Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία * Κοινή οργάνωση των αγορών * Λιπαρές ουσίες * Ενίσχυση για τους ελαιούχους σπόρους * Προκαθορισμός * Σύστημα εγγυοδοσίας * Μη τήρηση της προθεσμίας εξακριβώσεως της υπάρξεως των σπόρων για τους οποίους έχει υποβληθεί αίτηση ενισχύσεως * Κατάπτωση της ασφαλείας * Αρχή της αναλογικότητας * Παραβίαση * Δεν υφίσταται
(Κανονισμός 1594/83 του Συμβουλίου, άρθρο 5 κανονισμός 2681/83 της Επιτροπής, άρθρο 23 PAR 2)
Περίληψη
Σκοπός του άρθρου 5 του κανονισμού 1594/83 και του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 2681/83, τα οποία προβλέπουν, σε περίπτωση προκαθορισμού του ποσού της ενισχύσεως για τη μεταποίηση ελαιούχων σπόρων, την κατάπτωση της συσταθείσας ασφαλείας αν η εξακρίβωση της υπάρξεως των σπόρων σε ελαιουργείο ή σε επιχείρηση παρασκευής ζωτροφών δεν ζητηθεί εντός της προθεσμίας που τάσσει το πιστοποιητικό κοινοτικής ενισχύσεως, είναι η καταπολέμηση των κερδοσκοπικών ενεργειών των μεταποιητικών επιχειρήσεων. Οι εν λόγω διατάξεις προσφέρονται για την επίτευξη του σκοπού αυτού, δεδομένου ότι, σε περίπτωση πτώσεως των τιμών στην παγκόσμια αγορά, η χορηγούμενη ενίσχυση είναι υψηλότερη απ' ό,τι κατά τον χρόνο του προκαθορισμού, γεγονός το οποίο, ελλείψει κυρώσεων, μπορεί να ωθήσει τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες να αφήσουν να παρέλθει η προθεσμία και να παραιτηθούν έτσι από τον προκαθορισμό, ούτως ώστε να εισπράξουν υψηλότερη ενίσχυση.
Οι ίδιες αυτές διατάξεις δεν βαίνουν, εξάλλου, πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, καθόσον ο επιχειρηματίας ο οποίος, προκειμένου να κερδοσκοπήσει, δεν ζητεί εντός της προβλεπομένης από τον κανονισμό προθεσμίας την εξακρίβωση της υπάρξεως των σπόρων δεν νομιμοποιείται να ελπίζει ότι η κύρωση θα περιοριστεί στη μείωση του ποσού της πράγματι χορηγουμένης ενισχύσεως σε περίπτωση που, αντίθετα προς τις προβλέψεις του, η τιμή στην παγκόσμια αγορά αυξηθεί κατά τον χρόνο της εξακριβώσεως της υπάρξεως των σπόρων. Για την περίπτωση που η μη εμπρόθεσμη πιστοποίηση των σπόρων δεν οφείλεται σε κερδοσκοπική ενέργεια, οι εν λόγω διατάξεις αποφεύγουν, τόσο από πλευράς διοικητικής οργανώσεως όσο και από πλευράς εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων, τις δυσκολίες που συνεπάγεται ένα σύστημα που στηρίζεται στην ανάλυση της συμπεριφοράς των ενδιαφερομένων και εμφανίζουν, έτσι, το διπλό πλεονέκτημα της απλότητας και της αποτελεσματικότητας. Επιπλέον, η απώλεια της ασφαλείας, η οποία προβλέπεται μόνο για τις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ανωτέρα βία, διαβαθμίζεται αρκούντως, καθόσον η ασφάλεια καταπίπτει κατ' αναλογίαν της ποσότητας των μη εξακριβουμένων ελαιούχων σπόρων. Συνεπώς, οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-339/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
ADM OElmuehlen GmbH, OElwerke Spyck
και
Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung (BALM),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος των άρθρων 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1594/83 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1983, περί της ενισχύσεως για τους ελαιούχους σπόρους (ΕΕ L 163, σ. 44), και 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2681/83 της Επιτροπής, της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης για τους ελαιούχους σπόρους (ΕΕ L 266, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet και G. C. Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον Gerhard Limberger, δικηγόρο Φρανκφούρτης επί του Μάιν,
* το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον Bernhard Schloh, νομικό σύμβουλο,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ulrich Woelker, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Walter Grupp, δικηγόρο Βρυξελλών,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, εκπροσωπουμένης από τον Thomas Tschentscher, δικηγόρο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 1ης Ιουλίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 4ης Αυγούστου 1992, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Αυγούστου 1992, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος των άρθρων 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1594/83 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1983, περί της ενισχύσεως για τους ελαιούχους σπόρους (ΕΕ L 163, σ. 44), και 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2681/83 της Επιτροπής, της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης για τους ελαιούχους σπόρους (ΕΕ L 266, σ. 1).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας ADM OElmuehlen GmbH, OElwerke Spyck (στο εξής: ADM) και της Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung (BALM), σχετικά με την κατάπτωση της ασφαλείας την οποία είχε συστήσει η ADM στο πλαίσιο του καθεστώτος ενισχύσεως για τη μεταποίηση των ελαιούχων κραμβοσπόρων, γογγυλοσπόρων και ηλιανθοσπόρων.
3 Στο πλαίσιο του εν λόγω καθεστώτος, το ύψος της ενισχύσεως ισούται προς τη διαφορά μεταξύ της ισχύουσας ενδεικτικής τιμής και της τιμής της παγκόσμιας αγοράς.
4 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1594/83, όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2180/88 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1988 (ΕΕ L 191, σ. 11), ορίζει ότι το ποσό αυτό είναι εκείνο που ισχύει την ημέρα κατά την οποία το οικείο κράτος μέλος εξακριβώνει την ύπαρξη των σπόρων, είτε στο ελαιουργείο όπου μεταποιούνται είτε στην επιχείρηση παρασκευής ζωοτροφών όπου ενσωματώνονται στις ζωοτροφές.
5 Δυνάμει του τρίτου εδαφίου αυτής της διατάξεως, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 935/86 του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1986 (ΕΕ L 87, σ. 5), το ποσό της ενισχύσεως μπορεί, ωστόσο, να καθοριστεί εκ των προτέρων, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, βάσει του ποσού που ισχύει κατά την ημέρα καταθέσεως της αιτήσεως, προσαρμοζομένου σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, όπως αυτό επίσης τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 935/86, σε συνάρτηση "με τη διαφορά ανάμεσα στην ενδεικτική τιμή που ισχύει την ίδια ημέρα και εκείνη που ισχύει την ημέρα που πραγματοποιήθηκε η αναγνώριση των σπόρων" και, ενδεχομένως, "με ένα διορθωτικό ποσό".
Το άρθρο 5, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1594/83, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, ορίζει τα εξής: "(...) η έκδοση του σχετικού με τον προκαθορισμό μέρους του πιστοποιητικού εξαρτάται από τη σύσταση ασφάλειας, η οποία εξασφαλίζει την υποχρέωση υποβολής αίτησης για αναγνώριση των σπόρων σε ελαιουργείο ή σε επιχείρηση παρασκευής ζωοτροφών που βρίσκεται εντός της Κοινότητας, κατά τη διάρκεια ισχύος του εν λόγω μέρους του πιστοποιητικού. Η ασφάλεια αυτή καταπίπτει, στο σύνολό της ή εν μέρει, αν, εντός αυτής της προθεσμίας, δεν υποβλήθηκε τέτοια αίτηση ή υποβλήθηκε για μέρος μόνο της ποσότητας."
6 Το εν λόγω πιστοποιητικό καθιερώθηκε από το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού, το οποίο τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 935/86 και του οποίου οι λεπτομέρειες εφαρμογής καθορίζονται ιδίως από το άρθρο 5 του προαναφερθέντος κανονισμού 2681/83 της 21ης Σεπτεμβρίου 1983. Το πιστοποιητικό αυτό απαρτίζεται από δύο μέρη, ένα μέρος ονομαζόμενο I. D., το οποίο χρησιμεύει προς απόδειξη του ότι οι σπόροι που έχουν συγκομισθεί εντός της Κοινότητας εντοπίσθηκαν σε ελαιουργείο ή σε επιχείρηση παρασκευής ζωοτροφών, και ένα άλλο μέρος ονομαζόμενο A. P., το οποίο βεβαιώνει, ενδεχομένως, τον προκαθορισμό του ποσού της ενισχύσεως.
7 Το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 2681/83 ορίζει τα εξής:
"(...) όταν οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, δεν πληρούνται, η ασφάλεια καταπίπτει για ποσότητα ίση με τη διαφορά μεταξύ:
α) του 93 % της καθαρής ποσότητας που εμφαίνεται στο πιστοποιητικό
και
β) της πιστοποιούμενης ποσότητας στην επιχείρηση, [η οποία] προσδιορίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο που ορίζεται στο παράρτημα Ι.
Εντούτοις, εάν η πιστοποιούμενη ποσότητα είναι κατώτερη από το 7 % της καθαρής ποσότητας που εμφαίνεται στο πιστοποιητικό, η ασφάλεια καταπίπτει στο ακέραιο (...)."
8 Το άρθρο 10, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού προβλέπει τα εξής:
"Το μέρος A. P. του πιστοποιητικού απαιτεί να υπάγονται στον έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1594/83 κατά τη διάρκεια της ισχύος του οι σπόροι που αναφέρονται σε αυτό (...)".
9 Στις 21 Ιανουαρίου 1991, κατόπιν αιτήσεώς της για προκαθορισμό του ποσού της ενισχύσεως στους ελαιούχους σπόρους και κατόπιν συστάσεως ασφαλείας ύψους 565 200 γερμανικών μάρκων (DM), χορηγήθηκε στην ADM από την BALM πιστοποιητικό A. P. για 4 000 000 χιλιόγραμμα (kg) ηλιανθοσπόρων προερχομένων από την εσοδεία του 1990. Το πιστοποιητικό αυτό ανέφερε ότι οι εν λόγω σπόροι έπρεπε να ελεγχθούν το αργότερο έως τις 31 Μαΐου 1991.
10 Κατά τη διεξαγωγή ελέγχου, η BALM διαπίστωσε ότι το εμπόρευμα δεν είχε υπαχθεί στον έλεγχο κατά τη διάρκεια της ισχύος του εν λόγω πιστοποιητικού και, ως εκ τούτου, θεώρησε καταπεσούσα την ασφάλεια.
11 Η ADM υπέβαλε αίτηση θεραπείας κατά της αποφάσεως αυτής, ισχυριζόμενη ότι η παράλειψη της υπαγωγής του εμπορεύματος στον έλεγχο εντός της ταχθείσας προθεσμίας οφειλόταν σε σοβαρή απροσεξία, καθόσον ο αρμόδιος επί του θέματος υπάλληλός της λησμόνησε να καταθέσει το πιστοποιητικό.
12 Η αίτηση θεραπείας της ADM απορρίφθηκε με απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1991. Κατόπιν αυτού, η ADM άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Είναι έγκυρα το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1594/83 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1983, περί της ενισχύσεως για τους ελαιούχους σπόρους (ΕΕ L 163 της 22ας Ιουνίου 1983) και το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2681/83 της Επιτροπής, της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης για τους ελαιούχους σπόρους (ΕΕ L 266 της 28ης Σεπτεμβρίου 1983);
13 Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες σχετικά με το κύρος των επιδίκων διατάξεων από πλευράς της αρχής της αναλογικότητας. Διερωτάται αν, προκειμένου να εξασφαλίζεται η τήρηση της υποχρεώσεως εξακριβώσεως της υπάρξεως των σπόρων εντός της τασσομένης προθεσμίας, είναι απαραίτητο να προβλέπεται η κατάπτωση της ασφαλείας ή αν ο σκοπός της αποτροπής κερδοσκοπικών ενεργειών θα μπορούσε να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικά μέτρα και, ιδίως, με τη μείωση του ποσού της ενισχύσεως. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί, εξάλλου, ότι σκοπός της συστάσεως ασφαλείας δεν είναι η εξασφάλιση της εκπληρώσεως ορισμένης χρηματικής παροχής και ότι ο επιχειρηματίας υφίσταται περιουσιακή ζημία χωρίς να αποκομίζει, στις περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, αδικαιολόγητο οικονομικό όφελος.
14 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
15 Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον η διάταξη που αποτελεί το αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξεταστεί αν τα μέσα που προβλέπει προσφέρονται για την υλοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο (απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1987, 137/85, Maizena, Συλλογή 1987, σ. 4587, σκέψη 15).
16 Κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1594/83, σκοπός της υποχρεώσεως συστάσεως ασφαλείας και της κυρώσεως της καταπτώσεώς της σε περίπτωση μη υποβολής αιτήσεως εξακριβώσεως της υπάρξεως των σπόρων εντός της ταχθείσας προθεσμίας είναι η αποτροπή κερδοσκοπικών ενεργειών.
17 Όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, οι τιμές της παγκόσμιας αγοράς υφίστανται σημαντικές διακυμάνσεις. Σε περίπτωση πτώσεως των τιμών στην αγορά, η χορηγούμενη ενίσχυση είναι υψηλότερη απ' ό,τι κατά τον χρόνο του προκαθορισμού, γεγονός το οποίο, ελλείψει κυρώσεων, μπορεί να ωθήσει τον ενδιαφερόμενο να αφήσει να παρέλθει η προθεσμία και να παραιτηθεί έτσι από τον προκαθορισμό, ούτως ώστε να εισπράξει υψηλότερη ενίσχυση οφειλόμενη στην εξέλιξη της πραγματικής τιμής στην παγκόσμια αγορά.
18 Συνεπώς, το επίδικο μέτρο προσφέρεται για την επίτευξη του σκοπού της καταπολεμήσεως των κερδοσκοπικών ενεργειών των μεταποιητικών επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας.
19 Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστεί μήπως το επίδικο μέτρο βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού, δηλαδή μήπως ο σκοπός που επιδιώκεται με την κατάπτωση της ασφαλείας θα μπορούσε να επιτευχθεί με μέτρα λιγότερο επαχθή για τους επιχειρηματίες.
20 Το ύψος της ασφαλείας που προβλέπεται στο άρθρο 5 του κανονισμού 1594/83 καθορίζεται από το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού 2681/83 σε 6 ECU ανά 100 kg. Κατά την Επιτροπή, το ποσό αυτό αντιστοιχεί, εκ πείρας, στη δυνατή απόκλιση μεταξύ της προκαθορισμένης ενισχύσεως και της ενισχύσεως που θα οφειλόταν κατά την ημερομηνία εξακριβώσεως της υπάρξεως των σπόρων σε περίπτωση που δεν είχε υπάρξει προκαθορισμός.
21 Η αρχή της αναλογικότητας δεν επιβάλλει την πρόβλεψη κυρώσεως συνισταμένης, όπως προτείνει το εθνικό δικαστήριο, στη μείωση της ενισχύσεως.
22 Ασφαλώς, ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να μετριάσει την κύρωση την οποία υφίστανται οι επιχειρηματίες που δεν τηρούν την προθεσμία του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2681/83 και οι οποίοι, κατά το ισχύον σύστημα, όχι μόνον εισπράττουν, ενδεχομένως, ενίσχυση χαμηλότερη από την προκαθορισθείσα, λόγω της εξελίξεως των τιμών στην παγκόσμια αγορά, αλλά επιπλέον χάνουν ολόκληρη την ασφάλεια ή μέρος αυτής.
23 Για κανένα, ωστόσο, λόγο δεν επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη η ζημία αυτή. Ο επιχειρηματίας ο οποίος, προκειμένου να κερδοσκοπήσει, δεν ζητεί εντός της προβλεπομένης από τον κανονισμό προθεσμίας την εξακρίβωση της υπάρξεως των σπόρων δεν νομιμοποιείται να ελπίζει σε μετριασμό της κυρώσεως σε περίπτωση που, αντίθετα προς τις προβλέψεις του, η τιμή της παγκόσμιας αγοράς αυξηθεί κατά τον χρόνο της εξακριβώσεως της υπάρξεως των σπόρων αυτών.
24 Στην περίπτωση που η μη εξακρίβωση της υπάρξεως των σπόρων εντός της προβλεπομένης από τον κανονισμό προθεσμίας δεν οφείλεται σε κερδοσκοπική ενέργεια θα μπορούσε να εξεταστεί η δυνατότητα να ληφθεί υπόψη η πράγματι χορηγηθείσα ενίσχυση.
25 Ωστόσο, ένα σύστημα που στηρίζεται στην ανάλυση της συμπεριφοράς των ενδιαφερομένων συνεπάγεται, τόσο από πλευράς διοικητικής οργανώσεως όσο και από πλευράς εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων, δυσκολίες συνδεόμενες με τους ελέγχους που απαιτούνται για την εξατομίκευση της κυρώσεως. Το επίδικο σύστημα αποφεύγει τέτοιου είδους δυσκολίες και εμφανίζει το διπλό πλεονέκτημα της απλότητας και της αποτελεσματικότητας.
26 Η εκ μέρους του κοινοτικού νομοθέτη επιλογή του μέσου της συστάσεως ασφαλείας συνάδει, εξάλλου, προς τον εκούσιο χαρακτήρα του συστήματος του προκαθορισμού (βλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, 11/70, Internationale Handelsgesellschaft, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 581, σκέψη 9), συστήματος το οποίο επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να λαμβάνουν αποφάσεις χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο να εισπράξουν ενδεχομένως χαμηλότερη ενίσχυση σε περίπτωση αυξήσεως των τιμών στην παγκόσμια αγορά.
27 Επιπλέον, η απώλεια της ασφαλείας κλιμακώνεται αρκούντως από το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 2681/83, το οποίο προβλέπει ότι η ασφάλεια καταπίπτει κατ' αναλογίαν της ποσότητας των μη εντοπιζομένων ελαιούχων σπόρων. Τέλος, το άρθρο 24 του ιδίου κανονισμού επιτρέπει την αποδέσμευση της ασφαλείας ή την παράταση της ισχύος του πιστοποιητικού όταν η μη τήρηση της προθεσμίας εξακριβώσεως της υπάρξεως των σπόρων οφείλεται σε ανωτέρα βία.
28 Υπό τις συνθήκες αυτές, το επίδικο σύστημα δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
29 Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος των άρθρων 5 του κανονισμού 1594/83 και 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 2681/83.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 4ης Αυγούστου 1992 το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, αποφαίνεται:
Aπό την εξέταση του ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος των άρθρων 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1594/83 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1983, περί της ενισχύσεως για τους ελαιούχους σπόρους, και 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2681/83 της Επιτροπής, της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης για τους ελαιούχους σπόρους.
Full & Egal Universal Law Academy