Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Πράξεις των θεσμικών οργάνων * Αιτιολογία * Υποχρέωση * Περιεχόμενο * Κανονισμοί
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 190)
2. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών * Καθορισμός οριακής ημερομηνίας για τη σπορά και την υποβολή αιτήσεων για την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής στο πλαίσιο του συστήματος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών * Καθορισμός βάσει αντικειμενικών κριτηρίων προσαρμοσμένων στις ανάγκες της λειτουργίας της κοινής οργανώσεως * Διαφορετικές επιπτώσεις ανάλογα με τους παραγωγούς * 'Ελλειψη διακρίσεως
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 40 PAR 3, εδ. 2 κανονισμός 1765/92 του Συμβουλίου, άρθρο 10 PAR 2)
3. Γεωργία * Κοινή γεωργική πολιτική * Σκοποί * Συμβιβασμός * Εξουσία εκτιμήσεως των οργάνων * Σταθεροποίηση των αγορών, εξασφάλιση του εφοδιασμού και δίκαιο βιοτικό επίπεδο των παραγωγών * Αναμόρφωση του συστήματος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 39 Κανονισμός 1765/92 του Συμβουλίου)
4. Κοινοτικό δίκαιο * Αρχές * Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης * 'Ορια * Τροποποίηση της ρυθμίσεως περί κοινής οργανώσεως αγοράς * Εξουσία εκτιμήσεως των οργάνων * Μετατόπιση, κατόπιν επαρκούς προειδοποιήσεως, της οριακής ημερομηνίας για την υποβολή των αιτήσεων για τη χορήγηση κοινοτικής οικονομικής ενισχύσεως * Παράβαση * Δεν υφίσταται
(Κανονισμός 1765/92 του Συμβουλίου)
5. Γεωργία * Κοινή γεωργική πολιτική * Αρχή της κοινοτικής προτιμήσεως * Περιεχόμενο * 'Ορια
Περίληψη
1. Κατά πάγια νομολογία, η απαιτούμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη προς τη φύση της οικείας πράξεως. Από την αιτιολογία πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εκδίδει την πράξη, προκειμένου να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Εντούτοις, δεν μπορεί να απαιτείται να διευκρινίζονται λεπτομερώς με την αιτιολογία τα διάφορα πραγματικά και νομικά στοιχεία που αποτελούν το αντικείμενό της, εφόσον η πράξη αυτή εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο του συστήματος του οποίου αποτελεί μέρος.
2. Η γεωργική πολιτική απαιτεί τη θέσπιση κοινών κανόνων που μπορεί να θίγουν κατά διαφορετικό τρόπο τους παραγωγούς ανάλογα με τον ατομικό προσανατολισμό της παραγωγής τους ή τις τοπικές συνθήκες, οι οποίοι όμως δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, εφόσον στηρίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, προσαρμοσμένα στις ανάγκες της όλης λειτουργίας της κοινής οργανώσεως αγοράς.
Αυτό συμβαίνει ως προς το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1765/92, για τη θέσπιση καθεστώτος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών, που εξαρτά την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής από την τήρηση οριακής ημερομηνίας για τη σπορά και την υποβολή των αιτήσεων. Πράγματι, ο καθορισμός μιας τέτοιας ημερομηνίας, αφενός, αποσκοπεί στη διασφάλιση του ελέγχου και της αποτελεσματικότητας του συστήματος των πληρωμών αυτών και, αφετέρου, δεν αποκλείει εκ των προτέρων τους παραγωγούς άλλου κράτους μέλους, τέλος δε μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες.
3. Τα κοινοτικά όργανα πρέπει, κατά την επιδίωξη των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής, να εξασφαλίζουν τον συνεχή συμβιβασμό που απαιτείται ενδεχομένως από τις αντιφάσεις μεταξύ των κατ' ιδίαν στόχων που καθορίζονται με το άρθρο 39 της Συνθήκης και, εφόσον είναι αναγκαίο, να δίνουν σε κάποιον από αυτούς προσωρινά την προτεραιότητα που επιβάλλεται από τις πραγματικές ή οικονομικές περιστάσεις, ενόψει των οποίων εκδίδουν τις αποφάσεις τους.
Επομένως, δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 39 η θέσπιση ενός νέου συστήματος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών που μπορεί να συνεπάγεται μείωση της κοινοτικής παραγωγής και των εισοδημάτων ορισμένων παραγωγών, εφόσον η αναμόρφωση αυτή αποσκοπεί, μέσω της προσεγγίσεως των κοινοτικών τιμών προς τις τιμές της παγκόσμιας αγοράς, στη σταθεροποίηση των αγορών και τη διασφάλιση του εφοδιασμού, που δεν πρέπει να συγχέεται με την αυτάρκεια, η δε απώλεια εισοδήματος εξισορροπείται με τις αντισταθμιστικές εισφορές που μπορούν να λάβουν οι παραγωγοί.
4. Οι επιχειρηματίες δεν δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες στη διατήρηση μιας υφισταμένης καταστάσεως, η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα. Αυτό συμβαίνει σε τομέα όπως αυτός της κοινής γεωργικής πολιτικής και των κοινών οργανώσεων των αγορών, του οποίου ο στόχος συνεπάγεται συνεχή προσαρμογή στις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως. Επομένως, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να επικαλεστούν την ύπαρξη κεκτημένου δικαιώματος προς διατήρηση ενός πλεονεκτήματος που απορρέει γι' αυτούς από τη θέσπιση της κοινής οργανώσεως αγορών και του οποίου επωφελήθηκαν σε δεδομένη στιγμή.
Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο όταν, αφενός, η καινοτομία που εισάγεται με μία νέα ρύθμιση περιορίζεται στη μετατόπιση κατά 15 ημέρες της ημερομηνίας κατά την οποία πρέπει να έχουν υποβληθεί οι αιτήσεις για τη χορήγηση κοινοτικής οικονομικής ενισχύσεως και, αφετέρου, οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί είχαν επαρκή χρόνο για να προσαρμοστούν προς τη νέα ρύθμιση.
5. Καίτοι η αρχή της κοινοτικής προτιμήσεως αποτελεί στοιχείο που μπορεί να ληφθεί υπόψη από τα κοινοτικά όργανα στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, δεν μπορεί πάντως να επηρεάσει την απόφασή τους παρά μόνον αφού εκτιμηθούν όλοι οι οικονομικοί παράγοντες που ασκούν επίδραση στο παγκόσμιο εμπόριο. Η προτίμηση αυτή σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά νομική υποχρέωση της οποίας η παράβαση συνεπάγεται την ακυρότητα της οικείας πράξεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-353/92,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Φωκίωνα Γεωργακόπουλο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ελλάδος, 117, Val Ste Croix,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενου από τον Jean-Paul Jacque, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και τη Σοφία Κυριακοπούλου, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Xavier Herlin, διευθυντή των Νομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
καθού,
υποστηριζομένου από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ξενοφώντα Α. Γιαταγάνα, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (ΕΕ L 181, σ. 12),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini (εισηγητή) και D. A. O. Edward, προέδρους τμήματος, K. N. Kακούρη, R. Joliet, F. A. Schockweiler, G. C. Rodriguez Iglesias, P. J. G. Kapteyn και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας, του Συμβουλίου και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 18ης Ιανουαρίου 1994,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Σεπτεμβρίου 1992, η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση του κανονισμού 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (στο εξής: βασικός κανονισμός, ΕΕ L 181, σ. 12).
2 Με τον βασικό αυτόν κανονισμό θεσπίστηκε σύστημα αντισταθμιστικών πληρωμών υπέρ των παραγωγών στον τομέα των δημητριακών, των πρωτεϊνούχων και των ελαιούχων προϊόντων, στα οποία περιλαμβάνονται οι σπόροι σόγιας.
3 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού, "η αντισταθμιστική πληρωμή καταβάλλεται στα πλαίσια: α) ενός 'γενικού καθεστώτος' , στο οποίο έχουν πρόσβαση όλοι οι παραγωγοί ή β) ενός 'απλουστευμένου καθεστώτος' , στο οποίο έχουν πρόσβαση οι μικροπαραγωγοί". Οι μικροπαραγωγοί, όπως ορίζονται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, μπορούν να επιλέξουν είτε το γενικό είτε το απλουστευμένο σύστημα.
4 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 5, οι παραγωγοί που υποβάλλουν αίτηση για την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής στα πλαίσια του γενικού συστήματος υποχρεούνται να προβούν σε προσωρινή παύση της καλλιέργειας τμήματος των γαιών της εκμεταλλεύσεώς τους έναντι αντισταθμίσεως. Το απλουστευμένο σύστημα δεν επιβάλλει, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, καμία υποχρέωση προσωρινής παύσεως της καλλιέργειας, αλλά η αντισταθμιστική πληρωμή καταβάλλεται με το ποσοστό που ισχύει για τα δημητριακά, όποιες κι αν είναι οι πραγματοποιούμενες καλλιέργειες. 'Οπως προκύπτει από τα άρθρα 4 και 5, το ποσοστό που ισχύει για τα δημητριακά είναι σαφώς κατώτερο από αυτό που ισχύει για τους ελαιούχους σπόρους.
5 Επιπλέον, κατά τη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού του Συμβουλίου, οι αντισταθμιστικές πληρωμές καταβάλλονται μία φορά τον χρόνο για συγκεκριμένη έκταση.
6 Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 10 του βασικού κανονισμού του Συμβουλίου καθορίζουν τους όρους καταβολής των αντισταθμιστικών πληρωμών ως εξής:
"1. Οι αντισταθμιστικές πληρωμές για τα σιτηρά και για την παραγωγή πρωτεϊνούχων προϊόντων, καθώς και η αντιστάθμιση για την υποχρέωση της προσωρινής παύσεως καλλιέργειας γαιών, καταβάλλονται εντός της περιόδου από 16 Οκτωβρίου έως 31 Δεκεμβρίου που έπεται της συγκομιδής.
2. Για να έχει το δικαίωμα να λάβει την αντισταθμιστική πληρωμή, ένας παραγωγός θα πρέπει, το αργότερο μέχρι τις 15 Μαΐου πριν από την εν λόγω συγκομιδή:
* να έχει ολοκληρώσει τη σπορά
* να έχει υποβάλει αίτηση.
(...)"
Σ' αυτήν ακριβώς την τελευταία διάταξη επικεντρώνεται η διαφορά.
7 Τέλος, στο άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, έβδομη περίπτωση, ορίζεται η διαδικασία κατά την οποία θεσπίζονται οι λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του βασικού κανονισμού και, συγκεκριμένα, αυτοί "που επιτρέπουν οι ημερομηνίες που αναφέρονται στο άρθρο 10, παράγραφος 2 (...) να είναι διαφορετικές για ορισμένες περιοχές όπου οι εξαιρετικές κλιματολογικές συνθήκες καθιστούν ανεφάρμοστες τις κανονικές ημερομηνίες".
8 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2294/92 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ελαιούχων σπόρων που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου (ΕΕ L 221, σ. 22, στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός), ο οποίος ισχύει από την περίοδο εμπορίας 1993/1994, ορίζει, στο άρθρο 2, παράγραφος 1:
"1. Η αντισταθμιστική πληρωμή που προβλέπεται από το άρθρο 5, παράγραφος 1 και παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 παραχωρείται [καταβάλλεται μόνο] για εκτάσεις ελαιούχων προϊόντων:
α) (...)
β) οι οποίες εντάσσονται στο γενικό καθεστώς που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 5, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92
γ) για τις οποίες έχει υποβληθεί στην αρμόδια αρχή αίτηση για την είσπραξη της πληρωμής μέχρι την ημερομηνία που ορίζεται από το κράτος μέλος για τον σπόρο και την εν λόγω περιοχή, η οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει την ημερομηνία που καθορίζεται στο παράρτημα Ι
δ) οι οποίες έχουν σπαρθεί στο σύνολό τους με κραμβόσπορους, γογγυλόσπορους, ηλιανθόσπορους ή σπόρους σόγιας (...) πριν από την ημερομηνία αυτή
(...)
2. Στην περίπτωση που οι κλιματολογικές συνθήκες δεν επιτρέπουν τη σπορά ελαιούχων σπόρων πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στο παράρτημα Ι, οι εκτάσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ανωτέρω, επιλέγονται μόνο μετά από βεβαίωση της σποράς που έχει υποβληθεί στην αρμόδια αρχή. Οι ζώνες στις οποίες εφαρμόζεται αυτή η διάταξη, καθώς και οι προθεσμίες υποβολής της βεβαιώσεως των σπόρων καθορίζονται σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 38 διαδικασία του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33)."
Το παράρτημα Ι του εκτελεστικού κανονισμού, στο οποίο παραπέμπει η διάταξη αυτή, ορίζει ως οριακή ημερομηνία για την υποβολή της αιτήσεως και τη σπορά "τη 15η Μαΐου που προηγείται της περιόδου εμπορίας".
9 Δεν αμφισβητείται ότι οι 'Ελληνες παραγωγοί σπόρων σόγιας είναι "μικροπαραγωγοί" κατά την έννοια του βασικού κανονισμού και, επομένως, έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ του γενικού συστήματος και του απλουστευμένου συστήματος για την καταβολή των αντισταθμιστικών πληρωμών.
10 Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι η καλλιέργεια σπόρων σόγιας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δύο καλλιεργειών: μιας αποκαλούμενης κύριας καλλιέργειας και/ή μιας αποκαλούμενης δευτερεύουσας καλλιέργειας που είτε προηγείται είτε έπεται της κύριας καλλιέργειας.
11 Η αιτούσα Κυβέρνηση εκθέτει ότι στην Ελληνική Δημοκρατία η καλύτερη περίοδος για την καλλιέργεια των σπόρων σόγιας είναι μεταξύ 20 Απριλίου και 15 Ιουλίου και ότι οι μικροπαραγωγοί προβαίνουν γενικά στην καλλιέργεια των σπόρων αυτών στο πλαίσιο της δευτερεύουσας καλλιέργειας μόνο μετά τις 15 Μαΐου. Εφόσον ορίζει ως οριακή ημερομηνία σποράς την ημερομηνία αυτή, το άρθρο 10, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού συνεπάγεται ουσιαστικώς τον αποκλεισμό αυτών των μικροπαραγωγών από το ευεργέτημα των αντισταθμιστικών πληρωμών που προβλέπονται για τις δευτερεύουσες καλλιέργειες.
12 Για τον λόγο αυτόν, η Ελληνική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει τον βασικό κανονισμό. Πρός στήριξη της προσφυγής της επικαλείται πέντε λόγους που αντλούνται από τη μη τήρηση, αντιστοίχως, της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, του άρθρου 39 της Συνθήκης, των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της κοινοτικής προτιμήσεως.
Επί του παραδεκτού
13 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, φρονεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, επειδή το άρθρο 10, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού δεν ισχύει για τις αντισταθμιστικές πληρωμές που αφορούν τις καλλιέργειες σόγιας, στις οποίες και μόνο αναφέρεται η παρούσα προσφυγή. Κατά το Συμβούλιο, η εν λόγω παράγραφος 2 πρέπει να ληφθεί υπόψη σε συνδυασμό με την παράγραφο 1, η οποία, κατά το γράμμα της, αφορά μόνον τις αντισταθμιστικές πληρωμές για τις καλλιέργειες σιτηρών ή τις καλλιέργειες πρωτεϊνούχων προϊόντων. Οι πληρωμές σχετικά με τα ελαιούχα προϊόντα, επομένως και τη σόγια, διέπονται από τον εκτελεστικό κανονισμό τον οποίο δεν αφορά η παρούσα προσφυγή.
14 Συναφώς, αρκεί να τονισθεί ότι κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β', του εκτελεστικού κανονισμού η αντισταθμιστική πληρωμή χορηγείται μόνο για εκτάσεις ελαιούχων προϊόντων που εντάσσονται στο γενικό σύστημα. Αντιθέτως, όπως εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 21 των προτάσεών του, οι αντισταθμιστικές πληρωμές για τους μικροπαραγωγούς σόγιας, που επέλεξαν το απλουστευμένο σύστημα, εξακολουθούν να διέπονται από τον βασικό κανονισμό του οποίου ζητείται εν προκειμένω η ακύρωση.
15 Κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου που προέτεινε το Συμβούλιο πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
Επί του λόγου που αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας
16 Προς στήριξη του λόγου αυτού, η Ελληνική Κυβέρνηση επικαλείται, καταρχάς, τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού, στην οποία αναφέρεται ότι το νέο σύστημα στηρίξεως, που εφαρμόζεται από την περίοδο εμπορίας 1993/1994, θεσπίστηκε για τη διασφάλιση μιας καλύτερης ισορροπίας της αγοράς και ότι, για την επίτευξη του σκοπού αυτού, ενδείκνυται η προσέγγιση των κοινοτικών τιμών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών προς τις τιμές της παγκόσμιας αγοράς και η αντιστάθμιση της απώλειας εισοδήματος που προκύπτει από τη μείωση των θεσμικών τιμών με την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής στους παραγωγούς που επιδίδονται στη σπορά των προϊόντων αυτών.
17 Η Ελληνική Κυβέρνηση διαπιστώνει στη συνέχεια ότι οι παραγωγοί σόγιας που σπέρνουν μετά τις 15 Μαΐου, πράγμα που κυρίως συμβαίνει με τους 'Ελληνες μικροπαραγωγούς που επιδίδονται στη δευτερεύουσα καλλιέργεια, αποκλείονται, αντίθετα προς τον θεμελιώδη σκοπό του κανονισμού που μόλις μνημονεύθηκε ανωτέρω, από το ευεργέτημα των αντισταθμιστικών πληρωμών, ενώ, υπό την παλαιά ρύθμιση, ελάμβαναν χρηματοοικονομική στήριξη. Παρά ταύτα, ο βασικός κανονισμός δεν περιέχει καμία ειδική αιτιολογία προς δικαιολόγηση του αποκλεισμού αυτού. Επομένως, ο βασικός κανονισμός θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω ελλείψεως αιτιολογίας.
18 Ο λόγος αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. 'Οπως ορθώς υποστήριξε το Συμβούλιο, ο βασικός κανονισμός είναι επαρκώς αιτιολογημένος ως προς όλα του τα στοιχεία.
19 Κατά πάγια νομολογία, η απαιτούμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη προς τη φύση της οικείας πράξεως. Από την αιτιολογία πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εκδίδει την πράξη, προκειμένου να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Επιπλέον, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι δεν μπορεί να απαιτείται να διευκρινίζονται λεπτομερώς με την αιτιολογία τα διάφορα πραγματικά και νομικά στοιχεία που αποτελούν το αντικείμενό της, εφόσον η πράξη αυτή εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο του συστήματος του οποίου αποτελεί μέρος (βλ. την απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1992, C-63/90 και C-67/90, Πορτογαλία και Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. Ι-5073, σκέψη 16).
20 Εν προκειμένω, η δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού αναφέρεται ρητώς στην ανάγκη "να θεσπιστούν ορισμένοι όροι σχετικά με την αίτηση αντισταθμιστικών πληρωμών και να διευκρινιστεί η ημερομηνία καταβολής των εν λόγω πληρωμών στους παραγωγούς". Κατά συνέπεια, δεν αποκλείεται ο καθορισμός οριακής ημερομηνίας για τη σπορά και την υποβολή της αιτήσεως.
21 Εξάλλου, ο εν λόγω κανονισμός επαναλαμβάνει απλώς την έννοια της οριακής ημερομηνίας που ήδη προβλέπεται, για την περίοδο εμπορίας 1992/93, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3766/91 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, που θεσπίζει σύστημα στήριξης για τους παραγωγούς σπόρων σόγιας, κραμβόσπορων, γογγυλόσπορων και ηλιανθόσπορων (ΕΕ L 356, σ. 17, στο εξής: κανονισμός 3766/91). Το γεγονός ότι η οριακή αυτή ημερομηνία (15 Μαΐου) διέφερε της προηγούμενης (30 Μαΐου) δεν απαιτούσε ειδική αιτιολογία, όπως παρετήρησε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 44 των προτάσεών του.
22 Τέλος, η ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, του επίδικου κανονισμού δεν είναι αμετακίνητη, εφόσον το άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, έβδομη περίπτωση, του κανονισμού αυτού καθορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για τη διαφοροποίηση της ημερομηνίας σε ορισμένες περιοχές όπου οι εξαιρετικές κλιματολογικές συνθήκες την καθιστούν ανεφάρμοστη.
23 Επομένως, ενόψει των προηγουμένων σκέψεων πρέπει να θεωρηθεί ότι ο βασικός κανονισμός, καθόσον εξαρτά την καταβολή αντισταθμιστικών πληρωμών από την προϋπόθεση ότι η σπορά και η υποβολή αιτήσεως πραγματοποιήθηκαν πριν από τις 15 Μαΐου, είναι επαρκώς αιτιολογημένος από την άποψη του άρθρου 190 της Συνθήκης, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, ο λόγος που αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
24 Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, οι 'Ελληνες μικροπαραγωγοί υφίστανται δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους αντίστοιχους παραγωγούς των άλλων κρατών μελών. Πράγματι, οι 'Ελληνες μικροπαραγωγοί προβαίνουν στη σπορά σπόρων σόγιας στο πλαίσιο της δευτερεύουσας καλλιέργειας μετά τις 15 Μαΐου, επειδή, ενόψει των επικρατουσών εδαφολογικών και κλιματολογικών συνθηκών στην Ελληνική Δημοκρατία, η καλύτερη περίοδος σποράς σπόρων σόγιας τοποθετείται μεταξύ 20 Απριλίου και 15 Ιουλίου. Στα άλλα κράτη μέλη, η περίοδος σποράς είναι βραχύτερη και η σπορά πραγματοποιείται γενικά πολύ πριν από τις 15 Μαΐου. Ενόψει του ότι η επίμαχη ημερομηνία επιβάλλεται αδιακρίτως σε παραγωγούς που βρίσκονται σε αντικειμενικώς διαφορετικές καταστάσεις, παραβιάζεται η αρχή της ισότητας κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
25 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η γεωργική πολιτική απαιτεί τη θέσπιση κοινών κανόνων που μπορεί να θίγουν κατά διαφορετικό τρόπο τους παραγωγούς ανάλογα με τον ατομικό προσανατολισμό της παραγωγής ή τις τοπικές συνθήκες, οι οποίοι όμως δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, εφόσον στηρίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, προσαρμοσμένα στις ανάγκες της όλης λειτουργίας της κοινής οργανώσεως αγοράς (βλ., ιδίως, την απόφαση της 9ης Ιουλίου 1985, 179/84, Bozzeti, Συλλογή 1985, σ. Ι-2301).
26 Το άρθρο 10, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού εμπίπτει σ' αυτήν την κατηγορία κανόνων.
27 Πράγματι, κατά τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη, "οι παραγωγοί που ζητούν να επωφεληθούν από το (απλουστευμένο σύστημα) πρέπει να δεχθούν ορισμένες διαδικασίες για τη διευκόλυνση των ελέγχων". Από την αιτιολογική αυτή σκέψη, σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη, προκύπτει ότι η υποχρέωση τηρήσεως μιας οριακής προθεσμίας για τη σπορά και την υποβολή αιτήσεως προς καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής οφείλεται ιδίως στη μέριμνα να διασφαλίζονται συγχρόνως ο έλεγχος και η αποτελεσματικότητα του συστήματος των πληρωμών αυτών.
28 Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο καθορισμός της επίμαχης ημερομηνίας είναι εναρμονισμένος προς τις ανάγκες της όλης λειτουργίας της κοινής οργανώσεως.
29 Εξάλλου, η ημερομηνία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά δυσμενή διάκριση. Πράγματι, δεδομένου ότι η καλύτερη περίοδος για τη σπορά σπόρων σόγιας αρχίζει, κατά τις ίδιες τις ελληνικές αρχές, στις 20 Απριλίου, οι 'Ελληνες μικροπαραγωγοί έχουν τη δυνατότητα, όπως οι αντίστοιχοι παραγωγοί των άλλων κρατών μελών, να ολοκληρώσουν τη σπορά και να υποβάλουν αίτηση για την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής πριν από τις 15 Μαΐου.
30 Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως υπογράμμισε το Συμβούλιο, η οριακή ημερομηνία της 15ης Μαΐου δεν είναι αμετακίνητη και μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, έβδομη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, να ποικίλλει σε ορισμένες περιοχές συνεπεία των κλιματολογικών συνθηκών.
31 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι ο λόγος που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της ισότητας είναι αβάσιμος.
Επί του λόγου που αντλείται από τη μη τήρηση του άρθρου 39 της Συνθήκης
32 Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει καταρχάς ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού αντιστρατεύεται δύο σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής.
33 Αφενός, δεν εξασφαλίζεται ένα δίκαιο βιοτικό επίπεδο, κατά την έννοια του άρθρου 39, παράγραφος 1, στοιχείο β', της Συνθήκης ΕΟΚ, στους παραγωγούς σόγιας που προβαίνουν στη σπορά μετά τις 15 Μαΐου. Δεδομένου ότι η καλλιέργεια αυτή αποκλείεται από το ευεργέτημα των αντισταθμιστικών πληρωμών κατ' εφαρμογήν του άρθρου 10, παράγραφος 2, τα εισοδήματα των παραγωγών αυτών υφίστανται πράγματι μείωση.
34 Αφετέρου, οι παραγωγοί αποθαρρύνονται από το να επιδίδονται στην καλλιέργεια της σόγιας μετά τις 15 Μαΐου, οπότε δεν διασφαλίζεται πλέον ο εφοδιασμός της Κοινότητας που αναφέρεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της Συνθήκης.
35 Στη συνέχεια, η Ελληνική Κυβέρνηση επικαλείται την παράγραφο 2 του άρθρου 39, το οποίο απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη, κατά την εκπόνηση της κοινής γεωργικής πολιτικής, "ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της γεωργικής δραστηριότητας, που απορρέει από την κοινωνική δομή της γεωργίας". Επομένως, η κοινωνική πολιτική στον τομέα αυτόν πρέπει να κατατείνει στη μείωση των ανισοτήτων μεταξύ των μεγαλοπαραγωγών και των μικροπαραγωγών. 'Ομως, εν προκειμένω, οι παραγωγοί που προβαίνουν στη σπορά σόγιας στο πλαίσιο της δευτερεύουσας καλλιέργειας μετά τις 15 Μαΐου είναι κυρίως μικροπαραγωγοί, δεδομένου ότι οι μεγαλοπαραγωγοί αρκούνται μόνο στην κύρια καλλιέργεια. Εφόσον το άρθρο 10, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού εμποδίζει τη χορήγηση αντισταθμιστικών πληρωμών στους πρώτους, οι διαφορές μεταξύ των μικροπαραγωγών και των μεγαλοπαραγωγών οξύνονται.
36 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί καταρχάς ότι, κατά πάγια νομολογία, τα κοινοτικά όργανα πρέπει, κατά την επιδίωξη των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής, να εξασφαλίζουν τον συνεχή συμβιβασμό που απαιτείται ενδεχομένως από τις αντιφάσεις μεταξύ των κατ' ιδίαν στόχων που καθορίζονται με το άρθρο 39 της Συνθήκης και, εφόσον είναι αναγκαίο, να δίνουν σε κάποιον από αυτούς προσωρινά την προτεραιότητα που επιβάλλεται από τις πραγματικές ή οικονομικές περιστάσεις, ενόψει των οποίων εκδίδουν τις αποφάσεις τους (βλ. ιδίως την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 10).
37 'Ομως, κατά την ήδη αναφερθείσα δεύτερη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού, το νέο σύστημα στηρίξεως θεσπίστηκε για τη διασφάλιση καλύτερης ισορροπίας της αγοράς με την προσέγγιση των κοινοτικών τιμών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών προς τις τιμές της παγκόσμιας αγοράς και για την αντιστάθμιση της απώλειας εισοδήματος που προκύπτει από τη μείωση των θεσμικών τιμών με την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής στους παραγωγούς που επιδίδονται στην καλλιέργεια των προϊόντων αυτών .
38 'Οπως ορθώς υποστηρίζει το Συμβούλιο, ο σκοπός αυτός συμβάλλει, ο ίδιος, στη σταθεροποίηση των αγορών και στην εξασφάλιση του εφοδιασμού κατά την έννοια του άρθρου 39, παράγραφος 1, στοιχεία γ' και δ', έστω κι αν αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της κοινοτικής παραγωγής και των εισοδημάτων ορισμένων παραγωγών.
39 Οι μειώσεις αυτές δεν μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα του βασικού κανονισμού. Πράγματι, η απώλεια εισοδήματος εξισορροπείται με τις αντισταθμιστικές πληρωμές που μπορούν να λάβουν οι 'Ελληνες μικροπαραγωγοί σόγιας. Συναφώς, πρέπει να τονισθεί ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι υφίσταται, ως προς τους παραγωγούς αυτούς, απόλυτη αδυναμία σποράς μέχρι την ημερομηνία της 15ης Μαΐου. Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι οι ελληνικές αρχές δεν προέβησαν σε κανένα διάβημα προς τις κοινοτικές αρχές προκειμένου να διαφοροποιηθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, όπως επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, έβδομη περίπτωση.
40 Επιπλέον, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο δ', αποβλέπει στη διασφάλιση του εφοδιασμού εντός της Κοινότητας, χωρίς να απαιτεί ωστόσο, όπως υποστηρίζει η Ελληνική Κυβέρνηση, αυτάρκεια.
41 Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Συμβούλιο, ορίζοντας ως οριακή ημερομηνία τη 15η Μαΐου, παρέβη το άρθρο 39 της Συνθήκης.
42 Κατά συνέπεια, ο λόγος που αντλείται από την παράβαση της διατάξεως αυτής πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου που αντλείται από τη μη τήρηση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
43 Η Ελληνική Κυβέρνηση προβάλλει ότι με κανέναν από τους πολυάριθμους κοινοτικούς κανονισμούς που έχουν εκδοθεί από τη δεκαετία του 1970 προς οικονομική στήριξη της παραγωγής σόγιας δεν προσδόθηκε στην ημερομηνία σποράς των οικείων γαιών ο χαρακτήρας προϋποθέσεως για τη χορήγηση της οικονομικής ενισχύσεως. Η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που εστήριξαν οι επιχειρηματίες στη συνεχιζόμενη αυτή κατάσταση εθίγη με τον βασικό κανονισμό, καθόσον με αυτόν επιβλήθηκε η τήρηση της οριακής ημερομηνίας της 15ης Μαΐου για τη χορήγηση των αντισταθμιστικών πληρωμών.
44 Κατά πάγια νομολογία, καίτοι η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης περιλαμβάνεται στις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, οι επιχειρηματίες δεν δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες στη διατήρηση μιας υφισταμένης καταστάσεως, η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα (βλ. την απόφαση της 7ης Μαΐου 1992, C-258/90 και C-259/90, Pesquerias de Bermeo και Naviera Laida κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-2901, σκέψη 34). Αυτό συμβαίνει σε τομέα όπως αυτός της κοινής γεωργικής πολιτικής και των κοινών οργανώσεων των αγορών, του οποίου ο στόχος συνεπάγεται συνεχή προσαρμογή στις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-395, σκέψη 33).
45 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να επικαλεστούν την ύπαρξη κεκτημένου δικαιώματος προς διατήρηση ενός πλεονεκτήματος που απορρέει γι' αυτούς από τη θέσπιση της κοινής οργανώσεως αγορών και του οποίου επωφελήθηκαν σε δεδομένη στιγμή (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 34).
46 Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο εν προκειμένω καθόσον ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3766/91, που ίσχυε για τις συγκομιδές του έτους 1992, προέβλεπε ήδη, στο άρθρο 4, παράγραφος 7, την τήρηση οριακής προθεσμίας, που είχε καθοριστεί στις 30 Μαΐου, για την υποβολή αιτήσεως χρηματοοικονομικής στηρίξεως για τις δευτερεύουσες καλλιέργειες σόγιας. Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 10, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού δεν εισήγαγε καμία καινοτομία σε σχέση με τον προηγούμενο κανονισμό πλην του καθορισμού ως οριακής ημερομηνίας της 15ης αντί της 30ής Μαΐου.
47 Επιπλέον, πρέπει να τονισθεί ότι το νέο σύστημα που θεσπίστηκε το 1992 με τον βασικό κανονισμό εφαρμόζεται μόνον από της περιόδου εμπορίας 1993/94. Κατά συνέπεια, οι παραγωγοί σόγιας είχαν επαρκή χρόνο για να προσαρμόσουν τις δραστηριότητές τους σποράς στο πλαίσιο δευτερεύουσας καλλιέργειας προς τη νέα ρύθμιση, με την οποία μετατέθηκε απλώς κατά 15 ημέρες νωρίτερα η οριακή ημερομηνία που καθοριζόταν με τον προηγούμενο κανονισμό.
48 Από τα προεκτιθέμενα προκύπτει ότι ο λόγος που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πρέπει ομοίως να απορριφθεί.
Επί του λόγου που αντλείται από τη μη τήρηση της αρχής της κοινοτικής προτιμήσεως.
49 Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο, θεσπίζοντας το άρθρο 10, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, δεν τήρησε την αρχή της κοινοτικής προτιμήσεως. Συγκεκριμένα, οι κοινοτικοί παραγωγοί, δεδομένου ότι δεν μπορούν να λάβουν αντισταθμιστικές πληρωμές για τη σόγια που προέρχεται από γαίες που έχουν σπαρεί μετά τις 15 Μαΐου, μειονεκτούν από απόψεως ανταγωνισμού σε σχέση με τους παραγωγούς τρίτων χωρών που είναι σε θέση να διαθέτουν τα προϊόντα τους στην κοινοτική αγορά σε χαμηλότερες τιμές.
50 Συναφώς, αρκεί να τονισθεί ότι η αρχή της κοινοτικής προτιμήσεως, καίτοι αποτελεί στοιχείο που μπορεί να ληφθεί υπόψη από τα κοινοτικά όργανα στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, δεν μπορεί πάντως να επηρεάσει την απόφασή τους παρά μόνον αφού εκτιμηθούν όλοι οι οικονομικοί παράγοντες που ασκούν επίδραση στο παγκόσμιο εμπόριο. 'Οπως ορθώς παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στις παραγράφους 78 έως 82 των προτάσεών του, η προτίμηση αυτή σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά νομική υποχρέωση της οποίας η παράβαση συνεπάγεται την ακυρότητα της οικείας πράξεως.
51 Κατά συνέπεια, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν μπορεί βασίμως να επικαλεστεί τη μη τήρηση από το Συμβούλιο της αρχής της κοινοτικής προτιμήσεως.
52 Δεδομένου ότι κανένας λόγος δεν έγινε δεκτός, η προσφυγή της Ελληνικής Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
53 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, η Επιτροπή φέρει τα δικά της έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα. Η Επιτροπή φέρει τα δικά της έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy