται στη Δανία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο στις αποδοχές και τις συντάξεις των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 293, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 3294/88) οι νέοι αυτοί διορθωτικοί συντελεστές θα ίσχυαν αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 1981.
18 Δεδομένου ότι με τον κανονισμό αυτό ικανοποιήθηκαν οι αξιώσεις των υπαλλήλων, όσον αφορά την προσαρμογή των μισθών τους, και δεδομένου ότι η Επιτροπή προέβη τον Νοέμβριο 1988 στην τακτοποίηση των αποδοχών, οι υπάλληλοι παραιτήθηκαν από το αίτημα ακυρώσεως των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των αποδοχών τους, αλλά ενέμειναν επί των αξιώσεών τους, όσον αφορά, πρώτον, την καταβολή τόκων υπερημερίας για τον χρόνο που παρήλθε μεταξύ του χρονικού σημείου κατά το οποίο έπρεπε να τους καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές τους και του χρονικού σημείου κατά το οποίο καταβλήθηκαν πράγματι οι αποδοχές αυτές και, δεύτερον, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν από τη μείωση της αγοραστικής δυνάμεώς τους λόγω της καθυστερήσεως της καταβολής των αποδοχών αυτών.
19 Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη καθ' ολοκληρία ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο, με Διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1989, διαβίβασε τις τρεις υποθέσεις στο Πρωτοδικείο.
20 Με Διάταξη της 2ας Απριλίου 1990, το Πρωτοδικείο διέταξε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
21 Στην απόφαση του Πρωτοδικείου τονίζεται κατ' αρχάς ότι προς στήριξη του αιτήματός τους περί τόκων υπερημερίας οι υπάλληλοι προβάλλουν έναν μόνο λόγο, ο οποίος στηρίζεται στην αδικαιολόγητη καθυστέρηση με την οποία η Επιτροπή τους κατέβαλε τα καθυστερούμενα ποσά των οφειλομένων αποδοχών τους.
22 Επ' αυτού το Πρωτοδικείο τονίζει, στις σκέψεις 23 έως 26 της αποφάσεώς του, πρώτον, ότι πριν από τις 24 Οκτωβρίου 1988, ημερομηνία εκδόσεως από το Συμβούλιο του κανονισμού 3294/88, κανένα κοινοτικό θεσμικό όργανο δεν γνώριζε αν οι ισχύοντες διορθωτικοί συντελεστές θα τροποποιούνταν και, σε περίπτωση τροποποιήσεως, ποιοι θα ήταν οι εφαρμοστέοι νέοι συντελεστές. Από τα ανωτέρω το Πρωτοδικείο συνάγει ότι πριν από την ημερομηνία αυτή δεν υφίστατο υπέρ των εναγόντων κανένα κεκτημένο δικαίωμα για την καταβολή καθυστερουμένων ποσών αποδοχών και κατά συνέπεια δεν υφίστατο για τα κοινοτικά θεσμικά όργανα καμιά υποχρέωση ούτε καμιά δυνατότητα να καταβάλουν τέτοια καθυστερούμενα ποσά. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορούσε, μέχρι την ημερομηνία αυτή, να υφίσταται καθυστέρηση στην εκκαθάριση οφειλομένου χρέους. Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει, δεύτερον, ότι μετά την έκδοση του κανονισμού 3294/88, η Επιτροπή προέβη τον Νοέμβριο του 1988 στην εκκαθάριση και στην καταβολή των καθυστερουμένων ποσών αποδοχών που οφείλονταν βάσει του κανονισμού αυτού. Από τα ανωτέρω το Πρωτοδικείο συνάγει ότι η Επιτροπή εκπλήρωσε με επιμέλεια την υποχρέωση καταβολής που υπείχε και από την άποψη αυτή δεν μπορεί να της καταλογιστεί καμία καθυστέρηση.
23 Κατόπιν αυτών, το Πρωτοδικείο απέρριψε τα αιτήματα των υπαλλήλων περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας.
24 Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο αναφέρει ότι, προς στήριξη του αιτήματός τους προς επανόρθωση της ζημίας που υπέστησαν λόγω απώλειας αγοραστικής δυνάμεως, οι υπάλληλοι προβάλλουν δύο λόγους, τους οποίους στηρίζουν, πρώτον, σε παράβαση των άρθρων 64 και 65 του ΚΥΚ και, δεύτερον, σε πλημμελή εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Συμβουλίου.
