Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινωνική πολιτική * Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως * Οδηγία 79/7 * Διατήρηση στον τρόπο υπολογισμού της συντάξεως γήρατος διαφοράς ανάλογα με το φύλο, παρά τον καθορισμό ίδιας ηλικίας συνταξιοδοτήσεως * Δεν επιτρέπεται
(Οδηγία 79/7 του Συμβουλίου, άρθρα 4 PAR 1 και 7 PAR 1)
2. Κοινωνική πολιτική * Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως * Οδηγία 79/7 * Άρθρο 4, παράγραφος 1 * Άμεσο αποτέλεσμα * Έκταση
(Oδηγία 79/7 του Συμβουλίου, άρθρο 4 PAR 1)
Περίληψη
1. Tα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν επιτρέπουν να διατηρείται σε ισχύ, βάσει εθνικής ρυθμίσεως η οποία επιτρέπει στους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες, να συνταξιοδοτούνται από την ίδια ηλικία, ένας τρόπος υπολογισμού της συντάξεως ο οποίος διαφέρει ανάλογα με το φύλο, εφόσον η διαφορά αυτή απορρέει από τη διαφορά ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως που ίσχυε προηγουμένως.
2. Από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, για να εμποδίζουν την εφαρμογή οποιασδήποτε εθνικής διατάξεως που δεν συνάδει προς το εν λόγω άρθρο.
Σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, η κατηγορία που υφίσταται δυσμενή διάκριση δικαιούται να ζητήσει να υπαχθεί στο ίδιο καθεστώς με την ευνοούμενη κατηγορία που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση, καθεστώς το οποίο αποτελεί, σε περίπτωση μη ορθής εφαρμογής της οδηγίας, το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-154/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Arbeidsrechtbank Antwerpen (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Remi van Cant
και
Rijksdienst voor pensioenen,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* το Rijksdienst voor pensioenen, εκπροσωπούμενο από τον W. de Meyer, αναπληρωτή γενικό διευθυντή,
* η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Devadder, διευθυντή στο Υπουργείο Εξωτερικών,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την K. Banks και τον P. van Nuffel, μέλη της Nομικής Yπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Rijksdienst voor pensioenen, εκπροσωπούμενου από τον J. C. A. De Clerk, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον P. van Nuffel, μέλος της Nομικής Yπηρεσίας, κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μαρτίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Μαΐου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 23ης Απριλίου 1992, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Μαΐου 1992, το Arbeidsrechtbank Antwerpen υπέβαλε, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Remi van Cant και του Rijksdienst voor pensioenen (της Εθνικής Υπηρεσίας Συντάξεων, στο εξής: Rijksdienst) σχετικά με τον υπολογισμό της συντάξεως που χορήγησε το Rijksdienst στον van Cant.
3 Το βελγικό βασιλικό διάταγμα 50, της 24ης Οκτωβρίου 1967, σχετικά με τις συντάξεις γήρατος και τις συντάξεις επιζώντων των μισθωτών [Moniteur belge (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βελγίου) της 27ης Οκτωβρίου 1967, σ. 11258] καθόρισε ως κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεως το 65ο έτος της ηλικίας για τους άνδρες και το 60ό έτος της ηλικίας για τις γυναίκες. Το δικαίωμα συντάξεως αποκτάται, για κάθε ημερολογιακό έτος, κατ' αναλογία κλάσματος των αποδοχών, του οποίου ο παρονομαστής δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από 45 για τους άνδρες και από 40 για τις γυναίκες.
4 Ο νόμος της 20ής Ιουλίου 1990, περί θεσπίσεως διαφοροποιημένης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των εργαζομένων και της προσαρμογής των συντάξεων των εργαζομένων προς την εξέλιξη του γενικού βιοτικού επιπέδου (Moniteur belge της 15ης Αυγούστου 1990, σ. 15875), επιτρέπει σε όλους τους μισθωτούς, άνδρες και γυναίκες, να συνταξιοδοτούνται μόλις συμπληρώσουν το 60ό έτος. Πάντως, ο νόμος αυτός δεν μεταβάλλει το σύστημα υπολογισμού του ύψους της συντάξεως, το οποίο θεσπίστηκε με το βασιλικό διάταγμα 50.
5 Ο Remi van Cant, αφού συμπλήρωσε το 65ο έτος της ηλικίας του, λαμβάνει από την 1η Ιουνίου 1991 σύνταξη, της οποίας το ύψος υπολογίστηκε από το Rijksdienst βάσει των 45 ευνοϊκότερων ημερολογιακών ετών της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του.
6 Ο Remi van Cant άσκησε ενώπιον του Arbeidsrechtbank Antwerpen προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως με την οποία το Rijksdienst καθόρισε το ύψος της συντάξεως, ισχυριζόμενος ότι η μέθοδος υπολογισμού της συντάξεως, η οποία εφαρμόζεται για τις εργαζόμενες γυναίκες και κατά την οποία λαμβάνονται υπόψη τα 40 ευνοϊκότερα έτη της σταδιοδρομίας της εργαζομένης, θα είχε ως αποτέλεσμα τη χορήγηση μεγαλύτερης συντάξεως από αυτή που του χορηγήθηκε.
