Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία * Κοινή γεωργική πολιτική * Σύστημα των πράσινων ισοτιμιών * Αναπροσαρμογή των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών στο πλαίσιο της καταργήσεως των νομισματικών εξισωτικών ποσών - Μείωση των τιμών των γεωργικών προϊόντων, εκφραζομένων σε γερμανικά μάρκα * Παροχή από την κοινοτική νομοθεσία της άδειας για τη χορήγηση ειδικής ενισχύσεως στους γερμανούς παραγωγούς προς αντιστάθμιση της μειώσεως του εισοδήματός τους * Χορήγηση της ενισχύσεως στους εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη παραγωγούς για τις εξαγωγές τους προς τη Γερμανία * Αποκλείεται * Χορήγηση ενισχύσεως βάσει αποκλειστικώς και μόνο του εθνικού δικαίου * Δεν επιτρέπεται
(Κανονισμός 855/84 του Συμβουλίου, άρθρο 3)
Περίληψη
Η ειδική ενίσχυση την οποία η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μπορεί, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 855/84, να χορηγήσει, κάνοντας χρήση του μηχανισμού του ΦΠΑ, στους γερμανούς παραγωγούς γεωργικών προϊόντων αποσκοπεί στην αντιστάθμιση, για τους παραγωγούς αυτούς, της μειώσεως των τιμών και της συνακόλουθης μειώσεως του γεωργικού εισοδήματος κατόπιν της αναπροσαρμογής της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή σε μάρκα των ποσών τα οποία καθορίζονται σε ECU από την κοινοτική γεωργική νομοθεσία. Δεδομένου ότι η εν λόγω μείωση των τιμών σε μάρκα, η οποία συνδέεται με την αντίστοιχη κατάργηση των θετικών νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων στη Γερμανία, δεν έχει αρνητικές επιπτώσεις στους παραγωγούς των άλλων κρατών μελών οι οποίοι εξάγουν τα προϊόντα τους προς τη Γερμανία, η χορήγηση της προαναφερθείσας ενισχύσεως στους εισαγωγείς θα τους παρείχε αδικαιολόγητο πλεονέκτημα από πλευράς ανταγωνισμού.
Για τον λόγο αυτόν, το άρθρο 3 του κανονισμού 855/84 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει τη χορήγηση, εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ειδικής ενισχύσεως σε παραγωγούς γεωργικών προϊόντων οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και εξάγουν τα προϊόντα τους προς τη Γερμανία, όπου τα προϊόντα αυτά πωλούνται σε γερμανούς πελάτες. Εξάλλου, λαμβανομένων υπόψη των αρχών της κοινής γεωργικής πολιτικής και του περιορισμού των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών που αυτή συνεπάγεται, ο κανονισμός 855/84 δεν επιτρέπει τη χορήγηση, σε παραγωγούς γεωργικών προϊόντων που δεν είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος το οποίο εφαρμόζει θετικά εξισωτικά ποσά, οποιασδήποτε ειδικής ενισχύσεως που προβλέπεται από το φορολογικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-438/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Baden-Wuerttemberg προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Rustica Semences SA
και
Finanzamt Kehl,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 855/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για τον υπολογισμό και την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 90, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος (εισηγητή), F. A. Schockweiler και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Rustica Semances SA, μέσω της εταιρίας ορκωτών λογιστών Wollert-Elmendorff Deutsche Industrie-Treuhand GmbH, εκπροσωπουμένης από τους Wolfgang Grewe και Ludwig Spaegele,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Ulrich Woelker, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Rustica Semances SA, εκπροσωπουμένης από την εταιρία Wollert-Elmendorff Deutsche Industrie-Treuhand GmbH, την οποία εκπροσώπησε ο Peter Loehlein, της Finanzamt Kehl, εκπροσωπουμένης από τον Wolfgang Klatt, διευθυντή, και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου 1994,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Απριλίου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 9ης Δεκεμβρίου 1992, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 31 Δεκεμβρίου 1992, το Finanzgericht Baden-Wuerttemberg (Γερμανία) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 855/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για τον υπολογισμό και την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 90, σ. 1).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Rustica Semences SA (στο εξής: Rustica), εταιρίας γαλλικού δικαίου εγκατεστημένης στο Blagnac της Γαλλίας, και της εφορίας του Kehl (Γερμανία, στο εξής: Finanzamt Kehl) σχετικά με κάποια έκπτωση φόρου.
