Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων * Ειδικές δικαιοδοσίες * Δικαστήριο του τόπου εκπληρώσεως της συμβατικής υποχρεώσεως * Καθορισμός του τόπου εκπληρώσεως σύμφωνα με το ουσιαστικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου ενδεχομένως του ενιαίου δικαίου όσον αφορά τη διεθνή πώληση, εφαρμοζομένου σύμφωνα με τους κανόνες Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου του επιληφθέντος δικαστηρίου
(Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, άρθρο 5, σημείο 1, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978)
Περίληψη
Ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής που χρησιμεύει ως βάση της αγωγής επιλέχθηκε ως κριτήριο διεθνούς δικαιοδοσίας στο άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις επειδή, καθώς είναι συγκεκριμένος και σαφής, ενσωματώνεται στον γενικό σκοπό της Συμβάσεως που συνίσταται στη θέσπιση κανόνων διασφαλιζόντων βεβαιότητα ως προς την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων εθνικών δικαστηρίων, ενώπιον των οποίων μπορεί να αχθεί μια διαφορά εκ συμβάσεως. Το κριτήριο αυτό καθιστά δυνατό να εναχθεί ο εναγόμενος ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή στην οποία βασίζεται η αγωγή, ακόμη και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το κατά τον τρόπο αυτόν υποδεικνυόμενο δικαστήριο δεν είναι αυτό που έχει το πιο στενό συνδετικό στοιχείο με τη διαφορά.
Το επιληφθέν δικαστήριο πρέπει να ορίσει, δυνάμει των κανόνων του εθνικού του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, ποιος νόμος εφαρμόζεται στην επίδικη έννομη σχέση, συμπεριλαμβανομένου, ενδεχομένως, ενός ενιαίου νόμου, και να καθορίσει, σύμφωνα με τον νόμο αυτό, τον τόπο εκπληρώσεως της επίδικης συμβατικής παροχής. Επομένως, το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση σχετικά με την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση αγωγής περί καταβολής, ασκηθείσας από τον προμηθευτή κατά του πελάτη του βάσει συμβάσεως έργου, ο τόπος εκπληρώσεως της υποχρεώσεως προς καταβολή της αμοιβής πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την επίδικη παροχή σύμφωνα με τους κανόνες Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου του επιληφθέντος της διαφοράς δικαστηρίου, ακόμη και όταν οι κανόνες αυτοί παραπέμπουν στην επί της συμβάσεως εφαρμογή διατάξεων όπως αυτές του ενιαίου νόμου περί της διεθνούς πωλήσεως κινητών ενσωμάτων αντικειμένων, που είναι προσαρτημένος στη Σύμβαση της Χάγης, της 1ης Ιουλίου 1964.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-288/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesgerichtshof (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, δυνάμει του Πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971, για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Custom Made Commercial Ltd
και
Stawa Metallbau GmbH,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 5, σημείο 1, και 17, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (JΟ 1972, L 299, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 σχετικά με την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (JΟ L 304, σ. 1, και - τροποποιηθέν κείμενο - σ. 77),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida και M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη (εισηγητή), F. A. Schockweiler, F. Grevisse, M. Zuleeg, P. J. G. Kapteyn και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον καθηγητή Δρ. Christof Boehmer, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον καθηγητή L. Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον O. Fiumara, avvocato dello Stato,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον P. van Nuffel, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Wolf-Dietrich Krause-Ablass, δικηγόρο Duesseldorf,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιανουαρίου 1994,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 26ης Μαρτίου 1992, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Ιουνίου 1992, το Bundesgerichtshof (Γερμανία) υπέβαλε, δυνάμει του Πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971, για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (JO 1972, L 299, σ. 32, στο εξής: Σύμβαση), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 σχετικά με την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (JΟ L 304, σ. 1, και - τροποποιηθέν κείμενο - σ. 77), διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 5, σημείο 1, και 17, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Stawa Metallbau GmbH (στο εξής: Stawa), με έδρα το Bielefeld (Γερμανία), και της εταιρίας Custom Made Commercial Ltd (στο εξής: Custom Made), με έδρα το Λονδίνο, ως προς την πληρωμή, στην οποία μερικώς μόνο προέβη η τελευταία αυτή εταιρία, σε εκτέλεση συμβάσεως παραδόσεως παραθύρων και θυρών που η Stawa όφειλε να κατασκευάσει.