7 Στο πλαίσιο της προσφυγής αυτής το Arbeidsrechtbank Antwerpen αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί των ακόλουθων προδικαστικών ερωτημάτων:
"1) Συνιστά ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων των ανδρών που έχουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα δυσμενή διάκριση λόγω φύλου κατά την έννοια του άρθρου 4 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, όταν προβλέπεται άλλος τρόπος υπολογισμού για τις συντάξεις των γυναικών που έχουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, ο οποίος μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη χορήγηση μεγαλύτερης συντάξεως για την ίδια σταδιοδρομία, επειδή συγκεκριμένα οι συντάξεις των ανδρών υπολογίζονται κατ' αναλογία του 1/45 x 60 % ή 75 % των κατ' αποκοπή/πλασματικών/πραγματικών αποδοχών κάθε λαμβανομένου υπόψη ημερολογιακού έτους της σταδιοδρομίας, ενώ ο υπολογισμός αυτός για τις γυναίκες γίνεται κατ' αναλογία του 1/40 x 60 % ή 75 % των ίδιων αποδοχών και επειδή * ενδεχομένως * λαμβάνονται υπόψη τα 45 ευνοϊκότερα έτη της επαγγελματικής σταδιοδρομίας, όταν πρόκειται για άνδρες, και τα 40 ευνοϊκότερα έτη, όταν πρόκειται για γυναίκες, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του γεγονότος ότι οι συντάξεις των ανδρών και των γυναικών μπορούν, κατ' επιλογή του ενδιαφερομένου, να αρχίσουν να καταβάλλονται την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: έχει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, απευθείας εφαρμογή, υπό τις περιστάσεις της παρούσας διαφοράς;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: συνεπάγεται αυτό ότι οι συντάξεις των ανδρών που έχουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα πρέπει να υπολογίζονται βάσει των ευνοϊκότερων κανόνων υπολογισμού, οι οποίοι επί του παρόντος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του νόμου της 20ής Ιουλίου 1990, περί θεσπίσεως διαφοροποιημένης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των εργαζομένων και της προσαρμογής των συντάξεων των εργαζομένων στην εξέλιξη του γενικού βιοτικού επιπέδου, εφαρμόζονται αποκλειστικά στις γυναίκες που έχουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα;"
8 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
9 Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να πληροφορηθεί αν τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 7, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας οδηγίας 79/7 δεν επιτρέπουν να διατηρείται σε ισχύ, βάσει εθνικής ρυθμίσεως η οποία επιτρέπει στους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες, να συνταξιοδοτούνται από την ίδια ηλικία, ένας τρόπος υπολογισμού της συντάξεως, που διαφέρει ανάλογα με το φύλο, εφόσον η διαφορά απορρέει από τη διαφορά ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως που ίσχυε κατά την προηγούμενη ρύθμιση.
10 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, επιβάλλεται εξαρχής η υπόμνηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας οδηγίας 79/7 απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω φύλου, όσον αφορά τον υπολογισμό των παροχών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι παροχές λόγω γήρατος.
11 Πρέπει να προστεθεί ότι μια εθνική νομοθεσία, όπως αυτή που περιγράφει το αιτούν δικαστήριο, η οποία προβλέπει διαφορετικό τρόπο υπολογισμού των συντάξεων γήρατος, ανάλογα με το φύλο των εργαζομένων, επάγεται δυσμενή διάκριση, κατά την έννοια της προπαρατεθείσας οδηγίας 79/7.
12 Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι η δυσμενής αυτή διάκριση μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της προπαρατεθείσας οδηγίας 79/7, κατά το οποίο η οδηγία αυτή δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής της τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων εν γένει και τις συνέπειες που είναι δυνατόν να προκύψουν για άλλες παροχές.
13 Σε περίπτωση που η εθνική ρύθμιση έχει καταργήσει τη διαφορά της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που υφίστατο μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών * πραγματικό στοιχείο του οποίου η διαπίστωση εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο * δεν μπορεί πλέον να γίνει επίκληση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της προπαρατεθείσας οδηγίας 79/7, προκειμένου να δικαιολογηθεί η διατήρηση μιας διαφοράς ως προς τον τρόπο υπολογισμού της συντάξεως, η οποία απέρρεε από τη διαφορά ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Arbeidsrechtbank Antwerpen πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 7, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας οδηγίας 79/7 δεν επιτρέπουν να διατηρείται σε ισχύ, βάσει εθνικής ρυθμίσεως η οποία επιτρέπει στους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες, να συνταξιοδοτούνται από την ίδια ηλικία, ένας τρόπος υπολογισμού της συντάξεως, ο οποίος διαφέρει ανάλογα με το φύλο, εφόσον η διαφορά αυτή απορρέει από τη διαφορά ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως που ίσχυε προηγουμένως.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
15 Με το δεύτερο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν οι ιδιώτες μπορούν, από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 79/7 στο εσωτερικό δίκαιο, να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το άρθρο 4, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας οδηγίας για να εμποδίσουν την εφαρμογή οποιασδήποτε εθνικής διατάξεως που δεν συνάδει προς το εν λόγω άρθρο.
16 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες προκύπτει ότι οι διατάξεις μιας οδηγίας δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι επαρκώς ακριβείς κατά το περιεχόμενό τους, οι ιδιώτες μπορούν, μολονότι δεν έχουν ληφθεί εμπροθέσμως εκτελεστικά μέτρα, να τις επικαλούνται έναντι οποιασδήποτε εθνικής διατάξεως που δεν είναι σύμφωνη με την οδηγία (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 71/85, Federatie Nederlandse Vakbeweging, Συλλογή 1986, σ. 3855, σκέψη 13).
17 Όσον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της προπαρατεθείσας οδηγίας 79/7, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι το άρθρο αυτό δεν παρέχει καθόλου στα κράτη μέλη την ευχέρεια να εξαρτήσουν από όρους ή να περιορίσουν την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ως προς τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του και ότι η διάταξη αυτή είναι επαρκώς σαφής και απαλλαγμένη αιρέσεων, ώστε οι ιδιώτες να μπορούν να την επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών, προκειμένου να αποκρούσουν την εφαρμογή κάθε εθνικής διατάξεως ασυμβίβαστης προς το εν λόγω άρθρο (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Federatie Nederlandse Vakbeweging, σκέψη 21 απόφαση της 24ης Μαρτίου 1987, 286/85, Mc Dermott και Cotter, Συλλογή 1987, σ. 1453, σκέψη 14 απόφαση της 24ης Ιουνίου 1987, 384/85, Borrie Clarke, Συλλογή 1987, σ. 2865, σκέψη 9).
18 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το άρθρο 4, παράγραφος 1, της προπαρατεθείσας οδηγίας 79/7, για να εμποδίζουν την εφαρμογή οποιασδήποτε εθνικής διατάξεως που δεν συνάδει προς το εν λόγω άρθρο.
Επί του τρίτου ερωτήματος
19 Με το τρίτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν, σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, της προπαρατεθείσας οδηγίας 79/7, η κατηγορία εργαζομένων που υφίσταται δυσμενή διάκριση δικαιούται να ζητήσει να εφαρμοστεί και σε αυτήν το ίδιο σύστημα που ισχύει για την ευνοούμενη κατηγορία.
20 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι με την προπαρατεθείσα απόφαση Mc Dermott και Cotter το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, έως ότου το κράτος μέλος εκδώσει τα αναγκαία εκτελεστικά μέτρα, οι γυναίκες έχουν το δικαίωμα να υπάγονται στο ίδιο καθεστώς με τους άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, καθεστώς που, ενόσω δεν έχει εκτελεστεί η οδηγία, εξακολουθεί να παραμένει το μόνο ισχύον σύστημα αναφοράς.
21 Η διαπίστωση αυτή, στην οποία προέβη το Δικαστήριο για την περίπτωση που οι εργαζόμενες γυναίκες υφίστανται δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους άνδρες εργαζόμενους, ισχύει όποια και αν είναι η κατηγορία που υφίσταται τη δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.
22 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, η κατηγορία που υφίσταται δυσμενή διάκριση δικαιούται να ζητήσει να υπαχθεί στο ίδιο καθεστώς με την ευνοούμενη κατηγορία που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση, καθεστώς το οποίο αποτελεί, σε περίπτωση μη ορθής εφαρμογής της οδηγίας, το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 23ης Απριλίου 1992 το Arbeidsrechtbank Antwerpen, αποφαίνεται:
1) Tα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν επιτρέπουν να διατηρείται σε ισχύ, βάσει εθνικής ρυθμίσεως η οποία επιτρέπει στους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες, να συνταξιοδοτούνται από την ίδια ηλικία, ένας τρόπος υπολογισμού της συντάξεως ο οποίος διαφέρει ανάλογα με το φύλο, εφόσον η διαφορά αυτή απορρέει από τη διαφορά ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως που ίσχυε κατά την προηγούμενη ρύθμιση.
2) Από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, για να εμποδίζουν την εφαρμογή οποιασδήποτε εθνικής διατάξεως που δεν συνάδει προς το εν λόγω άρθρο.
3) Σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, η κατηγορία που υφίσταται δυσμενή διάκριση δικαιούται να ζητήσει να υπαχθεί στο ίδιο καθεστώς με την ευνοούμενη κατηγορία που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση, καθεστώς το οποίο αποτελεί, σε περίπτωση μη ορθής εφαρμογής της οδηγίας, το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς.
Full & Egal Universal Law Academy