3 Η Rustica ασκεί στη Γαλλία δραστηριότητες με αντικείμενο τη βελτίωση των φυτών και την παραγωγή σπόρων, εξάγει δε τα προϊόντα της, μεταξύ άλλων, στη Γερμανία, όπου υπόκειται στον φόρο προστιθεμένης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ). Με τις φορολογικές της δηλώσεις όσον αφορά τον ΦΠΑ για τα οικονομικά έτη 1986 και 1987, ζήτησε να τύχει της φορολογικής εκπτώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 24, στοιχείο a του Umsatzsteuergesetz (γερμανικού νόμου περί φόρου κύκλου εργασιών, στο εξής: UStG). Το άρθρο αυτό θεσπίζει ειδική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 855/84.
4 Η πρώτη, δεύτερη και δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 855/84 έχουν ως εξής:
Εκτιμώντας:
ότι στον γεωργικό τομέα η νομισματική αστάθεια οδήγησε στην εισαγωγή ειδικών συντελεστών μετατροπής, σκοπός των οποίων είναι να εξασφαλίσουν τη σταθερότητα της τιμής των γεωργικών προϊόντων ότι η εφαρμογή των αντιπροσωπευτικών αυτών ισοτιμιών οδηγεί σε επίπεδα τιμών που διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο ότι στις συναλλαγές οι διαφορές αυτές των τιμών έπρεπε να αντισταθμιστούν με την εφαρμογή των νομισματικών εξισωτικών ποσών ότι αυτό το καθεστώς δημιούργησε δυσχέρειες
ότι η πείρα απέδειξε ότι η επαναφορά του γεωργικού τομέα στην οικονομική πραγματικότητα μέσω της ευθυγράμμισης των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών με τις κεντρικές ισοτιμίες είναι δύσκολο να επιτευχθεί, κυρίως για τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν θετικά ΝΕΠ, η κατάργηση των οποίων επιφέρει μείωση των τιμών σε εθνικό νόμισμα
(...)
ότι η προσαρμογή των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών στη Γερμανία και στις Κάτω Χώρες επιφέρει μείωση των τιμών σε εθνικό νόμισμα και, κατά συνέπεια, μείωση του γεωργικού εισοδήματος ότι για αντιστάθμιση πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα χορήγησης εθνικών ενισχύσεων, στη χρηματοδότηση των οποίων θα συμμετάσχει η Κοινότητα κατά προσωρινό και φθίνοντα τρόπο.
5 Το άρθρο 3 του κανονισμού 855/84 έχει ως εξής:
1. Θεωρείται ως συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά η ειδική ενίσχυση που χορηγείται στους γερμανούς παραγωγούς γεωργικών προϊόντων υπό τους όρους που αναφέρονται παρακάτω.
2. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εξουσιοδοτείται να χορηγήσει την ειδική ενίσχυση με πληρωμή αναφερόμενη στην τιμολόγηση ή στη δήλωση του ΦΠΑ, χρησιμοποιώντας τον ΦΠΑ ως μέσο.
Το ποσό αυτής της ενίσχυσης δεν μπορεί να υπερβεί το 3 % της τιμής χωρίς ΦΠΑ που πληρώνει ο αγοραστής του γεωργικού προϊόντος.
6 Αυτό το ανώτατο όριο 3 % αυξήθηκε σε 5 % για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1984 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1988 με την απόφαση 84/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1984, για ενίσχυση παρεχόμενη στους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΕΕ L 185, σ. 41).
7 Για τη χορήγηση, υπό μορφή εκπτώσεως του ΦΠΑ, της ειδικής ενισχύσεως που προβλέπεται από το προπαρατεθέν άρθρο 3, απαιτήθηκε τροποποίηση του κοινού συστήματος ΦΠΑ. Κατά συνέπεια, το άρθρο 2 της εικοστής οδηγίας 85/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 1985, όσον αφορά την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τους φόρους κύκλου εργασιών * κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: παρεκκλίσεις όσον αφορά τις ειδικές ενισχύσεις που χορηγούνται σε ορισμένους γεωργούς ως αντιστάθμιση για την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 192, σ. 18), προβλέπει ότι ο ΦΠΑ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για τη χορήγηση της ενισχύσεως μόνον εντός των ποσοστών που προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 855/84 και μόνον έως τις 31 Δεκεμβρίου 1991.
8 H Finanzamt Kehl, θεωρώντας ότι η φορολογική έκπτωση που προβλέπεται από το άρθρο 24, στοιχείο a του UStG ισχύει μόνο για τις γερμανικές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στη Γερμανία, απέρριψε το αίτημα της Rustica για τη χορήγηση εκπτώσεως, με την αιτιολογία ότι η επιχείρηση αυτή είναι εγκατεστημένη στη Γαλλία.
9 Η Rustica προσέφυγε κατά της αρνητικής αυτής αποφάσεως ενώπιον του Finanzgericht Baden-Wuerttemberg, το οποίο, θεωρώντας ότι η κρίση του εξαρτάται από την ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού 855/84, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
"1. Συμβιβάζεται με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του τίτλου ΙΙ του κανονισμού (ΕΟΚ) 855/84 του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90, σ. 1), το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας χορηγεί ειδική ενίσχυση σε παραγωγό γεωργικών προϊόντων που δεν είναι εγκατεστημένος στη Γερμανία, αλλά σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ο οποίος όμως εξάγει τα προϊόντα του από τη χώρα παραγωγής στη Γερμανία και τα πωλεί στη γερμανική αγορά γεωργικών προϊόντων προς γερμανούς αγοραστές;
2. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Απαγορεύει άμεσα το άρθρο 3 του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 855/84 τη χορήγηση της ειδικής ενισχύσεως που προβλέπεται στο γερμανικό φορολογικό δίκαιο σε παραγωγούς γεωργικών προϊόντων που δεν είναι εγκατεστημένοι στη Γερμανία, χορήγηση που αντιβαίνει στην παράγραφο 1;"
Επί του πρώτου ερωτήματος
10 Ενόψει της διατυπώσεως του ερωτήματος αυτού, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί του κατά πόσον ορισμένη εθνική διάταξη συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο (βλ. μεταξύ άλλων απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1993, C-188/91, Deutsche Shell, Συλλογή 1993, σ. Ι-363, σκέψη 27). Είναι, ωστόσο, αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα στοιχεία ερμηνείας που αφορούν το κοινοτικό δίκαιο και τα οποία θα επιτρέψουν στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει το συμβιβαστό των εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο προκειμένου να αποφανθεί επί της υποθέσεως που του έχει υποβληθεί (βλ. απόφαση της 9ης Ιουλίου 1992, C-131/91, K Line Air Service Europe, Συλλογή 1992, σ. Ι-4513, σκέψη 10).
11 Συνεπώς, το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να εκληφθεί υπό την έννοια ότι ζητείται να διευκρινιστεί κατά πόσον το άρθρο 3 του κανονισμού 855/84 επιτρέπει ή δεν επιτρέπει τη χορήγηση, εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ειδικής ενισχύσεως σε παραγωγούς γεωργικών προϊόντων οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και εξάγουν τα προϊόντα τους προς τη Γερμανία, όπου τα προϊόντα αυτά πωλούνται σε γερμανούς πελάτες.
12 Παρατηρείται, συναφώς, ότι τροποποίηση της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας μετατροπής, η οποία, κατά τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 855/84, απέβλεπε στην επαναφορά του γεωργικού τομέα στην οικονομική πραγματικότητα, προκάλεσε μείωση των τιμών παρεμβάσεως και των κοινοτικών ενισχύσεων, εκφραζομένων σε γερμανικά μάρκα (DM). Σύμφωνα με τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη, η εθνική ειδική ενίσχυση αποσκοπεί ακριβώς στην αντιστάθμιση της συνακόλουθης μειώσεως του γεωργικού εισοδήματος.
13 Αντιθέτως, η μείωση των τιμών σε DM, η οποία συνδέεται με την αντίστοιχη κατάργηση των θετικών νομισματικών εξισωτικών ποσών, δεν έχει επίδραση επί των τιμών κατά την εισαγωγή στη Γερμανία. Κατά συνέπεια, δεν απαιτείται καμία πρόσθετη αντιστάθμιση για τη μείωση των εκφραζομένων σε DM τιμών, δεδομένου ότι ήδη, με την τροποποίηση των θετικών νομισματικών εξισωτικών ποσών, εξασφαλίζεται μια αντιστάθμιση συνιστάμενη στη μείωση της εισφοράς κατά την εισαγωγή. Συνεπώς, η χορήγηση ειδικής ενισχύσεως στους εισαγωγείς θα αποτελούσε υπεραντιστάθμιση και θα τους παρείχε αδικαιολόγητο πλεονέκτημα από πλευράς ανταγωνισμού.
14 Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 3 του κανονισμού 855/84 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει τη χορήγηση, εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ειδικής ενισχύσεως σε παραγωγούς γεωργικών προϊόντων οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και εξάγουν τα προϊόντα τους προς τη Γερμανία, όπου τα προϊόντα αυτά πωλούνται σε γερμανούς πελάτες.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
15 Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν, ενόψει της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, οι γερμανικές αρχές μπορούν παραταύτα να χορηγούν άμεσα σε παραγωγούς γεωργικών προϊόντων που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος ειδική ενίσχυση προβλεπόμενη από το γερμανικό φορολογικό δίκαιο.
16 Η ειδική ενίσχυση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης αποτελεί μέτρο κοινής γεωργικής πολιτικής, που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Δεν είναι δυνατόν να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν εθνικά μέτρα αντιβαίνοντα στην κοινοτική νομοθεσία.
17 Όπως διευκρινίστηκε ανωτέρω, η ειδική ενίσχυση θεσπίστηκε αποκλειστικά και μόνο προς αντιστάθμιση της μειώσεως του εισοδήματος των γεωργών των κρατών μελών που εφαρμόζουν θετικά εξισωτικά ποσά. Ως εκ τούτου, σε κάθε άλλη περίπτωση η χορήγηση ειδικής ενισχύσεως απαγορεύεται.
18 Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι ο κανονισμός 855/84 δεν επιτρέπει τη χορήγηση, σε παραγωγούς γεωργικών προϊόντων που δεν είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος το οποίο εφαρμόζει θετικά εξισωτικά ποσά, οποιασδήποτε ειδικής ενισχύσεως που προβλέπεται από το φορολογικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 9ης Δεκεμβρίου 1992, το Finanzgericht Baden-Wuerttemberg, αποφαίνεται:
1) Tο άρθρο 3 του κανονισμού (EOK) 855/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για τον υπολογισμό και την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει τη χορήγηση, εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ειδικής ενισχύσεως σε παραγωγούς γεωργικών προϊόντων οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και εξάγουν τα προϊόντα τους προς τη Γερμανία, όπου τα προϊόντα αυτά πωλούνται σε γερμανούς πελάτες.
2) Ο κανονισμός 855/84 δεν επιτρέπει τη χορήγηση, σε παραγωγούς γεωργικών προϊόντων που δεν είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος το οποίο εφαρμόζει θετικά εξισωτικά ποσά, οποιασδήποτε ειδικής ενισχύσεως που προβλέπεται από το φορολογικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.
Full & Egal Universal Law Academy