Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία * Κοινή οργάνωση των αγορών * Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα * Ενίσχυση για τη μεταποίηση αποκορυφωμένου γάλακτος σε τυρίνη και τυρινικά άλατα * Έλεγχοι τους οποίους πρέπει να διενεργούν τα κράτη μέλη * "Διαρκής εποπτεία" της παραγωγού επιχειρήσεως και της συνθέσεως της τυρίνης και των τυρινικών αλάτων * Έννοια * Συνέπειες των αποτελεσμάτων των ελέγχων
(Κανονισμός 756/70 της Επιτροπής, άρθρο 3 PAR 3)
2. Γεωργία * ΕΓΤΠΕ * Εκκαθάριση λογαριασμών * Προθεσμία που τάσσεται στο κράτος μέλος για να προσκομίσει συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία * Αίτηση της Επιτροπής περί προσκομίσεως τέτοιων στοιχείων μεταγενέστερη της λήξεως της αρχικώς ταχθείσας προθεσμίας * Αποτελέσματα
Περίληψη
1. Στο πλαίσιο του ελέγχου που οφείλει να διενεργεί ο αρμόδιος εθνικός οργανισμός παρεμβάσεως, η έννοια της "διαρκούς εποπτείας" κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 756/70, περί της χορηγήσεως ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα το οποίο μεταποιείται για παρασκευή τυρίνης και τυρινικών αλάτων, συνεπάγεται ότι, όταν από τους επισήμους ελέγχους διαπιστώνεται ότι ορισμένες από τις παρτίδες που εγκρίθηκαν κατά τους εσωτερικούς ελέγχους που διενήργησε η επιχείρηση μεταποιήσεως δεν ανταποκρίνονται, στην πραγματικότητα, στις προδιαγραφές του εν λόγω κανονισμού και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να χορηγηθεί για τις παρτίδες αυτές ενίσχυση, οι εθνικές αρχές οφείλουν είτε να προβαίνουν σε συμπληρωματικούς ελέγχους, ώστε να εξακριβώνουν αν οι υπόλοιπες παρτίδες για τις οποίες έχει υποβληθεί αίτηση είναι πράγματι σύμφωνες προς τις προδιαγραφές του κανονισμού, είτε να συνάγουν, σύμφωνα με τον νόμο των πιθανοτήτων, συμπεράσματα δια της επαγωγικής μεθόδου.
2. Όταν, στο πλαίσιο διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ για ένα συγκεκριμένο οικονομικό έτος, η Επιτροπή, μετά τη λήξη της προθεσμίας που τάσσεται στο κράτος μέλος για την προσκόμιση συμπληρωματικών πληροφοριακών στοιχείων, καλεί το κράτος μέλος, χωρίς να τάξει προθεσμία, να προσκομίσει ορισμένα συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία, δεν μπορεί να επικαλεστεί την εκ μέρους των εθνικών αρχών καθυστερημένη προσκόμιση των ζητηθέντων στοιχείων ενόψει της αρχικώς ταχθείσας προθεσμίας προκειμένου να αρνηθεί την επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ με τα επίμαχα ποσά.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-413/92,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Ernst Roeder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 20-22, avenue Emile Reuter,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Ulrich Woelker, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με αίτημα τη μερική ακύρωση της αποφάσεως Κ (92) 1783 τελικό της Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε υπό τον αριθμό 92/491/ΕΟΚ, της 23ης Σεπτεμβρίου 1992, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1989 (ΕΕ L 298, σ. 23),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward (εισηγητή), R. Joliet, G. C. Rodriguez Iglesias και F. Grevisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 1994,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μαΐου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Δεκεμβρίου 1992, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως Κ (92) 1783 τελικό της Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε υπό τον αριθμό 92/491/ΕΟΚ, της 23ης Σεπτεμβρίου 1992, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1989 (ΕΕ L 298, σ. 23, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), καθόσον εξαιρεί από την κοινοτική χρηματοδότηση δαπάνη ύψους 432 000 γερμανικών μάρκων (DM).
2 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΟΚ) 756/70 της Επιτροπής, της 24ης Απριλίου 1970, περί της χορηγήσεως ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα το οποίο μεταποιείται για παρασκευή τυρίνης και τυρινικών αλάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 80), όπως ίσχυε την εποχή των πραγματικών περιστατικών, ορίζει ότι οι παραγωγοί τυρίνης ή τυρινικών αλάτων δύνανται να τύχουν της ενισχύσεως μόνον (...) αν υποβάλλονται σε έλεγχο, ο οποίος διενεργείται από τον αρμόδιο οργανισμό παρεμβάσεως . Εξάλλου, η παράγραφος 3 του ιδίου άρθρου διευκρινίζει ότι ο έλεγχος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υπό β) συνίσταται τουλάχιστον στη διαρκή εποπτεία της επιχειρήσεως παραγωγής και της συνθέσεως της τυρίνης και των τυρινικών αλάτων . Ο κανονισμός δεν παρέχει τον ορισμό της εννοίας διαρκής εποπτεία .
3 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών, η διαδικασία ελέγχου των επιχειρήσεων παραγωγής τυρίνης και τυρινικών αλάτων που ίσχυε στη Γερμανία περιελάμβανε μία φάση εσωτερικού ελέγχου εντός της επιχειρήσεως παραγωγής και μία φάση επισήμου ελέγχου.
4 Στο πλαίσιο της πρώτης φάσεως, οι παραγωγοί ελάμβαναν οι ίδιοι δείγματα από κάθε παρτίδα τυρίνης και τυρινικών αλάτων που παρήγαν, τα ανέλυαν και κατέγραφαν τα αποτελέσματα σε βιβλίο εργαστηρίου. Αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως υπέβαλλαν οι παραγωγοί μόνον αν τα αποτελέσματα ήταν ικανοποιητικά.
5 Στο πλαίσιο της δεύτερης φάσεως, οι κρατικοί ελεγκτές επισκέπτονταν τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα κάθε επιχείρηση παραγωγής και προέβαιναν σε επιτόπιο έλεγχο. Σε κάθε επίσκεψη, οι ελεγκτές έλεγχαν βάσει των στοιχείων που τους παρουσιάζονταν κατά πόσον η επιχείρηση είχε πραγματοποιήσει τακτικά τις εσωτερικές αναλύσεις που προέβλεπε η ισχύουσα νομοθεσία. Επιπλέον, σε δύο τουλάχιστον επισκέψεις τον μήνα, ελάμβαναν δείγματα από κάθε είδος τυρίνης και τυρινικών αλάτων, τα οποία απέστελλαν προς ανάλυση στα αρμόδια δημόσια εργαστήρια. Τέλος, κάθε τέσσερις έως έξι μήνες, διεξαγόταν τελικός έλεγχος σε κάθε επιχείρηση παραγωγής, βάσει του οποίου λαμβάνονταν οι οριστικές αποφάσεις για τη χορήγηση ενισχύσεως.
6 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή αρνήθηκε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ποσό 432 000 DM, το οποίο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε καταβάλει σε γερμανούς παραγωγούς για αποκορυφωμένο γάλα προοριζόμενο για την παρασκευή τυρίνης και τυρινικών αλάτων.
7 Δικαιολογώντας την άρνησή της, η Επιτροπή αμφισβήτησε το σύστημα ελέγχου που εφαρμοζόταν στη Γερμανία. Με τη γενική έκθεσή της όσον αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή διατύπωσε τις αντιρρήσεις της ως εξής: Αν τα αποτελέσματα των ελέγχων είναι ικανοποιητικά, χορηγείται ολόκληρο το ποσό της ενισχύσεως. Αν τα αποτελέσματα δεν είναι ικανοποιητικά, κρατείται ένα μέρος του ποσού, μόνον όμως από την ενίσχυση που οφείλεται για την επίμαχη παρτίδα. Κατά τη γνώμη του ΕΓΤΠΕ, αυτή η διαδικασία δεν είναι ορθή .
8 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας άσκησε κατόπιν αυτών την υπό κρίση προσφυγή. Η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
9 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι το σύστημα ελέγχου που ίσχυε στη Γερμανία την εποχή των πραγματικών περιστατικών εξασφάλιζε τη διαρκή εποπτεία των παραγωγών τυρίνης και τυρινικών αλάτων κατά την έννοια του κανονισμού. Κάθε παρτίδα προϊόντων υποβλήθηκε πράγματι σε εσωτερικό έλεγχο, επιπλέον δε τα αποτελέσματα του ελέγχου επιβεβαιώθηκαν με δημόσιους ελέγχους στο 95 % των περιπτώσεων και, αν δεν ληφθούν υπόψη οι περιπτώσεις υπερβάσεως της περιεκτικότητας σε σπόρια θερμόφιλων μικροοργανισμών, τα οποία ανιχνεύονται δυσκολότατα, στο 98 % των περιπτώσεων.
10 Η Επιτροπή, από την πλευρά της, αναφέρει ότι δεν μπορούσε να έχει αντίρρηση ως προς αυτό καθαυτό το σύστημα που ίσχυε στη Γερμανία. Οι επικρίσεις της αφορούσαν, ουσιαστικά, μόνο τις συνέπειες που συνήγαν οι γερμανικές αρχές από την εφαρμογή του συστήματος αυτού, όταν το αποτέλεσμα των επισήμων αναλύσεων ήταν, σε αντίθεση με το αποτέλεσμα των εσωτερικών αναλύσεων, αρνητικό.
11 Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διευκρίνισε συναφώς ότι, οσάκις μια εταιρία υπέβαλλε αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως για εκατό παρτίδες οι οποίες, σύμφωνα με τα δείγματα που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο των εσωτερικών ελέγχων, ήταν σύμφωνες με τις προδιαγραφές του κανονισμού και, στο πλαίσιο του επισήμου ελέγχου, η διοίκηση προέβαινε στη λήψη δέκα δειγμάτων από τα οποία το ένα δεν πληρούσε τις προδιαγραφές, οι γερμανικές αρχές αρνούνταν να χορηγήσουν ενίσχυση μόνο για την παρτίδα, η εξέταση του δείγματος της οποίας είχε καταλήξει σε αρνητικό αποτέλεσμα, ενώ χορηγούσαν την ενίσχυση για τις υπόλοιπες 99 παρτίδες, καίτοι το αρνητικό δείγμα αντιπροσώπευε το 10 % των δειγμάτων του επισήμου ελέγχου. Όμως, κατά την Επιτροπή, σε περίπτωση που το αποτέλεσμα του επισήμου ελέγχου διέφερε από το αποτέλεσμα του εσωτερικού ελέγχου, οι γερμανικές αρχές όφειλαν είτε να προβούν σε συμπληρωματικούς εργαστηριακούς ελέγχους είτε να καταλήξουν σε συμπέρασμα δια της επαγωγικής μεθόδου. Εφόσον οι αρχές δεν υιοθέτησαν καμία από τις δύο αυτές λύσεις, η Επιτροπή εφάρμοσε η ίδια την ενδεδειγμένη επαγωγική μέθοδο στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ.
12 Το επιχείρημα της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτό.
13 Πράγματι, στο πλαίσιο του συστήματος που ίσχυε στη Γερμανία κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, κάθε παραγομένη παρτίδα υποβαλλόταν σε εσωτερικό έλεγχο, συνολικά δε τα αποτελέσματα των εσωτερικών ελέγχων συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό με τα αποτελέσματα των επισήμων ελέγχων. Ωστόσο, το σύστημα που εφαρμοζόταν δεν εξασφάλιζε ότι, σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες εχορηγείτο ενίσχυση, υπήρχε όντως αυτή η σύμπτωση αποτελεσμάτων. Στην περίπτωση που ο επίσημος έλεγχος κατέληγε σε αρνητικό αποτέλεσμα, έπρεπε αναγκαστικά να τίθεται εν αμφιβόλω η αξιοπιστία των εσωτερικών αναλύσεων στις οποίες προέβαινε η ενδιαφερόμενη επιχείρηση. Συνεπώς, οι γερμανικές αρχές όφειλαν είτε να προβαίνουν σε συμπληρωματικούς ελέγχους, ώστε να εξακριβώνουν αν οι υπόλοιπες παρτίδες, για τις οποίες η επιχείρηση είχε υποβάλει αίτηση, ήταν πράγματι σύμφωνες προς τις προδιαγραφές του κανονισμού, είτε να συνάγουν, σύμφωνα με τον νόμο των πιθανοτήτων, συμπεράσματα δια της επαγωγικής μεθόδου.
14 Δεν αμφισβητείται, πάντως, ότι οι γερμανικές αρχές δεν προέβησαν σε καμία από τις δύο αυτές ενέργειες.
15 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
16 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται ότι, αν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, αυτό οφείλεται στη συμπεριφορά της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, με τη γενική έκθεση σχετικά με τα πορίσματα των προπαρασκευαστικών εργασιών για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ για τα οικονομικά έτη 1974 και 1975 (στο εξής: γενική έκθεση 1974-1975), η Επιτροπή διαπίστωσε ότι στη Γερμανία, το ισχύον σύστημα ελέγχου δεν προβλέπει την επαγωγική συναγωγή συμπερασμάτων σε περίπτωση αρνητικής αναλύσεως όσον αφορά ολόκληρη την περίοδο της οποίας είναι αντιπροσωπευτικό το εξετασθέν δείγμα (...). Συνεπώς, τα αρνητικά αποτελέσματα και τα αποτελέσματα που υπαγορεύουν κατάταξη σε ανώτερη ποιοτική κατηγορία μπορούν να θεωρηθούν μόνον ως αφορώντα την παραγωγή από την οποία προέρχονται τα εν λόγω δείγματα . Η πρακτική που ακολουθούσαν επομένως οι γερμανικές αρχές είχε ρητώς κριθεί, κατά την προσφεύγουσα κυβέρνηση, σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο. Αν η Επιτροπή μετέβαλε στη συνέχεια γνώμη, όφειλε να επιστήσει εγκαίρως την προσοχή της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως στο γεγονός αυτό και να της παράσχει τη δυνατότητα να προσαρμοστεί στα νέα κριτήρια.
17 Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, με τη γενική έκθεση 1974-1975, δεν αμφισβήτησε την αρχή επί της οποίας στηριζόταν η γερμανική μέθοδος ελέγχου. Ωστόσο, η έκθεση περιείχε μια σημαντική φράση, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση αρνητικών αποτελεσμάτων, διεξάγονται ειδικές αναλύσεις . Η έκφραση ειδικές αναλύσεις αναφερόταν σε συμπληρωματικές αναλύσεις δειγμάτων τα οποία δεν είχαν υποβληθεί ακόμα σε επίσημο εργαστηριακό έλεγχο. Κατά την Επιτροπή, μόνον υπ' αυτήν την προϋπόθεση η γερμανική μέθοδος, η οποία συνίστατο σε εσωτερικό αυτοέλεγχο, θα ήταν σύμφωνη προς τις επιταγές του άρθρου 3 του κανονισμού. Ο συστηματικός, αλλά καθαρά διοικητικός, έλεγχος δεν ήταν επαρκής σε περίπτωση που, ενόψει αρνητικών αποτελεσμάτων, δεν πραγματοποιούνταν αυτές οι συμπληρωματικές δειγματοληψίες.
18 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα κυβέρνηση αμφισβητεί ότι από τη γενική έκθεση 1974-1975 απορρέει υποχρέωση διενέργειας συμπληρωματικών δειγματοληψιών σε περίπτωση αρνητικών αποτελεσμάτων και υποστηρίζει ότι ήταν, ως εκ τούτου, θεμιτό να θεωρεί ότι το σύστημα ελέγχου που εφάρμοζε ετύγχανε της εγκρίσεως της Επιτροπής.
19 Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει, εξάλλου, ότι, κατά τους επισήμους ελέγχους, λαμβάνονταν εφεδρικά δείγματα τα οποία, σε περίπτωση αρνητικών αποτελεσμάτων, υποβάλλονταν σε έλεγχο σε άλλο εργαστήριο, εφόσον το ζητούσαν οι επιχειρήσεις.
20 Συναφώς, και αν ακόμα υποτεθεί ότι το γεγονός ότι η γενική έκθεση της Επιτροπής περιέχει μια ανακριβή δήλωση μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ερμηνεία της εκφράσεως ειδικές αναλύσεις που προέκρινε η Επιτροπή είναι η μόνη που μπορεί να εξασφαλίσει τη συνοχή του συστήματος.
21 Πράγματι, στην περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, ο μόνος τρόπος εξακριβώσεως της αξιοπιστίας των εσωτερικών αναλύσεων των παρτίδων που δεν έχουν υποβληθεί ακόμα σε επίσημη ανάλυση είναι η διενέργεια συμπληρωματικών ελέγχων στις εν λόγω παρτίδες. Συνεπώς, οι γερμανικές αρχές δεν μπορούσαν ευλόγως να θεωρούν ότι η έκφραση αυτή υπονοούσε τον έλεγχο, από άλλο εργαστήριο, των αποτελεσμάτων των αναλύσεων που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του επισήμου ελέγχου.
22 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
23 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι στο ποσό των 432 000 DM που εξαιρέθηκε από την κοινοτική χρηματοδότηση περιέχεται ένα ποσό 24 365 DM το οποίο, ακόμα και αν υιοθετηθούν τα κριτήρια που καθόρισε η Επιτροπή, έπρεπε να καταλογιστεί σε βάρος του ΕΓΤΠΕ.
24 Το ποσό αυτό αφορά δύο επιμέρους ποσά, από τα οποία το πρώτο, ύψους 6 668 DM, αφορά μια ποσότητα τυρίνης η οποία αρχικά κρίθηκε κατά λάθος ως μη σύμφωνη προς τις προδιαγραφές.
25 Η Επιτροπή, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, αναγνώρισε ότι κακώς καταλόγισε το ποσό αυτό σε βάρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
26 Όσον αφορά το δεύτερο ποσό, ύψους 17 697 DM, οφείλεται σε σφάλματα που παρεισέφρησαν στον κατάλογο στον οποίο αναφέρεται ο αριθμός των αρνητικών δειγμάτων ανά παραγωγό. Στον κατάλογο αυτόν, ο συνολικός αριθμός αρνητικών δειγμάτων είναι αυξημένος, καθόσον θεωρήθηκαν ως αρνητικά τόσο τα κύρια δείγματα που ελήφθησαν από κάθε παρτίδα όσο και τα δείγματα ελέγχου.
27 Η προσφεύγουσα κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, με τηλεαντίγραφο της 24ης Απριλίου 1992, επέστησε την προσοχή της Επιτροπής στο λάθος αυτό, το καθού όργανο, όμως, δεν προέβη σε καμία τροποποίηση. Ασφαλώς, αυτό το έγγραφο εστάλη μετά τις 15 Ιουλίου 1991, ημερομηνία κατά την οποία έληγε η προθεσμία που είχε τάξει η Επιτροπή. Ωστόσο, με έγγραφο της 1ης Αυγούστου 1991, το εν λόγω όργανο ζήτησε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να προσκομίσει νέα στοιχεία όσον αφορά τις ενισχύσεις στον τομέα της τυρίνης, και τούτο χωρίς να αναφερθεί στην προθεσμία της 15ης Ιουλίου ή να τάξει άλλη προθεσμία.
28 Κατά την Επιτροπή, το έγγραφο της 1ης Αυγούστου 1991 αποτελούσε απλώς ανακεφαλαίωση των πορισμάτων συσκέψεως που είχε πραγματοποιηθεί στις Βρυξέλλες στις 21 Ιουνίου 1991, κατά την οποία είχε ζητηθεί από τις γερμανικές αρχές να προσκομίσουν ορισμένα συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία. Καίτοι το έγγραφο αυτό εστάλη υπό μορφή τηλεαντιγράφου μετά τις 15 Ιουλίου, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας, δεν μπορούσε να συνεπάγεται επανέναρξη της προθεσμίας ή ότι αγνοήθηκε η λήξη της. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δέχθηκε, ωστόσο, ότι, αν η αίτηση είχε υποβληθεί εγκαίρως, οι εξηγήσεις που παρασχέθηκαν από τις γερμανικές αρχές θα δικαιολογούσαν την επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ με το επίδικο ποσό.
29 Είναι αληθές ότι το έγγραφο της 1ης Αυγούστου 1991 εμφανίζεται ως ανακεφαλαίωση των πορισμάτων της διμερούς συσκέψεως η οποία πραγματοποιήθηκε πριν από τη λήξη της προθεσμίας που είχε αρχικά ταχθεί στην προσφεύγουσα κυβέρνηση για τη διατύπωση των παρατηρήσεών της. Ωστόσο, ορισμένα στοιχεία μπορούσαν να δημιουργήσουν στην προσφεύγουσα την εντύπωση ότι η Επιτροπή ήταν διατεθειμένη να λάβει επίσης υπόψη της στοιχεία τα οποία θα της παρείχοντο μετά την ημερομηνία αυτή.
30 Πρώτον, το έγγραφο της 1ης Αυγούστου 1991 εστάλη πολλές εβδομάδες μετά την εν λόγω σύσκεψη και δύο εβδομάδες μετά τη λήξη της προθεσμίας. Δεύτερον, το έγγραφο αυτό δεν περιείχε καμία μνεία περί της ημερομηνίας λήξεως της προθεσμίας. Τρίτον, η καθής δεν εξήγησε στον αποδέκτη ότι η καθυστέρηση αποστολής του εγγράφου οφειλόταν στον χρόνο που ήταν απαραίτητος για τη μετάφραση του εγγράφου στη γερμανική και, επομένως, δεν μπορεί να γίνει επίκληση αυτού του στοιχείου.
31 Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός.
32 Συνεπώς, η απόφαση Κ (92) 1783 τελικό της Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε υπό τον αριθμό 92/491, είναι ακυρωτέα καθόσον δεν επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το ποσό των 24 365 DM, το οποίο αντιπροσωπεύει το ποσό των ενισχύσεων για τη μεταποίηση του αποκορυφωμένου γάλακτος σε τυρίνη και τυρινικά άλατα.
33 Κατά τα λοιπά, η προσφυγή είναι απορριπτέα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε κατά τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση Κ (92) 1783 τελικό της Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε υπό τον αριθμό 92/491/ΕΟΚ, της 23ης Σεπτεμβρίου 1992, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1989, καθόσον δεν επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το ποσό των 24 365 DM, το οποίο αντιπροσωπεύει το ποσό των ενισχύσεων για τη μεταποίηση του αποκορυφωμένου γάλακτος σε τυρίνη και τυρινικά άλατα.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy