Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Ποσοτικοί περιορισμοί * Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος * Εθνική νομοθετική ρύθμιση που επιφυλάσσει την πώληση γυαλιών και οπτικών ειδών στους οπτικούς
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 30)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Παρεκκλίσεις * Προστασία της δημοσίας υγείας * Εθνική νομοθετική ρύθμιση που επιφυλάσσει την πώληση των φακών επαφής και των συναφών προϊόντων στους οπτικούς * Δικαιολόγηση
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 36)
Περίληψη
1. Το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι αντίκειται προς εθνική νομοθετική ρύθμιση που επιφυλάσσει την πώληση γυαλιών και οπτικών ειδών υπέρ των κατόχων διπλώματος οπτικού.
Πράγματι, μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση, που αναθέτει σε συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία τη διανομή ορισμένων προϊόντων, είναι ικανή, επειδή κατευθύνει τις πωλήσεις, να επηρεάσει τις δυνατότητες εμπορίας των εισαγομένων προϊόντων και μπορεί, υπ' αυτές τις συνθήκες, να αποτελέσει μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως.
2. Το άρθρο 36 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι μια εθνική νομοθετική ρύθμιση που απαγορεύει την πώληση των φακών επαφής και των συναφών προϊόντων σε εμπορικές εκμεταλλεύσεις, των οποίων η διεύθυνση ή η διαχείριση δεν ανήκει σε πρόσωπα που πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος του οπτικού, δικαιολογείται για λόγους προστασίας της δημοσίας υγείας.
Πράγματι, μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση, επιφυλάσσοντας σε επιχειρηματίες με συγκεκριμένα προσόντα, κατόχους επαγγελματικού διπλώματος, την πώληση των προϊόντων αυτών, εξυπηρετεί τον σκοπό της προστασίας της δημοσίας υγείας, την οποία είναι ικανή να εξασφαλίσει, και δεν υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-271/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του γαλλικού Cour de cassation, τμήμα εμπορικών και χρηματοοικονομικών διαφορών, προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Laboratoire de protheses oculaires (LPO)
και
Union nationale des syndicats d' opticiens de France (UNSOF),
Groupement d' opticiens lunetiers detaillants (GOLD),
Syndicat des opticiens francais independants (SOFI) και
Syndicat national des adaptateurs d' optique de contact (SNADOC),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η εταιρία LPO, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Levis, δικηγόρο Παρισιού,
* η union nationale des syndicats d' opticiens de France (UNSOF) και το syndicat national des adaptateurs d' optique de contact (SNADOC), διά του εκπροσώπου τους Α. Monod, δικηγόρο Παρισιού,
* το syndicat des opticiens francais independants (SOFI) και το groupement d' opticiens-lunetiers detaillants (GOLD), εκπροσωπούμενα από τους Thiriez και Brueder, δικηγόρους Παρισιού,
* η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον P. Pouzoulet, υποδιευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την H. Duchene, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στο ίδιο υπουργείο,
* η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Φ. Γεωργακόπουλο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Pellicer, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τη V. Melgar, εθνική υπάλληλο που έχει τεθεί στη διάθεση της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της εταιρίας LPO, της union nationale des syndicats d' opticiens de France (UNSOF) και του syndicat national des adaptateurs d' optique de contact (SNADOC), του syndicat des opticiens francais independants (SOFI) και του groupement d' opticiens lunetiers detaillants (GOLD), της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 4ης Φεβρουαρίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Μαρτίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 2ας Ιουνίου 1992, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Ιουνίου 1992, το Cour de cassation υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης, όσον αφορά τον γαλλικό Code de la sante publique (κώδικα δημοσίας υγείας), που απαγορεύει την πώληση γυαλιών από πρόσωπα που δεν είναι κάτοχοι διπλώματος οπτικού ή ισοδυνάμου τίτλου.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας LPO, που εμπορεύεται φακούς επαφής, ενδοοφθαλμικά εμφυτεύματα και συναφή προϊόντα, και διαφόρων επαγγελματικών οργανώσεων οπτικών που θεωρούν ότι η εταιρία LPO παραβιάζει τις διατάξεις του Code de la sante publique που αφορούν την πώληση των προϊόντων αυτών.
3 Το Cour de cassation, εκδικάζοντας τη διαφορά αυτή σε τελευταίο βαθμό, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί των ακολούθων προδικαστικών ερωτημάτων:
"1) 'Εχει το άρθρο 30 της Συνθήκης την έννοια ότι εφαρμόζεται στις πωλήσεις φακών επαφής και των συναφών προϊόντων, οι οποίες υπόκεινται σε προϋποθέσεις όμοιες με αυτές που προβλέπουν τα άρθρα 505 και 508 του Code de la sante publique, που επιφυλάσσουν την πώληση γυαλιών και άλλων οπτικών ειδών υπέρ των κατόχων διπλώματος οπτικού;
2) Μπορεί η νομοθετική αυτή ρύθμιση να δικαιολογηθεί με βάση τις επιτακτικές ανάγκες της προστασίας των καταναλωτών ή της προστασίας της υγείας και της ζωής των προσώπων, όπως αυτές προβλέπονται στο άρθρο 36 της Συνθήκης;"
4 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
5 Πρέπει προκαταρκτικά να παρατηρηθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει κοινούς ή εναρμονισμένους κανόνες που να διέπουν τη διανομή των φακών επαφής. Κατά συνέπεια, ο καθορισμός των διατάξεων που εφαρμόζονται στον τομέα αυτόν εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, υπό τον όρο τηρήσεως των διατάξεων της Συνθήκης και, ιδίως, εκείνων που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
6 Από τη δικογραφία της υποθέσεως της κύριας δίκης και από τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η γαλλική νομοθετική ρύθμιση που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης εφαρμόζεται χωρίς διάκριση στα εθνικά και στα εισαγόμενα προϊόντα και δεν επηρεάζει άμεσα τις εισαγωγές.
7 Εντούτοις, δεδομένου ότι πρόκειται για μια νομοθετική ρύθμιση που απαγορεύει ορισμένες μορφές εμπορίας, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι μια εθνική νομοθετική ρύθμιση που αναθέτει σε συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία τη διανομή ορισμένων προϊόντων, είναι ικανή, επειδή κατευθύνει τις πωλήσεις, να επηρεάσει τις δυνατότητες εμπορίας των εισαγομένων προϊόντων και μπορεί, υπ' αυτές τις συνθήκες, να αποτελέσει μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης (αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1991, C-369/88, Delattre, Συλλογή 1991, σ. Ι-1487, σκέψη 51, και C-60/89, Monteil, Συλλογή 1991, σ. Ι-1547, σκέψη 38).
8 Επομένως, μια νομοθετική ρύθμιση όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η οποία επιφυλάσσει την πώληση των φακών επαφής και των συναφών προϊόντων σε ειδικευμένα ενδιάμεσα πρόσωπα, μπορεί να επηρεάσει τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές.
9 Στο πρώτο ερώτημα πρέπει επομένως να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι αντίκειται προς εθνική νομοθετική ρύθμιση που επιφυλάσσει την πώληση γυαλιών και οπτικών ειδών υπέρ των κατόχων διπλώματος οπτικού.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
10 'Οσον αφορά τη δικαιολόγηση μιας τέτοιας νομοθετικής ρυθμίσεως βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης για λόγους που αφορούν την προστασία της δημοσίας υγείας, από τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-1/90 και C-176/90, Aragonesa, Συλλογή 1991, σ. Ι-4151, σκέψη 16) προκύπτει ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη, ελλείψει κοινών ή εναρμονισμένων κανόνων, να καθορίζουν το επιθυμητό επίπεδο προστασίας της δημοσίας υγείας και τον τρόπο επιτεύξεώς του. Τούτο όμως πρέπει να γίνεται εντός των ορίων που έχει θέσει η Συνθήκη και υπό την προϋπόθεση ιδίως ότι τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.
11 Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί ότι μια εθνική νομοθετική ρύθμιση που επιφυλάσσει την πώληση προϊόντων που προορίζονται για τη διόρθωση των ελαττωμάτων μιας λειτουργίας του ανθρωπίνου οργανισμού σε επιχειρηματίες με συγκεκριμένα προσόντα, κατόχους σχετικού επαγγελματικού διπλώματος, εξυπηρετεί σκοπό προστασίας της δημοσίας υγείας. Πράγματι, η πώληση των φακών επαφής, ακόμη και αν η συνταγή εμπίπτει στην αρμοδιότητα του οφθαλμιάτρου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εμπορική δραστηριότητα όμοια με οποιαδήποτε άλλη, διότι ο πωλητής πρέπει να είναι σε θέση να παράσχει στους καταναλωτές πληροφορίες σχετικά με τη χρήση και τη συντήρηση των φακών επαφής.
12 Σημειωτέον επίσης ότι μια νομοθετική ρύθμιση όπως αυτή την οποία αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Πράγματι, το γεγονός ότι η πώληση των φακών επαφής και των συναφών προϊόντων επιτρέπεται μόνο στους οπτικούς είναι ικανό να εξασφαλίσει την προστασία της δημοσίας υγείας. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
13 Στο δεύτερο ερώτημα πρέπει επομένως να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι μια εθνική νομοθετική ρύθμιση που απαγορεύει την πώληση των φακών επαφής και των συναφών προϊόντων σε εμπορικές εκμεταλλεύσεις, των οποίων η διεύθυνση ή η διαχείριση δεν ανήκει σε πρόσωπα που πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος του οπτικού, δικαιολογείται για λόγους προστασίας της δημοσίας υγείας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
14 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με απόφαση της 2ας Ιουνίου 1992, το Cour de cassation, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι αντίκειται προς εθνική νομοθετική ρύθμιση που επιφυλάσσει την πώληση γυαλιών και οπτικών ειδών υπέρ των κατόχων διπλώματος οπτικού.
2) Το άρθρο 36 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι μια εθνική νομοθετική ρύθμιση που απαγορεύει την πώληση των φακών επαφής και των συναφών προϊόντων σε εμπορικές εκμεταλλεύσεις, των οποίων η διεύθυνση ή η διαχείριση δεν ανήκει σε πρόσωπα που πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος του οπτικού, δικαιολογείται για λόγους προστασίας της δημοσίας υγείας.
Full & Egal Universal Law Academy