Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι * Προσφυγή * Βλαπτική πράξη * 'Εννοια * Δημοψήφισμα διενεργούμενο από τη διοίκηση μεταξύ των μελών του προσωπικού * Εσωτερικής φύσεως μέτρο * Αποκλείεται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Yπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
Περίληψη
Σύμφωνα με τα άρθρα 90 και 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Yπαλλήλων, μόνον οι πράξεις που θίγουν ευθέως και ατομικώς τη νομική κατάσταση των ενδιαφερομένων μπορούν να χαρακτηριστούν ως βλαπτικές γι' αυτούς.
Η απόφαση οργάνου περί διενεργείας δημοψηφίσματος μεταξύ των μελών του προσωπικού συνιστά απλώς μέτρο εσωτερικής φύσεως που δεν δημιουργεί υποχρεώσεις έναντι οιουδήποτε να συμμετάσχει στην εν λόγω διαδικασία. Η απόφαση αυτή η οποία, συνακόλουθα, ενδέχεται να τροποποιήσει κατά διακεκριμένο τρόπο τη νομική κατάσταση υπαλλήλου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βλαπτική ενέργεια, με συνέπεια η βάλλουσα κατά της οικείας αποφάσεως προσφυγή να είναι απαράδεκτη.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-32/92 P,
Αndrew Macrae Moat, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπούμενος από τον Luc Govaert, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη Lucy Dupong, 14 A, rue des Bains,
αναιρεσείων,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως ασκηθείσα κατά της διατάξεως που εξέδωσε στις 4 Δεκεμβρίου 1991 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) στην υπόθεση T-78/91, Andrew Macrae Moat κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της διατάξεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον John Forman, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: J.-G. Giraud
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Mε δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Φεβρουαρίου 1992, ο Μοat υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού (ΕΟΚ) και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών (ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ) του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 4ης Δεκεμβρίου 1991 στην υπόθεση Τ-78/91, Μοat κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-1387), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του Μoat έχουσα ως αντικείμενο, πρώτον, την ακύρωση του δημοψηφίσματος που διενήργησε η Επιτροπή στις 18 Οκτωβρίου 1991, στα πλαίσια του οποίου το προσωπικό κλήθηκε να ταχθεί υπέρ ή κατά της συμβιβαστικής λύσεως στην οποία κατέληξαν η επιτροπή των μονίμων αντιπροσώπων του Συμβουλίου και οι εκπρόσωποι του προσωπικού ως προς τη μέθοδο αναπροσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων, δεύτερον, την αναγνώριση του δικαιώματος της Association of Independent Officials for the Defence of the European Civil Service (ΤΑΟ/AFI) και άλλων συνδικαλιστικών και επαγγελματικών οργανώσεων να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της αποφάσεως του Συμβουλίου, περί θεσπίσεως διαδικασίας διαβουλεύσεως, η οποία εγκρίθηκε κατά την 713η σύνοδο στις 22 και 23 Ιουνίου 1981, και, τρίτον, την καταβολή εκ μέρους της Επιτροπής στην ΤΑΟ/ΑFΙ αποζημιώσεως ύψους 1 000 000 βελγικών φράγκων (BFR) προς παραδειγματισμό.
2 'Οσον αφορά το ιστορικό της διαφοράς μεταξύ του Μοat και της Επιτροπής το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι:
"Από τον Μάιο του 1991, οι συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις που έχουν μέλη ανήκοντα στο προσωπικό της Επιτροπής διεξήγαγαν διαπραγματεύσεις για την προσαρμογή των αποδοχών των μονίμων και μη μονίμων υπαλλήλων των Κοινοτήτων, στο πλαίσιο της αποφάσεως της 22ας και 23ης Ιουνίου 1981, η οποία θέσπισε διαδικασία συνδιαλλαγής μεταξύ του Συμβουλίου, αφενός, και του προσωπικού, εκπροσωπούμενου από τις συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις, αφετέρου, σε περίπτωση διαφορών επί των προτάσεων σχετικά με την τροποποίηση του ΚΥΚ ή την εφαρμογή των διατάξεών του. Οι διαπραγματεύσεις αυτές δεν είχαν ακόμη καταλήξει στα στάδια, όπως προβλέπουν τα σημεία ΙΙ και ΙΙΙ της αποφάσεως της 22ας και 23ης Ιουνίου 1981, των συζητήσεων με τα μέλη του Συμβουλίου και της διαδικασίας συμβιβασμού, όταν, με ανακοίνωση της 15ης Οκτωβρίου 1991, ο Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής Williamson και ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως De Koster ανήγγειλαν ότι στις 18 Οκτωβρίου 1991 θα διενεργούνταν δημοψήφισμα με μυστική ψηφοφορία, στα πλαίσια του οποίου καλούνταν οι μονίμοι και μη μόνιμοι υπάλληλοι να εκφράσουν τη γνώμη τους επί του συμβιβασμού που πρότεινε το προεδρείο της Coreper στο θέμα της μεθόδου προσαρμογής των αποδοχών. Μ' ένα άλλο υπηρεσιακό σημείωμα της 15ης Οκτωβρίου 1991, υπογραφόμενο από τον Cardoso e Cunha, μέλος της Επιτροπής, η Επιτροπή ειδοποιούσε το προσωπικό της ότι κατά τη γνώμη της οι διαπραγματεύσεις έπρεπε να σταματήσουν και το καλούσε να εγκρίνει τον προτεινόμενο συμβιβασμό. Στις 17 Οκτωβρίου 1991, ο Moat άσκησε, υπό την ιδιότητα του προέδρου του τμήματος Βρυξελλών της ΤΑΟ/ΑFΙ, διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, με την οποία ζητούσε να ανακληθούν οι δύο προαναφερθείσες ανακοινώσεις της 15ης Οκτωβρίου 1991. Το αναγγελθέν δημοψήφισμα διενεργήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1991. Οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι το δημοψήφισμα αυτό πάσχει πλημμέλειες οι οποίες προηγήθηκαν αυτού και συνεχίστηκαν κατά τη διενέργειά του και ότι η διοργάνωσή του αντέβαινε στο άρθρο 24α του ΚΥΚ που εγγυάται το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι."
3 Προκειμένου να κρίνει ως απαράδεκτη την προσφυγή του Μοat, το Πρωτοδικείο τονίζει κατ' αρχάς ότι:
"Κατ' αρχάς, καθόσον αφορά την προσφυγή που άσκησε ο Μοat, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, κάθε προσφυγής, κατά την έννοια του άρθρου 179 της Συνθήκης ΕΟΚ, υπαλλήλου κατά του οργάνου στο οποίο αυτός ανήκει πρέπει οπωσδήποτε, κατά κανόνα, να προηγείται διοικητική ένσταση η οποία να έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο ρητής αποφάσεως ή σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως. Προσφυγή που ασκείται πριν λήξει η προηγούμενη αυτή διοικητική διαδικασία είναι, λόγω του προώρου χαρακτήρος της, απαράδεκτη δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ (βλ., π.χ., διάταξη του Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 1986 στην υπόθεση 130/86, Du Besset κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1986, σ. 2619, 2621 απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Οκτωβρίου 1987 στην υπόθεση 401/85, Σχινά κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 3911, 3929 απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Ιουνίου 1990 στην υπόθεση Τ-47/89, Μarcato κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-231, ΙΙ-241)."
4 Το Πρωτοδικείο συνεχίζει, αναγνωρίζοντας ότι:
"Στην προκειμένη περίπτωση ο Μοat, ως πρόεδρος του τμήματος Βρυξελλών της ΤΑΟ/ΑFΙ, υπέβαλε διοικητική ένσταση στις 17 Οκτωβρίου 1991. Κατόπιν άσκησε την παρούσα προσφυγή, χωρίς να περιμένει να αποτελέσει η διοικητική του αυτή ένσταση αντικείμενο ρητής απορριπτικής αποφάσεως της Επιτροπής και πριν από την εκπνοή της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, η οποία ισοδυναμεί με σιωπηρή απορριπτική απόφαση. Υπό τις συνθήκες αυτές και χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθεί αν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις παραδεκτού που απαιτεί το άρθρο 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, διαπιστώνεται ότι η προσφυγή, καθόσον ασκήθηκε από τον Μοat, είναι προφανώς απαράδεκτη.
Δυνάμει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Πρωτοδικείο, όταν μια προσφυγή είναι προφανώς απαράδεκτη, μπορεί να αποφασίσει με αιτιολογημένη διάταξη, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της υποθέσεως. Δεδομένου ότι η προσφυγή, καθόσον ασκήθηκε από τον Μοat, είναι προφανώς απαράδεκτη, πρέπει να απορριφθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου αυτού, χωρίς να χρειάζεται να κοινοποιηθεί προηγουμένως η προσφυγή στην Επιτροπή."
5 Κατά το άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, εφόσον είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, χωρίς να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
6 Προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται έναν και μόνο λόγο. Κατ' αυτόν, η διενέργεια του δημοψηφίσματος στις 18 Οκτωβρίου 1991 σημαίνει απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως που ο ίδιος είχε υποβάλει στις 17 Οκτωβρίου 1991. Επομένως, κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ως πρόωρη και απαράδεκτη την προσφυγή της 30ής Οκτωβρίου 1991.
7 Η Επιτροπή τάσσεται υπέρ του απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, κυρίως για τον λόγο ότι η προσβαλλομένη από τον αναιρεσείοντα πράξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως βλαπτική.
8 Επειδή το ζήτημα αν υφίσταται βλαπτική πράξη προηγείται του αν η πριν από την άσκηση της αναιρέσεως διαδικασία εξελίχθηκε σύμφωνα προς τις προβλεπόμενες στο άρθρο 90 του ΚΥΚ προϋποθέσεις, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί το ζήτημα αυτό, αντίθετα προς την ακολουθηθείσα με την απόφαση του Πρωτοδικείου διαδικασία.
9 Σύμφωνα με πάγια νομολογία, μόνον οι πράξεις που θίγουν άμεσα και ατομικά τη νομική κατάσταση των ενδιαφερομένων μπορούν να θεωρηθούν ως βλαπτικές (βλ. διάταξη της 16ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 372/87, Προγούλης κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 3091, και απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1987 στην υπόθεση 204/85, Στρογγύλη κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1987, σ. 389).
10 Στην προκειμένη περίπτωση, η προσφυγή του προσφεύγοντος/αναιρεσείοντος αφορούσε κατ' ουσίαν την απόφαση της Επιτροπής να διενεργήσει δημοψήφισμα μεταξύ των μελών του προσωπικού της. Με Διάταξη της ιδίας ημέρας, στην υπόθεση C-322/91, το Δικαστήριο έκρινε ως απαράδεκτη την προσφυγή που άσκησε η ΤΑΟ/ΑFI κατά της ιδίας αποφάσεως, με το αιτιολογικό ότι το δημοψήφισμα που διενήργησε η Επιτροπή αποτελούσε απλώς μέτρο εσωτερικής φύσεως, χωρίς να δημιουργεί υποχρεώσεις έναντι οιουδήποτε να συμμετάσχει στη διαδικασία. Επομένως, το μέτρο αυτό δεν μπορούσε να έχει ευθεία και άμεση συνέπεια επί της νομικής καταστάσεως του προσφεύγοντος (σκέψη 9). Ομοίως, η εν λόγω απόφαση δεν τροποποιεί κατά διακεκριμένο τρόπο τη νομική κατάσταση της ΤΑΟ/ΑFΙ και δεν μπορεί, συνακόλουθα, να θεωρηθεί ως βλαπτική πράξη.
11 Ελλείψει παρομοίας πράξεως, η προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου ήταν απαράδεκτη. Επομένως, το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται σε ορθή συλλογιστική, αν και για άλλους νομικούς λόγους από τους παρατεθειμένους στην απόφαση (βλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992 στην υπόθεση C-30/01 Ρ, Lestelle κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-3755).
12 Υπό τις περιστάσεις αυτές, χωρίς να επιβάλλεται η εξέταση του λόγου που επικαλείται ο αναιρεσείων προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο λόγος αυτός είναι προδήλως αβάσιμος και, συνακόλουθα, απορριπτέος κατ' εφαρμογή του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
13 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 70 του εν λόγω κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Πάντως, δυνάμει του άρθρου 122 του κανονισμού, το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή επί των αναιρέσεων που ασκούν οι μόνιμοι ή οι λοιποί υπάλληλοι των οργάνων. Επειδή ο Μοat ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως του Μοat.
2) Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 3 Δεκεμβρίου 1992.
Full & Egal Universal Law Academy