Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγοράς * Επιστροφές λόγω εξαγωγής * Εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως από τις αρχές των κρατών μελών * Ερμηνεία της Επιτροπής * 'Ελλειψη δεσμευτικού αποτελέσματος
2. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγοράς * Επιστροφές λόγω εξαγωγής * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Προϊόντα ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης προς τα συναλλακτικά ήθη * 'Ελλειψη κοινοτικών κανόνων περί καθορισμού των ανωτάτων ορίων ραδιενέργειας ως προς τις εξαγωγές μολυνθέντων τροφίμων προς τις τρίτες χώρες * Κατ' αναλογία εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για τις εισαγωγές των ιδίων προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών * Επιτρέπεται
(Κανονισμοί της Επιτροπής 2730/79, άρθρο 15, και 3665/87, άρθρο 13)
3. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγοράς * Επιστροφές λόγω εξαγωγής * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Προϊόντα ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης προς τα συναλλακτικά ήθη * Εκτίμηση κατά την ημέρα της εξαγωγής
(Κανονισμός 3665/87 της Επιτροπής, άρθρα 9 και 13)
4. Τελωνειακή ένωση * Διαδικασία εξαγωγής * Εκ των υστέρων διόρθωση διασαφήσεων * Διόρθωση αφορώσα στοιχεία που δεν μπορούν πλέον να επαληθευθούν από τις τελωνειακές αρχές * Δεν επιτρέπεται
(Οδηγία 81/177 του Συμβουλίου, άρθρο 7 PAR 1, στοιχ. α')
Περίληψη
1. Η εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων σχετικά με επιστροφές λόγω εξαγωγής εναπόκειται στους εθνικούς οργανισμούς που καθορίζονται προς τον σκοπό αυτό. Η Επιτροπή μπορεί απλώς να υπενθυμίσει τους κοινοτικούς κανόνες που τα κράτη μέλη οφείλουν να εφαρμόζουν και να τους καθιστά γνωστή, στο πλαίσιο της διοικητικής συνεργασίας με τα κράτη μέλη, την ερμηνεία που αυτή δίνει στην εφαρμογή των κανόνων αυτών. Η ερμηνεία αυτή δεν είναι εντούτοις υποχρεωτική και δεν μπορεί να δεσμεύσει ούτε τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ούτε, a fortiori, τους ιδιώτες.
2. 'Οταν, επί κοινοτικού επιπέδου, δεν υφίσταντο, όσον αφορά την τήρηση ορισμένων ανωτάτων επιτρεπομένων ορίων ραδιενεργείας σχετικά με τα τρόφιμα, παρά μόνον κανόνες σχετικά με την εισαγωγή ορισμένων κατηγοριών γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών βασίμως μπορούσαν να εφαρμόσουν κατ' αναλογίαν τους κανόνες αυτούς σε εξαγωγές προϊόντων της ιδίας φύσεως προς τρίτες χώρες, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 15 του κανονισμού 2730/79 και του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87. Πράγματι, εναπέκειτο στα κράτη μέλη να καθορίσουν τα ίδια, για τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής γεωργικών προϊόντων προς τρίτες χώρες, τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια ραδιενεργείας, στο πλαίσιο της εξετάσεως αν τα γεωργικά προϊόντα που προορίζονται για εξαγωγή προς τρίτες χώρες είναι προϊόντα (...) ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη , κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, αυτή δε η κατ' αναλογίαν εφαρμογή των ανωτάτων επιτρεπομένων ορίων, που ίσχυαν ήδη για τις εισαγωγές και εξασφάλιζε την ίση μεταχείριση εισαγομένων και εξαγομένων προϊόντων που είχε συστήσει η Επιτροπή, δεν είναι επικριτέα.
3. Το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87 πρέπει να εφαρμόζεται σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού αυτού και να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι απαγορεύει τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής για προϊόντα που δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη την ημέρα της εξαγωγής, όπως καθορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3.
4. Οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 81/177, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών εξαγωγής κοινοτικών εμπορευμάτων, τη διόρθωση των διασαφήσεων πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρώς ώστε να προλαμβάνονται καταχρήσεις. 'Οταν η διόρθωση ζητείται από τον εξαγωγέα μετά την απομάκρυνση των εμπορευμάτων από το τελωνείο, η διόρθωση επιτρέπεται μόνον αν αφορά στοιχεία των οποίων το τελωνείο είναι σε θέση να επαληθεύσει την ακρίβεια έστω και εν απουσία των εμπορευμάτων. Αυτό δεν συμβαίνει σε περίπτωση διορθώσεως με την οποία σκοπείται η ανάμειξη σε μία μόνον παρτίδα διαφόρων παρτίδων του ίδιου εμπορεύματος που έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και των οποίων ένα μέρος δεν ανταποκρίνεται σε ορισμένες προϋποθέσεις, ώστε η ενιαία αυτή παρτίδα να ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις αυτές, εφόσον τα εμπορεύματα των διαφόρων παρτίδων, μετά τη φόρτωση, έχουν αναμειχθεί δεν καθιστά δυνατή τη διασφάλιση ότι το μίγμα που προέκυψε είναι επαρκώς ομοιογενές, προκειμένου να ανταποκρίνεται, στο σύνολό του, προς τις εν λόγω προϋποθέσεις. Ελάχιστη σημασία έχει εν προκειμένω το ότι ο έλεγχος αυτός πραγματοποιείται από τρίτον, δεδομένου ότι οι τελωνειακές αρχές έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα εν προκειμένω.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-371/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Ελληνικού Δημοσίου
και
Ανώνυμης εταιρίας Ελληνικά Δημητριακά ,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 2730/79 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1979, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 70), όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987 (ΕΕ L 351, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco και D. A. O. Edward, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliet, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Zuleeg (εισηγητή) και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η ανώνυμη εταιρία Ελληνικά Δημητριακά , εκπροσωπούμενη από τους Fausto Capelli, δικηγόρο Μιλάνου, και Ηλία Χαλιακόπουλο, δικηγόρο Αθηνών,
- η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Νικόλαο Μαυρίκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και Παναγιώτη Αθανασούλη, δικαστικό αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ξενοφώντα Α. Γιαταγάνα, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της εταιρίας Ελληνικά Δημητριακά , της Ελληνικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 8ης Δεκεμβρίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιανουαρίου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 19ης Μαρτίου 1992, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τέσσερα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 2730/79 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1979, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 70), όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987 (ΕΕ L 351, σ. 1).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρίας Ελληνικά Δημητριακά , όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να ζητηθούν επιστροφές λόγω εξαγωγής σίτου προς τη Νότια Κορέα.
3 Κατά το άρθρο 15 του κανονισμού 2730/79, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87,
Καμία επιστροφή δεν χορηγείται όταν τα προϊόντα δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη και, αν τα προϊόντα αυτά προορίζονται για ανθρώπινη διατροφή, όταν η χρησιμοποίησή τους γι' αυτόν τον σκοπό αποκλείεται ή μειώνεται αισθητά λόγω των χαρακτηριστικών ή της καταστάσεώς τους.
4 Κατόπιν του ατυχήματος που συνέβη στις 26 Απριλίου 1986 στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ, η Επιτροπή, με τηλετύπημα της 24ης Ιουλίου 1986, υπογεγραμμένο από τον Γενικό Διευθυντή Γεωργίας, γνωστοποίησε στις Μόνιμες Αντιπροσωπείες των κρατών μελών την άποψή της, όσον αφορά την τήρηση των απαιτουμένων προϋποθέσεων για την αγορά στην παρέμβαση και τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής. Το τηλετύπημα αυτό (VS-S-1/1187/86/D1/GG/G8) έχει ως εξής:
Εφιστάται η προσοχή των κρατών μελών στο γεγονός ότι οι κοινοτικοί κανόνες σχετικά με την αγορά από τους οργανισμούς παρεμβάσεως προβλέπουν κατά γενικό κανόνα ότι τα προσφερόμενα προϊόντα πρέπει να είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ή να μην περιέχουν ουσίες που ενδέχεται να βλάψουν την ανθρώπινη υγεία. Εξάλλου, κάθε γεωργικό προϊόν που δεν μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο, λόγω των χαρακτηριστικών του, δεν μπορεί να αποτελέσει ούτε αντικείμενο συμβάσεως αγοράς.
Αφετέρου, όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία ζητείται επιστροφή λόγω εξαγωγής, υπενθυμίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2730/79 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 70), ότι η επιστροφή χορηγείται για τα προϊόντα ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη, τα οποία δεν μπορούν να αποκλειστούν από την ανθρώπινη διατροφή λόγω των χαρακτηριστικών τους ή της καταστάσεώς τους.
Αν ληφθούν υπόψη τα προαναφερόμενα και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1707/86 του Συμβουλίου (ΕΕ L 146 της 31.5.1986), συμπεραίνεται ότι τα προϊόντα που δεν τηρούν τις μέγιστες ανοχές ραδιενέργειας που καθορίζονται στο άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού δεν θεωρούνται ότι πληρούν ούτε τους απαιτούμενους όρους για την αγορά τους από τους οργανισμούς παρεμβάσεως ούτε τους όρους χορηγήσεως της επιστροφής λόγω εξαγωγής. Συνεπώς, το σχετικό οικονομικό κόστος δεν επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ.
5 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1707/86 του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1986, σχετικά με τους όρους εισαγωγής γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών μετά το ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ (ΕΕ L 146, σ. 88), επέτρεψε τις εισαγωγές στην Κοινότητα ορισμένων κατηγοριών γεωργικών προϊόντων, μεταξύ άλλων του σκληρού σίτου, καταγωγής τρίτων χωρών με την επιφύλαξη της τηρήσεως ορισμένων ανωτάτων επιτρεπομένων ορίων ραδιενεργείας. Κατά το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού, τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια καθορίζονται ως εξής:
η σωρευμένη μέγιστη ραδιενέργεια καισίου 134 και 137 δεν πρέπει να υπερβαίνει:
- 370 Bq/kg για το γάλα που υπάγεται στη διάκριση 04.01 και 04.02 του Κοινού Δασμολογίου καθώς και για τα τρόφιμα που προορίζονται για την ειδική διατροφή των βρεφών κατά τους πρώτους τέσσερις μέχρι έξι μήνες της ζωής τους (...)
- 600 Bq/kg για όλα τα άλλα σχετικά προϊόντα .
6 Η αρχή που διατυπώνεται στο ανωτέρω τηλετύπημα, κατά την οποία καμία επιστροφή λόγω εξαγωγής δεν μπορεί να χορηγηθεί σε περίπτωση υπερβάσεως των ανωτάτων επιτρεπομένων ορίων των 370 και 600 Bq/kg που ισχύουν για τις εισαγωγές, επιβεβαιώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3494/88 της Επιτροπής, της 9ης Νοεμβρίου 1988, με τον οποίο τροποποιήθηκαν διάφοροι κανονισμοί, ιδίως δε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87, περί κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 306, σ. 24). Το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού προσέθεσε το ακόλουθο εδάφιο στο άρθρο 13 του προαναφερθέντος κανονισμού 3665/87:
Δεν χορηγείται επιστροφή, όταν τα προϊόντα υπερβαίνουν τα μέγιστα αποδεκτά επίπεδα ραδιενέργειας που εφαρμόστηκαν από την κοινοτική νομοθεσία. Τα επίπεδα που εφαρμόζονται στα συγκεκριμένα προϊόντα, ανεξαρτήτως της καταγωγής τους, που μολύνθηκαν μετά το ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ, είναι εκείνα που καθορίζονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3955/87 του Συμβουλίου.
7 Τον Απρίλιο/Μάιο 1988, φορτώθηκαν για λογαριασμό της εταιρίας Ελληνικά Δημητριακά 55 000 τόνοι σκληρού σίτου σε ένα πλοίο για εξαγωγή στη Νότια Κορέα. Το φορτίο απετελείτο από 25 000 τόνους ελληνικού σκληρού σίτου, ο οποίος παρουσίαζε βαθμό ραδιενεργού μολύνσεως 1 078 Bq/kg, και από δύο παρτίδες 24 500 και 5 000 τόνων γαλλικού σίτου, υγιούς ποιότητας ή ελάχιστα μολυνθέντος από τη ραδιενέργεια.
8 Δεδομένου ότι ο ελληνικός σίτος είχε υπερβολική ραδιενέργεια για να πληροί τις προδιαγραφές που είχε ορίσει η Επιτροπή με το τηλετύπημα της 24ης Ιουλίου 1986, οι παρτίδες του ελληνικού και του γαλλικού σκληρού σίτου αναμίχθηκαν στο πλοίο. Από αναλύσεις που πραγματοποίησε το Wirtschaftskammer του Weser-Ems (Εμπορικό Επιμελητήριο του Weser-Ems), βάσει δειγμάτων που είχε λάβει από τα αμπάρια του πλοίου η αγγλική εταιρία επίβλεψης Caleb Brett κατόπιν αιτήσεως της εταιρίας Ελληνικά Δημητριακά , προέκυψε ότι ο αναμιχθείς σκληρός σίτος που εξήχθη παρουσίαζε μετά τη φόρτωση ραδιενεργό μόλυνση 470 Bq/kg, ήτοι ποσοστό μολύνσεως κατώτερο από τα όρια που προέβλεπε η κοινοτική ρύθμιση για την εισαγωγή στην Κοινότητα γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών.
9 Η εξαγωγή εντούτοις πραγματοποιήθηκε όχι βάσει μιας μόνο διασαφήσεως για το σύνολο του φορτίου, αλλά βάσει τεσσάρων διασαφήσεων, από τις οποίες η πρώτη αφορούσε μία παρτίδα 14 000 τόνων ελληνικού σκληρού σίτου μη αναμεμιγμένου (διασάφηση 502/88), η δεύτερη 7 000 τόνους γαλλικού σίτου (διασάφηση 530/88), η τρίτη ένα μίγμα 28 500 τόνων σκληρού σίτου αποτελούμενο από 17 500 τόνους γαλλικού σίτου και 11 000 ελληνικού σίτου (διασάφηση 536/88), ενώ η τέταρτη διασάφηση αφορούσε τους εναπομένοντες 5 500 τόνους γαλλικού σίτου (διασάφηση 643/88).
10 Για τον λόγο αυτόν, οι αρμόδιες ελληνικές αρχές θεώρησαν ότι η εξαγωγή των εν λόγω 55 000 τόνων σκληρού σίτου συνιστούσε όχι την παράδοση ενός μόνο αναμεμιγμένου προϊόντος, αλλά την παράδοση δύο διαφορετικών παρτίδων σίτου, δηλαδή του ελληνικού σίτου και του γαλλικού σίτου. Γι' αυτό, σύμφωνα με την αρχή που διατυπώνεται στο προαναφερθέν τηλετύπημα της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 1986, οι ελληνικές αρχές εφάρμοσαν τον κανόνα των 600 Bq/kg που προβλέπεται σε περίπτωση εισαγωγής γεωργικών προϊόντων που προέρχονται από τρίτες χώρες και στην περίπτωση εξαγωγής από την Κοινότητα προς τρίτες χώρες. Κατά συνέπεια, κατέβαλαν τις επιστροφές λόγω εξαγωγής στη Νότια Κορέα για τους 30 000 τόνους γαλλικού σίτου, αλλά αρνήθηκαν να καταβάλουν τις επιστροφές για τις 25 000 ελληνικού σίτου που είχαν αναμιχθεί με τον γαλλικό σίτο.
11 Η εταιρία Ελληνικά Δημητριακά ζήτησε τότε την παρέμβαση της Επιτροπής. Η Επιτροπή δήλωσε στην Ελληνική Κυβέρνηση ότι ήταν διατεθειμένη να δεχθεί την ανάληψη από το ΕΓΤΠΕ των δαπανών που απορρέουν από την πλήρη χορήγηση των επιστροφών λόγω εξαγωγής τόσο ως προς τον γαλλικό όσο και ως προς τον ελληνικό σκληρό σίτο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι ελληνικές αρχές θα δέχονταν επίσης να διορθώσουν τις τελωνειακές διασαφήσεις που είχε υποβάλει η εταιρία Ελληνικά Δημητριακά , προκειμένου αυτές να καταστούν σύμφωνες προς τις διατάξεις της οδηγίας 81/177/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1981, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών εξαγωγής των κοινοτικών εμπορευμάτων (ΕΕ L 83, σ. 40).
12 Εντούτοις, οι ελληνικές αρχές δεν δέχθηκαν την πρόταση αυτή της Επιτροπής. Γνωστοποίησαν στην Επιτροπή ότι ούτε η οδηγία 81/177 ούτε ο ελληνικός νόμος για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο επιτρέπει την αντικατάσταση των τεσσάρων αρχικών διασαφήσεων από ένα και μόνο έγγραφο.
13 Η εταιρία Ελληνικά Δημητριακά , αφού εξάντλησε πλήρως τη διοικητική οδό, προσέφυγε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε το αίτημά της και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει τις επιστροφές λόγω εξαγωγής που ζητούσε και να ελευθερώσει τις ασφάλειες που είχε συστήσει για την εξαγωγή του επίδικου σκληρού σίτου.
14 Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα:
1) Αν το τηλεγράφημα της 24ης Ιουλίου 1986 της Επιτροπής, με το οποίο καθορίζονται και για τις εξαγωγές προϊόντων προς τρίτες χώρες οι μέγιστες ανοχές ραδιενέργειας που ορίζονται για τις εισαγωγές των ίδιων προϊόντων στην Κοινότητα βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1707/86, είναι έγκυρο και δεσμευτικό για τα κράτη μέλη.
2) Αν έχει την εξουσία η Επιτροπή ή τα αρμόδια όργανα των κρατών μελών να ερμηνεύουν, χωρίς ρητή διάταξη, το άρθρο 15 του τότε ισχύοντος κανονισμού (ΕΟΚ) 2730/79 (ήδη άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87) και να επιβάλλουν για τις εξαγωγές ανάλογες ρυθμίσεις με τις εισαγωγές σχετικά με το τί είναι προϊόν ποιότητας υγιούς και ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ή αν αντίθετα επί των ζητημάτων επιστροφών, προκειμένου να κριθεί από τον εθνικό οργανισμό ότι δεν δικαιούται ο εξαγωγέας κοινοτικής ενισχύσεως με βάση το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87, απαιτείται κοινοτική ρύθμιση δεσμευτικού χαρακτήρα που να προσδιορίζει ακριβώς τις περιπτώσεις που αποκλείουν τη χορήγηση επιστροφών και ειδικότερα αν για τον αποκλεισμό επιστροφών για εξαγωγές προϊόντων βαρυνομένων με ραδιενέργεια ανώτερη εκείνης που έχει ορισθεί για τις εισαγωγές αντίστοιχων προϊόντων ήταν απαραίτητη η έκδοση του κανονισμού 3494/88.
3) Σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι μπορεί να τεθεί ερμηνευτικά απαγόρευση χορήγησης επιστροφών όταν τα προϊόντα είναι μη υγιή, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται για την εισαγωγή των ίδιων προϊόντων στα κράτη μέλη, αν μοναδικό και αποκλειστικό στοιχείο για τα χαρακτηριστικά του φορτίου είναι η διασάφηση εξαγωγής την ημέρα που πραγματοποιείται η αποδοχή από την τελωνειακή αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 και ως εκ τούτου μετά τον χρόνο αυτό είναι αδιάφορο για την καταβολή κοινοτικών ενισχύσεων η ανάμειξη του φορτίου μέσα στα αμπάρια του πλοίου προκειμένου να μην υπερβαίνει τις ανώτατες ανοχές ραδιενέργειας το μη δυνάμενο να διαχωριστεί εξαγόμενο προϊόν ή αν αντίθετα το γεγονός αυτό επιβάλλει την τροποποίηση των διασαφήσεων εξαγωγής μετά την αποδοχή τους από την τελωνειακή αρχή.
4) Αν οι διατάξεις του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 αναφέρονται αποκλειστικά στον υπολογισμό των εξαγωγικών επιστροφών και δεν αφορούν στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 που αναφέρεται σε αποκλεισμό της χορήγησης της ανωτέρω κοινοτικής ενισχύσεως όταν τα εξαγόμενα προϊόντα είναι μη υγιή, με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαία η τροποποίηση των σχετικών διασαφήσεων.
Επί του πρώτου ερωτήματος
15 Με το πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το τηλετύπημα της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 1986, που καθορίζει τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια ραδιενέργειας για τις εξαγωγές προϊόντων προς τρίτες χώρες, είναι έγκυρο και συνιστά πράξη δεσμευτική για τα κράτη μέλη.
16 Δεν αμφισβητείται ότι η εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων σχετικά με επιστροφές λόγω εξαγωγής εναπόκειται στους εθνικούς οργανισμούς που καθορίζονται προς τον σκοπό αυτό (απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, 133/79, Sucrimex και Westzucker κατά Επιτροπής, Rec. 1980, σ. 1299).
17 Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή μπορεί απλώς να υπενθυμίσει τους κοινοτικούς κανόνες που τα κράτη μέλη οφείλουν να εφαρμόζουν και να τους καθιστά γνωστή, στο πλαίσιο της διοικητικής συνεργασίας με τα κράτη μέλη, την ερμηνεία που αυτή δίνει στην εφαρμογή των κανόνων αυτών. Η ερμηνεία αυτή ουδόλως είναι υποχρεωτική και δεν μπορεί να δεσμεύσει ούτε τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ούτε, a fortiori, τους ιδιώτες.
18 Ενόψει της νομικής της φύσεως, ζήτημα ισχύος της ερμηνείας αυτής, είτε είναι ορθή είτε εσφαλμένη, δεν τίθεται.
19 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το τηλετύπημα της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 1986, που καθορίζει τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια ραδιενέργειας για τις εξαγωγές προϊόντων προς τρίτες χώρες, δεν συνιστά πράξη που δεσμεύει τα κράτη μέλη.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
20 Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν, ελλείψει δεσμευτικών εν προκειμένω κοινοτικών κανόνων, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούσαν βασίμως, κατά τη διενέργεια των πράξεων που συνιστούν τις επίδικες εξαγωγές, να εφαρμόσουν κατ' αναλογία στις πράξεις αυτές τα μέτρα που είχαν ληφθεί για τις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών κατ' εφαρμογή του άρθρου 15 του κανονισμού 2730/79 και του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87.
21 Συναφώς, πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι κατά τον χρόνο επελεύσεως του ατυχήματος του Τσερνομπίλ υφίστατο πράγματι, επί κοινοτικού επιπέδου, νομικό κενό, όσον αφορά τους κανόνες που καθορίζουν τα μέγιστα ποσοστά ραδιενεργού μολύνσεως των τροφίμων. Το νομικό αυτό κενό δεν πληρώθηκε παρά προοδευτικώς με τους κοινοτικούς κανόνες περί ανωτάτων επιτρεπομένων ορίων ραδιενεργείας, συγκεκριμένα, όσον αφορά τις εισαγωγές στην Κοινότητα ορισμένων κατηγοριών γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών, με τον κανονισμό 1707/86, ως προς δε τις εξαγωγές των προϊόντων αυτών προς τρίτες χώρες με τον κανονισμό 3494/88.
22 Από τα δεδομένα αυτά προκύπτει ότι κατά τον χρόνο των επίδικων εξαγωγών, όσον αφορά την τήρηση ορισμένων ανωτάτων επιτρεπομένων ορίων ραδιενεργείας εντός της Κοινότητας, μόνο οι κανόνες σχετικά με την εισαγωγή ορισμένων κατηγοριών γεωργικών προϊόντων, μεταξύ άλλων του σκληρού σίτου, καταγωγής τρίτων χωρών υφίσταντο. Αντιθέτως, καμία κοινοτική διάταξη δεν είχε ακόμη θεσπιστεί ως προς τις εξαγωγές των προϊόντων αυτών.
23 Ελλείψει δεσμευτικών ως προς το θέμα κοινοτικών κανόνων, εναπέκειτο στα κράτη μέλη να καθορίσουν τα ίδια, για τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής γεωργικών προϊόντων προς τρίτες χώρες, τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια ραδιενεργείας, στο πλαίσιο της εξετάσεως αν τα γεωργικά προϊόντα που προορίζονται για εξαγωγή προς τρίτες χώρες είναι προϊόντα (...) ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη , κατά την έννοια των άρθρων 15 του κανονισμού 2730/79 και 13 του κανονισμού 3665/87.
24 Οι ελληνικές αρχές έκαναν χρήση της αρμοδιότητας αυτής, εφαρμόζοντας κατ' αναλογία τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια που ίσχυαν ήδη για τις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων στην Κοινότητα στις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων προς τρίτες χώρες. Η μέθοδος αυτή δεν είναι επικριτέα, δεδομένου ότι η αρχή μιας τέτοιας ίσης μεταχειρίσεως εμπεριέχεται ήδη στο σημείο 2 της συστάσεως 86/156/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 1986, προς τα κράτη μέλη σχετικά με τον συντονισμό των εθνικών μέτρων που έχουν ληφθεί όσον αφορά τα γεωργικά προϊόντα μετά το ραδιενεργό νέφος που δημιουργήθηκε στη Σοβιετική 'Ενωση (ΕΕ L 118, σ. 28), καθώς και στο προαναφερθέν τηλετύπημα της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 1986.
25 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, ελλείψει δεσμευτικών εν προκειμένω κοινοτικών κανόνων, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών βασίμως μπορούσαν, κατά τη διενέργεια των επιδίκων εξαγωγών, να εφαρμόσουν κατ' αναλογίαν στις εξαγωγές προϊόντων της ίδιας φύσεως προς τρίτες χώρες τα μέτρα που είχαν ληφθεί για τις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 15 του κανονισμού 2730/79 και του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
26 Με το τέταρτο ερώτημα, στο οποίο ενδείκνυται να δοθεί απάντηση πριν εξεταστεί το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 3 του κανονισμού 3665/87 έχει επίσης εφαρμογή στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 του κανονισμού αυτού, δηλαδή όταν τα εξαγόμενα προϊόντα δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη και, για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να χορηγηθεί κανενός είδους επιστροφή.
27 Το άρθρο 3 του κανονισμού 3665/87 ορίζει:
1. Ως ημέρα της εξαγωγής νοείται η ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιείται η αποδοχή από την τελωνειακή υπηρεσία της διασάφησης εξαγωγής, στην οποία αναφέρεται ότι θα ζητηθεί επιστροφή.
2. Η ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής προσδιορίζει:
α) το ποσοστό της ισχύουσας επιστροφής (...),
β) τις προσαρμογές που πρέπει, κατά περίπτωση, να γίνουν στα ποσοστά της επιστροφής (...).
3. Εξομοιώνεται με την αποδοχή της διασάφησης εξαγωγής οποιαδήποτε άλλη πράξη έχει τα ίδια νομικά αποτελέσματα με την αποδοχή αυτή.
4. Η ημέρα της εξαγωγής είναι καθοριστική για τον προσδιορισμό της ποσότητας, της φύσης και των χαρακτηριστικών του εξαγομένου προϊόντος.
5. Το έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή για τη χορήγηση επιστροφής πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής και ιδίως (...)
Στην περίπτωση που το έγγραφο που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο είναι η διασάφηση εξαγωγής, αυτή πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τις εν λόγω ενδείξεις καθώς και τη μνεία 'κώδικας επιστροφής' .
6. Τη στιγμή της αποδοχής αυτής ή της πράξεως αυτής τα προϊόντα τίθενται υπό τελωνειακό έλεγχο μέχρις ότου εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
28 'Οπως ρητά ορίζεται στην παράγραφο 4, το άρθρο 3 επιβάλλει τον προσδιορισμό της ποσότητας, της φύσης και των χαρακτηριστικών του εισαγομένου προϊόντος . Αυτό ακριβώς το ζήτημα, δηλαδή τα χαρακτηριστικά ή η κατάσταση των προϊόντων, ρυθμίζεται από το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87.
29 Επισημαίνεται ότι το άρθρο 3 αποτελεί μέρος των γενικών διατάξεων του κανονισμού 3665/87. Επομένως, το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87 πρέπει να εφαρμόζεται σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού αυτού και να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι απαγορεύει τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής για προϊόντα που δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη την ημέρα της εξαγωγής.
30 Κατά συνέπεια, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3 του κανονισμού 3665/87 έχει επίσης εφαρμογή και στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 του κανονισμού αυτού, δηλαδή όταν τα εξαγόμενα προϊόντα δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη και ότι, επομένως, καμία επιστροφή δεν μπορεί να χορηγηθεί.
Επί του τρίτου ερωτήματος
31 Με το τρίτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν, υπό περιστάσεις όπως της κύριας δίκης, πληρούνται οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η a posteriori διόρθωση των διασαφήσεων.
32 Οι προϋποθέσεις της a posteriori διορθώσεως διασαφήσεως εξαγωγής αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 81/177. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
1. Επιτρέπεται στο διασαφηστή, κατόπιν αιτήσεώς του και με την επιφύλαξη των κατωτέρω απαριθμουμένων περιπτώσεων, να προβαίνει στη διόρθωση (...):
α) η διόρθωση πρέπει να έχει ζητηθεί προ της απομακρύνσεως των εμπορευμάτων από το τελωνείο ή τον τόπο που ορίστηκε προς τούτο, εκτός και αν αυτή η αίτηση αναφέρεται σε στοιχεία των οποίων το τελωνείο είναι σε θέση να επαληθεύσει την ακρίβεια έστω και απουσία των εμπορευμάτων
β) η διόρθωση δεν επιτρέπεται να γίνει, όταν η αίτηση για διόρθωση υποβλήθηκε μετά την πληροφόρηση από μέρους της τελωνειακής υπηρεσίας προς τον διασαφηστή, περί της προθέσεώς της να εξετάσει τα εμπορεύματα ή περί της διαπιστώσεως της ανακριβείας των συγκεκριμένων ενδείξεων
γ) η διόρθωση δεν πρέπει να έχει σαν αποτέλεσμα τέτοια αλλαγή ώστε η διασάφηση να αναφέρεται σε άλλα εμπορεύματα από εκείνα που αρχικώς αποτέλεσαν αντικείμενο αυτής.
2. Η τελωνειακή υπηρεσία δύναται να δέχεται ή να απαιτεί διορθώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 να ενεργούνται με την κατάθεση νέας διασαφήσεως προοριζομένης να αντικαταστήσει την αρχική διασάφηση. Στην περίπτωση αυτή ως ημερομηνία για τον προσδιορισμό των σχετικών εξαγωγικών δασμών και για την εφαρμογή των λοιπών διατάξεων που διέπουν την εξαγωγή λογίζεται η ημερομηνία αποδοχής της αρχικής διασαφήσεως.
33 Δεν αμφισβητείται ότι στην περίπτωση που αποτελεί τη βάση της διαφοράς της κύριας δίκης ουδεμία διόρθωση των διασαφήσεων ζητήθηκε προ της απομακρύνσεως των εμπορευμάτων από το τελωνείο ή τον τόπο που ορίστηκε προς τούτο . Κατά συνέπεια, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 81/177, διόρθωση δεν επιτρεπόταν παρά μόνον αν η αίτηση για διόρθωση των διασαφήσεων αφορούσε στοιχεία των οποίων το τελωνείο ήταν σε θέση να επαληθεύσει την ακρίβεια έστω και εν απουσία των εμπορευμάτων.
34 Η Επιτροπή διατύπωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση την άποψη ότι αυτό συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης. Οι ελληνικές αρχές, οι οποίες έλεγξαν τη ραδιενέργεια των διαφόρων παρτίδων ελληνικού και γαλλικού σκληρού σίτου, είχαν τη δυνατότητα να υπολογίσουν τη ραδιενέργεια του μίγματος των δύο αυτών παρτίδων με εφαρμογή μιας μαθηματικής μεθόδου, δηλαδή υπολογίζοντας τον μέσο βαθμό ραδιενέργειας καθεμιάς από τις παρτίδες σκληρού σίτου και, επομένως, να επαληθεύσουν, έστω και εν απουσία των εμπορευμάτων, την ακρίβεια των στοιχείων που παρασχέθηκαν προς τεκμηρίωση της αιτήσεως διορθώσεως των διασαφήσεων.
35 Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, όπως ορθώς υπογράμμισε η ίδια η Επιτροπή, οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας τη διόρθωση των διασαφήσεων πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρώς ώστε να προλαμβάνονται καταχρήσεις. 'Ομως, αν η Κοινότητα αποδεχόταν την ανάμειξη διαφορετικών παρτίδων σκληρού σίτου για τη χορήγηση επιστροφής απλώς και μόνο βάσει μαθηματικών εκτιμήσεων, χωρίς να επαληθεύεται αν πράγματι πραγματοποιήθηκε η ανάμειξη, δεν θα υπήρχε καμία εγγύηση ότι οι διαφορετικές παρτίδες αναμείχθηκαν σε επαρκή βαθμό ώστε να βρίσκονται, ως προς το σύνολό τους, κάτω των ισχυόντων ανωτάτων ποσοστών ραδιενεργείας.
36 Η εταιρία Ελληνικά Δημητριακά θεωρεί ότι, ενόψει των ειδικών περιστάσεων της εν λόγω εξαγωγής, η άρνηση εφαρμογής του άρθρου 7 της οδηγίας 81/177 φαίνεται αδικαιολόγητη και αντίκειται προς την αρχή της αναλογικότητας. Συναφώς, προβάλλει ότι στο πλαίσιο της κύριας δίκης αποδείχθηκε ότι η ανάμειξη είχε πραγματοποιηθεί προσηκόντως στα αμπάρια του πλοίου, όπως το αναγνωρίζει εξάλλου ρητώς το τελωνείο της Στυλίδας σε ένα έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1989. Επιπλέον, σύμφωνα με αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατόπιν αιτήσεώς της και των οποίων η ακρίβεια δεν αμφισβητήθηκε, προέκυψε ότι το μίγμα του εξαχθέντος σκληρού σίτου παρουσίαζε, μετά τη φόρτωση, ραδιενέργεια 470 Bq/kg, ήτοι ποσοστό μολύνσεως κατώτερο από τα όρια που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία σχετικά με τις εισαγωγές στην Κοινότητα γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών.
37 Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει επίσης να απορριφθεί.
38 Παραγνωρίζει ότι η δυνατότητα της a posteriori διορθώσεως των διασαφήσεων εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι οι εθνικές τελωνειακές αρχές πραγματοποιούν έλεγχο ως προς την ακρίβεια των νέων ή τροποποιημένων στοιχείων του εξαγομένου προϊόντος σε σχέση με τις αρχικές διασαφήσεις.
39 Η αρμοδιότητα αυτή παρέχεται από την κοινοτική ρύθμιση αποκλειστικώς στις εθνικές τελωνειακές αρχές και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς τους ελέγχους που πραγματοποιούνται κατόπιν αιτήσεως ενός επιχειρηματία από πρόσωπα που δεν έχουν εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Πράγματι, η αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών τελωνειακών αρχών αποσκοπεί στην πρόληψη κάθε είδους καταχρήσεων.
40 Ενόψει όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, υπό περιστάσεις όπως είναι οι της υποθέσεως της κύριας δίκης, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η διόρθωση a posteriori των διασαφήσεων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
41 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 19ης Μαρτίου 1992, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, αποφαίνεται:
1) Το τηλετύπημα της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 1986, που καθορίζει τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια ραδιενέργειας για τις εξαγωγές προϊόντων προς τρίτες χώρες, δεν συνιστά πράξη που δεσμεύει τα κράτη μέλη.
2) Ελλείψει δεσμευτικών ως προς το θέμα κοινοτικών κανόνων, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών βασίμως μπορούσαν, κατά τη διενέργεια των επιδίκων εξαγωγών, να εφαρμόσουν κατ' αναλογίαν στις εξαγωγές προϊόντων της ίδιας φύσεως προς τρίτες χώρες τα μέτρα που είχαν ληφθεί για τις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2730/79 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1979, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα, και του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα.
3) Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 έχει επίσης εφαρμογή και στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 του κανονισμού αυτού, δηλαδή όταν τα εξαγόμενα προϊόντα δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη και ότι, επομένως, καμία επιστροφή δεν μπορεί να χορηγηθεί.
4) Υπό περιστάσεις όπως είναι οι της υποθέσεως στην κύρια δίκη, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η διόρθωση a posteriori των διασαφήσεων.
Full & Egal Universal Law Academy