3 Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι στις 6 Μαΐου 1988, στο Λονδίνο, κατόπιν των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν στην αγγλική γλώσσα, η Stawa ανέλαβε προφορικά την υποχρέωση να παραδώσει τα εμπορεύματα στην Custom Μade. Τα εμπορεύματα προορίζονταν για ένα κτιριακό συγκρότημα ευρισκόμενο στο Λονδίνο. Η σύμβαση - η πρώτη που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων - όριζε ότι η πληρωμή θα επραγματοποιείτο σε λίρες Αγγλίας.
4 Η Stawa επιβεβαίωσε τη σύναψη της συμβάσεως με έγγραφο της 9ης Μαΐου 1988, συνταχθέν στα αγγλικά, στο οποίο είχε επισυνάψει για πρώτη φορά τους γενικούς της όρους πωλήσεως, διατυπωμένους στα γερμανικά. Το άρθρο 8 των γενικών αυτών όρων ανέφερε ότι, για όλες τις μεταξύ των μερών διαφορές, ο τόπος εκπληρώσεως είναι το Bielefeld, το δε αρμόδιο δικαστήριο βρίσκεται εκεί. Η Custom Made δεν προέβαλε καμία αντίρρηση όσον αφορά τους γενικούς αυτούς όρους.
5 Επειδή η Custom Made προέβη σε μερική μόνο πληρωμή, η Stawa άσκησε αγωγή για την καταβολή του υπολοίπου ενώπιον του Landgericht Bielefeld. Στις 13 Δεκεμβρίου 1989, το εν λόγω δικαστήριο εξέδωσε ερήμην απόφαση καταδικάζοντας την Custom Made να καταβάλει στη Stawa εντόκως το ποσό των 144 742,08 αγγλικών λιρών (UKL).
6 Η Custom Made άσκησε ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής, προβάλλοντας ιδίως την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των γερμανικών δικαστηριών. Στις 9 Μαΐου 1990, το Landgericht Bielefeld εξέδωσε απόφαση περί του παραδεκτού της αγωγής της Stawa, προτού αποφανθεί επί της ουσίας.
7 Η Custom Made άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Oberlandesgericht Hamm και επικαλέστηκε εκ νέου την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των γερμανικών δικαστηρίων.
8 Το Oberlandesgericht απέρριψε την έφεση αυτή με απόφαση της 8ης Μαρτίου 1991, στηρίζοντας τη διεθνή δικαιοδοσία των γερμανικών δικαστηρίων στο άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως, σε συνδυασμό με το άρθρο 59, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ενιαίου νόμου περί της διεθνούς πωλήσεως κινητών ενσωμάτων αντικειμένων, προσαρτημένου στη Σύμβαση της Χάγης, της 1ης Ιουλίου 1964 (834, Rec. des traites des Nations unies, 1972, σ. 107 επ.), το οποίο προβλέπει ότι ο αγοραστής οφείλει να καταβάλει το τίμημα στον πωλητή στο κατάστημά του ή, ελλείψει αυτού, στη συνήθη κατοικία του.
9 Η Custom Made, αμφισβητούσα την απόφαση του Oberlandesgericht, άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesgerichtshof.
