Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Μεταφορές * Οδικές μεταφορές * Κοινωνικές διατάξεις * Κανονισμός 3820/85 * Πεδίο εφαρμογής * Μεταφορές που διενεργούνται από οχήματα ταξινομημένα σε κράτος μέλος και στις οποίες ένα τμήμα μόνο του δρομολογίου εκτελείται εντός της Κοινότητας * Εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού
(Κανονισμός 3820/85 του Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR 1)
2. Μεταφορές * Οδικές μεταφορές * Κοινωνικές διατάξεις * Περίοδος 24 ωρών κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85 * Χρονικό σημείο ενάρξεως
(Κανονισμός 3820/85 του Συμβουλίου, άρθρο 8 PAR 1)
Περίληψη
1. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών, έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται και στις οδικές μεταφορές που διενεργούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας, από οχήματα ταξινομημένα σε κράτος μέλος, προς ή από τρίτες χώρες μη συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία AETR, ή οι οποίες περιλαμβάνουν διαμετακόμιση μέσω των χωρών αυτών.
Η πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως θα διακυβευόταν αν η εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων εξηρτάτο από τη διαδρομή την οποία ακολουθούν τα οχήματα που είναι ταξινομημένα στα διάφορα κράτη μέλη και αν τα εθνικά δίκαια εξακολουθούσαν να έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα τμήμα μόνο του δρομολογίου εκτελείται εντός της Κοινότητας.
2. Η έκφραση περίοδος 24 ωρών του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85 υποδηλώνει κάθε χρονικό διάστημα αυτής της διάρκειας, το οποίο αρχίζει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο οδηγός, μετά από περίοδο εβδομαδιαίας ή ημερησίας αναπαύσεως, θέτει σε λειτουργία τον ταχογράφο. Στις περιπτώσεις στις οποίες ο χρόνος ημερησίας αναπαύσεως κατανέμεται σε δύο ή τρεις χωριστές περιόδους, το ανωτέρω χρονικό διάστημα υπολογίζεται από το τέλος της περιόδου διαρκείας τουλάχιστον 8 ωρών.
Πράγματι, μόνον η ερμηνεία αυτή επιτρέπει τη διαμόρφωση ενός ρυθμού εναλλαγής μεταξύ των περιόδων οδηγήσεως και αναπαύσεως σύμφωνου προς τους σκοπούς του κανονισμού, που συνίστανται στη διασφάλιση της οδικής ασφάλειας και στην ελάφρυνση των συνθηκών εργασίας του οδηγού.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-313/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Arrondissementsrechtbank te Amsterdam (Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Van Swieten BV,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών (ΕΕ L 370, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, M. Diez de Velasco (εισηγητή), Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Εισαγγελική Αρχή δια του εισαγγελέως J. A. van Zwieteren,
- η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον A. Bos, νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την S. Lucinda Hudson, του Treasury Solicitor' s Department,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Th. van Rijn και V. Di Bucci, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Van Swieten BV, εκπροσωπουμένης από τον J. B. Vallenduuk, νομικό σύμβουλο, της Κυβερνήσεως των Κάτω Χωρών, εκπροσωπουμένης από τον T. Heukels, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από τη S. Lucinda Hudson και τον D. Bethlehem, barrister, και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά τη συνεδρίαση της 2ας Δεκεμβρίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Ιανουαρίου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 16ης Απριλίου 1992, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Ιουλίου 1992, το Arrondissementsrechtbank te Amsterdam (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών (ΕΕ L 370, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 3820/85).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής διώξεως που ασκήθηκε κατά της Van Swieten BV (στο εξής: Van Swieten), εταιρίας διεθνών οδικών μεταφορών εγκατεστημένης στις Κάτω Χώρες, για παράβαση των κοινοτικών και ολλανδικών διατάξεων περί των χρόνων αναπαύσεως και οδηγήσεως.
3 Κατά τη διάρκεια επιθεωρήσεως που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1988, οι ολλανδικές διοικητικές αρχές ανακάλυψαν ότι 17 οδηγοί που απασχολούνταν από την Van Swieten δεν είχαν τηρήσει τους προβλεπόμενους χρόνους αναπαύσεως και οδηγήσεως ενώ οδηγούσαν οχήματα ταξινομημένα στις Κάτω Χώρες. Οι παραβάσεις αφορούσαν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την τήρηση του ελαχίστου χρόνου αναπαύσεως εντός κάθε περιόδου 24 ωρών, ο οποίος προβλέπεται από το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85. Οι παραβάσεις αυτές είχαν διαπραχθεί ως επί το πλείστον κατά τη διάρκεια δρομολογίων εντός της Κοινότητας, σε ορισμένες όμως περιπτώσεις και κατά τη διάρκεια μεταφορών με προορισμό την Ελβετία ή περιλαμβανουσών διαμετακόμιση μέσω της χώρας αυτής. Η Ελβετία, τρίτη χώρα, δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία AETR (Ευρωπαϊκή Συμφωνία περί της εργασίας των πληρωμάτων οχημάτων που εκτελούν διεθνείς οδικές μεταφορές, στο εξής: Συμφωνία AETR).
4 Στις Κάτω Χώρες, οι χρόνοι οδηγήσεως και αναπαύσεως των οδηγών οχημάτων οδικών μεταφορών καθορίζονται από τον Rijtijdenwet του 1936 (νόμο περί των χρόνων οδηγήσεως, στο εξής: νόμος του 1936), καθώς και από την Rijtijdenbesluit του 1977 (υπουργική απόφαση περί των χρόνων οδηγήσεως, στο εξής: απόφαση του 1977), η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν του εν λόγω νόμου.
5 Ο νόμος του 1936, κατ' εφαρμογήν του οικείου άρθρου 1a, παράγραφος 1, εφαρμόζεται ιδίως στις οδικές μεταφορές που διενεργούνται εν όλω ή εν μέρει στην αλλοδαπή από επιχείρηση εγκατεστημένη στις Κάτω Χώρες, καθώς και στις συναφείς δραστηριότητες των μελών του πληρώματος . Τα άρθρα 11 έως 14 της αποφάσεως του 1977 ρυθμίζουν τα των περιόδων υπηρεσίας, οδηγήσεως και αναπαύσεως των οδηγών. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 17 της ιδίας αποφάσεως του 1977, οι διατάξεις των άρθρων αυτών δεν εφαρμόζονται επί των μεταφορών που διενεργούνται στην αλλοδαπή και επί των οποίων έχουν εφαρμογή ο κανονισμός 3820/85 ή η Συμφωνία AETR.
6 Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3820/85 καθορίζεται από το οικείο άρθρο 2 ως εξής:
1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις αναφερόμενες στο άρθρο 1, σημείο 1, οδικές μεταφορές που εκτελούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας.
2. Η Ευρωπαϊκή Συμφωνία περί της εργασίας των πληρωμάτων οχημάτων που εκτελούν διεθνείς οδικές μεταφορές (AETR) εφαρμόζεται, αντί των παρόντων κανόνων, επί των οδικών μεταφορών που εκτελούνται:
- προς ή από τρίτες χώρες που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία, ή υπό διαμετακόμιση από τις χώρες αυτές, για ολόκληρη τη διαδρομή, από οχήματα για τα οποία έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας σε κράτος μέλος ή σε μια από τις τρίτες αυτές χώρες,
- από ή προς τρίτη χώρα που είναι μη συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία, από οχήματα για τα οποία έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας σε μια από τις χώρες αυτές, για κάθε διαδρομή στο εσωτερικό της Κοινότητας.
7 Δεδομένου ότι ο κανονισμός 3820/85 δεν προέβλεψε ρητώς ότι έχει εφαρμογή στις διαδρομές από ή προς τρίτη χώρα μη συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία AETR, όταν η μεταφορά διενεργείται από οχήματα ταξινομημένα σε κράτος μέλος, οι ολλανδικές αρχές συνηθίζουν, στις περιπτώσεις αυτές, να εφαρμόζουν την ολλανδική νομοθεσία στο σύνολο του δρομολογίου και να μη λαμβάνουν υπόψη τον κανονισμό 3820/85.
8 Εξάλλου, το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85 ορίζει τα εξής:
Για κάθε περίοδο 24 ωρών, ο οδηγός πρέπει να έχει ελάχιστη περίοδο ημερήσιας ανάπαυσης 11 συνεχών ωρών, οι οποίες μπορούν να μειωθούν σε 9 τουλάχιστον συνεχείς ώρες, όχι περισσότερο από τρεις φορές την εβδομάδα, με την προϋπόθεση ότι η μείωση αυτή θα αντισταθμίζεται με ίση περίοδο ανάπαυσης πριν από το τέλος της εβδομάδας που ακολουθεί.
9 Στις Κάτω Χώρες, το σύστημα ελέγχου της τηρήσεως των χρόνων ημερησίας αναπαύσεως που προβλέπει ο κανονισμός βασίζεται στις ακόλουθες αρχές. Το καίριο χρονικό σημείο για τον προσδιορισμό της περιόδου 24 ωρών καθορίζεται από:
- το χρονικό σημείο διενεργείας του ελέγχου κατά τη διαδρομή
- την έναρξη του χρόνου εβδομαδιαίας αναπαύσεως
- την έναρξη του (επαρκούς) χρόνου ημερησίας αναπαύσεως.
Επιπλέον, για τον προδιορισμό, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, της περιόδου 24 ωρών, όταν ο υπολογισμός καταλήγει σε χρονικό σημείο εντός μιας περιόδου αναπαύσεως υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85, το αρχικώς καθορισθέν αυτό χρονικό σημείο μετατίθεται προς τα πίσω έως το χρονικό σημείο κατά το οποίο το μέλος του πληρώματος δεν είναι ελεύθερο να διαθέτει κατά βούληση τον χρόνο του.
10 Το Kantonrechter te Amsterdam καταδίκασε πρωτοδίκως την Van Swieten. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι ορισμένοι από τους οδηγούς της δεν είχαν τηρήσει, για τις μεταφορές που διενεργήθηκαν στο εσωτερικό της Κοινότητας, τον ελάχιστο χρόνο ημερησίας αναπαύσεως που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85 και, για τις μεταφορές που είχαν ως προορισμό την Ελβετία ή περιελάμβαναν διαμετακόμιση μέσω του κράτους αυτού, το άρθρο 11 της αποφάσεως του 1977.
11 Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Van Swieten υποστήριξε ότι ο κανονισμός 3820/85 έχει εφαρμογή στις μεταφορές που διενεργούνται με προορισμό την Ελβετία ή που περιλαμβάνουν διαμετακόμιση μέσω της χώρας αυτής όσον αφορά το τμήμα του δρομολογίου που εκτελείται εντός της Κοινότητας. Για το τμήμα αυτό του δρομολογίου, ο ολλανδικός νόμος δεν μπορούσε, κατά την Van Swieten, να εφαρμοστεί.
12 Η Van Swieten αμφισβήτησε, εξάλλου, τη μέθοδο ελέγχου που χρησιμοποιούν οι ολλανδικές αρχές για να ελέγχουν την τήρηση των χρόνων ημερησίας αναπαύσεως και η οποία, κατά την Van Swieten, δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85. Συγκεκριμένα, κατά την Van Swieten, η περίοδος 24 ωρών, στην οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή, είναι σταθερή περίοδος, η δε πρώτη περίοδος της εβδομάδας αρχίζει από το τέλος της περιόδου εβδομαδιαίας αναπαύσεως. Προς στήριξη της απόψεώς της, η ως άνω εταιρία επικαλείται το αγγλικό κείμενο του εν λόγω άρθρου, μια απόφαση του High Court of Justice της 28ης Απριλίου 1988 (υπόθεση Kelly κατά Shulman), καθώς και την πρώτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού, στην οποία τονίζεται η ανάγκη να γίνουν ελαστικότερες οι διατάξεις του προγενεστέρου κανονισμού, δηλαδή του κανονισμού (ΕΟΚ) 543/69 του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1969, περί εναρμονίσεως ορισμένων κοινωνικών διατάξεων που αφορούν τις οδικές μεταφορές (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 47, στο εξής: κανονισμός 543/69).
13 Το Arrondissementsrechtbank te Amsterdam, αμφιβάλλοντας ως προς την προσήκουσα ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων του κανονισμού 3820/85, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1) Ως προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85:
Έχει το άρθρο αυτό την έννοια ότι ο κανονισμός εφαρμόζεται (ιδίως) επί οδικών μεταφορών εντός της Κοινότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, σημείο 1, όταν οι μεταφορές αυτές εκτελούνται από οχήματα ταξινομημένα σε κράτος μέλος με προορισμό ή προέλευση τρίτες χώρες που δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στην Ευρωπαϊκή Συμφωνία περί της εργασίας των πληρωμάτων οχημάτων που εκτελούν διεθνείς οδικές μεταφορές (AETR), ή υπό διαμετακόμιση από τις χώρες αυτές;
2) Ως προς το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85:
Έχουν οι λέξεις 'για κάθε περίοδο 24 ωρών' την έννοια ότι μια τέτοια περίοδος μπορεί να αρχίσει οποιαδήποτε στιγμή, ανάλογα με την έναρξη της εβδομαδιαίας και (επαρκούς) περιόδου ημερησίας αναπαύσεως καθώς και του χρόνου πραγματοποιήσεως του οδικού ελέγχου ή μήπως η πρώτη μιας ή περισσοτέρων διαδοχικών περιόδων αρχίζει κατά τον χρόνο περατώσεως της τελευταίας περιόδου εβδομαδιαίας αναπαύσεως;
Επί του πρώτου ερωτήματος
14 Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του κανονισμού 3820/85, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις αναφερόμενες στο άρθρο 1, σημείο 1, οδικές μεταφορές που εκτελούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας .
15 Ο κανονισμός αυτός, ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 543/69, προέβλεψε την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών, θεσπίζοντας, μεταξύ άλλων, κανόνες σχετικούς με τους χρόνους οδηγήσεως και αναπαύσεως των οδηγών. Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική του σκέψη, ο κανονισμός 3820/85 αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προώθηση των προόδων που επιτεύχθηκαν με τον προγενέστερο κανονισμό, καθιστώντας μεν ελαστικότερες τις διατάξεις του αλλά χωρίς να θίγει τους στόχους τους.
16 Παρατηρείται συναφώς ότι ένας από τους κύριους σκοπούς του κανονισμού 3820/85, ο οποίος αποτελούσε επίσης σκοπό του κανονισμού 543/69, είναι η βελτίωση της ασφάλειας στις οδικές μεταφορές και των συνθηκών εργασίας των οδηγών.
17 Πρέπει, ωστόσο, να γίνει δεκτό ότι η πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως θα διακυβευόταν αν η εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων εξηρτάτο από τη διαδρομή την οποία ακολουθούν τα οχήματα που είναι ταξινομημένα στα διάφορα κράτη μέλη και αν τα εθνικά δίκαια εξακολουθούσαν να έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα τμήμα μόνο του δρομολογίου εκτελείται εντός της Κοινότητας.
18 Συνεπώς, ο κανονισμός 3820/85 αφορά όλες τις οδικές μεταφορές που διενεργούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας από οχήματα ταξινομημένα σε κράτος μέλος, ακόμα και όταν η μεταφορά διενεργείται εν μέρει εντός τρίτων κρατών.
19 Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από το γράμμα του άρθρου 2 του κανονισμού 543/69, σύμφωνα με το οποίο ο κανονισμός αυτός ίσχυε για τις οδικές μεταφορές, για την διαδρομή ή το μέρος που διανύεται στο εσωτερικό της Κοινότητας . Από αυτή τη διατύπωση συνάγεται ότι ήδη ο κανονισμός που προηγήθηκε του 3820/85 και ο οποίος είχε τους ίδιους με αυτόν στόχους, είχε εφαρμογή σε όλες τις οδικές μεταφορές που διενεργούνται επί του εδάφους της Κοινότητας, ανεξαρτήτως της διαδρομής την οποία ακολουθεί το όχημα.
20 Τέλος, η ανωτέρω ερμηνεία ενισχύεται και από την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του κανονισμού 3820/85. Η διάταξη αυτή, η οποία απαριθμεί περιοριστικώς τις περιπτώσεις στις οποίες αντί του κανονισμού έχει εφαρμογή η Συμφωνία AETR, δεν προβλέπει την περίπτωση που αναφέρεται στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα. Συνεπώς, η περίπτωση αυτή δεν διέπεται ούτε από τη Συμφωνία AETR ούτε από το εθνικό δίκαιο, αλλά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3820/85.
21 Ενόψει των ανωτέρω, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται και στις οδικές μεταφορές που διενεργούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας, από οχήματα ταξινομημένα σε κράτος μέλος, προς ή από τρίτες χώρες μη συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία AETR, ή οι οποίες περιλαμβάνουν διαμετακόμιση μέσω των χωρών αυτών.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
22 Όσον αφορά το ζήτημα της ενάρξεως της περιόδου 24 ωρών στην οποία αναφέρεται το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85, υπενθυμίζεται ότι ο κανονισμός αυτός αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση της οδικής ασφάλειας και στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας των οδηγών.
23 Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85, προβλέποντας ότι κάθε περίοδος 24 ωρών πρέπει να περιλαμβάνει έναν ελάχιστο αριθμό ωρών ημερησίας αναπαύσεως, εξασφαλίζει στον οδηγό μιαν εναλλαγή των περιόδων οδηγήσεως και αναπαύσεως, ούτως ώστε ο οδηγός να μην παραμένει στο τιμόνι του οχήματος επί τόσο μακρό χρονικό διάστημα ώστε να οδηγεί υπό το κράτος κοπώσεως και να θέτει σε κίνδυνο την οδική ασφάλεια.
24 Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 11 επ. των προτάσεών του, από τον σκοπό αυτό του κανονισμού 3820/85 προκύπτει ότι η περίοδος 24 ωρών, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 8, παράγραφος 1, δεν μπορεί να εκληφθεί ως ένα μεμονωμένως εξεταζόμενο χρονικό διάστημα, το οποίο αρχίζει κάθε ημέρα την ίδια ώρα, ανεξαρτήτως του προηγηθέντος χρόνου ημερησίας ή εβδομαδιαίας αναπαύσεως. Πράγματι, αυτή η θεωρία, αποκαλούμενη θεωρία της σταθερής ενάρξεως, επιτρέπει, σε ορισμένες περιπτώσεις, στον οδηγό να καθυστερεί υπερβολικά την έναρξη της ημερησίας αναπαύσεώς του και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οδική ασφάλεια.
25 Συνεπώς, η έκφραση περίοδος 24 ωρών του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85 υποδηλώνει μια περίοδο έχουσα μεταβλητό σημείο ενάρξεως, υπό την έννοια ότι η περίοδος αυτή αρχίζει κατά τον χρόνο της πραγματικής ενάρξεως της οδηγήσεως μετά το τέλος της προηγουμένης περιόδου ημερησίας ή εβδομαδιαίας αναπαύσεως. Πράγματι, μόνον η ερμηνεία αυτή επιτρέπει τη διαμόρφωση ενός ρυθμού εναλλαγής μεταξύ των περιόδων οδηγήσεως και αναπαύσεως ο οποίος διασφαλίζει την οδική ασφάλεια και ελαφρύνει τις συνθήκες εργασίας του οδηγού.
26 Δεδομένου ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3820/85 επιτρέπει στον οδηγό να κατανέμει τον χρόνο ημερησίας αναπαύσεως σε δύο ή περισσότερες χωριστές περιόδους, διευκρινίζεται ότι, στην περίπτωση αυτή, η περίοδος 24 ωρών υπολογίζεται από το τέλος της μακρύτερης περιόδου αναπαύσεως, ήτοι της περιόδου διαρκείας τουλάχιστον 8 ωρών.
27 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι η έκφραση περίοδος 24 ωρών του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 3820/85 υποδηλώνει κάθε χρονικό διάστημα αυτής της διάρκειας, το οποίο αρχίζει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο οδηγός, μετά από περίοδο εβδομαδιαίας ή ημερησίας αναπαύσεως, θέτει σε λειτουργία τον ταχογράφο. Στις περιπτώσεις στις οποίες ο χρόνος ημερησίας αναπαύσεως κατανέμεται σε δύο ή τρεις χωριστές περιόδους, το ανωτέρω χρονικό διάστημα υπολογίζεται από το τέλος της περιόδου διαρκείας τουλάχιστον 8 ωρών.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και των Κάτω Χωρών καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 16ης Απριλίου 1992 το Arrondissementsrechbank te Amsterdam, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών, έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται και στις οδικές μεταφορές που διενεργούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας, από οχήματα ταξινομημένα σε κράτος μέλος, προς ή από τρίτες χώρες μη συμβαλλόμενα μέρη στη Ευρωπαϊκή Συμφωνία περί της εργασίας των πληρωμάτων οχημάτων που εκτελούν διεθνείς οδικές μεταφορές, ή οι οποίες περιλαμβάνουν διαμετακόμιση μέσω των χωρών αυτών.
2) Η έκφραση περίοδος 24 ωρών του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85 υποδηλώνει κάθε χρονικό διάστημα αυτής της διάρκειας, το οποίο αρχίζει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο οδηγός, μετά από περίοδο εβδομαδιαίας ή ημερησίας αναπαύσεως, θέτει σε λειτουργία τον ταχογράφο. Στις περιπτώσεις στις οποίες ο χρόνος ημερησίας αναπαύσεως κατανέμεται σε δύο ή τρεις χωριστές περιόδους, το ανωτέρω χρονικό διάστημα υπολογίζεται από το τέλος της περιόδου διαρκείας τουλάχιστον 8 ωρών.
Full & Egal Universal Law Academy