25 Επ' αυτού το Πρωτοδικείο δέχεται, με τις σκέψεις 38 έως 40 της αποφάσεώς του, ότι ο κανονισμός για την τροποποίηση των διορθωτικών συντελεστών έπρεπε να έχει θεσπιστεί το αργότερο το 1986, αφού τότε το Συμβούλιο διέθετε ήδη όλα τα αναγκαία στοιχεία. Το Πρωτοδικείο θεωρεί πάντως ότι, ακόμη και αν το Συμβούλιο είχε εκδώσει τέτοιο κανονισμό το 1986, η προηγούμενη διαδικασία, δηλαδή οι έρευνες και οι προτάσεις της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, θα ήταν και πάλι υπερβολικά μακρά. Το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση μπορούσε πράγματι - και επομένως έπρεπε - να έχει θεσπιστεί την 1η Ιανουρίου 1984. Από τα ανωτέρω το Πρωτοδικείο καταλήγει στο ότι υφίσταται υπαίτια καθυστέρηση και ότι οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία, συνισταμένη στη μείωση της αγοραστικής δυνάμεώς τους, λόγω της καθυστερήσεως της καταβολής των αποδοχών τους οι οποίες έπρεπε να εκκαθαριστούν κατά το πρώτο τρίμηνο του 1984, αλλ' εκκαθαρίστηκαν αρκετά έτη αργότερα. Το Πρωτοδικείο τονίζει συναφώς ότι οι υπάλληλοι, προσκομίζοντας έγκυρες στατιστικές, η ορθότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή, απέδειξαν επαρκώς τη μείωση της αγοραστικής δυνάμεώς τους.
26 Κατόπιν αυτών το Πρωτοδικείο υποχρέωσε την Επιτροπή να καταβάλει στους υπαλλήλους αποζημίωση ("τόκους προς αποκατάσταση ζημίας") για τη ζημία που υπέστησαν από τη μείωση της αγοραστικής δυνάμεώς τους, λόγω της καθυστερημένης καταβολής των αποδοχών τους, μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1984 και Νοεμβρίου 1988. Το Πρωτοδικείο πρόσθεσε ότι το ποσό της αποζημιώσεως αυτής έπρεπε να υπολογιστεί βάσει των επισήμων στατιστικών της Κοινότητας σχετικά με την εξέλιξη της αγοραστικής δυνάμεως στα διάφορα κράτη μέλη και να καθοριστεί, εφόσον ήταν δυνατό, με κοινή συμφωνία των διαδίκων.
27 Κατά της αποφάσεως αυτής η Επιτροπή προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως, από τους οποίους ο πρώτος αφορά την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εσφαλμένη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τους τόκους υπερημερίας και την αποζημίωση, ο δεύτερος την ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών που παρατίθενται στις σκέψεις 23 έως 26 και 38 έως 40 της αποφάσεως και ο τρίτος την κακή ερμηνεία και την κακή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, όσον αφορά την απόδειξη της ζημίας.
28 Με το υπόμνημα αντικρούσεως οι υπάλληλοι ισχυρίζονται κυρίως ότι οι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Επικουρικώς, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, προβάλλοντας δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος αφορά την παραβίαση των γενικών αρχών περί καταβολής αποζημιώσεως για επελθούσα ζημία, ενώ ο δεύτερος στηρίζεται στην αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της αποφάσεως καθώς και στην παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
29 Πρέπει να τονιστεί, σε αυτό ήδη το στάδιο της διαδικασίας, ότι στην κρίση του Δικαστηρίου δεν υποβάλλεται, όταν έχει ασκηθεί αναίρεση, το σύνολο της διαφοράς που εκδίκασε το Πρωτοδικείο, αλλά υποβάλλονται μόνο τα κεφάλαια της αποφάσεως του Πρωτοδικείου κατά των οποίων βάλλει η αναίρεση. Επιπλέον, τα κεφάλαια αυτά υποβάλλονται στην κρίση του μόνον εντός των ορίων των λόγων αναιρέσεως που προβάλλονται προς ακύρωση της αποφάσεως.
Επί της αναιρέσεως της Επιτροπής
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής, ο οποίος στηρίζεται σε κακή ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τους τόκους υπερημερίας και την αποζημίωση
30 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή βάλλει κατά του γεγονότος ότι το Πρωτοδικείο, όσον αφορά τους τόκους που οφείλονται σε περίπτωση καθυστερημένης εκκαθαρίσεως των αποδοχών των υπαλλήλων, προέβη σε διάκριση μεταξύ των τόκων υπερημερίας και της αποζημιώσεως ("τόκων προς αποκατάσταση της ζημίας"), μολονότι η διάκριση αυτή δεν απαντά στη νομολογία του Δικαστηρίου.
31 Κατά την Επιτροπή, για την επανόρθωση της ζημίας που οφείλεται σε καθυστερημένη καταβολή οφειλομένων ποσών, το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει ένα σύστημα αποζημιώσεως ή τόκων που απαντά μόνο στο κοινοτικό δίκαιο. Η αποζημίωση ή οι τόκοι αυτοί οφείλονται μόνον εφόσον πληρούνται οι εξής δύο προϋποθέσεις: πρώτον, πρέπει να έχει διαπιστωθεί πταίσμα του οφειλέτη και, δεύτερον, ο δανειστής πρέπει να έχει οχλήσει τον οφειλέτη αυτό. Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως ή των τόκων λαμβάνεται σιωπηρά υπόψη η μείωση της αξίας του χρήματος.
32 Κατά τους υπαλλήλους, αυτός ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι απαράδεκτος για τρεις λόγους.
33 Πρώτον, όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας, η Επιτροπή δεν ηττήθηκε, πράγμα που αποτελεί, κατά το άρθρο 49, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, προϋπόθεση του παραδεκτού της αναιρέσεως, αφού το αίτημα των υπαλλήλων περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο. Δεύτερον, με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως δεν προβάλλεται κανένα αίτημα μεταρρυθμίσεως του σημείου της αποφάσεως που αφορά τους τόκους υπερημερίας και συνεπώς δεν περιέχεται κανένα αίτημα, κατά την έννοια του άρθρου 113 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Τέλος, με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως δεν υποστηρίζεται ότι υφίσταται παράβαση κοινοτικού κανόνα ή παραβίαση γενικής αρχής του δικαίου, αλλά αντίφαση με τη νομολογία του Δικαστηρίου. 'Ομως, πέραν του ότι δεν υπάρχει πάγια νομολογία σχετικά με τους τόκους, δεν επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως λόγω τέτοιας αντιφάσεως.
34 Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτός. Αφού η Επιτροπή βάλλει κατά της διακρίσεως μεταξύ τόκων υπερημερίας και αποζημιώσεως, στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο, και θεωρεί, βασιζόμενη στην ερμηνεία που αυτή προσδίδει στη νομολογία, ότι σε περίπτωση καθυστερημένης καταβολής αποδοχών οφείλονται μόνο τόκοι ή αποζημίωση sui generis, ουσιαστικά βάλλει, εμμέσως πλην σαφώς, κατά του διατακτικού της αποφάσεως του Πρωτοδικείου με την οποία υποχρεώθηκε στην καταβολή αποζημιώσεως.
35 Αντίθετα, ο πρώτος αυτός λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος. Στη διάκριση των τόκων υπερημερίας από τους "τόκους προς αποκατάσταση ζημίας" (δηλαδή την αποζημίωση) έχει προβεί το ίδιο το Δικαστήριο, και συγκεκριμένα κατά την εκδίκαση διαφορών που είχαν ως αντικείμενο την καθυστερημένη τακτοποίηση των αποδοχών των υπαλλήλων (βλ. αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 158/79, Roumengous Carpentier κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 39, σκέψεις 8 έως 14, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 532, 534, 567, 600, 618, 660/79 και 543/79, Amesz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 55, σκέψεις 11 έως 17, στην υπόθεση 737/79, Battaglia κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 71, σκέψεις 6 έως 13, και αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 1985 στην υπόθεση 174/83, Ammann κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1985, σ. 2133, σκέψη 13, στην υπόθεση 175/83, Culmsee κ.λπ. κατά ΟΚΕ, Συλλογή 1985, σ. 2149, σκέψη 13, και στην υπόθεση 176/83, Allo κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 2155, σκέψη 19) το Δικαστήριο αποφάνθηκε συγκεκριμένα, κατόπιν της διακρίσεως αυτής, ότι, ενόψει των διαδικαστικών στοιχείων που προσιδίαζαν στις υποθέσεις αυτές, το αίτημα επιδικάσεως αποζημιώσεως δεν ήταν παραδεκτό, ενώ το αίτημα επιδικάσεως τόκων υπερημερίας ήταν παραδεκτό μεν, αβάσιμο δε. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η διάκριση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο δεν ανάγεται στη νομολογία του Δικαστηρίου.
36 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής, ο οποίος στηρίζεται στην ανεπάρκεια και την αντιφατικότητα των αιτιολογιών
37 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι αιτιολογίες της αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές. Ο λόγος αναιρέσεως αυτός έχει τρία μέρη.
'Οσον αφορά το πρώτο μέρος
38 Κατ' αρχάς η Επιτροπή θεωρεί ότι η αιτιολογία της αποφάσεως σχετικά με τη διάκριση μεταξύ τόκων υπερημερίας και αποζημιώσεως είναι ανεπαρκής και αντιφατική. Η αιτιολογία αυτή είναι ανεπαρκής, επειδή το Πρωτοδικείο δεν εξήγησε για ποιο λόγο δεν στήριξε την απόφασή του στην έννοια της αποζημιώσεως και των τόκων που έχει διαμορφωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου. Η αιτιολογία αυτή είναι αντιφατική, επειδή το Πρωτοδικείο αφενός διαπίστωσε, με τις σκέψεις 23 και 26 της αποφάσεώς του, ότι πριν από την έκδοση του κανονισμού 3294/88 τα κοινοτικά όργανα δεν είχαν καμία υποχρέωση ούτε καμία δυνατότητα να καταβάλουν τις καθυστερούμενες αποδοχές και ότι μετά την έκδοση του κανονισμού αυτού η Επιτροπή επέδειξε επιμέλεια για την καταβολή τους και αφετέρου δέχθηκε, με τη σκέψη 38, ότι υπήρχε υπαίτια καθυστέρηση, αφού η νομική βάση τής ανά πενταετία προσαρμογής έπρεπε να έχει θεσπιστεί ήδη το 1986, δηλαδή κατά τον χρόνο κατά τον οποίο το Συμβούλιο διέθετε όλα τα αναγκαία στοιχεία για να εκδώσει κανονισμό σύμφωνο με τις επιταγές του ΚΥΚ.
39 Οι υπάλληλοι απαντούν ότι το πρώτο αυτό μέρος του λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο, επειδή η αιτίαση αυτή αφορά τις σκέψεις 23 έως 26 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, δηλαδή το τμήμα των αιτιολογιών που αφορά τους τόκους υπερημερίας, και ότι με τις σκέψεις αυτές το Πρωτοδικείο δέχθηκε την άποψη της Επιτροπής.
40 Το πρώτο μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι παραδεκτό. 'Οπως αναφέρθηκε ανωτέρω στη σκέψη 34, η Επιτροπή επικρίνει τη διάκριση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο μεταξύ τόκων υπερημερίας και αποζημιώσεως και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οφείλονται μόνο τόκοι ή αποζημίωση sui generis. Η Επιτροπή συνεπώς βάλλει κατά των αιτιολογιών της αποφάσεως του Πρωτοδικείου βάσει των οποίων το Πρωτοδικείο την υποχρέωσε να καταβάλει αποζημίωση. Η Επιτροπή έχει έννομο συμφέρον για την προβολή των αιτιάσεων αυτών.
41 Εντούτοις, το πρώτο μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως δεν είναι βάσιμο.
42 Πρώτον, όταν το Πρωτοδικείο τόνισε, στη σκέψη 35 της αποφάσεώς του, ότι, κατά πάγια νομολογία, για να μπορούν οι ενάγοντες να αξιώσουν "τόκους προς αποκατάσταση ζημίας", απαιτείται να αποδείξουν πταίσμα του οργάνου, το υποστατό βεβαίας και αποτιμητής ζημίας, καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του πταίσματος και της προβαλλομένης ζημίας, δεν απέστη της νομολογίας του Δικαστηρίου. Με την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1987 στην υπόθεση 111/86, Delauche κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 5345, σκέψη 30), το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την εκδίκαση αγωγής αποζημιώσεως ενός υπαλλήλου, ότι η ευθύνη της Κοινότητας προϋποθέτει τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων όσον αφορά την παράνομη συμπεριφορά που προσάπτεται στα κοινοτικά όργανα, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπαρκής.
43 Επιπλέον, η αιτιολογία αυτή δεν είναι αντιφατική. Το Πρωτοδικείο προέβη σε σαφή διάκριση μεταξύ του χρονικού διαστήματος που παρήλθε για την έκδοση των πράξεων με τις οποίες τακτοποιήθηκαν οι αποδοχές των υπαλλήλων και το οποίο, κατά το Πρωτοδικείο, ήταν υπερβολικά και αδικαιολόγητα μακρό και συνεπώς συνιστούσε πταίσμα (σκέψη 39 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου) και του χρονικού διαστήματος που παρήλθε από την έκδοση των πράξεων αυτών μέχρι την καταβολή των αποδοχών και το οποίο ήταν, κατά το Πρωτοδικείο, εύλογο (σκέψη 26 της αποφάσεως). Επομένως, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
44 Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί το πρώτο μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
'Οσον αφορά το δεύτερο μέρος
45 Με το δεύτερο μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή βάλλει κατά του ότι το Πρωτοδικείο τής καταλόγισε ολόκληρη την καθυστέρηση με την οποία καταβλήθηκαν οι καθυστερούμενες αποδοχές, χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η ίδια είχε ήδη υποβάλει το 1986 στο Συμβούλιο τα αποτελέσματα των στατιστικών εξακριβώσεων που ήσαν αναγκαία για την ανά πενταετία προσαρμογή και ότι η μετά το 1986 καθυστέρηση οφειλόταν στην εκ μέρους της άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου κατά του αντιθέτου προς την πρότασή της κανονισμού που είχε εκδώσει το Συμβούλιο. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, ως εκ τούτου, οι καθυστερούμενες αποδοχές μπορούσαν να εκκαθαριστούν ήδη το 1986 και ότι συνεπώς οφείλονται μόνο τόκοι υπερημερίας.
46 Οι υπάλληλοι ισχυρίζονται ότι η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, καθόσον το Πρωτοδικείο επέκρινε το μέγεθος της καθυστερήσεως που μπορεί να καταλογιστεί στην Επιτροπή σχετικά με την εκπόνηση της προτάσεως κανονισμού. Πρόκειται δηλαδή για εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται σε αναίρεση.
47 Επ' αυτού υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 168Α της Συνθήκης ΕΟΚ και τις αντίστοιχες διατάξεις των Συνθηκών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Ο περιορισμός αυτός υπενθυμίζεται στο άρθρο 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΟΚ και στις αντίστοιχες διατάξεις των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, με τις οποίες διευκρινίζεται ότι ως λόγοι αναιρέσεως επιτρέπεται να προβληθούν μόνο αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος και παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο.
48 Υπενθυμίζεται επίσης ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνο σε λόγους που αφορούν την παράβαση νομικών κανόνων, ενώ αποκλείεται οποιαδήποτε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, και είναι συνεπώς παραδεκτή μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε κατά παράβαση των νομικών κανόνων των οποίων την τήρηση όφειλε να εξασφαλίσει (βλ. αποφάσεις της 1ης Οκτωβρίου 1991 στην υπόθεση C-283/90 Ρ, Vidranyi κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-4339, σκέψεις 11 έως 13, της 8ης Απριλίου 1992 στην υπόθεση C-346/90 Ρ, F. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-2691, σκέψεις 6 και 7, και της 2ας Μαρτίου 1994 στην υπόθεση C-53/92 Ρ, Hilti κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-0000, σκέψη 10).
49 Το Πρωτοδικείο είναι συνεπώς το μόνο αρμόδιο για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως που έχει υποβληθεί στην κρίση του. Στην προκειμένη υπόθεση δεν μπορεί πλέον να τεθεί θέμα ορθότητας των διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου σχετικά με διάφορα γεγονότα που προηγήθηκαν της εκδόσεως του κανονισμού 3294/88 (σκέψη 11 της αποφάσεως), διαπιστώσεων κατά των οποίων δεν βάλλει η Επιτροπή. Το Πρωτοδικείο είναι επίσης το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα περιστατικά αυτά. Το ίδιο ισχύει στην προκειμένη υπόθεση και για την εκτίμησή του ότι η εκ μέρους της Επιτροπής διαβίβαση στο Συμβούλιο στις 23 Δεκεμβρίου 1985 της δεύτερης προτάσεως σχετικά με τους διορθωτικούς συντελεστές μπορούσε να έχει πραγματοποιηθεί νωρίτερα, ώστε να μπορεί η κανονιστική ρύθμιση να θεσπιστεί την 1η Ιανουαρίου 1984 (σκέψη 39 της αποφάσεως). Αντίθετα, όταν το Πρωτοδικείο έχει διαπιστώσει ή εκτιμήσει ορισμένα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκεί τον έλεγχο που του επιβάλλει το άρθρο 168Α της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον το Πρωτοδικείο τούς έχει προσδώσει ορισμένο νομικό χαρακτηρισμό και έχει συναγάγει από αυτά ορισμένες έννομες συνέπειες. Στην προκειμένη υπόθεση αυτό συμβαίνει σχετικά με την εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι η βραδύτητα με την οποία διεξήχθη η προπαρασκευαστική διαδικασία συνιστά πταίσμα (σκέψη 39 της αποφάσεως).
50 Το δεύτερο μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτό εντός των ανωτέρω ορίων.
51 Αντίθετα, αυτό το δεύτερο μέρος δεν είναι βάσιμο. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι το πταίσμα της Επιτροπής συνίσταται στο ότι διαβίβασε το 1986 στο Συμβούλιο μια πρόταση που θα μπορούσε να υιοθετηθεί ήδη από το 1984 (σκέψη 39). Το Πρωτοδικείο, προσδίδοντας στη συμπεριφορά της Επιτροπής τον χαρακτηρισμό αυτό, δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
52 Επιβάλλεται πάντως η παρατήρηση ότι το Πρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του πταίσματος αυτού και της ζημίας που υπέστησαν οι υπάλληλοι μεταξύ 1986 και 1988. Πρέπει πάντως να τονιστεί ότι η Επιτροπή δεν προέβαλε αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, ο οποίος συνεπώς δεν μπορεί να γίνει δεκτός από το Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να εξεταστεί μόνο υπό το πρίσμα υπό το οποίο τίθεται, δηλαδή υπό την έννοια ότι, όταν υφίσταται πταίσμα σαν αυτό που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, οφείλονται μόνο τόκοι υπερημερίας.
53 Συναφώς, από τις αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 1986 στην υπόθεση 174/83, Ammann κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 2647, σκέψεις 19 και 20), στην υπόθεση 175/83, Culmsee κ.λπ. κατά ΟΚΕ (Συλλογή 1986, σ. 2667, σκέψεις 19 και 20), στην υπόθεση 176/83, Allo κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2687, σκέψεις 19 και 20), στην υπόθεση 233/83, Agostini κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2709, σκέψεις 19 και 20), στην υπόθεση 247/83, Ambrosetti κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2729, σκέψεις 19 και 20) και στην υπόθεση 264/83, Delhez κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2749, σκέψεις 20 και 21), προκύπτει ότι η υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας υπάρχει ενδεχομένως μόνον εφόσον η κύρια οφειλή είναι βεβαία ως προς το ποσό ή τουλάχιστον προσδιορίσιμη βάσει αποδεδειγμένων αντικειμενικών στοιχείων. Με τις ίδιες αποφάσεις διευκρινίστηκε ότι οι αρμοδιότητες που έχει το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 65 του ΚΥΚ, όσον αφορά την προσαρμογή των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού και τον καθορισμό των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται σ' αυτές τις αποδοχές και συντάξεις, περιλαμβάνουν και εξουσία εκτιμήσεως. Μέχρις ότου το Συμβούλιο ασκήσει τις αρμοδιότητες αυτές και εκδώσει τον προβλεπόμενο κανονισμό, δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ως προς το ύψος της εν λόγω προσαρμογής και του εν λόγω καθορισμού.
54 Στην προκειμένη υπόθεση, όπως ορθά τόνισε το Πρωτοδικείο (σκέψη 23 της αποφάσεώς του), κανένα κοινοτικό θεσμικό όργανο δεν γνώριζε αν οι ισχύοντες διορθωτικοί συντελεστές θα τροποποιούνταν και, σε περίπτωση τροποποιήσεως, ποιοι θα ήταν οι εφαρμοστέοι νέοι συντελεστές. Κατά συνέπεια, η απαίτηση των υπαλλήλων δεν ήταν, πριν από την ημερομηνία εκδόσεως του κανονισμού, ούτε βεβαία ούτε προσδιορίσιμη και συνεπώς δεν μπορούσαν να αρχίσουν να τρέχουν τόκοι υπερημερίας.
55 Κατά συνέπεια, το δεύτερο μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
'Οσον αφορά το τρίτο μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
56 Με το τρίτο μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως η Επιτροπή βάλλει κατά του γεγονότος ότι το Πρωτοδικείο την υποχρέωσε να καταβάλει αποζημίωση για καθυστέρηση για την οποία η υπαιτιότητα βαρύνει, κατά το ίδιο το Πρωτοδικείο, το Συμβούλιο. Κατά την Επιτροπή, οι υπάλληλοι έπρεπε να αξιώσουν την αποκατάσταση της ζημίας τους από το Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΟΚ.
57 Συναφώς αρκεί η διαπίστωση ότι η αιτίαση αυτή δεν διατυπώθηκε από την Επιτροπή ενώπιον του Πρωτοδικείου και ότι συνεπώς είναι απαράδεκτη.
58 Κατά το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της δίκης η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν οι ισχυρισμοί αυτοί στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της δίκης.
59 Αν επιτρεπόταν στον διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου, τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα επί των αιτήσεων αναιρέσεως είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο απ' ό,τι η διαφορά που εκδίκασε το Πρωτοδικείο. 'Οταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται συνεπώς στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου.
60 Κατόπιν των ανωτέρω, το τρίτο μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής, ο οποίος στηρίζεται στην κακή ερμηνεία και την κακή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την απόδειξη της ζημίας
61 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή βάλλει κατά του γεγονότος ότι το Πρωτοδικείο προέβη, με τη σκέψη 40 της αποφάσεως, σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την απόδειξη της ζημίας.
62 Στη σκέψη αυτή της αποφάσεώς του το Πρωτοδικείο θεώρησε αποδεδειγμένο, μεταξύ άλλων, ότι λόγω της υπαίτιας καθυστερήσεως οι υπάλληλοι υπέστησαν ζημία, η οποία συνίσταται στη μείωση της αγοραστικής δυνάμεως των καθυστερουμένων αποδοχών τους, που έπρεπε να έχουν εκκαθαριστεί κατά το πρώτο τρίμηνο του 1984 και οι οποίες εκκαθαρίστηκαν αρκετά έτη αργότερα. Το Πρωτοδικείο πρόσθεσε ότι στις παρούσες υποθέσεις δεν επρόκειτο περί αποδείξεως ατομικών ζημιών, αλλά περί εξακριβώσεως περιστατικών που να αποδεικνύονται αντικειμενικά βάσει επακριβών και δημοσιοποιηθέντων στοιχείων. Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι οι υπάλληλοι, προσκομίζοντας έγκυρες στατιστικές, η ορθότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή, απέδειξαν κατά νόμο επαρκώς τη μείωση της αγοραστικής δυνάμεώς τους λόγω καθυστερήσεως της καταβολής των αποδοχών τους κατά την επίδικη περίοδο.
63 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η διατύπωση αυτή αντιβαίνει προς τις γενικές αρχές του δικαίου περί αποκαταστάσεως της ζημίας. Στον επιδιώκοντα την επιδίκαση αποζημιώσεως εναπόκειται να αποδείξει ότι έχει υποστεί ατομικώς ζημία. Η ατομική αυτή ζημία δεν αποδεικνύεται από την προσκόμιση στατιστικών και μόνο. Επιπλέον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προς τα άνω προσαρμογή των οφειλομένων ποσών πρέπει να βασίζεται σε πράξη του κοινοτικού νομοθέτη, η οποία όμως δεν έχει εκδοθεί εν προκειμένω.
64 Κατά τους υπαλλήλους, ο τρίτος αυτός λόγος αναιρέσεως αφορά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, για την οποία κυριαρχικώς αρμόδιο είναι το Πρωτοδικείο και η οποία συνεπώς δεν μπορεί να ελεγχθεί κατά την αναιρετική διαδικασία.
65 Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι πράγματι απαράδεκτος. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι συνιστά οπωσδήποτε ζημία το γεγονός ότι οι καθυστερούμενες αποδοχές των υπαλλήλων, οι οποίες, σύμφωνα με την εκτίμηση στην οποία προέβη κυριαρχικώς το Πρωτοδικείο, έπρεπε να τους καταβληθούν το 1984, τους καταβλήθηκαν τον Νοέμβριο 1988. Το Πρωτοδικείο τονίζει, με τη σκέψη 30 της αποφάσεώς του, ότι οι καθυστερούμενες αυτές αποδοχές είχαν συνεπώς χάσει μέρος της πραγματικής αξίας τους.
66 Το Δικαστήριο, όχι μόνο δεν είναι αρμόδιο να διαπιστώνει τα πραγματικά περιστατικά, αλλά κατ' αρχήν δεν είναι αρμόδιο ούτε να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το Πρωτοδικείο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Εφόσον δηλαδή η προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων ήταν νομότυπη και τηρήθηκαν οι κανόνες και γενικές αρχές του δικαίου σε σχέση με το βάρος αποδείξεως και οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων, το Πρωτοδικείο και μόνο είναι αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί. Οι ισχυρισμοί που βάλλουν κατά της εκτιμήσεως αυτής δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί από το Δικαστήριο. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους, εφόσον το Πρωτοδικείο έχει διαπιστώσει την ύπαρξη ζημίας, αυτό και μόνο είναι αρμόδιο να εκτιμήσει, εντός των ορίων της αγωγής αποζημιώσεως, την πλέον ενδεδειγμένη αποκατάσταση της ζημίας.
67 Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
68 Απ' όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ανταναιρέσεως των υπαλλήλων
69 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ανταναίρεση που άσκησαν οι υπάλληλοι με το υπόμνημα αντικρούσεως είναι απαράδεκτη. Κατ' αρχάς πρέπει να εξεταστεί η ένσταση αυτή.
Επί του παραδεκτού της ανταναιρέσεως
70 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η αναίρεση των υπαλλήλων δεν ανταποκρίνεται προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, καθόσον ασκήθηκε μετά τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας από την κοινοποίηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
71 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Το άρθρο 116, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει τα εξής:
"Τα αιτήματα του υπομνήματος αντικρούσεως έχουν ως αντικείμενο:
- την ολική ή μερική απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ή την ολική ή μερική αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου,
- την ολική ή μερική αποδοχή των αιτημάτων που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, αποκλειομένου κάθε νέου αιτήματος."
72 Στην παρούσα υπόθεση, με το υπόμνημα αντικρούσεως που υπέβαλαν οι υπάλληλοι ζητείται να υποχρεωθεί η Επιτροπή να τους καταβάλει τους τόκους υπερημερίας που είχαν ζητήσει πρωτοδίκως και των οποίων την επιδίκαση αρνήθηκε το Πρωτοδικείο. Το αίτημα αυτό ανταποκρίνεται προς τις προϋποθέσεις που θέτει το προαναφερθέν άρθρο 116. Κατά συνέπεια, η μόνη προθεσμία που ισχύει για την υποβολή αιτήσεως ανταναιρέσεως είναι η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 115, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου για την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως, δηλαδή προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως.
73 Δεδομένου ότι η προθεσμία αυτή τηρήθηκε εν προκειμένω, η ανταναίρεση είναι παραδεκτή. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστούν οι δύο λόγοι ανταναιρέσεως, με τους οποίους οι υπάλληλοι βάλλουν κατά του γεγονότος ότι με την απόφαση του Πρωτοδικείου δεν τους επιδικάστηκαν τόκοι υπερημερίας και ότι για την εκτίμηση της ζημίας δεν ελήφθη υπόψη το έτος 1982.
Επί του πρώτου λόγου ανταναιρέσεως των υπαλλήλων, ο οποίος στηρίζεται στην παραβίαση των γενικών αρχών περί αποζημιώσεως
74 Οι υπάλληλοι τονίζουν ότι χρειάστηκε να παρέλθουν περισσότερα από οκτώ έτη για την εκκαθάριση των καθυστερουμένων αποδοχών που τους οφείλονταν. Οι υπάλληλοι ισχυρίζονται ότι, αν δεν επιδικάζονται τόκοι υπερημερίας, οι υπάλληλοι δεν διαθέτουν κανένα όπλο κατά της εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων καθυστερήσεως της εκδόσεως μιας κανονιστικής πράξεως πέραν μιας εύλογης προθεσμίας. Συνεπώς, τα κοινοτικά αυτά όργανα θα μπορούσαν να ενδώσουν στον πειρασμό να αναβάλλουν επ' αόριστον τη θέσπιση των σχετικών μέτρων, παρά την αρχή που διακηρύσσει το άρθρο 65, παράγραφος 2, του ΚΥΚ και η οποία τους επιβάλλει την υποχρέωση να ενεργούν εγκαίρως. Εξάλλου, η Επιτροπή έχει καταβάλει τόκους υπερημερίας σε πολλές εκατοντάδες υπαλλήλων, οι οποίοι στη συνέχεια παραιτήθηκαν από τη δίκη.
75 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. 'Οπως αναφέρθηκε ήδη στην παρούσα απόφαση (σκέψη 53), οι τόκοι υπερημερίας αρχίζουν να τρέχουν, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, από τον χρόνο κατά τον οποίο η απαίτηση των υπαλλήλων καθίσταται βεβαία ή προσδιορίσιμη, δηλαδή εν προκειμένω από την έκδοση του κανονισμού 3294/88.
76 Το γεγονός εξάλλου ότι η Επιτροπή κατέβαλε τέτοιους τόκους υπερημερίας σε ορισμένους υπαλλήλους, χωρίς να έχει καμία νομική υποχρέωση προς τούτο, δεν αναιρεί το ανωτέρω συμπέρασμα.
77 Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ανταναιρέσεως των υπαλλήλων πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου ανταναιρέσεως των υπαλλήλων, ο οποίος στηρίζεται στην αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της αποφάσεως και στην παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
78 Οι υπάλληλοι ισχυρίζονται επιπλέον ότι, αν και το Πρωτοδικείο δέχθηκε, με τη σκέψη 39, ότι η Επιτροπή διέθετε ήδη τον Ιανουάριο 1982 τα κρίσιμα έγγραφα της Στατιστικής Υπηρεσίας, με το διατακτικό του επιδίκασε αποζημίωση για την απώλεια αγοραστικής δυνάμεως μόνο για τον μετά το 1984 χρόνο και αρνήθηκε την επιδίκαση οποιασδήποτε αποζημιώσεως για τα τρία προηγούμενα έτη. Κατά συνέπεια, υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της αποφάσεως. Επιπλέον, η άρνηση επιδικάσεως αποζημιώσεως για την απώλεια αγοραστικής δυνάμεως που υπέστησαν οι υπάλληλοι επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα αντιβαίνει προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ των υπαλλήλων της Κοινότητας, οι αμοιβές των οποίων καταβάλλονται σε διάφορα νομίσματα.
79 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Ο λόγος ανταναιρέσεως αυτός, όπως διατυπώνεται ανωτέρω, περιορίζεται στην αμφισβήτηση της ορθότητας της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου σχετικά με τον χρόνο κατά τον οποίο μπορούσε και έπρεπε να εκδοθεί ο επίμαχος κανονισμός. 'Οπως αποφάνθηκε ήδη το Δικαστήριο ανωτέρω (σκέψη 49), η εκτίμηση αυτή αφορά μόνο τα πραγματικά περιστατικά και δεν υπόκειται συνεπώς σε αναίρεση.
80 Οι υπάλληλοι ισχυρίζονται επίσης ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη ότι η αποζημίωση που επιδικάστηκε για την απώλεια αγοραστικής δυνάμεως μεταξύ 1984 και 1988 θα χάσει και αυτή μέρος της αξίας της μεταξύ 1988 και της ημερομηνίας καταβολής της σε εκτέλεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
81 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. 'Οπως διαπιστώθηκε ανωτέρω στη σκέψη 66, το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμά, εντός των ορίων του αιτήματος της αγωγής, τον τρόπο και την έκταση της αποκαταστάσεως της ζημίας.
82 Ο δεύτερος λόγος ανταναιρέσεως πρέπει συνεπώς επίσης να απορριφθεί.
83 Απ' όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η ανταναίρεση που άσκησαν οι υπάλληλοι πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
84 Κατά το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, στις διαφορές μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της το άρθρο 70 του ίδιου αυτού Κανονισμού έχει εφαρμογή μόνο επί των αναιρέσεων που ασκούν τα όργανα. Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 69, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο.
85 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy