Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Σύνδεση των υπερπόντιων χωρών και εδαφών * Ατελής εισαγωγή στην Κοινότητα των προϊόντων καταγωγής υπερπόντιων χωρών και εδαφών * Έγκριση παρεκκλίσεων από τους κανόνες περί καταγωγής * Διαδικασία * Προθεσμία εντός της οποίας οι κοινοτικές αρχές πρέπει να αποφαίνονται επί των αιτήσεων παρεκκλίσεως * Έναρξη της προθεσμίας * Παραλαβή τυπικά πλήρους αιτήσεως * Σιωπηρή αποδοχή της αιτήσεως λόγω μη εμπρόθεσμης εκδόσεως αποφάσεως * Απορριπτική απόφαση της Επιτροπής μετά τη λήξη της προθεσμίας * Παράνομη
(Απόφαση 91/482 του Συμβουλίου, παράρτημα ΙΙ, άρθρο 30)
Περίληψη
Στο πλαίσιο της εισαγωγής στην Κοινότητα των προϊόντων που κατάγονται από τις συνδεδεμένες υπερπόντιες χώρες και τα συνδεδεμένα υπερπόντια εδάφη χωρίς καταβολή δασμών ή φόρων ισοδύναμου αποτελέσματος, η προθεσμία των εξήντα εργάσιμων ημερών, εντός της οποίας οι κοινοτικές αρχές πρέπει, κατά το άρθρο 30, παράγραφος 8, του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως 91/482 του Συμβουλίου, να αποφαίνονται επί των αιτήσεων εγκρίσεως παρεκκλίσεως από τους εφαρμοστέους στα προϊόντα αυτά κανόνες περί καταγωγής και μετά τη λήξη της οποίας θεωρείται, εφόσον δεν έχει εκδοθεί καμία απόφαση, ότι η αίτηση έχει γίνει δεκτή, αρχίζει να τρέχει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο πρόεδρος της επιτροπής καταγωγής παραλαμβάνει αίτηση που είναι πλήρης από τυπική άποψη, δηλαδή αίτηση που περιέχει τα στοιχεία που είναι αναγκαία, κατά την παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, του προαναφερθέντος άρθρου 30, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2, προκειμένου η επιτροπή καταγωγής και η Επιτροπή να είναι σε θέση να αποφασίσουν επί της ουσίας αν θα τη δεχτούν ή θα την απορρίψουν. Για να αρχίσει να τρέχει η εν λόγω προθεσμία, δεν είναι αναγκαίο τα παρεχόμενα στοιχεία να θεωρούνται από την Επιτροπή ως αιτιολογούντα την αίτηση, αφού το ζήτημα αν η αίτηση είναι πλήρης από τυπική άποψη είναι διαφορετικό από την επί της ουσίας εκτίμησή της. Η Επιτροπή έχει βεβαίως την ευχέρεια να ζητεί πρόσθετα στοιχεία, η άσκηση όμως της ευχέρειας αυτής δεν έχει ως αποτέλεσμα την παράταση της προθεσμίας.
Κατά συνέπεια, η απόφαση της Επιτροπής να απορρίψει, μετά τη λήξη της προθεσμίας των 60 εργάσιμων ημερών, μια αίτηση εξαιρέσεως που ήταν τυπικά πλήρης κατά τον χρόνο της παραλαβής της είναι παράνομη, επειδή εκδόθηκε όταν η Επιτροπή δεν ήταν πλέον κατά χρόνο αρμόδια να αποφανθεί επ' αυτής, και συνεπώς πρέπει να ακυρωθεί.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-430/92,
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τους J. W. de Zwaan και T. Heukels, αναπληρωτές νομικούς συμβούλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία των Κάτω Χωρών, 5, rue C. M. Spoo,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον H. van Lier, νομικό σύμβουλο, και την B. Rodriguez, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενους από τον J. Stuyck, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως C (92) 2655 τελικό της Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 1992, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση των Ολλανδικών Αντιλλών περί εγκρίσεως παρεκκλίσεως από το καθεστώς των προϊόντων καταγωγής, όσον αφορά τις γραμμένες βιντεοκασέτες του κωδικού 8524 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. A. Schockweiler, P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη (εισηγητή) και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 1994,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Δεκεμβρίου 1992, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως C (92) 2655 τελικό της Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 1992, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση των Ολλανδικών Αντιλλών περί εγκρίσεως παρεκκλίσεως από το καθεστώς των προϊόντων καταγωγής, όσον αφορά τις γραμμένες βιντεοκασέτες του κωδικού 8524 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
2 Βάσει του άρθρου 136 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Συμβούλιο εξέδωσε τελευταία, στις 25 Ιουλίου 1991, την απόφαση 91/482/ΕΟΚ, σχετικά με τη σύνδεση των υπερπόντιων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΕ L 263, σ. 1, και διορθωτικό στην ΕΕ 1993, L 15, σ. 33, στο εξής: απόφαση ΥΧΕ). Το άρθρο 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής προβλέπει ότι "τα προϊόντα καταγωγής των ΥΧΕ εισάγονται στην Κοινότητα άνευ δασμών και φόρων ισοδύναμου αποτελέσματος".
3 Η έννοια "προϊόντα καταγωγής ΥΧΕ" ορίζεται στον τίτλο Ι του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ. Κατά το άρθρο 1 του παραρτήματος αυτού, ένα προϊόν θεωρείται καταγόμενο από ΥΧΕ, όταν έχει είτε εξ ολοκλήρου παραχθεί είτε επαρκώς μεταποιηθεί εκεί.
4 Το άρθρο 3 του ίδιου παραρτήματος θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να μπορούν να θεωρούνται τα προϊόντα ως επαρκώς μεταποιηθέντα εντός των ΥΧΕ. Για διάφορα όμως προϊόντα η διάταξη αυτή παραπέμπει στο παράρτημα 2 του παραρτήματος ΙΙ, το οποίο προσδιορίζει, για καθένα από τα προϊόντα αυτά, τον βαθμό επεξεργασίας ή μεταποιήσεως εντός των ΥΧΕ των μη καταγομένων υλών, ο οποίος είναι αναγκαίος για να προσδίδεται στο μεταποιημένο προϊόν η ιδιότητα του προϊόντος καταγωγής.
5 Το άρθρο 30 του παραρτήματος ΙΙ προβλέπει ορισμένες εξαιρέσεις από αυτούς τους κανόνες καταγωγής, ώστε να υπάρχει δυνατότητα να προσδίδεται η ιδιότητα του προϊόντος καταγωγής ΥΧΕ σε προϊόντα των οποίων δεν θα ήταν δυνατός ο χαρακτηρισμός αυτός βάσει των προαναφερθέντων κανόνων. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού έχει ως εξής:
"Είναι δυνατό να θεσπίζονται παρεκκλίσεις από το παρόν παράρτημα, εάν το δικαιολογεί η ανάπτυξη των υφιστάμενων βιομηχανιών ή η εγκατάσταση νέων.
Το κράτος μέλος ή, ενδεχομένως, οι αρμόδιες αρχές της ενδιαφερόμενης ΥΧΕ ενημερώνουν την Κοινότητα, βάσει δικαιολογητικών που καταρτίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2.
Η Κοινότητα αποδέχεται όλες τις αιτήσεις που αιτιολογούνται δεόντως κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, ιδίως όταν έχει πραγματοποιηθεί ουσιώδης κατεργασία ή μεταποίηση στις αιτούσες ΥΧΕ, οι οποίες δεν μπορούν να ζημιώσουν σοβαρά μια εγκατεστημένη βιομηχανία της Κοινότητας."
Στην παράγραφο 2 απαριθμούνται τα σημεία που πρέπει κυρίως να αφορούν τα στοιχεία που παρέχονται από το αιτούν κράτος μέλος ή την αιτούσα ΥΧΕ. Η παράγραφος αυτή παραπέμπει σε ένα έντυπο, το οποίο περιλαμβάνεται στο παράρτημα 9 του παραρτήματος ΙΙ και συμπληρώνεται από την αιτούσα χώρα.
6 Η παράγραφος 8 του άρθρου 30 ορίζει τα εξής:
"α) Το Συμβούλιο και η Επιτροπή θεσπίζουν όλες τις διατάξεις που απαιτούνται ώστε η απόφαση να λαμβάνεται το ταχύτερο δυνατό και οπωσδήποτε 60 το πολύ εργάσιμες ημέρες μετά από την αποδοχή [παραλαβή] της αίτησης εκ μέρους του προέδρου της Επιτροπής Καταγωγής. Για τον σκοπό αυτό, η απόφαση 90/523/ΕΟΚ εφαρμόζεται mutatis mutandis στις ΥΧΕ.
β) Αν δεν ληφθεί απόφαση εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο α', θεωρείται ότι η αίτηση έγινε αποδεκτή."
7 Η απόφαση 90/523/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Οκτωβρίου 1990, για τη διαδικασία τη σχετική με τις παρεκκλίσεις από τους κανόνες καταγωγής που προβλέπονται στο πρωτόκολλο 1 της τέταρτης σύμβασης AKE-EOK (ΕΕ L 290, σ. 33), στην οποία αναφέρεται η προπαρατεθείσα παράγραφος 8, στοιχείο α', ορίζει, στο άρθρο 2, ότι ο εκπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην Επιτροπή Καταγωγής, τη συγκρότηση της οποίας προέβλεψε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού ορισμού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 20), ο οποίος τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1769/89 (ΕΕ L 174, σ. 11), ένα σχέδιο κοινής θέσεως εντός είκοσι εργασίμων ημερών από την παραλαβή της αιτήσεως για παρέκκλιση. Για την έκδοση της γνώμης της Επιτροπής Καταγωγής ισχύουν οι κανόνες περί πλειοψηφίας του άρθρου 148, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η κοινή θέση της Κοινότητας εκδίδεται από την Επιτροπή, όταν είναι σύμφωνη προς τη γνώμη της Επιτροπής Καταγωγής.
8 Από τη δικογραφία της προκειμένης υποθέσεως προκύπτει ότι η Κυβέρνηση των Ολλανδικών Αντιλλών, με έγγραφο της 27ης Μαΐου 1992, υπέβαλε στον πρόεδρο της Επιτροπής Καταγωγής, μέσω της μόνιμης αντιπροσωπείας των Κάτω Χωρών στις Κοινότητες, αίτηση παρεκκλίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 30 του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ. Η αίτηση αυτή, η οποία περιήλθε στον αποδέκτη της την 1η Ιουνίου 1992, αφορούσε γραμμένες βιντεοκασέτες που κατ' αρχάς θα παράγονταν στο Κουρασάο, με ύλες που θα εισάγονταν από την Κορέα, την Ιαπωνία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, και στη συνέχεια θα εξάγονταν στην Κοινότητα και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αίτηση παριελάμβανε το έντυπο του παραρτήματος 9 του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ, δεόντως συμπληρωμένο, και αναφερόταν στα ευεργετικά αποτελέσματα που θα είχε η σχεδιαζόμενη επένδυση για την οικονομία των Αντιλλών, καθώς και στους λόγους για τους οποίους το τελειωμένο προϊόν δεν μπορούσε να πληροί τους κανόνες περί καταγωγής.
9 Κατόπιν της υποβολής της αιτήσεως αυτής, η Επιτροπή διαβίβασε στις 5 Ιουνίου 1992 στην Επιτροπή Καταγωγής σημείωμα, με το οποίο διατύπωνε ορισμένες επιφυλάξεις, οι οποίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι το επίμαχο προϊόν ήταν ευαίσθητο και ότι οι εργασίες που θα πραγματοποιούνταν στις Ολλανδικές Αντίλλες φαίνονταν να είναι μάλλον ήσσονος σημασίας. Επιπλέον, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή της Επιτροπής Καταγωγής επί του γεγονότος ότι η προθεσμία των 60 εργάσιμων ημερών, την οποία προβλέπει η οικεία κανονιστική ρύθμιση, είχε αρχίσει να τρέχει την 1η Ιουνίου 1992.
10 Στις 31 Ιουλίου 1992 η Επιτροπή απέστειλε στην Ολλανδική Κυβέρνηση έγγραφο με το οποίο τόνιζε ότι έπρεπε να διασαφηνιστούν ορισμένα ζητήματα πριν εκδοθεί απόφαση επί της αιτήσεως για παρέκκλιση. Η Επιτροπή παρατήρησε επίσης, με το έγγραφο αυτό, ότι η προθεσμία των 60 εργάσιμων ημερών θα άρχιζε να τρέχει μόλις παραλάμβανε επαρκή στοιχεία επί των ζητημάτων αυτών.
11 Με έγγραφο της 18ης Αυγούστου 1992, η Ολλανδική Κυβέρνηση παρέπεμψε την Επιτροπή, όσον αφορά ορισμένα σημεία που είχαν τεθεί με το έγγραφο της 31ης Ιουλίου 1992, στα στοιχεία που περιέχονταν στο τυποποιημένο έντυπο που είχε επισυναφθεί στην αίτηση για παρέκκλιση, προσθέτοντας ότι οι παρατηρήσεις της Επιτροπής αφορούσαν την εκτίμηση της αιτήσεως επί της ουσίας. Εξάλλου, κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Καταγωγής της 7ης Οκτωβρίου 1992, ο Ολλανδός αντιπρόσωπος δήλωσε ότι η προθεσμία των 60 εργάσιμων ημερών είχε λήξει στις 31 Αυγούστου 1992 και ότι η αίτηση για παρέκκλιση έπρεπε να θεωρηθεί ότι είχε γίνει σιωπηρώς δεκτή.
12 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδέκτες της οποίας ήσαν οι Κάτω Χώρες και οι Ολλανδικές Αντίλλες, η Επιτροπή απέρριψε την εν λόγω αίτηση για παρέκκλιση.
13 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται κυρίως ότι το προπαρατεθέν άρθρο 30, παράγραφος 8, του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ δεν προβλέπει τη δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας των 60 εργάσιμων ημερών, η οποία εξάλλου είναι υπεραρκετή, προκειμένου η Επιτροπή Καταγωγής και η Επιτροπή να έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν πρόσθετα στοιχεία. Δεδομένου ότι ο πρόεδρος της Επιτροπής Καταγωγής παρέλαβε την αίτηση την 1η Ιουνίου 1992, η αίτηση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι έγινε σιωπηρώς δεκτή κατά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, δηλαδή πολύ πριν από τις 6 Νοεμβρίου 1992, ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
14 Αντίθετα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά το προπαρατεθέν άρθρο 30, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, οι αιτήσεις παρεκκλίσεως πρέπει, για να γίνουν δεκτές, να είναι δεόντως αιτιολογημένες και ότι η εν λόγω προθεσμία αρχίζει να τρέχει μόνον εφόσον οι αιτήσεις αυτές έχουν πλέον όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εξέταση της Επιτροπής. Εν προκειμένω, η αίτηση που υπέβαλε η Κυβέρνηση των Ολλανδικών Αντιλλών δεν περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία.
15 Ενόψει των διισταμένων αυτών απόψεων, τίθεται ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 30, παράγραφος 8, στοιχείο α', του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ, από το οποίο προκύπτει ότι η προθεσμία των 60 εργάσιμων ημερών αρχίζει να τρέχει μετά από "την παραλαβή της αίτησης εκ μέρους του προέδρου της Επιτροπής Καταγωγής".
16 Από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι, για να αρχίσει να τρέχει η προθεσμία των 60 ημερών, αρκεί η παραλαβή της από τον πρόεδρο της εν λόγω επιτροπής, εφόσον πάντως η αίτηση αυτή είναι πλήρης από τυπική άποψη.
17 Το άρθρο 30, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ, αν εξεταστεί σε συνδυασμό με την παράγραφο 2, διευκρινίζει το πότε η αίτηση πρέπει να θεωρείται ως τυπικά πλήρης. Η αίτηση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από φάκελο δικαιολογητικών, με όσο το δυνατόν πληρέστερα στοιχεία, κυρίως επί ορισμένων σημείων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2. Τα στοιχεία αυτά παρέχονται από το αιτούν κράτος μέλος ή την αιτούσα ΥΧΕ, με την υποβολή του εντύπου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 9 του παραρτήματος ΙΙ.
18 Το έντυπο αυτό περιλαμβάνει 21 στήλες, τις οποίες πρέπει να συμπληρώσει η αιτούσα χώρα. Τα απαιτούμενα στοιχεία αφορούν, μεταξύ άλλων, την εμπορική ονομασία, τη δασμολογική κατάταξη και την αξία των χρησιμοποιούμενων υλών καταγωγής τρίτων χωρών, χωρών ΑΚΕ, ΕΟΚ ή ΥΧΕ, τις κατεργασίες ή μεταποιήσεις που πρόκειται να πραγματοποιηθούν στις ίδιες αυτές χώρες, την προστιθέμενη αξία λόγω των κατεργασιών ή μεταποιήσεων αυτών, τον προβλεπόμενο ετήσιο όγκο εξαγωγών προς την Κοινότητα, την εργοστασιακή τιμή του τελικού προϊόντος, τους λόγους για τους οποίους ο κανόνας καταγωγής δεν μπορεί να πληρούται για το τελικό προϊόν, την αξία των επενδύσεων που έχουν γίνει ή πρόκειται να γίνουν, το προβλεπόμενο προσωπικό, τη διάρκεια της αιτούμενης παρεκκλίσεως και, τέλος, τις εξεταζόμενες λύσεις για την αποφυγή στο μέλλον της ανάγκης παρεκκλίσεως.
19 Αν ληφθούν υπόψη τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, για να αρχίσει εγκύρως να τρέχει η προθεσμία των 60 εργάσιμων ημερών, αρκεί στην αίτηση να εμφαίνονται πλήρως, από τυπική άποψη, τα απαιτούμενα στοιχεία, ώστε η Επιτροπή Καταγωγής και η Επιτροπή να είναι σε θέση να αποφασίσουν, κατόπιν εξετάσεως των ουσιαστικών ζητημάτων, αν θα τη δεχτούν ή θα την απορρίψουν. Κατά συνέπεια, για να αρχίσει να τρέχει η εν λόγω προθεσμία, δεν είναι αναγκαίο τα παρεχόμενα στοιχεία να θεωρούνται από την Επιτροπή ως αιτιολογούντα την αίτηση. Το ζήτημα δηλαδή αν η αίτηση είναι πλήρης από τυπική άποψη είναι διαφορετικό από την επί της ουσίας εκτίμησή της.
20 'Οταν η αίτηση είναι τυπικά πλήρης, υπό την προεκτεθείσα έννοια, και η εν λόγω προθεσμία έχει εγκύρως αρχίσει να τρέχει, η απόφαση περί αποδοχής ή απορρίψεως της αιτήσεως πρέπει να ληφθεί εντός της προθεσμίας αυτής. Οι υπό εξέταση διατάξεις δεν αποκλείουν πάντως την ευχέρεια της Επιτροπής να ζητήσει πρόσθετα στοιχεία, χωρίς να διακόπτεται ή να παρατείνεται η εν λόγω προθεσμία, και, αν τα στοιχεία αυτά δεν παρασχεθούν εγκαίρως, να λάβει την απόφασή της βάσει των στοιχείων που διαθέτει. Εφόσον πάντως καμία απόφαση δεν εκδοθεί εντός της προθεσμίας αυτής, θεωρείται ότι η αίτηση έγινε δεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 8, στοιχείο β'.
21 Η ορθότητα της ανωτέρω ερμηνείας επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η εν λόγω προθεσμία προβλέφθηκε για πρώτη φορά σε σχέση με το καθεστώς συνδέσεως από την απόφαση ΥΧΕ, της 25ης Ιουλίου 1991.
22 Αυτό το καθεστώς συνδέσεως με τις υπερπόντιες χώρες και τα υπερπόντια εδάφη, το οποίο προβλέπεται από τα άρθρα 131 έως 136 της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι ευνοϊκό για τις χώρες αυτές και τα εδάφη αυτά, καθόσον αποβλέπει στη διευκόλυνση της οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεώς τους. Η ευνοϊκή αυτή στάση εκφράζεται αφενός με την προβλεπόμενη ατελή εισαγωγή στην Κοινότητα των εμπορευμάτων καταγωγής ΥΧΕ και αφετέρου με τις παρεκκλίσεις από τους κανόνες καταγωγής, τις οποίες προέβλεψε το άρθρο 30 του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ, του οποίου η προπαρατεθείσα παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ορίζει ότι η Κοινότητα "αποδέχεται όλες τις αιτήσεις που αιτιολογούνται δεόντως (...)". Οι διατάξεις για τον ορισμό της έννοιας των "προϊόντων καταγωγής" πρέπει συνεπώς να ερμηνεύονται με βάση αυτή την από πάσης απόψεως ευνοϊκή στάση της Κοινότητας έναντι των ΥΧΕ και έναντι των αιτήσεων που δεν μπορούν να προξενήσουν σοβαρή ζημία σε οικονομικό τομέα της Κοινότητας.
23 Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι οι σκοποί που επιδιώκονται με την καθιέρωση της εν λόγω προθεσμίας δεν μπορεί να είναι παρά η ταχεία και αποτελεσματική εξέταση εκ μέρους των κοινοτικών αρχών των αιτήσεων για παρέκκλιση από τους κανόνες καταγωγής, καθώς και η τήρηση της ασφάλειας δικαίου.
24 Μόνον η ανωτέρω ερμηνεία μπορεί να εξασφαλίσει την ταχεία διασαφήνιση της καταστάσεως χάρη στην εμπρόθεσμη αποδοχή ή απόρριψη της αιτήσεως. Η ερμηνεία αυτή εξυπηρετεί εξάλλου το συμφέρον των ενδιαφερομένων ΥΧΕ, αφού οι ΥΧΕ έχουν τη δυνατότητα, σε περίπτωση απορρίψεως, είτε να υποβάλουν αμέσως την απορριπτική απόφαση στον έλεγχο του Δικαστηρίου είτε να υποβάλουν ταχέως νέα αίτηση, την οποία θα συμπληρώσουν σύμφωνα με τα στοιχεία που θα περιέχονται στην αιτιολογία της απορριπτικής αποφάσεως.
25 Αντίθετα, η ερμηνεία την οποία προτείνει η Επιτροπή ενέχει σύγχυση μεταξύ του χρονικού σημείου κατά το οποίο αρχίζει να τρέχει η εν λόγω προθεσμία και της εξετάσεως της αιτήσεως επί της ουσίας. Η ερμηνεία αυτή δίνει επιπλέον στα κοινοτικά όργανα τη δυνατότητα να καθυστερούν τη διαδικασία και δημιουργεί, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση επί της ουσίας, αβεβαιότητα ως προς το αν έχει ήδη αρχίσει να τρέχει η προθεσμία. Οι συνέπειες αυτές θα ήσαν αντίθετες προς τους προεκτεθέντες σκοπούς του καθεστώτος συνδέσεως και προς την ασφάλεια δικαίου.
26 Εν προκειμένω, από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης πράξεως δεν αποδεικνύεται ότι η επίμαχη αίτηση δεν ήταν πλήρης από τυπική άποψη, αλλά συνάγεται ότι η Επιτροπή, αφού εξέτασε πρώτα την ουσία της αιτήσεως, εξέφρασε αμφιβολίες ως προς την αιτιολόγησή της και ζήτησε πρόσθετα στοιχεία από τους ενδιαφερομένους. Δεδομένου ότι η αίτηση αυτή της Επιτροπής δεν μπορούσε να διακόψει την προθεσμία των 60 εργάσιμων ημερών, έπρεπε να θεωρηθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 30, παράγραφος 8, στοιχείο β', ότι η αίτηση της Κυβερνήσεως των Ολλανδικών Αντιλλών έγινε σιωπηρώς δεκτή κατά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας.
27 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη, επειδή η Επιτροπή δεν ήταν πλέον κατά χρόνο αρμόδια να απορρίψει την αίτηση, κατόπιν της σιωπηρής αποδοχής της, και συνεπώς η απόφαση αυτή πρέπει να ακυρωθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση C (92) 2655 τελικό της Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 1992, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση των Ολλανδικών Αντιλλών περί εγκρίσεως παρεκκλίσεως από το καθεστώς των προϊόντων καταγωγής, όσον αφορά τις γραμμένες βιντεοκασέτες του κωδικού 8524 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy