Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Αναίρεση * Λόγοι * Απλή επανάληψη των προβληθέντων ενώπιον του Πρωτοδικείου λόγων και επιχειρημάτων * Απαράδεκτο * Απόρριψη
(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 112 PAR 1, στοιχ. γ')
2. Αναίρεση * Λόγοι * Αδυναμία προβολής λόγων από τους οποίους παραιτήθηκε πρωτοδίκως ο αναιρεσείων ή οι οποίοι απερρίφθησαν ως απαράδεκτοι χωρίς να αμφισβητείται η απόρριψη αυτή
3. Αναίρεση * Λόγοι * Πεπλανημένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών * Απαράδεκτο * Απόρριψη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 168 Α Οργανισμός ΕΟΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51)
Περίληψη
1. Όπως προκύπτει από το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη των πρωτοδίκως προβληθέντων λόγων και επιχειρημάτων, ή στην παραπομπή στους πρωτοδίκως προβληθέντες λόγους και ισχυρισμούς, αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση, διώκουσα την επανεξέταση της ενώπιον του Πρωτοδικείου ασκηθείσας προσφυγής, μη εμπίπτουσα στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και επομένως συνεπάγεται το απαράδεκτο των οικείων λόγων και επιχειρημάτων.
2. Η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να στηρίζεται σε λόγους από τους οποίους ο αναιρεσείων παραιτήθηκε ρητώς κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία ή σε λόγους τους οποίους το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαραδέκτους, εφόσον η κήρυξή τους ως απαραδέκτων δεν αμφισβητείται.
3. Δυνάμει των άρθρων 168 Α της Συνθήκης και 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να στηρίζεται μόνο σε λόγους αφορώντες την παράβαση, από το Πρωτοδικείο, κανόνων δικαίου, αποκλειομένης πάσης εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, η επανεξέταση των πραγματικών περιστατικών εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου. Είναι, συνεπώς, απαράδεκτος ο λόγος με τον οποίον αμφισβητείται μόνον η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Πρωτοδικείου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-354/92 P,
Franz Eppe, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος από τον G. Vandersanden, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Α. Schmitt, 62, avenue Guillaume,
αναιρεσείων,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 10 Ioυλίου 1992 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πέμπτο τμήμα, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-59/91 και Τ-79/91 (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2061), Eppe κατά Επιτροπής, και με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι:
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον M. Valsesia, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον D. Waelbroeck, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον M. Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, centre Wagner, Kirchberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward, R. Joliet, G. C. Rodriguez Iglesias και F. Grevisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Σεπτεμβρίου 1992, ο Franz Eppe άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 10ης Ιουλίου 1992 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-59/91 και Τ-79/91 (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2061), Eppe κατά Επιτροπής, προβάλλοντας ως λόγους ότι η απόφαση αυτή πάσχει διαδικαστική πλημμέλεια θίγουσα τα συμφέροντά του και ότι παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο.
2 Από τα όσα διαπιστώνει το Πρωτοδικείο στην απόφασή του (σκέψεις 3 έως 21) προκύπτει ότι:
* στις 9 Ιανουαρίου 1990 ο Franz Eppe, υπάλληλος βαθμού Α 4, προϊστάμενος διοικητικής μονάδας της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας της Επιτροπής (στο εξής: ΓΔ VI), είχε συνομιλία με τον γενικό διευθυντή του για να του αναφέρει ότι δεν ήταν ικανοποιημένος με τη θέση του στη διοικητική μονάδα την οποία διηύθυνε και για να του ζητήσει να του ανατεθούν άλλα καθήκοντα περισσότερο προσαρμοσμένα στην πείρα και στις γνώσεις του. Στις 12 Φεβρουαρίου 1990, επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της συνομιλίας αυτής με υπηρεσιακό σημείωμα προς τον γενικό διευθυντή του
* κατόπιν του σημειώματος αυτού, ο F. Eppe είχε συνομιλία με τον γενικό διευθυντή του στις 14 Μαρτίου 1990, κατά τη διάρκεια της οποίας δήλωσε ότι είναι καταρχήν σύμφωνος να μετατεθεί. Τρεις μήνες αργότερα, στις 21 Ιουνίου 1990, απέστειλε δια της ιεραρχικής οδού σημείωμα προς τον γενικό διευθυντή του με το οποίο του ανακοίνωσε ότι η καταρχήν συναίνεσή του για μετάθεση ίσχυε μόνον εφόσον τούτο θα συνεπαγόταν και την προαγωγή του στον βαθμό Α 3
* με σημείωμα της 25ης Ιουνίου 1990, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ VI εξέθεσε τους λόγους και τους σκοπούς που δικαιολογούσαν την αναδιοργάνωση της γενικής διευθύνσεως. Με το σημείο 4 του παραρτήματος Ι του σημειώματος αυτού προτεινόταν η δημιουργία θέσεως "συμβούλου" στη διεύθυνση VI-Ζ "ΕΓΤΠΕ". Στις 6 Αυγούστου 1990, ο F. Eppe υπέβαλε στον γενικό διευθυντή του διαμαρτυρία κατά της προτάσεως του τελευταίου προς τον γενικό διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως να τροποποιήσει το οργανόγραμμα της ΓΔ VI, καθόσον η πρόταση αυτή προέβλεπε αλλαγή θέσεως για τον ίδιο. 'Ετσι, στις 18 Σεπτεμβρίου 1990, ζήτησε από τον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής να μη τροποποιήσει αμέσως το οργανόγραμμα στην περίπτωσή του, προκειμένου να αποφευχθεί οποιοσδήποτε συσχετισμός με τη μετάταξη άλλου προϊσταμένου διοικητικής μονάδας, "ο πειθαρχικός χαρακτήρας της οποίας δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες στο κοινό". Στις 15 Οκτωβρίου 1990, ο Γενικός Γραμματέας του απάντησε ότι είχε υποδείξει στον γενικό διευθυντή της ΓΔ VI να διαχωρίσει τις δύο περιπτώσεις
* στις 17 Οκτωβρίου 1990 η Επιτροπή ενέκρινε το νέο οργανόγραμμα της ΓΔ VI. Με σημείωμα της 6ης Νοεμβρίου 1990, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ VI επιβεβαίωσε στον F. Eppe την τοποθέτησή του ως συμβούλου στη ΓΔ VI-Ζ-ΕΓΤΠΕ. Το σημείωμα αυτό διευκρίνιζε ότι η τοποθέτηση αυτή δεν ενείχε καμιά κρίση για τον τρόπο με τον οποίο απηλλάγη των καθηκόντων του ως προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας VI-BI-4. Στις 9 Νοεμβρίου 1990, ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως τού επιβεβαίωσε με τη σειρά του την απόφαση της Επιτροπής της 17ης Οκτωβρίου 1990
* στις 17 Νοεμβρίου 1990 ο F. Eppe υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 17ης Οκτωβρίου 1990. Προέβαλε κυρίως ότι η Επιτροπή δεν τήρησε έναντι αυτού την αρχή στην οποία αναφερόταν το σημείωμα του γενικού διευθυντή της 25ης Ιουνίου 1990 περί της διαδικασίας αναδιοργανώσεως, σύμφωνα με την οποία επρόκειτο να κληθούν υπάλληλοι που θα εξεδήλωναν ενδιαφέρον
* εκτιμώντας ότι μετατέθηκε παρά τη θέλησή του και για να "διασώσει την τιμή του", ο F. Eppe υπέβαλε, στις 14 Ιανουαρίου 1991, υποψηφιότητα για την προηγούμενη θέση του. Με σημείωμα της 14ης Φεβρουαρίου 1991, ο γραμματέας της γνωμοδοτικής επιτροπής διορισμών τον πληροφόρησε ότι η υποψηφιότητά του δεν επρόκειτο να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της οικείας διαδικασίας. Στις 25 Φεβρουαρίου 1991, ο F. Eppe υπέβαλε νέα ένσταση στρεφομένη, πρώτον, κατά της αποφάσεως της Επιτροπής να δημοσιεύσει την προκήρυξη της προηγούμενης θέσεώς του, δεύτερον, κατά του διορισμού του V στη θέση αυτή και, τρίτον, κατά της απορρίψεως της υποψηφιότητάς του για τη θέση.
3 Κατόπιν απορρίψεως των ενστάσεών του, ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου δύο προσφυγές, αιτούμενος με τη μεν πρώτη την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 17ης Οκτωβρίου 1990, περί τροποποιήσεως του οργανογράμματος της ΓΔ VI, με τη δε δεύτερη την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής περί δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως κενής θέσεως αριθ. COM/164/90, περί διορισμού του V. στη θέση και απορρίψεως της υποψηφιότητας του αναιρεσείοντος.
4 Οι δύο προσφυγές απορρίφθηκαν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
5 Στην έκθεση του εισηγητή δικαστή εκτίθενται διεξοδικότερα η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
6 Προς στήριξη της αιτήσεως του αναιρέσεώς, ο αναιρεσείων επικαλείται πέντε λόγους, εκ των οποίων ο μεν πρώτος αφορά διαδικαστική πλημμέλεια, οι δε λοιποί τέσσερις νομική πλάνη.
7 Πρέπει να τονιστεί ότι με το υπόμνημά του απαντήσεως ο αναιρεσείων διευκρίνισε ότι εμμένει σε όλους τους λόγους και τα επιχειρήματα που προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου.
8 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προβλέπει ότι η αίτηση αναιρέσεως περιέχει τους προβαλλόμενους νομικούς λόγους και επιχειρήματα. Με τη διάταξη της 26ης Απριλίου 1993 στην υπόθεση C-244/92 P, Κούπκα-Φλωρίδη (Συλλογή 1993, σ. I-2041), το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι η αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη των πρωτοδίκως προβληθέντων λόγων και επιχειρημάτων αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση, διώκουσα την επανεξέταση της ενώπιον του Πρωτοδικείου ασκηθείσας προσφυγής, μη εμπίπτουσα στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Τούτο ισχύει και στην περίπτωση της άνευ ετέρου παραπομπής στους πρωτοδίκως προβληθέντες λόγους και επιχειρήματα.
Επί των διαδικαστικών πλημμελειών
9 Ο Eppe ισχυρίζεται ότι τόσο κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιον του Πρωτοδικείου υποστήριξε ότι δεν είχαν τηρηθεί, αφενός, η προβλεπομένη στο άρθρο 29 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ) διαδικασία, αφετέρου, η δια της αποφάσεως της 19ης Ιουλίου 1988 επιλεγείσα διαδικασία πληρώσεως των θέσεων ενδιαμέσου στελεχώσεως [COM(88) PV 928].
10 Συνεπώς, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο όφειλε να λάβει υπόψη του τα επιχειρήματα αυτά.
11 Στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι κατά την προφορική διαδικασία ο αναιρεσείων δήλωσε "(...) ότι η προσφυγή του στηριζόταν μόνον, καθόσον αφορά την ακολουθητέα διαδικασία, στη μη τήρηση της διαδικασίας αναδιοργανώσεως και δεν επεκαλείτο παραβίαση άλλης πλην αυτής διαδικασίας, όπως εκείνης που προβλέπει το άρθρο 29 του ΚΥΚ (...)".
12 Στη σκέψη 96 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, "(...) το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι η επίκληση, με το υπόμνημα απαντήσεως και με τον λόγο περί παραβάσεως του άρθρου 25, της ζημίας που υπέστη ο προσφεύγων λόγω της μη εφαρμογής έναντι αυτού της διαδικασίας που ορίζει η απόφαση της Επιτροπής της 19ης Ιουλίου 1988 αποτελεί νέο λόγο, απαράδεκτο κατά το γράμμα του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας (βλ., εξάλλου, ανωτέρω, σκέψη 40)".
13 Στα πλαίσια όμως της αναιρετικής δίκης, ο αναιρεσείων δεν μπορεί παραδεκτώς να προβάλει λόγους από τους οποίους παραιτήθηκε ρητώς κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου ή λόγους τους οποίους το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαραδέκτους, καθόσον δεν αμφισβητείται η κήρυξή τους ως απαραδέκτων.
14 Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
15 Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, ο Eppe αμφισβητεί τη συλλογιστική που ακολουθεί το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 113 έως 115 της αποφάσεώς του, και ιδίως στη σκέψη 114, περί συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων του σε σχέση με εκείνα των άλλων υποψηφίων.
16 Το επιχείρημα αυτό, το οποίο συνίσταται στην αμφισβήτηση της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου, δεν μπορεί να προβληθεί ως διαδικαστική πλημμέλεια.
17 Επομένως, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια του λόγου που αντλείται από την έλλειψη νομιμότητας του μη διορισμού του αναιρεσείοντος στην προηγούμενη θέση του.
Επί της παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
18 Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου, ο Eppe ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη, διότι δεν εξέτασε τη νομιμότητα της αποφάσεως της 17ης Οκτωβρίου 1990 περί μεταθέσεώς του σε σχέση με τη διαδικασία που καθορίζεται με την προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Ιουλίου 1988.
19 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, για τους λόγους που μνημονεύονται ανωτέρω (σκέψεις 11 έως 13), τα αντλούμενα από την απόφαση αυτή επιχειρήματα είναι απαράδεκτα.
20 Με το δεύτερο σκέλος του ιδίου λόγου, ο αναιρεσείων αμφισβητεί όσα διατυπώνει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περί του νομικού θεμελίου της αποφάσεως περί μεταθέσεώς του.
21 Πρέπει να τονιστεί ότι, με τις σκέψεις 92 έως 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ανέλυσε τις διαφορετικές, κατά τον αναιρεσείοντα, αιτιολογίες των εγγράφων της 6ης και της 9ης Νοεμβρίου 1990, προκειμένου να ελέγξει αν η διάσταση αυτή συνιστούσε η όχι πλημμελή αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως της Επιτροπής.
22 Συναφώς, επεξηγείται στη σκέψη 93 "ότι η διαδικασία αναδιοργανώσεως δεν είχε εφαρμογή στον προσφεύγοντα, αντίθετα από τις σκέψεις που θα μπορούσε να προκαλέσει το έγγραφο της 6ης Νοεμβρίου 1990", αλλά ότι "αυτή η ενδεχόμενη έλλειψη ακριβείας διορθώθηκε από την Επιτροπή αφενός μεν με το έγγραφό της της 9ης Νοεμβρίου 1990, αφετέρου δε με την απάντησή της στη διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος, όπου ρητά αναφέρει ότι 'η διαδικασία αυτή προβλέφθηκε μόνο για τη μετακίνηση του προσωπικού που δεν είχε την ιδιότητα προϊσταμένου διοικητικής μονάδας' ". Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο κατέληξε με τη σκέψη 95 "ότι, εφόσον διορθώθηκε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας η τυχόν ανακρίβεια που περιείχε το έγγραφο της 6ης Νοεμβρίου 1990, δεν μπορεί να γεννηθεί ζήτημα παραβάσεως του άρθρου 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ."
23 Δεδομένου ότι από τη συλλογιστική αυτή προκύπτουν σαφώς οι λόγοι για τους οποίους το Πρωτοδικείο απέρριψε τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν οι περί της παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως αιτιάσεις.
24 Επομένως, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
25 Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι υπήρξε θύμα δυσμενούς διακρίσεως, στον βαθμό που, κατά την ακολουθηθείσα για την πλήρωση της θέσεως στην οποία τοποθετήθηκε διαδικασία, δεν τηρήθηκαν οι προς τούτο προβλεπόμενες από την προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Ιουλίου 1988 επιμέρους φάσεις. Αντιθέτως, η τελευταία αυτή διαδικασία ακολουθήθηκε για την πλήρωση άλλης θέσεως στελεχώσεως, δημιουργηθείσα επ' ευκαιρία της τροποποιήσεως του οργανογράμματος της ΓΔ VI.
26 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, για τους λόγους που μνημονεύονται ανωτέρω (σκέψεις 11 έως 13), ο τρίτος αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επί της ελλείψεως νομιμότητας του μη διορισμού του αναιρεσείοντος στην προηγούμενη θέση του
27 Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η απόρριψη της υποψηφιότητάς του για την ίδια του θέση είναι παράνομη, διότι, ελλείψει της τελευταίας εκθέσεως βαθμολογήσεώς του, δεν χώρησε εγκύρως συγκριτική εξέταση των προσόντων του σε σχέση με εκείνα των άλλων υποψηφίων.
28 Στις σκέψεις 113 έως 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η απουσία της τελευταίας εκθέσεως βαθμολογήσεως δεν ήταν επιζήμια για τον αναιρεσείοντα, δεδομένου ότι η γνωμοδοτική επιτροπή διορισμών και η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διέθεταν επαρκή στοιχεία * λεπτομερώς εκτιθέμενα στη σκέψη 114 * σχετικά με την αιτιολόγηση της απορρίψεως της υποψηφιότητάς του για τη θέση που κατείχε προηγουμένως.
29 Πρέπει να τονιστεί ότι, δυνάμει των άρθρων 168 Α της Συνθήκης ΕΟΚ και 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να στηρίζεται μόνον σε λόγους αφορώντες την παράβαση από το Πρωτοδικείο κανόνων δικαίου, αποκλειομένης πάσης εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, η επανεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια του παρόντος λόγου όμως, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται την παράβαση κανενός κανόνα δικαίου, αλλά περιορίζεται να αμφισβητήσει την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Πρωτοδικείου.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο τέταρτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επί της παραβάσεως του καθήκοντος αρωγής
31 Ο αναιρεσείων φρονεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη, κρίνοντας στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η Επιτροπή εκπλήρωσε το καθήκον της αρωγής.
32 Στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, με τα έγγραφα της 15ης Οκτωβρίου και της 6ης Νοεμβρίου 1990, η Επιτροπή εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που της επιβάλλει το καθήκον αρωγής, δηλώνοντας, ιδίως, στον αναιρεσείοντα ότι η επίδικη απόφαση δεν συνεπαγόταν καμιά κρίση για τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος είχε ασκήσει τα καθήκοντα της προηγουμένης θέσεώς του.
33 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι ο αναιρεσείων αμφισβητεί μόνον την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Πρωτοδικείου στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Για τους λόγους όμως που μνημονεύονται ανωτέρω στη σκέψη 29, παρόμοια εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου.
34 Επομένως, ο πέμπτος λόγος πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
35 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Ο αναιρεσείων υπογραμμίζει ότι, με τις δύο προσφυγές που άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου, είχε ζητήσει να καταδικαστεί η Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων. Φρονεί ότι το Πρωτοδικείο μπορούσε να δεχθεί τα αιτήματά του, δεδομένης της κακόβουλης στάσεως της Επιτροπής απέναντί του, και ζητεί από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την κατάσταση αυτή.
37 Εντούτοις, ο αναιρεσείων δεν αποδεικνύει ως προς τι η Επιτροπή τον υποχρέωσε να υποβληθεί σε έξοδα που προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αίτημα αυτό.
38 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή ο Eppe ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τον F. Eppe στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy