Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Αίτηση ακυρώσεως * Ακυρωτική απόφαση * Αποτελέσματα * Υποχρεώσεις της διοικήσεως * Αποκατάσταση ζημίας του προσφεύγοντος που απορρέει από την ακυρωθείσα πράξη και εξακολουθεί να υφίσταται μετά την ακύρωση
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 176 και 215, εδ. 2)
2. Διαδικασία * Ερμηνεία αποφάσεως * Ερμηνεία εκτός του πλαισίου της διαδικασίας του άρθρου 40 του Οργανισμού του Δικαστηρίου * Γίνεται δεκτή προκειμένου περί ερμηνείας αναγκαίας για να ληφθεί απόφαση επί ενδίκου βοηθήματος
[Οργανισμός (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, άρθρο 40]
Περίληψη
1. Το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΚ επιβάλλει, εκτός από την υποχρέωση για τη διοίκηση να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του κοινοτικού δικαστή, την υποχρέωση αποκαταστάσεως της πρόσθετης ζημίας η οποία απορρέει ενδεχομένως από την ακυρωθείσα παράνομη πράξη, υπό τον όρον ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Το άρθρο 176 της Συνθήκης δεν εξαρτά την αποκατάσταση της ζημίας από την ύπαρξη νέου πταίσματος διαφορετικού από την ακυρωθείσα αρχική παράνομη πράξη, αλλά προβλέπει την αποκατάσταση της ζημίας που απορρέει από την πράξη αυτή και η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μετά την ακύρωση της πράξεως και την εκ μέρους της διοικήσεως εκτέλεση της ακυρωτικής αποφάσεως.
2. Καίτοι το άρθρο 40 του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου προβλέπει ειδική διαδικασία για την άρση των δυσκολιών που προκαλεί η έννοια και το περιεχόμενο αποφάσεως, ο κοινοτικός δικαστής παραμένει ελεύθερος να αναζητήσει την έννοια και το περιεχόμενο της προηγούμενης αποφάσεως, η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο τέτοιας διαδικασίας, εφόσον η ερμηνεία αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-412/92 P,
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον Jorge Campinos, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Manfred Peter, προϊστάμενο, και από τον Alex Bonn, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γενική Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, γραφείο του νομικού συμβούλου, Kirchberg, κτίριο BAK, γραφείο 701,
αναιρεσείον,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 8 Οκτωβρίου 1992 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση T-84/91, Meskens κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2335), και με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Mireille Meskens, υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπουμένη από τους Jean-Noel Louis και Thierry Demaseure, δικηγόρους Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τα γραφεία της Fiduciaire Myson SARL, 1, rue Glesener,
υποστηριζόμενη από την Union Syndicale Bρυξελλών, ευρωπαϊκή συνδικαλιστική ένωση, εκπροσωπουμένη από τους Gerard Collin και Veronique Leclercq, δικηγόρους Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τα γραφεία της Fiduciaire Myson SARL, 1, rue Glesener,
παρεμβαίνουσα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Diez de Velasco, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη (εισηγητή), και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κυρία υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των εκπροσώπων των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 24ης Φεβρουαρίου 1994,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Απριλίου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Δεκεμβρίου 1992, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (στο εξής: Κοινοβούλιο) άσκησε αναίρεση δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού (ΕΟΚ) και των αντιστοίχων διατάξεων των κανονισμών (ΕΚΑΧ) και (ΕΚΑΕ) του Δικαστηρίου, κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 8ης Οκτωβρίου 1992, Τ-84/91, Meskens κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2335), καθόσον με την απόφαση αυτή το Πρωτοδικείο υποχρέωσε το Κοινοβούλιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη που υπέστη η Meskens από την άρνηση του οργάνου αυτού να λάβει οποιοδήποτε συγκεκριμένο μέτρο έναντι αυτής, προς εκτέλεση της προηγηθείσας αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 8ης Νοεμβρίου 1990, Τ-56/89, Bataille κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-597, στο εξής: απόφαση Bataille).
2 Από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου αρνήθηκε σε ορισμένους υποψηφίους, μεταξύ των οποίων και στη Meskens, το δικαίωμα συμμετοχής στον εσωτερικό διαγωνισμό Β/164, τον οποίο προκήρυξε το Κοινοβούλιο. Ως αιτιολογία της αρνήσεως αυτής προβλήθηκε το γεγονός ότι οι εσωτερικές υπηρεσιακές οδηγίες που αφορούν την πρόσληψη των μονίμων και των μη μονίμων υπαλλήλων απαγορεύουν τη συμμετοχή στους εσωτερικούς διαγωνισμούς των εκτάκτων υπαλλήλων οι οποίοι, όπως η Meskens, έχουν προσληφθεί εκτός των εφεδρικών πινάκων που έχουν καταρτισθεί κατόπιν εξωτερικών γενικών διαγωνισμών.
3 Με δικόγραφο της 23ης Νοεμβρίου 1988, η Bataille και άλλοι υποψήφιοι άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω απορριπτικής αποφάσεως.
4 Ενώ εκκρεμούσε η δίκη αυτή, το Κοινοβούλιο με δική του Πρωτοβουλία, στις 27 Φεβρουαρίου 1989, τροποποίησε τις εσωτερικές οδηγίες σχετικά με την πρόσληψη των μονίμων και των μη μονίμων υπαλλήλων. Κατά τις νέες οδηγίες, δεν απαγορεύεται πλέον στους εκτάκτους υπαλλήλους να συμμετάσχουν στους εσωτερικούς διαγωνισμούς, αλλά κατά γενικό κανόνα θα πρέπει να πληρούν μια προϋπόθεση αρχαιότητας επτά ετών εντός του θεσμικού οργάνου για να τους επιτραπεί η συμμετοχή στους διαγωνισμούς αυτούς. Οι νέες αυτές οδηγίες άρχισαν να ισχύουν από 1ης Απριλίου 1989 χωρίς να προβλέπεται αναδρομική εφαρμογή τους. Οι δοκιμασίες του εσωτερικού διαγωνισμού Β/164 διεξήχθησαν στις 6 Μαρτίου 1989, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, χωρίς η Meskens και οι λοιποί προσφεύγοντες στην υπόθεση Bataille να μπορέσουν να συμμετάσχουν σ' αυτές.
5 Στις 8 Νοεμβρίου 1990, το Πρωτοδικείο με την απόφαση Bataille ακύρωσε τις αποφάσεις με τις οποίες ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου απέκλεισε τη συμμετοχή στον διαγωνισμό αυτό στη Meskens καθώς και στους άλλους υποψηφίους.
6 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η Meskens προέβη, από τις 15 Ιανουαρίου 1991, σε διαβήματα στον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου προκειμένου να πληροφορηθεί τα μέτρα που έλαβε το Κοινοβούλιο για την εκτέλεση της αποφάσεως κατ' εφαρμογήν του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΟΚ. Στις 19 Απριλίου 1991, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου απάντησε ότι η επιβαλλομένη με τη διάταξη αυτή υποχρέωση είχε εκπληρωθεί με την έκδοση των νέων προαναφερθεισών οδηγιών. Μη ικανοποιηθείσα από την απάντηση αυτή, η Meskens, με συστημένο έγγραφο της 17ης Ιουλίου 1991, υπέβαλε ένσταση και, στη συνέχεια, με δικόγραφο της 19ης Νοεμβρίου 1991, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, η οποία κατέληξε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
7 Με την απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο, αφού ερμήνευσε την προσφυγή της Meskens ως αίτηση αποζημιώσεως (σκέψη 31), τόνισε ότι η άρνηση του Γενικού Γραμματέα του Κοινοβουλίου να λάβει οποιοδήποτε συγκεκριμένο μέτρο έναντι της ενάγουσας για να εξαφανίσει τις συνέπειες της ακυρωθείσας αποφάσεως συνιστά παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης και συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα (σκέψη 81).
8 Το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι η Meskens δεν απέδειξε την ύπαρξη υλικής ζημίας (σκέψη 88). Τουναντίον, τόνισε ότι η άρνηση του Γενικού Γραμματέα του Κοινοβουλίου μπορούσε να θέσει την ενάγουσα σε κατάσταση αβεβαιότητας και ανησυχίας ως προς το επαγγελματικό της μέλλον, η οποία κατάσταση συνιστά ηθική βλάβη (σκέψη 89), την οποία αποτίμησε ex aequo et bono σε 50 000 βελγικά φράγκα (FB) (σκέψη 92).
9 Στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής. Προς στήριξη της αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο επικαλείται πέντε λόγους οι οποίοι θα εξεταστούν κατωτέρω με τη σειρά των προσβαλλομένων σκέψεων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στις οποίες αναφέρονται.
Επί του τρίτου λόγου
10 Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε ως αίτημα αποζημιώσεως που καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού την αίτηση της Meskens, η οποία αποτιμά τη ζημία την οποία υπέστη "στο ποσό των 100 ΕCU για κάθε ημέρα, από της υποβολής της ενστάσεώς της έως την ημέρα που θα συνέλθει η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού Β/164 για να επανεξετάσει την αίτηση συμμετοχής της (...)" (σκέψη 31). Ο χαρακτηρισμός αυτός επιβεβαιώθηκε από την ενάγουσα κατά τη συνεδρίαση και ενισχύθηκε από το γεγονός ότι η Meskens δεν ζήτησε από το Πρωτοδικείο να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να λάβει συγκεκριμένα μέτρα προς εκτέλεση της αποφάσεως Bataille (σκέψη 32).
11 Με τον τρίτο λόγο, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο διαστρέβλωσε τα αιτήματα της προσφεύγουσας, άπαξ το δικαιοδοτικό αυτό όργανο χαρακτήρισε την προσφυγή που έφερε τον τίτλο "προσφυγή ακυρώσεως" ως αγωγή αποζημιώσεως.
12 Διαπιστώνεται συναφώς ότι, καίτοι έφερε τον τίτλο "προσφυγή ακυρώσεως", το δικόγραφο της Meskens περιελάμβανε αίτημα με το οποίο εζητείτο να της καταβάλει το Κοινοβούλιο ένα χρηματικό ποσό. Ορθώς, επομένως, το Πρωτοδικείο, αφού ζήτησε από την προσφεύγουσα να διευκρινίσει το αντικείμενο του αιτήματός της, χαρακτήρισε το αίτημα αυτό ως αίτημα αποζημιώσεως στο πλαίσιο της αρμοδιότητας πλήρους δικαιοδοσίας την οποία έχει, όπως του το επέτρεπε το άρθρο 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως (στο εξής: ΚΥΚ).
Επί του τετάρτου λόγου
13 Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο εξέτασε εάν της ασκήσεως της προσφυγής της Meskens προηγήθηκε διοικητική διαδικασία σύμφωνη προς τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ.
14 Προς τον σκοπό αυτό, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, καταρχάς, ότι το έγγραφο που απηύθυνε στις 19 Απριλίου 1991 ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου στον δικηγόρο της προσφεύγουσας περιελάμβανε την οριστική απόφαση να μη ληφθεί κανένα ατομικό μέτρο έναντι της προσφεύγουσας κατόπιν της αποφάσεως Bataille (σκέψη 38). Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι η συστημένη επιστολή της 17ης Ιουλίου 1991, την οποία απηύθυνε η προσφεύγουσα στο Κοινοβούλιο, συνιστούσε ένσταση (σκέψη 41) και ότι η ένσταση αυτή απορρίφθηκε σιωπηρώς κατά την εκπνοή προθεσμίας τεσσάρων μηνών από της υποβολής της (σκέψη 43). Τέλος, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι τα αιτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της προσφυγής της Meskens δεν είχαν αντικείμενο διαφορετικό από τα αιτήματα που περιλαμβάνονταν στην εν λόγω ένσταση (σκέψη 44).
15 Βάσει των διαπιστώσεων αυτών, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι διεξήχθη διοικητική διαδικασία σύμφωνη προς τον ΚΥΚ (σκέψη 45).
16 Με τον τέταρτο λόγο του, το Πρωτοδικείο επικαλείται την πλημμέλεια της διοικητικής διαδικασίας, με το αιτιολογικό ότι τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ δεν τηρήθηκαν.
17 Ο λόγος αυτός δεν είναι βάσιμος.
18 Διαπιστώνεται, πρώτον, ότι ορθώς το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε το έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Κοινοβουλίου, της 19ης Απριλίου 1991, ως απόφαση του Κοινοβουλίου, βλαπτική για την προσφεύγουσα, άπαξ και αποκάλυπτε σαφώς την πρόθεση του οργάνου αυτού να μην λάβει κανένα ατομικό μέτρο έναντι της Meskens, πλην της μη αναδρομικής τροποποιήσεως των εσωτερικών οδηγιών. Δεύτερον, καθόσον η απόφαση αυτή βλάπτει την προσφεύγουσα, ορθώς επίσης το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε το έγγραφο της προσφεύγουσας της 17ης Ιουλίου 1991 ως ένσταση. Τρίτον, το Πρωτοδικείο συνέκρινε τα αιτήματα του δικογράφου και τα αιτήματα της ενστάσεως και διαπίστωσε ότι δεν παρουσίαζαν διαφορά ως προς το αντικείμενό τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το νομότυπο της διοικητικής διαδικασίας.
Επί του πρώτου λόγου
19 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι με την απόφαση Bataille διαπιστώθηκε ο παράνομος χαρακτήρας των εσωτερικών οδηγιών του Κοινοβουλίου και ακυρώθηκαν κατά συνέπεια οι ατομικές αποφάσεις περί απορρίψεως των υποψηφιοτήτων των προσφευγόντων συμπεριλαμβανομένης της υποψηφιότητας της Meskens (σκέψη 75).
20 Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο τροποποίησε εν τω μεταξύ τις παράνομες εσωτερικές οδηγίες, το Πρωτοδικείο εξέτασε εάν οι νέες αυτές οδηγίες ανταποκρίνονταν στην επιβαλλομένη από το άρθρο 176 της Συνθήκης υποχρέωση λήψεως των μέτρων τα οποία καθιστούσε αναγκαία η εκτέλεση της αποφάσεως Bataille.
21 Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε συναφώς ότι οι νέες εσωτερικές οδηγίες δεν αποκατέστησαν τη ζημία που προκάλεσε στη Meskens η ακυρωθείσα απόφαση, δεδομένου ότι δεν είχαν αναδρομικό αποτέλεσμα. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η εκ μέρους του Κοινοβουλίου θέσπιση των νέων οδηγιών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκής εκτέλεση της υποχρεώσεως που απορρέει για το Κοινοβούλιο από το άρθρο 176 της Συνθήκης (σκέψη 77).
22 Βάσει των σκέψεων αυτών, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η άρνηση του Κοινοβουλίου να λάβει οποιοδήποτε συγκεκριμένο μέτρο έναντι της Meskens συνιστά παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης και συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα (σκέψη 81).
23 Με τον πρώτο λόγο, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που επιδικάστηκε στη Meskens δεν στηριζόταν σε υπηρεσιακό πταίσμα, το οποίο δεν αποδείχθηκε, αλλά στην κατάσταση προσωρινής αβεβαιότητας στην οποία βρισκόταν.
24 Ο λόγος αυτός δεν είναι βάσιμος. Πράγματι, το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΟΚ επιβάλλει, εκτός από την υποχρέωση για τη διοίκηση να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, την υποχρέωση αποκαταστάσεως της πρόσθετης ζημίας η οποία απορρέει ενδεχομένως από την ακυρωθείσα παράνομη πράξη, υπό τον όρον ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης. Το άρθρο 176 της Συνθήκης δεν εξαρτά επομένως την αποκατάσταση της ζημίας από την ύπαρξη νέου πταίσματος διαφορετικού από την ακυρωθείσα αρχική παράνομη πράξη, αλλά προβλέπει την αποκατάσταση της ζημίας που απορρέει από την πράξη αυτή και η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μετά την ακύρωση της πράξεως και την εκ μέρους της διοικήσεως εκτέλεση της ακυρωτικής αποφάσεως.
25 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο δέχθηκε, με την απόφαση Bataille, την ύπαρξη πταίσματος του Κοινοβουλίου, το οποίο συνίστατο στον αποκλεισμό της Meskens από τον διαγωνισμό Β/164. Απομένει επομένως να εξεταστεί εάν η προκληθείσα από την πράξη αυτή ζημία εξακολουθούσε να υφίσταται μετά την ακύρωσή της.
26 Τούτο έπραξε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. 'Εκρινε πράγματι ότι η ηθική βλάβη που προκλήθηκε από την επίμαχη παράνομη πράξη εξακολουθούσε να υφίσταται λόγω του ότι το Κοινοβούλιο δεν έπραξε τίποτα για να εξαφανίσει τις συνέπειες της πράξεως αυτής.
Επί του δευτέρου λόγου
27 Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το Πρωτοδικείο, αφού διαπίστωσε ότι στο Κοινοβούλιο ανήκει, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που του παρέχει το άρθρο 176 της Συνθήκης, να επιλέξει μεταξύ των διαφόρων μέτρων που μπορούν να ληφθούν για να συμβιβασθούν τα υπηρεσιακά συμφέροντα προς την ανάγκη αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε στην ενάγουσα (σκέψη 78), έκρινε: "δεν είναι έργο του Πρωτοδικείου να υποκαταστήσει τη διοικητική αρχή για να καθορίσει τα συγκεκριμένα μέτρα που έπρεπε να λάβει η ΑΔΑ στην περίπτωση αυτή. Υπό τύπο σχολιασμού μπορεί πάντως να τονιστεί ότι υφίσταντο πολλές δυνατότητες που μπορούσε να έχει η ΑΔΑ στην προκειμένη περίπτωση για να εκτελέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου. 'Ετσι, το Κοινοβούλιο μπορούσε να προκηρύξει νέο εσωτερικό διαγωνισμό, ισοτίμου επιπέδου με εκείνο του διαγωνισμού Β/167, είτε για όλο το προσωπικό του θεσμικού οργάνου είτε για τους προσφεύγοντες στην υπόθεση Τ-56/89. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, θα απέκειτο στην ΑΔΑ και στην εξεταστική επιτροπή να φροντίσει σχολαστικά ώστε το επίπεδο των εξετάσεων και τα κριτήρια εκτιμήσεως να είναι ισότιμα με εκείνα του διαγωνισμού Β/164, για να αποφευχθεί η μομφή ότι προκηρύχθηκε διαγωνισμός επί μέτρω" (σκέψη 79).
28 Επιπλέον, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, "όταν η εκτέλεση μιας ακυρωτικής αποφάσεως εμφανίζει ιδιαίτερες δυσχέρειες, το εναγόμενο θεσμικό όργανο μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 176 της Συνθήκης λαμβάνοντας 'κάθε απόφαση που μπορεί να αντισταθμίσει δικαίως το μειονέκτημα που προέκυψε (για τον ενδιαφερόμενο) από την ακυρωθείσα απόφαση' (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαρτίου 1980, 76/79, Koenecke, Συλλογή τόμος 1980/I, σ. 349, βλ. επίσης την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1983, 144/82, Detti). Συναφώς, η ΑΔΑ μπορούσε να διεξαγάγει διάλογο με την ενάγουσα για να επιτευχθεί συμφωνία που να προσφέρει στην τελευταία μια δίκαιη αποκατάσταση για την παρανομία της οποίας υπήρξε θύμα" (σκέψη 80).
29 Με τον δεύτερο λόγο, το Κοινοβούλιο, στηριζόμενο στα άρθρα 4, 27 και 29 του ΚΥΚ, προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι επισήμανε στο Κοινοβούλιο ορισμένα συγκεκριμένα μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί για την εκτέλεση της αποφάσεως Bataille. Toύτο πράττοντας, το Πρωτοδικείο υποκατέστησε στην πράξη τη διοικητική αρχή.
30 Ούτε ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι δεν είναι έργο του να υποκαθιστά τη διοικητική αρχή. Επιπλέον, τα μέτρα που ανέφερε το Πρωτοδικείο προτάθηκαν "υπό τύπο σχολιασμού" των μέτρων που θα μπορούσαν να εξαφανίσουν την ηθική βλάβη που προκάλεσε η αρχική παράνομη πράξη (βλ. ανωτέρω σκέψη 27) και δεν μπορούν με κανένα τρόπο να θεωρηθούν ως εντολές απευθυνόμενες στη διοίκηση.
Επί του πέμπτου λόγου
31 Στην υπόθεση Bataille, το κύριο αίτημα των προσφευγόντων αφορούσε την ακύρωση της αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του Κοινοβουλίου περί αποκλεισμού των υποψηφιοτήτων τους από τον εσωτερικό διαγωνισμό Β/164 και αποσκοπούσε στο να τους επιτραπεί να μετάσχουν στον εν λόγω διαγωνισμό. Επικουρικώς, οι προσφεύγοντες ζήτησαν την ακύρωση των αποφάσεων του Γενικού Γραμματέα περί απορρίψεως των ενστάσεών τους.
32 Στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:
"70. Το αίτημα των προσφευγόντων να τους επιτραπεί να μετάσχουν στον διαγωνισμό και το αίτημά τους να ακυρωθούν οι αποφάσεις που απέρριψαν τις ενστάσεις τους, τα οποία αιτήματα συνόδευαν το κύριο αίτημα που είχε ως αντικείμενο την ακύρωση της απορρίψεως των αιτήσεων συμμετοχής τους, θεωρήθηκαν από το Πρωτοδικείο ότι ήταν τόσο στενά συνδεδεμένα με το κύριο ακυρωτικό αίτημα και ότι συγχωνεύονταν μέσα σ' αυτό χωρίς να έχουν αυτοτελές περιεχόμενο σε σχέση με το τελευταίο αυτό αίτημα. Το αίτημα των προσφευγόντων να τους επιτραπεί να μετάσχουν στον διαγωνισμό Β/164 δεν αποτελούσε στην πραγματικότητα παρά την έκφραση της απόψεως των προσφευγόντων για τις συνέπειες της ακυρώσεως της απορρίψεως των αιτήσεων συμμετοχής τους. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν συνέτρεχε λόγος να αποφανθεί το Πρωτοδικείο επί του αιτήματος αυτού.
71. Πρέπει να προστεθεί ότι ένα τέτοιο αίτημα, κι αν υποτεθεί ότι ήταν αυτοτελές έναντι του ακυρωτικού αιτήματος, θα ήταν απαράδεκτο σε κάθε περίπτωση. Πράγματι, ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να απευθύνει διαταγές σ' ένα κοινοτικό θεσμικό όργανο χωρίς να σφετεριστεί τις προνομίες της διοικητικής αρχής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν απέρριψε ρητά ως απαράδεκτο το τμήμα του κεφαλαίου των αιτημάτων που αναφερόταν στη συμμετοχή των προσφευγόντων στον διαγωνισμό ουδόλως σημαίνει ότι αποφάνθηκε επί της εκτάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το Κοινοβούλιο δυνάμει του άρθρου 176 της Συνθήκης."
33 Με τον πέμπτο λόγο, το Κοινοβούλιο προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν αιτιολόγησε την απόφασή του επαρκώς κατά νόμο. Του προσάπτει ιδίως το ότι αποφάνθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δηλαδή αφού είχε αλλάξει η σύνθεσή του, επί προβλημάτων τα οποία είχαν ανακύψει προηγουμένως στην απόφαση Bataille, η οποία είχε αποκτήσει ωστόσο την ισχύ του δεδικασμένου.
Κατά το Κοινοβούλιο, οι δυσκολίες τις οποίες είχε ενδεχομένως προκαλέσει η απόφαση αυτή έπρεπε να είχαν εξετασθεί και επιλυθεί στο πλαίσιο διαδικασίας ερμηνείας της αποφάσεως αυτής.
34 Κατά τη συνεδρίαση, το Κοινοβούλιο παραιτήθηκε από το σκέλος του πέμπτου λόγου του το οποίο αφορούσε την τροποποίηση της συνθέσεως του Πρωτοδικείου. Επομένως, παρέλκει η απάντηση στο σκέλος του λόγου αυτού.
35 Ο πέμπτος λόγος δεν είναι βάσιμος ούτε ως προς το άλλο σκέλος του. Πράγματι, καίτοι το άρθρο 40 του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται και στο Πρωτοδικείο, προβλέπει ειδική διαδικασία για την άρση των δυσκολιών που προκαλεί η έννοια και το περιεχόμενο αποφάσεως, το Πρωτοδικείο παραμένει ελεύθερο να αναζητήσει την έννοια και το περιεχόμενο της προηγουμένης αποφάσεως, η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο τέτοιας διαδικασίας, εφόσον η ερμηνεία αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.
36 Τούτο ακριβώς συνέβη εν προκειμένω. Στο πλαίσιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο υποχρεούνταν να ερμηνεύσει την απόφαση Bataille. 'Οπως προκύπτει από τη σκέψη 69, το Κοινοβούλιο, υποστηρίζοντας ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι "δεν ήταν αναγκαία η λήψη συγκεκριμένων μέτρων λόγω του ότι το Πρωτοδικείο είχε σιωπηρά απορρίψει, με την προαναφερθείσα απόφαση (Bataille), το αίτημα των προσφευγόντων να τους επιτραπεί να μετάσχουν στον διαγωνισμό Β/164 (...)", επέβαλε στο Πρωτοδικείο την εκ του νόμου υποχρέωση να ερμηνεύσει την εν λόγω απόφαση.
37 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 39 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο οποίος εφαρμόζεται στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία που έχει ως αντικείμενο αναίρεση δυνάμει του άρθρου 118 του ιδίου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα που αφορούν την αναίρεση.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως του Κοινοβουλίου.
2) Καταδικάζει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy