Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Απόφαση του Πρωτοδικείου που αναιρεσιβάλλεται - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 185 Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΟΚ, άρθρο 53 Κανονισμός Διαδικασίας, άρθρο 83 PAR 2)
Περίληψη
Στο πλαίσιο της ερεύνης του βασίμου αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως αποφάσεως του Πρωτοδικείου, με την οποία ακυρούται απόφαση πληρώσεως κενής θέσεως και η οποία αναιρεσιβάλλεται ενώπιον του Δικαστηρίου, πρέπει να θεωρηθεί ότι η προϋπόθεση του επείγοντος που προβλέπει το άρθρο 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας δεν πληρούται όταν η εν λόγω θέση είχε, πριν από την ακυρωθείσα προαγωγή, διατηρηθεί κενή για περίοδο έξι μηνών, στον δε υπάλληλο που τελικά προήχθη είχε δοθεί άδεια να ασκεί τα καθήκοντά του κατά ημιαπασχόληση για περίοδο άνω του έτους. Πράγματι, ενόψει αυτών των πραγματικών γεγονότων, το θεσμικό όργανο δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η χηρεία της θέσεως κατά την εκκρεμοδικία ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να του προκαλέσει σοβαρή βλάβη, πολύ περισσότερο αφού το άρθρο 7, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων του δίνει την ευχέρεια να προσφύγει στο θεσμό του interim με ανώτατη χρονική διάρκεια το έτος.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-35/92 P-R,
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον Jorge Campinos, jurisconsultum, επικουρούμενο από τον D. Petersheim, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γενική Γραμματεία του Κοινοβουλίου, Kirchberg,
αιτούν,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1991, στην υπόθεση Τ-169/89, μεταξύ Erik Dan Frederiksen και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
με αντίδικο τον
Erik Dan Frederiksen, υπάλληλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενο από τον G. Vandersanden, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο A. Schmitt, 62, avenue Guillaume,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
κωλυόμενος, αναθέσας στον Πρόεδρο του πρώτου και πέμπτου τμήματος την παρούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΚΑΙ ΠΕΜΠΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ,
κρίνοντας δυνάμει των άρθρων 11 και 85, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Φεβρουαρίου 1992, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (στο εξής: Κοινοβούλιο) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του οργανισμού ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1991, με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση του Προέδρου του Κοινοβουλίου, της 3ης Ιουλίου 1989, περί προαγωγής της X στη θέση του γλωσσικού συμβούλου στο τμήμα δανικής μεταφράσεως (Γενική Διεύθυνση Μεταφράσεως και Γενικών Υπηρεσιών) κατόπιν της δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως κενής θέσεως 5809 (ΡΕ 128908).
2 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, το Κοινοβούλιο υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ, καθώς και των άρθρων 83 και 118 του Κανονισμού Διαδικασίας, αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας την αναστολή εκτελέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
3 Ο προσφεύγων ενώπιον του Πρωτοδικείου κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 19 Μαρτίου 1992 και το Δικαστήριο άκουσε τις προφορικές εξηγήσεις των διαδίκων στις 26 Μαρτίου 1992.
4 Προεισαγωγικά, πρέπει να υπομνηστούν συνοπτικά τα περιστατικά που οδήγησαν το Πρωτοδικείο στην ακύρωση της προαναφερθείσας απόφασης του Κοινοβουλίου, όπως προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
5 Στις 9 Ιανουαρίου 1989, το Κοινοβούλιο δημοσίευσε την ανακοίνωση κενής θέσεως 5809, που αφορούσε μια θέση γλωσσικού συμβούλου βαθμού LA 3 στο τμήμα δανικής μεταφράσεως. Μεταξύ των προσόντων και γνώσεων που ζητούσε αυτή η ανακοίνωση κενής θέσεως υπήρχε και η "γνώση των εφαρμοσμένων τεχνικών πληροφορικής στις εργασίες επεξεργασίας".
6 Τρία μέλη του τμήματος της δανικής μεταφράσεως, ο Erik Dan Frederiksen, o Υ και η X υπέβαλαν την υποψηφιότητά τους κατόπιν της ανωτέρω δημοσιεύσεως.
7 Με έγγραφο της 2ας Φεβρουαρίου 1989 που έστειλε στο Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως VII "Μετάφραση και Γενικές Υπηρεσίες" (στο εξής: ΓΔ VII), ο Διευθυντής Μεταφράσεως και Ορολογίας πρότεινε τον διορισμό του Frederiksen στη θέση του γλωσσικού συμβούλου. Για την πρότασή του αυτή στηρίχτηκε, μεταξύ άλλων, στην πείρα του προταθέντος στο πεδίο της πληροφορικής. Με έγγραφο της 10ης Μαρτίου 1989 ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ VII προέτεινε στο Διευθυντή Διοικήσεως, Προσωπικού και Οικονομικών την προαγωγή της X στην εν λόγω θέση, "έστω και αν η υποψηφία είναι προς το παρόν υποχρεωμένη να εργάζεται με ημιαπασχόληση για λόγους οικογενειακούς". Η πρόταση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο διαφόρων διαμαρτυριών, μεταξύ των οποίων του διευθυντή μεταφράσεως και oρολογίας, καθώς και του προϊσταμένου του τμήματος δανικής μεταφράσεως, για τον λόγο ιδίως ότι η X δεν είχε γνώσεις εφαρμοσμένων τεχνικών πληροφορικής στις εργασίες επεξεργασίας. Ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ VII ενέμεινε παρά ταύτα στην αρχική του πρόταση στο έγγραφο που απηύθυνε στις 7 Ιουνίου 1989 στο Γενικό Διευθυντή του Κοινοβουλίου.
8 Στις 3 Ιουλίου 1989, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, υπό την ιδιότητα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ), προήγαγε την X στη θέση του γλωσσικού συμβούλου, στον βαθμό LA 3, από 1ης Ιουνίου 1989.
9 Στις 12 Ιουλίου 1989, ο Frederiksen υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως προαγωγής της X.
10 Με έγγραφο της 29ης Νοεμβρίου 1989, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου πληροφόρησε τον Frederiksen για την απόρριψη της ενστάσεώς του.
11 Μετά την προαγωγή της, η X ζήτησε και έλαβε, στις 4 Δεκεμβρίου 1989, την άδεια να εργάζεται με ημιαπασχόληση ως τις 30 Σεπτεμβρίου 1990.
12 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Δεκεμβρίου 1989, ο Frederiksen άσκησε προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία προήχθη η X.
13 Στην απόφασή του, αφού απέρριψε μια ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Κοινοβούλιο, το Πρωτοδικείο τονίζει ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως αποτελεί το πλαίσιο νομιμότητας που η ΑΔΑ επιβάλλει σ' αυτήν την ίδια. Φρονεί κατ' ακολουθία ότι είναι αρμόδιο να εξακριβώσει αν υφίσταται "αντικειμενική αντιστοιχία" μεταξύ των απαιτήσεων της εν λόγω ανακοινώσεως και των προσόντων της υποψήφιας που έγινε δεκτή. Σχετικά με το θέμα αυτό το Πρωτοδικείο τονίζει κατ' αρχάς ότι η απαίτηση γνώσεως εφαρμοσμένων τεχνικών πληροφορικής στις εργασίες επεξεργασίας αντιστοιχούσε στην ανάγκη χρήσεως νέων τεχνολογιών για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της διευθύνσεως μεταφράσεως. Περαιτέρω διαπιστώνει βάσει πραγματογνωμοσύνης την οποία διέταξε, ότι η X δεν είχε τις γνώσεις πληροφορικής που απαιτούσε η ανακοίνωση κενής θέσεως, όπως έπρεπε να ερμηνευθούν αντικειμενικά. Καταλήγει δε στο ότι, κρίνοντας ότι η X πληρούσε αυτές τις προϋποθέσεις, η ΑΔΑ υπερέβη τα όρια που η ίδια είχε θέσει σ' αυτήν ως προς τις δυνατότητές της επιλογής.
14 Το Πρωτοδικείο ελέγχει κατόπιν τον τρόπο με τον οποίο η ΑΔΑ προέβη στη συγκριτική έρευνα των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων όπως προβλέπει το άρθρο 45 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ). Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει σχετικά ότι η μόνη συγκριτική εκτίμηση που ήρθε σε γνώση της ΑΔΑ, για να διαφωτιστεί επί της ληπτέας αποφάσως, ήταν εκείνη που αναφερόταν στο σημείωμα της 10ης Μαρτίου 1989 του Γενικού Διευθυντή της ΓΔ VII. 'Ετσι, σύμφωνα με το Πρωτοδικείο, το σημείωμα αυτό ήταν ατελές και προδήλως πεπλανημένο από πραγματικής και νομικής απόψεως. Κατ' αρχάς δεν ανέφερε ούτε τις γνώσεις ούτε την πείρα των τριών υποψηφίων στο πεδίο της πληροφορικής. Κατόπιν περιείχε ένα σφάλμα στη σύγκριση των εκθέσεων κρίσεως, δεδομένου ότι η X και ο Frederiksen, αντίθετα απ' ό,τι διαβεβαίωνε το έγγραφο αυτό, ήσαν ίσοι όσον αφορά τον αριθμό των βαθμών "άριστα" που είχαν λάβει.
15 Το Πρωτοδικείο κρίνει κατόπιν αυτού ότι, εκδίδοντας την προσβαλλομένη απόφαση, η ΑΔΑ απομακρύνθηκε από το πλαίσιο νομιμότητας που η ίδια έθεσε σ' αυτήν με την ανακοίνωση κενής θέσεως και ότι περαιτέρω η εκτίμησή της ήταν προδήλως πεπλανημένη, τόσο κατά την εξακρίβωση των προσόντων που απαιτούσε αυτή η ανακοίνωση, όσο και κατά τη σύγκριση των αντιστοίχων ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων.