10 Κρίνοντας ότι η διαφορά ήγειρε ζητήματα ερμηνείας της Συμβάσεως, το Bundesgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί προδικαστικώς επί των ακολούθων ερωτημάτων:
"1) α) Πρέπει ο κατά το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών τόπος εκπληρώσεως να ορίζεται σύμφωνα με το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την επίδικη παροχή κατά τους κανόνες του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου του επιληφθέντος της διαφοράς δικαστηρίου ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία πρόκειται για την βάσει συμβάσεως έργου αγωγή προμηθευτή κατά αγοραστή για την πληρωμή της αμοιβής, η εν λόγω δε σύμβαση έργου, σύμφωνα με τους κανόνες του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου του επιληφθέντος της διαφοράς δικαστηρίου, υπόκειται στον ενιαίο νόμο περί πωλήσεως και, συνεπώς, ο τόπος εκπληρώσεως της υποχρεώσεως προς πληρωμή της αμοιβής είναι ο τόπος του καταστήματος του ενάγοντος προμηθευτή;
β) Σε περίπτωση που το Δικαστήριο απαντήσει αρνητικά στο ερώτημα 1, υπό στοιχείο α):
Πώς πρέπει να ορίζεται ο κατά το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών τόπος εκπληρώσεως σ' αυτή την περίπτωση;
2) Στην περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με τις απαντήσεις στα ερωτήματα 1, υπό στοιχείο α) και 1, υπό στοιχείο β), η διεθνής δικαιοδοσία των γερμανικών δικαστηρίων δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών:
α) Μπορεί συμφωνία περί διεθνούς δικαιοδοσίας να έχει εγκύρως συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 17, πρώτη παράγραφος, δεύτερη πρόταση, τρίτη περίπτωση, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, όταν ένας προμηθευτής, μετά την προφορική σύναψη της συμβάσεως, εγγράφως επιβεβαίωσε στον αγοραστή την εν λόγω σύναψη συμβάσεως και, για πρώτη φορά, επισύναψε στο εν λόγω βεβαιωτικό έγγραφο τους γενικούς του όρους πωλήσεως, περιέχοντες ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας, ο δε πελάτης δεν προέβαλε αντιρρήσεις ως προς τη ρήτρα αυτή και στον τόπο της έδρας του πελάτη δεν υφίσταται εμπορική συνήθεια, σύμφωνα με την οποία η σιωπή έναντι αυτού του εγγράφου πρέπει να θεωρηθεί ως αποδοχή της ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας, στον δε αγοραστή αυτή η εμπορική συνήθεια επίσης δεν είναι γνωστή και πρόκειται για την πρώτη επαγγελματική επαφή μεταξύ των μερών;
β) Σε περίπτωση που το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικά στο ερώτημα 2, υπό στοιχείο α):
Ισχύει η απάντηση αυτή επίσης στην περίπτωση κατά την οποία οι περιέχοντες ρήτρα περί δικαιοδοσίας γενικοί όροι πωλήσεως έχουν συνταχθεί σε γλώσσα που είναι άγνωστη στον αγοραστή και διαφέρει από τη γλώσσα των διαπραγματεύσεων και της συμβάσεως, καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία στο συνταχθέν στη γλώσσα των διαπραγματεύσεων και της συμβάσεως βεβαιωτικό έγγραφο γίνεται μνεία γενικώς των επισυναφθέντων γενικών όρων πωλήσεως, αλλ' όχι ειδικώς της ρήτρας περί δικαιοδοσίας;
3) Σε περίπτωση που το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικώς στα ερωτήματα 2, υπό στοιχείο α) και 2, υπό στοιχείο β):
Απαγορεύει το άρθρο 17 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, στην περίπτωση ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας περιλαμβανομένης στους γενικούς όρους πωλήσεως, η οποία πληροί τις προϋποθέσεις έγκυρης συμφωνίας περί διεθνούς δικαιοδοσίας σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, επιπλέον, σύμφωνα με το εθνικό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο είναι εφαρμοστέο δυνάμει των κανόνων του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου του κράτους του επιληφθέντος δικαστηρίου, να εξεταστεί το αν η ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας έχει εγκύρως περιληφθεί στη σύμβαση;"
Επί του πρώτου ερωτήματος, υπό στοιχείο α)
11 Με το ερώτημα αυτό, διευκρινιζόμενο υπό το φως του σκεπτικού της Διατάξεως περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση αγωγής περί καταβολής ασκηθείσας από τον προμηθευτή κατά του πελάτη του βάσει συμβάσεως έργου, ο τόπος εκπληρώσεως της υποχρεώσεως προς πληρωμή πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την επίδικη παροχή σύμφωνα με το Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο του επιληφθέντος δικαστηρίου, ακόμη και όταν οι εν λόγω κανόνες παραπέμπουν στην επί της συμβάσεως εφαρμογή διατάξεων όπως αυτές του ενιαίου νόμου περί της διεθνούς πωλήσεως κινητών ενσωμάτων αντικειμένων, που είναι προσαρτημένος στη Σύμβαση της Χάγης, της 1ης Ιουλίου 1964.
12 Η Σύμβαση θεσπίζει με το άρθρο 2 τον γενικό κανόνα κατά τον οποίο η δικαιοδοσία των δικαστηρίων βασίζεται στον τόπο της κατοικίας του εναγομένου, αλλά το άρθρο 5 προβλέπει τη δικαιοδοσία και άλλων δικαστηρίων, των οποίων η επιλογή εξαρτάται από την προτίμηση του ενάγοντος. Η εν λόγω ελευθερία επιλογής θεσπίσθηκε ενόψει της υπάρξεως, σε ορισμένες σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις, συνδετικού στοιχείου ιδιαίτερα στενού μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου που καλείται να αποφανθεί επ' αυτής, αυτό δε χάριν της οικονομίας της δίκης (βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1976, 12/76, Tessili, Συλλογή τόμος 1976, σ. 533, σκέψη 13). Πάντως, το άρθρο 5 δεν θεσπίζει ως κριτήριο της επιλογής του αρμοδίου δικαστηρίου το συνδετικό στοιχείο καθαυτό. Ο ενάγων δεν έχει τη δυνατότητα να εναγάγει τον εναγόμενο ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου που έχει ένα συνδετικό στοιχείο με τη διαφορά, δεδομένου ότι το άρθρο 5 απαριθμεί περιοριστικώς τα κριτήρια συνδέσμου μιας διαφοράς με ορισμένο δικαστήριο.
13 Το άρθρο 5, σημείο 1, προβλέπει ειδικότερα ότι ο εναγόμενος μπορεί, ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, να εναχθεί ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου "όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή". Ο τόπος αυτός συνιστά συνήθως το πιο στενό συνδετικό στοιχείο μεταξύ της διαφοράς και του αρμοδίου δικαστηρίου και υπαγόρευσε την εν λόγω δωσιδικία για διαφορές εκ συμβάσεως (βλ. απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1987, 266/85, Shenavai, Συλλογή 1987, σ. 239, σκέψη 18).
14 Το συνδετικό στοιχείο μπορεί μεν να είναι ο λόγος για τον οποίο θεσπίστηκε το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως, όμως το κριτήριο που δέχθηκε η διάταξη αυτή δεν είναι το συνδετικό στοιχείο με το επιληφθέν δικαστήριο αλλά μόνο ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής που αποτελεί τη βάση της αγωγής.
15 Ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής επιλέχθηκε ως κριτήριο διεθνούς δικαιοδοσίας επειδή, καθώς είναι συγκεκριμένος και σαφής, ενσωματώνεται στον γενικό σκοπό της Συμβάσεως που συνίσταται στη θέσπιση κανόνων διασφαλιζόντων βεβαιότητα ως προς την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων εθνικών δικαστηρίων, ενώπιον των οποίων μπορεί να αχθεί μια διαφορά εκ συμβάσεως.
16 Είναι αληθές ότι υποστηρίχθηκε ότι το κριτήριο του τόπου εκπληρώσεως της παροχής, το οποίο χρησιμεύει στη συγκεκριμένη περίπτωση ως βάση της αγωγής του ενάγοντος, και ρητώς προβλέπεται από το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να καταλήγει στο να καθίσταται αρμόδιο ένα δικαστήριο που δεν έχει κανένα συνδετικό στοιχείο με τη διαφορά και ότι, σ' αυτή την περίπτωση, δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το τυπικώς προβλεφθέν κριτήριο, διότι το προκύπτον αποτέλεσμα θα είναι αντίθετο προς τον σκοπό του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως.
17 Εντούτοις, το τελευταίο αυτό επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
18 Πράγματι, η χρησιμοποίηση άλλων κριτηρίων εκτός του τόπου εκπληρώσεως, όταν αυτός καθιστά αρμόδιο ένα δικαστήριο άνευ συναφείας προς την υπόθεση, θα μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δυνατότητα προβλέψεως του αρμοδίου δικαστηρίου και, με τον τρόπο αυτό, θα είναι ασυμβίβαστη προς τον σκοπό της συμβάσεως.
19 Η αποδοχή ως μόνου κριτηρίου αρμοδιότητας η ύπαρξη συνδετικού στοιχείου μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν αντικείμενο της διαφοράς και ορισμένου δικαστηρίου θα έχει ως αποτέλεσμα να υποχρεωθεί το επιληφθέν δικαστήριο, προκειμένου να εξακριβώσει αν το στοιχείο αυτό υφίσταται, να λάβει υπόψη άλλα στοιχεία, ειδικότερα τους προβληθέντες από τον εναγόμενο ισχυρισμούς, και θα καταλήξει με τον τρόπο αυτό να καταστήσει το άρθρο 5, σημείο 1, κενό περιεχομένου.
20 Εξάλλου, αυτή η εξέταση θα είναι αντίθετη προς τους σκοπούς και το πνεύμα της Συμβάσεως που απαιτεί μια ερμηνεία του άρθρου 5 που να επιτρέπει στον εθνικό δικαστή να αποφαίνεται επί της ιδίας αρμοδιότητάς του, χωρίς να υποχρεούται να προβαίνει σε έρευνα της υποθέσεως κατ' ουσίαν (βλ. απόφαση της 22ας Μαρτίου 1983, 34/82, Peters, Συλλογή 1983, σ. 987, σκέψη 17).
21 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, ο εναγόμενος μπορεί, σε διαφορές εκ συμβάσεως, να εναχθεί ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή στην οποία βασίζεται η αγωγή, ακόμη και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το κατά τον τρόπο αυτό υποδεικνυόμενο δικαστήριο δεν είναι αυτό που έχει το πιο στενό συνδετικό στοιχείο με τη διαφορά.
22 Επομένως, πρέπει να προσδιοριστεί η προβλεπομένη από το άρθρο 5, σημείο 1, της συμβάσεως "παροχή" και να καθοριστεί ο "τόπος εκπληρώσεώς" της.
23 Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η παροχή δεν μπορεί να είναι οποιαδήποτε υποχρέωση που απορρέει από την επίδικη σύμβαση, αλλά εκείνη που αντιστοιχεί στο συμβατικό δικαίωμα επί του οποίου ερείδεται η αγωγή του ενάγοντος (βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1976, 14/76, De Bloos, Συλλογή τόμος 1976, σ. 553, σκέψεις 10 και 13).
24 Αφού δέχθηκε μια εξαίρεση για τις συμβάσεις εργασίας, που παρουσιάζουν ορισμένα ειδικά χαρακτηριστικά (βλ., ιδίως, την απόφαση της 26ης Μαΐου 1982, 133/81, Ivenel, Συλλογή 1982, σ. 1891), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε με την προαναφερθείσα απόφαση Shenavai, σκέψη 20, ότι η προβλεπομένη από το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως παροχή είναι η συμβατική παροχή που αποτελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση τη βάση της αγωγής.
25 Η ερμηνεία αυτή ενισχύθηκε κατά τη σύναψη της Συμβάσεως της 26ης Μαΐου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 285, σ. 1). Με την ευκαιρία αυτή, ο θεσπιζόμενος με το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως κανόνας, πράγματι, διατηρήθηκε με τους ίδιους όρους και συμπληρώθηκε από μια μόνη εξαίρεση σχετικά με τις συμβάσεις εργασίας, η οποία είχε ήδη γίνει δεκτή διά της ερμηνευτικής οδού από την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου.
26 Ως προς τον "τόπο εκπληρώσεως", το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι στον επιληφθέντα της διαφοράς δικαστή εναπόκειται να κρίνει, δυνάμει της Συμβάσεως, αν ο τόπος όπου η παροχή εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί βρίσκεται εντός της κατά τόπο αρμοδιότητάς του και ότι, προς τον σκοπό αυτό, πρέπει να ορίσει, δυνάμει των κανόνων του εθνικού του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, ποιος νόμος εφαρμόζεται στην επίδικη έννομη σχέση για να καθορίσει, σύμφωνα με τον νόμο αυτό, τον τόπο εκπληρώσεως της επίδικης συμβατικής παροχής (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Tessili, σκέψη 13, στην οποία αναφέρεται και η προαναφερθείσα απόφαση Shenavai, σκέψη 7).
27 Η ερμηνεία αυτή πρέπει επίσης να γίνει δεκτή στην περίπτωση κατά την οποία οι κανόνες του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου του επιληφθέντος της διαφοράς δικαστηρίου παραπέμπουν στην εφαρμογή, επί της συμβατικής σχέσεως, ενός "ενιαίου νόμου" όπως αυτός για τον οποίο πρόκειται εν προκειμένω στην κύρια δίκη.
28 Η ερμηνεία αυτή δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από μια διάταξη όπως αυτή του άρθρου 59, παράγραφος 1, του ενιαίου νόμου, κατ' εφαρμογήν της οποίας ο τόπος εκπληρώσεως της υποχρεώσεως του αγοραστή να καταβάλει το τίμημα στον πωλητή είναι αυτός του καταστήματός του ή, ελλείψει αυτού, της συνήθους κατοικίας του, με τη μόνη επιφύλαξη ότι τα συμβαλλόμενα μέρη της συμβάσεως δεν όρισαν άλλο τόπο εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής, δυνάμει του άρθρου 3 του ιδίου νόμου.
29 Από όλες τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση αγωγής περί καταβολής, ασκηθείσας από τον προμηθευτή κατά του πελάτη του βάσει συμβάσεως έργου, ο τόπος εκπληρώσεως της υποχρεώσεως προς καταβολή της αμοιβής πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την επίδικη παροχή σύμφωνα με τους κανόνες Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου του επιληφθέντος δικαστηρίου, ακόμη και όταν οι κανόνες αυτοί παραπέμπουν στην επί της συμβάσεως εφαρμογή διατάξεων όπως αυτές του ενιαίου νόμου περί της διεθνούς πωλήσεως κινητών ενσωμάτων αντικειμένων, που είναι προσαρτημένος στη Σύμβαση της Χάγης, της 1ης Ιουλίου 1964.
30 Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, υπό στοιχείο α), τα λοιπά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο δεν χρήζουν απαντήσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική και Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί ερωτήματος που του υπέβαλε με Διάταξη της 30ής Ιουνίου 1992 το Bundesgerichtshof, αποφαίνεται:
To άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 σχετικά με την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση αγωγής περί καταβολής ασκηθείσας από τον προμηθευτή κατά του πελάτη του βάσει συμβάσεως έργου, ο τόπος εκπληρώσεως της υποχρεώσεως προς καταβολή της αμοιβής πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την επίδικη παροχή σύμφωνα με τους κανόνες Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου του επιληφθέντος της διαφοράς δικαστηρίου, ακόμη και όταν οι κανόνες αυτοί παραπέμπουν στην επί της συμβάσεως εφαρμογή διατάξεων όπως αυτές του ενιαίου νόμου περί της διεθνούς πωλήσεως κινητών ενσωμάτων αντικειμένων, που είναι προσαρτημένος στη Σύμβαση της Χάγης, της 1ης Ιουλίου 1964.
Full & Egal Universal Law Academy