Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα * Πρόσθετη εισφορά επί του γάλακτος * Επιλογή της εναλλακτικής λύσεως Α * Επιχειρηματίας υπόχρεος της εισφοράς * Παραγωγός * Υποκατάσταση του παραγωγού από τον αγοραστή σε περίπτωση που ο δεύτερος ενήργησε πλημμελώς κατά τον υπολογισμό των ποσοτήτων αναφοράς * Αποκλείεται
(Κανονισμοί της Επιτροπής 1371/84, άρθρο 12 PAR PAR 2 και 4, 3005/85 και 1546/88, άρθρο 15 PAR 4)
2. Κράτη μέλη * Υποχρεώσεις * Υποχρέωση επιβολής κυρώσεων στις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου * Περιεχόμενο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 5)
Περίληψη
1. Το άρθρο 12, παράγραφος 4, του αρχικού κειμένου του κανονισμού 1371/84, το άρθρο 12, παράγραφος 2, που κατέστη άρθρο 12, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, όπως διατυπώθηκε με τον κανονισμό 3005/85, καθώς και το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, έχουν την έννοια ότι, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Α, μόνον οι παραγωγοί, και όχι ο αγοραστής, οφείλουν το απαιτητό υπόλοιπο της εν λόγω εισφοράς, ακόμη και όταν το υπόλοιπο αυτό οφείλεται λόγω της αναδρομικής μειώσεως των ποσοτήτων αναφοράς των παραγωγών και ο αρχικά εσφαλμένος υπολογισμός των ποσοτήτων αυτών οφείλεται στην υπαίτια συμπεριφορά του αγοραστή ή των υπαλλήλων του. Το κοινοτικό καθεστώς πρόσθετης εισφοράς δεν προβλέπει, πράγματι, ότι ο αγοραστής υποκαθιστά τον παραγωγό στη θέση του οφειλέτη, όταν ο εν λόγω αγοραστής ενεργεί πλημμελώς κατά τον καθορισμό του ποσού της εισφοράς που του έχει ανατεθεί να εισπράξει.
2. Οσάκις κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν περιέχει καμία ειδική διάταξη προβλέπουσα κύρωση σε περίπτωση παραβάσεως ή παραπέμπει σχετικώς στις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, το άρθρο 5 της Συνθήκης επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίζει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει επίσης την προβολή όλων των αξιώσεων διοικητικού, φορολογικού ή αστικού δικαίου, με τις οποίες επιδιώκεται η είσπραξη ή η εκ των υστέρων είσπραξη κατόπιν απάτης παρακρατηθέντων φόρων ή φορολογικών επιβαρύνσεων, ή η λήψη αποζημιώσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-352/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Duesseldorf (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Milchwerke Koeln-Wuppertal eG
και
Hauptozollamt Koeln-Rheinau,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 12, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής [πρόσθετης] εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 132, σ. 11), του άρθρου 12, παράγραφος 4, του ιδίου κανονισμού, όπως διατυπώθηκε στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3005/85 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 1985 (ΕΕ L 288, σ. 10), και του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής [πρόσθετης] εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 139, σ. 12),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, F. Grevisse και M. Zuleeg (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- το Milchwerke Koeln/Wuppertal eG, εκπροσωπούμενο από τον Lueder Meyer-Arndt, δικηγόρο Κολωνίας,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Dierk Booss, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Hans-Juergen Rabe, δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου Schoen, Nolte, Finkelnburg και Clemm, στο Αμβούργο και τις Βρυξέλλες,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του προσφεύγοντος της κύριας δίκης και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Νοεμβρίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 18ης Αυγούστου 1992, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Σεπτεμβρίου 1992, το Finanzgericht Duesseldorf (Γερμανία) υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 12, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής [πρόσθετης] εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 132, σ. 11), του άρθρου 12, παράγραφος 4, του ιδίου κανονισμού, όπως διατυπώθηκε στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3005/85 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 1985 (ΕΕ L 288, σ. 10), και του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής [πρόσθετης] εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 139, σ. 12).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Milchwerke Koeln/Wuppertal eG και του Hauptzollamt Koeln-Rheinau (στο εξής: Hauptzollamt) σχετικά με πρόσθετη εισφορά την οποία αυτό όφειλε λόγω αναδρομικής μειώσεως των ποσοτήτων αναφοράς, οφειλομένης σε εσφαλμένο υπολογισμό αυτών, που του καταλογίστηκε.
3 Το προσφεύγον της κύριας δίκης είναι καθολικός διάδοχος του Milchversorgung Rheinland eG, με τον οποίο συγχωνεύθηκε. Αυτός αγόραζε γάλα από τους παραγωγούς-μέλη, οι οποίοι ήσαν ταυτόχρονα μέτοχοί του. Πριν από τη συγχώνευση, ορισμένοι υπεύθυνοι ηθελημένα υπολόγισαν εσφαλμένα τη χορηγηθείσα ποσότητα αναφοράς σε μεγάλο αριθμό μελών. Συνεπώς, στα μέλη αυτά χορηγήθηκαν πολύ μεγάλες ποσότητες αναφοράς. Ο Milchversorgung Rheinland κατέβαλε στον αρμόδιο φορέα την πρόσθετη εισφορά που οφειλόταν λόγω παραδόσεων γάλακτος πέραν των ανακριβών ποσοτήτων αναφοράς.
4 Κατόπιν ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν το 1989, το Hauptzollamt, σε 309 περιπτώσεις, ακύρωσε αναδρομικώς την εσφαλμένα υπολογισθείσα ποσότητα αναφοράς και την αντικατέστησε με μικρότερη ποσότητα αναφοράς. Με τις από 12 και 14 Ιουνίου 1991 ειδοποιήσεις περί εισπράξεως, ζήτησε από το προσφεύγον της κύριας δίκης, ως υπόχρεο, τη μη καταβληθείσα πρόσθετη εισφορά, συνολικού ύψους 5 975 480,49 γερμανικών μάρκων (DM).
5 Επειδή η ενώπιον του Hauptzollamt ασκηθείσα ένστασή του δεν ευδοκίμησε κατά το μεγαλύτερο μέρος, το προσφεύγον της κύριας δίκης άσκησε τότε προσφυγή ακυρώσεως των δύο προαναφερθεισών ειδοποιήσεων ενώπιον του Finanzgericht Duesseldorf.
6 Κρίνοντας ότι η απόφαση που έπρεπε να εκδοθεί εξηρτάτο από την ερμηνεία και το κύρος της εν λόγω κοινοτικής ρυθμίσεως, το δικαστήριο αυτό ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1) Οφείλει ο αγοραστής, σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσεως Α του άρθρου 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84, όπως είχε αρχικώς, πρόσθετη εισφορά, προκύπτουσα από αναδρομική μείωση των ποσοτήτων αναφοράς, όταν οι συνεργάτες του προκάλεσαν ανακριβή καθορισμό υπερβολικών ποσοτήτων αναφοράς και με τον τρόπο αυτό φρόντισαν να μη καταβληθεί η πρόσθετη εισφορά πλήρως;
2) Οφείλει ο αγοραστής την πρόσθετη εισφορά, υπό τις προϋποθέσεις του ερωτήματος 1, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3005/85, και το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί των ερωτημάτων 1 και 2, είναι έγκυρα τα άρθρα 12, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84, και 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88, καθόσον ορίζουν επίσης τον αγοραστή ως οφειλέτη της πρόσθετης εισφοράς σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσεως Α του άρθρου 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68;
7 Με το σκεπτικό της Διατάξεώς του, το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων δεν επιτρέπει να υποστηριχθεί η άποψη του Hauptzollamt κατά την οποία, ακόμη και στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Α (εναλλακτική λύση παραγωγού), το προσφεύγον της κύριας δίκης οφείλει ως αγοραστής την πρόσθετη εισφορά. Κατά το αιτούν δικαστήριο, αυτή η λύση στερείται νομικού ερείσματος.
8 Πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι, με σκοπό να τελεί υπό έλεγχο η αύξηση της παραγωγής γάλακτος στην κοινοτική αγορά επιτρέποντας ταυτόχρονα τις αναγκαίες εξελίξεις και διαρθρωτικές προσαρμογές, το άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90, σ. 10), θέσπισε, για διάρκεια πέντε ετών, πρόσθετη εισφορά που επιβαρύνει τους παραγωγούς ή τους αγοραστές γάλακτος αγελάδος.
9 Προέβλεψε τη θέση σε εφαρμογή του εν λόγω καθεστώτος εισφοράς σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες εναλλακτικές λύσεις:
Εναλλακτική λύση Α
Η εισφορά οφείλεται από κάθε παραγωγό γάλακτος επί των ποσοτήτων γάλακτος και/ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε σε έναν αγοραστή και οι οποίες, κατά τη διάρκεια δωδεκάμηνης χρονικής περιόδου, υπερβαίνουν μία ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί.
Εναλλακτική λύση Β
Η εισφορά οφείλεται από κάθε αγοραστή γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων επί των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος, οι οποίες του παραδίδονται από παραγωγούς, και οι οποίες, κατά τη διάρκεια δωδεκάμηνης περιόδου, υπερβαίνουν μία ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί.
10 Στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Α, την εισφορά εισπράττει ο αγοραστής από κάθε παραγωγό, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13).
Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
11 Με τα δύο αυτά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μαζί, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 12, παράγραφος 4, του αρχικού κειμένου του κανονισμού 1371/84, το άρθρο 12, παράγραφος 2, το οποίο κατέστη άρθρο 12, παράγραφος 4, του ιδίου κανονισμού 1371/84, όπως διατυπώθηκε στον κανονισμό 3005/85, καθώς και το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88 πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Α, μόνον οι παραγωγοί, και όχι ο αγοραστής, οφείλουν να καταβάλουν το απαιτητό υπόλοιπο της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος, ακόμη και όταν το υπόλοιπο αυτό οφείλεται λόγω της αναδρομικής μειώσεως των ποσοτήτων αναφοράς των παραγωγών, ο δε αρχικά εσφαλμένος υπολογισμός των ποσοτήτων αυτών οφείλεται στην υπαίτια συμπεριφορά του αγοραστή ή των υπαλλήλων του.
12 'Οπως προκύπτει από το σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής, το Hauptzollamt κρίνει καταρχάς ότι, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Α, μόνον οι παραγωγοί γάλακτος οφείλουν καταρχήν την πρόσθετη εισφορά. Πάντως, από το άρθρο 12 του κανονισμού 1371/84 και το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88 συνάγει ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, όπου η ανεπάρκεια της εισπραχθείσας πρόσθετης εισφοράς καταλογίζεται στους αγοραστές, αυτοί υποχρεούνται προσωπικώς να εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο.
13 Το επιχείρημα του Hauptzollamt δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
14 Ο κοινοτικός νομοθέτης άφησε στα κράτη μέλη την επιλογή μεταξύ των εναλλακτικών λύσεων Α και Β, οι οποίες υποδεικνύουν διαφορετικούς οφειλέτες.
15 Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επέλεξε την εναλλακτική λύση Α, οι παραγωγοί είναι οι μόνοι οφειλέτες της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος. Επομένως, ένας αγοραστής γάλακτος όπως το προσφεύγον της κύριας δίκης δεν είναι οφειλέτης της πρόσθετης εισφοράς.
16 'Ενας αγοραστής δεν μπορεί να χαρακτηριστεί οφειλέτης της πρόσθετης εισφοράς δυνάμει των διατάξεων στις οποίες αναφέρονται τα προδικαστικά ερωτήματα, οι οποίες υποχρεώνουν τους αγοραστές να καταβάλουν στον αρμόδιο φορέα το ποσό της εισφοράς που εισέπραξαν από κάποιο παραγωγό.
17 Πράγματι, από τον θεσπισθέντα μηχανισμό προκύπτει ότι ο αγοραστής υποχρεούται μεν στην καταβολή των εισπραχθέντων ποσών, δεν είναι όμως ο ίδιος οφειλέτης της πρόσθετης εισφοράς.
18 Οι εκδοθέντες από την Επιτροπή κανονισμοί για την εφαρμογή του συστήματος εισφοράς δεν επέφεραν καμία τροποποίηση ως προς τον επιχειρηματία που οφείλει την πρόσθετη εισφορά. Δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 4, του αρχικού κειμένου του κανονισμού 1371/84, στο οποίο αναφέρεται το Hauptzollamt, ο παραγωγός παραμένει οφειλέτης του απαιτητού υπολοίπου στην περίπτωση κατά την οποία το καταβληθέν ως πρόσθετη εισφορά ποσό είναι κατώτερο αυτού που πράγματι οφειλόταν.
19 Κατά το Hauptzollamt, πρέπει να είναι δυνατή η παρέκκλιση από το σύστημα αυτό στην περίπτωση πλημμελειών του αγοραστή κατά τον υπολογισμό των αρχικά χορηγηθεισών ποσοτήτων αναφοράς.
20 Αυτή η λύση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
21 Το κοινοτικό καθεστώς πρόσθετης εισφοράς δεν προβλέπει ότι ο αγοραστής υποκαθιστά τον παραγωγό στη θέση του οφειλέτη, όταν ο εν λόγω αγοραστής ενεργεί πλημμελώς κατά τον καθορισμό του ποσού της εισφοράς που του έχει ανατεθεί να εισπράξει. Το μη εισπραχθέν ποσό εξακολουθεί να βαρύνει τον παραγωγό.
22 Παρά την ανάγκη καταπολεμήσεως των δολίων ενεργειών, κύρωση συνισταμένη στην αντικατάσταση του παραγωγού από τον αγοραστή προϋποθέτει προηγούμενο νομικό έρεισμα που να καθορίζει τις σχετικές προϋποθέσεις και το περιεχόμενο.
23 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι στα κράτη μέλη εναπόκειται να καταπολεμούν αποτελεσματικά τις απάτες. Κατά το Δικαστήριο, οσάκις κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν περιέχει καμία ειδική διάταξη προβλέπουσα κύρωση σε περίπτωση παραβάσεως ή παραπέμπει σχετικώς στις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, το άρθρο 5 της Συνθήκης επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίζει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου (βλ. αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψη 23, και της 10ης Ιουλίου 1990, C-326/88, Hansen, Συλλογή 1990, σ. Ι-2911, σκέψη 17, και Διάταξη της 13ης Ιουλίου 1990, C-2/88 Imm., Zwartveld κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. Ι-3365, σκέψη 17, στο τέλος). 'Οπως ο γενικός εισαγγελέας διευκρίνισε στο σημείο 17 των προτάσεών του, η στηριζομένη στο άρθρο 5 της Συνθήκης υποχρέωση περιλαμβάνει επίσης την προβολή όλων των αξιώσεων διοικητικού, φορολογικού ή αστικού δικαίου, με τις οποίες επιδιώκεται η είσπραξη ή η εκ των υστέρων είσπραξη κατόπιν απάτης παρακρατηθέντων φόρων ή φορολογικών επιβαρύνσεων, ή η λήψη αποζημιώσεως.
24 Ενόψει όλων των προεκτεθέντων στοιχείων, στα δύο πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 12, παράγραφος 4, του αρχικού κειμένου του κανονισμού 1371/84, το άρθρο 12, παράγραφος 2, που κατέστη άρθρο 12, παράγραφος 4, του ιδίου κανονισμού 1371/84, όπως διατυπώθηκε με τον κανονισμό 3005/85, καθώς και το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88 έχουν την έννοια ότι, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Α, μόνον οι παραγωγοί, και όχι ο αγοραστής, οφείλουν το απαιτητό υπόλοιπο της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος, ακόμη και όταν το υπόλοιπο αυτό οφείλεται λόγω της αναδρομικής μειώσεως των ποσοτήτων αναφοράς των παραγωγών και ο αρχικά εσφαλμένος υπολογισμός των ποσοτήτων αυτών οφείλεται στην υπαίτια συμπεριφορά του αγοραστή ή των υπαλλήλων του.
Επί του τρίτου ερωτήματος
25 Λαμβάνοντας υπόψη τη δοθείσα στα δύο πρώτα ερωτήματα απάντηση, το τρίτο ερώτημα καθίσταται άνευ αντικειμένου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 18ης Αυγούστου 1992, το Finanzgericht Duesseldorf, αποφαίνεται:
Το άρθρο 12, παράγραφος 4, του αρχικού κειμένου του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, το άρθρο 12, παράγραφος 2, που κατέστη άρθρο 12, παράγραφος 4, του ιδίου κανονισμού 1371/84, όπως διατυπώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3005/85 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 1985, καθώς και το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, έχουν την έννοια ότι, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Α, μόνον οι παραγωγοί, και όχι ο αγοραστής, οφείλουν το απαιτητό υπόλοιπο της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος, ακόμη και όταν το υπόλοιπο αυτό οφείλεται λόγω της αναδρομικής μειώσεως των ποσοτήτων αναφοράς των παραγωγών και ο αρχικά εσφαλμένος υπολογισμός των ποσοτήτων αυτών οφείλεται στην υπαίτια συμπεριφορά του αγοραστή ή των υπαλλήλων του.
Full & Egal Universal Law Academy