16 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο αποφάσισε να κάνει δεκτούς τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε ο Frederiksen και να ακυρώσει την απόφαση του Προέδρου του Κοινοβουλίου περί προαγωγής της X στη θέση του γλωσσικού συμβούλου της δανικής γλώσσας.
17 Ως προς την παρούσα αίτηση αναστολής πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 53 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ, η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν έχει κατ' αρχήν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Κατ' εφαρμογή όμως των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Συνθηκών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ, το Δικαστήριο μπορεί, αν κρίνει ότι το απαιτούν οι περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
18 Δυνάμει του άρθρου 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η απόφαση που διατάσσει την αναστολή, κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, προϋποθέτει την ύπαρξη περιστατικών που θεμελιώνουν το επείγον της υποθέσεως και πραγματικών και νομικών λόγων που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη χορήγηση της αναστολής. Κατά πάγια νομολογία, το επείγον της υποθέσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη προσωρινής κρίσεως προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης στον διάδικο που ζητεί την προσωρινή προστασία.
19 'Οσον αφορά την προϋπόθεση του επείγοντος, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι η άμεση εκτέλεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου στερεί το τμήμα της δανικής μεταφράσεως από τον γλωσσικό του σύμβουλο. Κατά την προφορική εξέταση, προσέθεσε ότι, λαμβανομένου υπόψη του σημερινού φόρτου εργασίας του Κοινοβουλίου, θα πρέπει να πληρωθεί όσο το δυνατό ταχύτερο η εν λόγω θέση. Υπογράμμισε εξάλλου ότι η δημοσίευση νέας ανακοινώσεως κενής θέσεως ή η τοποθέτηση υπαλλήλου ad interim θα κινδύνευε να προκαλέσει νέες προσφυγές, τόσο εκ μέρους του Frederiksen όσο και της X, για όσο χρόνο χρειαστεί ώσπου να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της αιτήσεως αναιρέσεως.
20 Πρέπει να τονιστεί σχετικά ότι, όπως υπογραμμίζει ο Frederiksen, το Πρωτοδικείο κράτησε την εν λόγω θέση κενή από την 1η Ιανουαρίου 1989, ημερομηνία αποχωρήσεως του προηγουμένου νομικού συμβούλου, ως τις 3 Ιουλίου 1989, ημερομηνία προαγωγής της X. Εξάλλου, στη X δόθηκε η άδεια να εργάζεται στη θέση αυτή με ημιαπασχόληση ως τις 30 Σεπτεμβρίου 1990. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Κοινοβούλιο κακώς υποστηρίζει ότι η χηρεία της θέσεως του συμβούλου στη δανική μετάφραση κατά τον χρόνο της εκκρεμοδικίας ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να του προκαλέσει σοβαρή ζημία.
21 'Οσον αφορά τον φόρτο εργασίας που είναι ήδη πιο σημαντικός, πρέπει να τονιστεί ότι το Κοινοβούλιο περιορίστηκε σε γενικούς ισχυρισμούς και δεν προσκόμισε κανένα αντικειμενικό στοιχείο που να επιτρέπει τη σύγκριση εν πλήρει γνώσει του θέματος της σημερινής καταστάσεως με εκείνη που υφίστατο όταν η θέση ήταν κενή ή πληρωμένη με ημιαπασχόληση.
22 Σε κάθε περίπτωση πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, του ΚΥΚ δίνει στο Κοινοβούλιο την ευχέρεια να πληρώσει την εν λόγω θέση ad interim με ανώτατο χρονικό όριο το έτος. Η δυνατότητα αυτή επιτρέπει να αποφευχθεί η χηρεία αυτής της θέσεως κατά τον χρόνο της εκκρεμοδικίας της αιτήσεως αναιρέσεως.
23 Υπό τις περιστάσεις αυτές πρέπει να διαπιστωθεί ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος, την οποία απαιτεί το άρθρο 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Κατόπιν αυτού, παρέλκει η έρευνα αν οι προβαλλόμενοι από το Κοινοβούλιο πραγματικοί και νομικοί λόγοι μπορούν να δικαιολογήσουν εκ πρώτης όψεως τη χορήγηση της αιτουμένης αναστολής.
24 Επομένως η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί.
25 Ο Frederiksen υπέβαλε με τις γραπτές παρατηρήσεις του αίτηση να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να του καταβάλει συμβολικώς ένα βελγικό φράγκο (BFR) για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της προσβολής της τιμής και της αξιοπρεπείας του καθώς και από το γεγονός της μη αναγνωρίσεως των γνώσεων και ικανοτήτων του.
26 Αρκεί να τονιστεί σχετικά ότι τέτοιο αίτημα δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Προέδρου κρίνοντος κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΚΑΙ ΠΕΜΠΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ,
αντικαθιστώντας τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων 11 και 85, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας,
κρίνοντας επί προσωρινών μέτρων,
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 3 Απριλίου 1992.
Full & Egal Universal Law Academy