Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Συμβάσεις δημοσίων έργων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων * Ρήτρα διαιτησίας παρέχουσα αρμοδιότητα στο Δικαστήριο * Σύμβαση μισθώσεως έργου * Αίτημα αναπροσαρμογής της τιμής * Αίτημα πληρωμής για πρόσθετες εργασίες και παροχές
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 42 Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 181 Συνθήκη ΕΚΑΕ, άρθρο 153)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-338/92,
Compagnie d' entreprise CFE SA, εταιρία βελγικού δικαίου, με έδρα τις Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενη από τους Y. Hannequart και A. Delvaux, δικηγόρους Λιέγης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο G. Medernach, 8-10, rue de Mathias Hardt,
ενάγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπουμένου κατ' αρχάς, από τον J. Campinos, jurisconsulte, επικουρούμενο από τον D. Petersheim, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον V. Van Houtte-Van Poppel, δικηγόρο Βρυξελλών, και, στη συνέχεια, από τον D. Petersheim και την Van Houtte-Van Poppel, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο J. Loesch, 8, rue Zithe,
εναγομένου,
που έχει ως αντικείμενο την καταβολή ορισμένων ποσών σχετικών με την εκτέλεση συμβάσεως μισθώσεως έργου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, F. A. Schockweiler και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους διαδίκους που ανέπτυξαν τις απόψεις τους κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Αυγούστου 1992, η Compagnie d' entreprise CFE (στο εξής: CFE) άσκησε, δυνάμει των άρθρων 42 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, 181 της Συνθήκης ΕΟΚ και 153 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, αγωγή με την οποία ζητεί να υποχρεωθεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (στο εξής: Κοινοβούλιο) να της καταβάλει ορισμένα ποσά σχετικά με την εκτέλεση συμβάσεως μισθώσεως έργου.
2 Η σύμβαση αυτή διέπεται από το βελγικό δίκαιο, συγκεκριμένα τον βελγικό αστικό κώδικα, το βασιλικό διάταγμα της 22ας Απριλίου 1977, σχετικά με συμβάσεις δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (Moniteur belge της 26ης Ιουλίου 1977, σ. 9952, στο εξής: βασιλικό διάταγμα) και την υπουργική απόφαση της 10ης Αυγούστου 1977 περί γενικής συγγραφής υποχρεώσεων για τις συμβάσεις δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (Moniteur belge της 8ης Σεπτεμβρίου 1977, σ. 10931, στο εξής: γενική συγγραφή υποχρεώσεων) καθώς και από μια ειδική συγγραφή υποχρεώσεων.
3 Η διαφορά μεταξύ των διαδίκων αφορά τρία σημεία. Το πρώτο έχει σχέση με αίτημα αναπροσαρμογής, στα σημερινά δεδομένα, της τιμής προσφοράς της CFE λόγω της καθυστερήσεως που σημειώθηκε εξαιτίας του Κοινοβουλίου όσον αφορά τη γνωστοποίηση της επιλογής της το δεύτερο αφορά αίτημα πληρωμής για την τοποθέτηση γυψοσανίδων πράγμα που, κατά την άποψη της CFE, δεν περιλαμβανόταν στην αρχική παραγγελία. Το τρίτο αφορά αίτημα πληρωμής για την τοποθέτηση και ανατοποθέτηση επικαλύψεων τοίχου, πράγμα που αποτελεί, κατά τη CFE, πρόσθετη παροχή.
4 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, ειδικότερα η σύναψη και εκτέλεση της συμβάσεως, οι νομοθετικές και συμβατικές διατάξεις που διέπουν τις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
'Οσον αφορά το αίτημα αναπροσαρμογής της τιμής
5 Η CFE ζητεί την αναπροσαρμογή της τιμής της προσφοράς της, της τάξεως των 1 689 055 βελγικών φράγκων (BFR). Ενώ με το δικόγραφο της αγωγής της η εν λόγω εταιρία ζητεί την αναπροσαρμογή κατά την ημέρα της πραγματικής συνάψεως της συμβάσεως, δηλαδή την 18η Ιουλίου 1988, με το υπόμνημά της απαντήσεως εκθέτει ότι η αναπροσαρμογή αυτή προκύπτει από την εφαρμογή μιας τεχνικής μεθόδου αναθεωρήσεως των τιμών, όσον αφορά την περίοδο από τον Μάρτιο του 1988, χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε κανονικώς να της έχει γνωστοποιηθεί η επιλογή της, μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του 1988, χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να διαπραγματευθεί εκ νέου τις τιμές με τους υπεργολάβους της.
6 Προς στήριξη των αιτημάτων της, η CFE επικαλείται, κυρίως, το άρθρο 16, παράγραφος 1, της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων, που της επιτρέπει να προβάλει τις καθυστερήσεις που έχουν προκληθεί από το Κοινοβούλιο όσον αφορά τη γνωστοποίηση της επιλογής της, και τούτο παρά την ύπαρξη στη σύμβαση ρήτρας αποκλείουσα οποιαδήποτε αναθεώρηση των τιμών, και, επικουρικώς, το άρθρο 16, παράγραφος 2, της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων, που επιτρέπει στον προκριθέντα μειοδότη ο οποίος έχει υποστεί σημαντικότατη ζημία να ζητήσει, σε περίπτωση επελεύσεως απροβλέπτων γεγονότων, την αναθεώρηση της συμβάσεως.
7 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η CFE προέβη, με το υπόμνημά της απαντήσεως, σε ουσιώδη τροποποίηση του αιτήματός της και ότι, κατά συνέπεια, το εν λόγω αίτημα είναι, σύμφωνα με το άρθρο 42, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, απαράδεκτο.
8 Προκειμένου περί του βασίμου του αιτήματος αυτού, το Κοινοβούλιο κάνει διάκριση μεταξύ του προ της συνάψεως της συμβάσεως χρόνου και της κυρίως ειπείν συμβατικής περιόδου. 'Οσον αφορά τον προ της συμβάσεως χρόνο το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι η CFE μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρo 38 της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων, άρθρο το οποίο επιτρέπει στον προκριθέντα μειοδότη, σε περίπτωση καθυστερήσεως της συνάψεως της συμβάσεως, να αρνηθεί να υπογράψει τη σύμβαση ή να ζητήσει πρόσθετη αμοιβή. 'Οσον αφορά τη συμβατική περίοδο, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 16, παράγραφοι 1 και 2, και ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει, η CFE δεν πληροί τις ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 16 της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων.
9 'Οσον αφορά το παραδεκτό, διαπιστώνεται ότι το αίτημα αφορά την αναπροσαρμογή στα σημερινά δεδομένα της τιμής της προσφοράς λόγω της καθυστερήσεως που σημειώθηκε στην ανάθεση του έργου και ότι, εξάλλου, το ζητούμενο με την αγωγή ποσό δεν έχει μεταβληθεί με το υπόμνημα απαντήσεως. Η δήλωση, που περιλαμβάνεται στο υπόμνημα απαντήσεως, ότι δηλαδή το ποσό αυτό προκύπτει από την εφαρμογή μιας τεχνικής μεθόδου υπολογισμού αναθεωρήσεως της τιμής όσον αφορά την περίοδο από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε κανονικώς να της έχει ανατεθεί το έργο μέχρι αυτήν κατά την οποία αναδιαπραγματεύθηκε τις συμβάσεις της με τους υπεργολάβους, δεν αποτελεί παρά διευκρίνιση του ζητουμένου ποσού και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τροποποίηση του αιτήματος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, το αίτημα αυτό της CFE είναι παραδεκτό.
10 'Οσον αφορά την ουσία της υποθέσεως, πρέπει, κατ' αρχάς, να σημειωθεί ότι, όπως και ο γενικός εισαγγελέας διαπίστωσε στην παράγραφο 9 των προτάσεών του, οι διάφορες προθεσμίες που μνημονεύονται στην ειδική συγγραφή υποχρεώσεων σχετικά με την ισχύ της προσφοράς, τη γνωστοποίηση στον προκριθέντα μειοδότη της επιλογής του καθώς και με την έναρξη και το πέρας των εργασιών, προθεσμίες που διευκρινίζονται στην έκθεση του εισηγητή δικαστή, δεν επιτρέπουν να συναχθεί ότι αυτές δεν είναι επιτακτικές.
11 Στη συνέχεια, διαπιστώνεται ότι, προκειμένου περί της συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως, η CFE παρέλειψε να επικαλεστεί, κατά τον χρόνο που της γνωστοποιήθηκε η επιλογή της, την προβαλλομένη καθυστέρηση όσον αφορά τη γνωστοποίηση αυτή, όπως, ενδεχομένως, θα μπορούσε να έχει επικαλεστεί βάσει του άρθρου 38 της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων.
12 Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι η CFE δεν απέδειξε την ύπαρξη παραλείψεων, καθυστερήσεων ή οποιωνδήποτε, κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων, γεγονότων εις βάρος του Κοινοβουλίου το οποίο, αντιθέτως, τήρησε τις προθεσμίες που περιλαμβάνονταν στη γενική συγγραφή υποχρεώσεων όταν προέβη στην επιλογή του μειοδότη. Η CFE δεν απέδειξε εξάλλου την ύπαρξη σημαντικότατης ζημίας, η οποία άλλωστε δεν ήταν λογικώς προβλέψιμη κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 2. Πράγματι, όπως ο γενικός εισαγγελέας υπογράμμισε στην παράγραφο 12 των προτάσεών του, από τη βελγική νομολογία δεν μπορεί να συναχθεί ότι η αύξηση, εν προκειμένω, των τιμών κατά 4 % που προβάλλει η ενάγουσα αποτελεί σημαντικότατη ζημία. Εξάλλου η CFE δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν μπορούσε, λογικώς, ούτε να προβλέψει αυτήν την αύξηση τιμών ούτε να αποφύγει τις συνέπειές της προβαίνοντας, το ταχύτερο δυνατό, από τις 21 Ιουνίου 1988, ημερομηνία γνωστοποιήσεως της επιλογής της, στη σύναψη συμβάσεων με τους υπεργολάβους της.
13 Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να επισημανθεί ότι η CFE παρέλειψε να αναφέρει το ταχύτερο δυνατό στον εργοδότη τα γεγονότα και τις περιστάσεις, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 16, και να υποβάλει, εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, σχετικά αιτήματα, δεόντως αιτιολογημένα και συνοδευόμενα με τα σχετικά αριθμητικά στοιχεία, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές, το πρώτο αίτημα της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
'Οσον αφορά το αίτημα πληρωμής για την τοποθέτηση γυψοσανίδων
15 Η CFE υποστηρίζει ότι οι εργασίες τοποθετήσεως των γυψοσανίδων δεν προβλέπονταν ούτε στην ειδική συγγραφή υποχρεώσεων ούτε στο λεπτομερές σχέδιο που είχε συνταχθεί από τον αρχιτέκτονα και, επομένως, αποτελούν συμπληρωματικές εργασίες οπότε πρέπει να της καταβληθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 42 της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων, το αναλογούν ποσό των 215 437 BFR.
16 Το Κοινοβούλιο απαντά ότι οι αμφισβητούμενες εργασίες προβλέπονται από το άρθρο 5.1.5 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων και ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι οι εργασίες αυτές δεν μνημονεύονται στα λεπτομερή σχέδια, έπρεπε να εκτελεστούν από τον προκριθέντα μειοδότη ως εργασίες παρεπόμενες μεν, πλην όμως αναγκαίες, κατά την έννοια του άρθρου Α.5.2 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων. Εν πάση περιπτώσει, η CFE όφειλε να αναφέρει στον εργοδότη ότι κατά την γνώμη της οι εργασίες αυτές δεν ήταν σύμφωνες προς τις διατάξεις της συμβάσεως.
17 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι από το άρθρο 5.1.5 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων σαφώς προκύπτει ότι στις επίμαχες εργασίες συμπεριλαμβάνεται το σύνολο των εντός των τριών αιθουσών περικλειομένων χώρων και ότι όλοι οι μεσότοιχοι των αιθουσών θα πρέπει να έχουν στηθεί από υποστρώματος δαπέδου μέχρι οροφής.
18 Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η CFE παρέλειψε να αναφέρει στον εργοδότη με συστημένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου Β 16.3 συγγραφής υποχρεώσεων, επιστολή ότι η εντολή εκτελέσεως των εργασιών αυτών ήταν, κατά τη γνώμη της, αντίθετη προς τις συμβατικές της υποχρεώσεις.
19 Κατά συνέπεια, και το δεύτερο αίτημα της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
'Οσον αφορά το αίτημα πληρωμής για την τοποθέτηση και ανατοποθέτηση των επικαλύψεων τοίχου
20 Η CFE ισχυρίζεται ότι η τοποθέτηση και ανατοποθέτηση των επικαλύψεων τοίχου αποτελεί συμπληρωματική μη προβλεπόμενη από την αρχική συμφωνία παροχή και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 42 της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων, το Κοινοβούλιο οφείλει να της καταβάλει ποσό ύψους 393 600 BFR.
21 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι οι εργασίες αυτές εμπίπτουν στα καθήκοντα της ενάγουσας και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 42.
22 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί, όπως ο γενικός εισαγγελέας υπογράμμισε στην παράγραφο 17 των προτάσεών του, ότι οι επίμαχες εργασίες πρέπει να θεωρηθούν ως μία ξυλουργική υπό την ευρεία έννοια του όρου εργασία εμπίπτουσα στο τμήμα 5.1, που έχει αναθετεί στην CFE, ή, τουλάχιστον, ως παρεπόμενη, κατά την έννοια του άρθρου Α.2.2 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων εργασία.
23 Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 42 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων επιτρέπει την εκτέλεση εργασίας συνεπαγόμενη πρόσθετα για τον προκριθέντα μειοδότη έξοδα μόνο σε περίπτωση όπου αυτός έχει καταρτίσει προϋπολογισμό δαπάνης και έχει λάβει τη γραπτή έγκριση του Κοινοβουλίου. 'Ομως, η CFE προέβη στην εκτέλεση των εργασιών αυτών χωρίς να ισχυριστεί ότι επρόκειτο για συμπληρωματικές παροχές και χωρίς να προσφύγει στην προβλεπομένη από το άρθρο 42 διαδικασία.
24 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και το τρίτο αίτημα της αγωγής και ως εκ τούτου η αγωγή στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η ενάγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αγωγή.
2) Καταδικάζει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy