Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προσφυγή ακυρώσεως * Προθεσμίες * Χρονικό σημείο μετά το οποίο αρχίζει να τρέχει μια προθεσμία * Μη κοινοποιηθείσα στην προσφεύγουσα πράξη * Υποχρέωση να ζητηθεί το πλήρες κείμενο της πράξεως εντός ευλόγου προθεσμίας ευθύς ως κατέστη γνωστή η ύπαρξή της
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 33, εδ. 3)
Περίληψη
Ανεξαρτήτως του ζητήματος αν μια απόφαση, με την οποία επιτάσσεται η ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως εμπίπτουσας στη Συνθήκη ΕΚΑΧ, θα έπρεπε να έχει κοινοποιηθεί στην ενδιαφερομένη επιχείρηση, η εν λόγω επιχείρηση δεν μπορεί να επικαλεστεί, προκειμένου να μην κηρυχθεί η προσφυγή της απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, το γεγονός ότι δεν της κοινοποιήθηκε η απόφαση, αν, καίτοι εγνώριζε την ύπαρξη της εν λόγω αποφάσεως, δεν ζήτησε να της κοινοποιηθεί αυτή εντός ευλόγου προθεσμίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-102/92,
Ferriere Acciaierie Sarde SpA, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα το Κάλλιαρι (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους Giuseppe Michele Giacomini και Giuseppe Conte, δικηγόρους Γένοβας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Ernest Arendt, 8-10, rue Mathias Hardt,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Antonino Abate, κύριο νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 91/547/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 5ης Ιουνίου 1991, σχετικά με την ενίσχυση που χορηγήθηκε από την αυτόνομη περιοχή της Σαρδηνίας υπέρ της εταιρίας Ferriere Acciaierie Sarde (ΕΕ L 298, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Zuleeg και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco, P. J. G. Kapteyn και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: J.-G. Giraud
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Μαρτίου 1992, η Ferriere Acciaierie Sarde SpA (στο εξής: FAS) ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 33, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ ή του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 91/547/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 5ης Ιουνίου 1991, σχετικά με την ενίσχυση που χορηγήθηκε από την αυτόνομη περιοχή της Σαρδηνίας υπέρ της εταιρίας Ferriere Acciaierie Sarde (ΕΕ L 298, σ. 1).
2 Στις 26 Ιανουαρίου 1989, οι ιταλικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή, αφενός, ένα σύστημα ενισχύσεων το οποίο είχε θεσπιστεί με τον περιφερειακό νόμο 41, της 14ης Σεπτεμβρίου 1987, και σκοπούσε στην προστασία του περιβάλλοντος της νήσου Σαρδηνίας μέσω μιας κατ' επιλογήν εξαφανίσεως, ανακυκλώσεως ή επαναχρησιμοποιήσεως των αποβλήτων, και, αφετέρου, μια ενίσχυση που είχε σύμφωνα με το σύστημα αυτό χορηγηθεί, το 1987, στη FAS, ύψους 1,796 δισεκατομμυρίων ιταλικών λιρών (LIT). Η Επιτροπή ενέκρινε το σύστημα αυτό υπό τον όρον ότι θα αποκλείονταν απ' αυτό οι υπαγόμενες στη Συνθήκη ΕΚΑΧ επιχειρήσεις, όρο τον οποίον οι ιταλικές αρχές αποδέχθηκαν με έγγραφο της 24ης Απριλίου 1990.
3 Με έγγραφο της 8ης Ιουνίου 1990, οι ιταλικές αρχές γνωστοποίησαν στην προσφεύγουσα ότι σκόπευαν να ζητήσουν την επιστροφή της ενισχύσεως που της είχαν καταβάλει και ότι ήταν υπό μελέτη η σχετική με την εν λόγω επιστροφή διαδικασία. Στις 26 Νοεμβρίου 1990, οι εν λόγω αρχές δήλωσαν στην Επιτροπή ότι διαπραγματεύονταν με τη FAS την επιστροφή της ενισχύσεως.
4 Ωστόσο, δοθέντος ότι δεν καταρτίσθηκε κανένα σχέδιο σχετικά με την επιστροφή αυτή, η Επιτροπή κίνησε, στις 19 Δεκεμβρίου 1990, τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 6, παράγραφος 4, της αποφάσεώς της 322/89/ΕΚΑΧ, της 1ης Φεβρουαρίου 1989, που θεσπίζει κοινοτικούς κανόνες για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 38, σ. 8), αποστέλλοντας έγγραφο οχλήσεως στις ιταλικές αρχές προκειμένου αυτές να της υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα εν λόγω μέτρα. Το έγγραφο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 7 Φεβρουαρίου 1991 (ΕΕ C 32, σ. 4) υπό τύπον ανακοινώσεως και απευθύνθηκε "στα άλλα κράτη μέλη και τους λοιπούς ενδιαφερομένους σχετικά με τις ενισχύσεις που χορήγησε η Ιταλία στην εταιρία Ferriere Acciaierie Sarde" προκειμένου και αυτοί να υποβάλουν τις σχετικές παρατηρήσεις τους.
5 'Υστερα από τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής από τις ιταλικές αρχές και μια επαγγελματική ένωση, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 5 Ιουνίου 1991, την προαναφερθείσα απόφαση 91/547, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.
6 Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η επιδότηση που χορηγήθηκε το 1987 από τις αρχές της αυτόνομης περιοχής της Σαρδηνίας στη FAS αποτελεί παράνομη κρατική ενίσχυση εφόσον δόθηκε χωρίς προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής και είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, οπότε πρέπει να καταργηθεί και να επιστραφεί. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην Ιταλική Κυβέρνηση στις 27 Ιουνίου 1991 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 29 Οκτωβρίου 1991.
7 Η FAS διευκρινίζει ότι η προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως 91/547 ασκήθηκε τόσο βάσει του άρθρου 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσο και βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, και τούτο λόγω του ότι η κατ' αυτόν τον τρόπον προσβαλλομένη απόφαση παρουσιάζει κάποια ασάφεια ως προς το αν έχει ληφθεί βάσει των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ ή των διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ.
8 Με υπόμνημα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Ιουνίου 1992, η Επιτροπή προέτεινε ένσταση απαραδέκτου σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, επικαλούμενη κατ' ουσία την εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής.
9 Με τις γραπτές της παρατηρήσεις επί της ενστάσεως αυτής, η προσφεύγουσα προέβαλε διαφόρους ισχυρισμούς αντλούμενους από την παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και των δικαιωμάτων της άμυνας, από την προβαλλόμενη άγνοιά της όσον αφορά τόσον τη λήψη της επίδικης αποφάσεως όσον και τη διαδικασία που προηγήθηκε αυτής καθώς και από το νομικώς ανυπόστατο της αποφάσεως αυτής.
10 Κατ' αυτόν τον τρόπο, η προσφεύγουσα επικαλείται, κυρίως, τη δικαιολογημένη της εμπιστοσύνη ως προς τη νομιμότητα της επίμαχης ενισχύσεως και το γεγονός ότι η απόφαση 91/547 καθώς και η ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 7 Φεβρουαρίου 1991 έπρεπε να της έχουν κοινοποιηθεί ατομικώς, ως μόνης δικαιούχου της ενισχύσεως αυτής, δοθέντος ότι δεν υποχρεούνταν, εν προκειμένω, να ελέγχει και να εξετάζει το σύνολο των δημοσιευομένων στην Επίσημη Εφημερίδα πράξεων. Η εν λόγω εταιρία υπογραμμίζει ότι, χωρίς να έχει επιδείξει αμέλεια, δεν είχε την ευκαιρία, κατά τη διοικητική διαδικασία, να υποβάλει παρατηρήσεις και ότι μόλις στις 16 Ιανουαρίου 1992 η αυτόνομη περιοχή της Σαρδηνίας της γνωστοποίησε την ύπαρξη της αποφάσεως της Επιτροπής εντέλλοντάς της να προβεί στην επιστροφή του σχετικού ποσού. Η προσφεύγουσα δηλώνει ότι δεν έλαβε αντίγραφο της αποφάσεως 91/547 από τις ιταλικές αρχές παρά μόνο με έγγραφο της 23ης Μαρτίου 1992 και κατόπιν δικής της αιτήσεως. Δοθέντος ότι ουδεμία είχε λάβει γνώση των επικρίσεων που η Επιτροπή είχε προσάψει στις ιταλικές αρχές, μόλις κατά την ημερομηνία εκείνη έμαθε το περιεχόμενο της αποφάσεως και μπόρεσε έτσι να κάνει χρήση του δικαιώματός της ασκήσεως προσφυγής. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι στο αντίγραφο της αποφάσεως που της απεστάλη, αντίθετα προς τη δημοσιευθείσα απόφαση, δεν γινόταν καμία μνεία περί "ΕΚΑΧ". Η ιταλική εταιρία, επικαλούμενη την απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 1992, Τ-79/89, Τ-84/89, Τ-85/89, Τ-86/89, Τ-89/89, Τ-91/89, Τ-92/89, Τ-94/89, Τ-96/89, Τ-98/89, Τ-102/89 και Τ-104/89, BASF κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-315), ζητεί, όπως είναι επόμενο, από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή να προσκομίσει το πρωτότυπο της αποφάσεώς της. Τέλος, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η παραβίαση των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και των δικαιωμάτων της άμυνας συνεπάγεται το νομικώς ανυπόστατο της εν λόγω αποφάσεως και, ως εκ τούτου, η προσφυγή της δεν υπόκειται στις εκ του νόμου τασσόμενες προθεσμίες.
11 Επικουρικώς, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι από όλες τις προαναφερθείσες περιστάσεις προκύπτει ότι πρόκειται για περίπτωση ανωτέρας βίας ή τυχαίου συμβάντος, κατά την έννοια του άρθρου 39 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚΑΧ.
12 Σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν μια προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη. Ενόψει των στοιχείων της υπό κρίση υποθέσεως, το Δικαστήριο αποφάσισε να εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές.
13 Προεισαγωγικώς, πρέπει να υπομνηστεί, όσον αφορά το επιχείρημα που η προσφεύγουσα αντλεί από την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και το ανυπόστατο της προσβαλλομένης πράξεως, ότι ένας συνετός επιχειρηματίας οφείλει να βεβαιώνεται σχετικά με τη συμφωνία μιας ενισχύσεως με το κοινοτικό δίκαιο (απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1990, σ. Ι-3437) και ότι, εν πάση περιπτώσει, κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιτρέπει να θεωρηθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως νομικώς ανυπόστατη.
14 Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι, ενόψει της περί του εκπροθέσμου της προσφυγής ενστάσεως της Επιτροπής, η επίδικη απόφαση στηρίζεται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ, πράγμα που σημαίνει ότι οι κανόνες της Συνθήκης αυτής είναι αυτοί που πρέπει εν προκειμένω να εφαρμοστούν.
15 Σύμφωνα με το άρθρο 33, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οι προσφυγές ακυρώσεως κατ' αποφάσεων της Επιτροπής πρέπει να ασκούνται εντός προθεσμίας ενός μήνα υπολογιζομένου κατά περίπτωση από την κοινοποίηση ή τη δημοσίευση της αποφάσεως. Δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 29 Οκτωβρίου 1991, είναι αναμφισβήτητο ότι η άσκηση της προσφυγής είναι σαφώς εκπρόθεσμη.
16 Ωστόσο, χωρίς να αμφισβητεί τον νόμιμο χαρακτήρα των προβλεπομένων από τη Συνθήκη προθεσμιών, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι, εν προκειμένω, η προθεσμία δεν άρχισε να τρέχει από την ημερομηνία της δημοσιεύσεως της επίδικης αποφάσεως, εφόσον η απόφαση αυτή έπρεπε να της έχει κοινοποιηθεί ως μόνης δικαιούχου της επίμαχης ενισχύσεως. Ελλείψει τέτοιας κοινοποιήσεως, η προθεσμία δεν μπορούσε εν προκειμένω να αρχίσει να τρέχει παρά μετά την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε ακριβώς γνώση του περιεχομένου και της αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής.
17 'Οσον αφορά το επιχείρημα που η προσφεύγουσα αντλεί από το γεγονός ότι η επίδικη απόφαση δεν της κοινοποιήθηκε, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το σύστημα που προβλέπεται από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ και από την προαναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής 322/89, αποδέκτης της αποφάσεως αυτής ήταν η Ιταλική Δημοκρατία, η οποία και υποχρεούνταν να λάβει τα αναγκαία για τη συμμόρφωσή της στην απόφαση αυτή μέτρα. Από τις σχετικές διατάξεις δεν προβλέπεται καμιά ατομική κοινοποίηση τέτοιας αποφάσεως στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις.
18 Ωστόσο, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να κριθεί αν, υπό τις περιστάσεις της προκειμένης περιπτώσεως, η επίδικη απόφαση έπρεπε να έχει κοινοποιηθεί στην προσφεύγουσα, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, στον γνωρίζοντα την ύπαρξη πράξεως που τον αφορά εναπόκειται να ζητήσει το πλήρες κείμενό της εντός εύλογης προθεσμίας (βλ. τις αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 1988, 236/86, Dillinger Huettenwerke κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 3761, σκέψη 14, και της 6ης Δεκεμβρίου 1990, C-180/88, Wirtschaftsvereinigung Eisen- und Stahlindustrie κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-4413, σκέψεις 22 έως 24). 'Ομως, δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα έλαβε γνώση της υπάρξεως της επιδίκου αποφάσεως το αργότερο όταν έλαβε το προαναφερθέν έγγραφο της 16ης Ιανουαρίου 1992 των αρχών της Σαρδηνίας. 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, το έγγραφο αυτό περιήλθε στην προσφεύγουσα στις 18 Ιανουαρίου 1992.
19 Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι μόλις στις 18 Μαρτίου 1992, δηλαδή δύο μήνες αφότου έλαβε γνώση της υπάρξεως της αποφάσεως, η προσφεύγουσα απευθύνθηκε στις αρχές της Σαρδηνίας ζητώντας το πλήρες κείμενό της, ενώ είχε ήδη, στις 10 Μαρτίου 1992, δώσει εντολή στους δικηγόρους της να προσβάλουν την ίδια αυτή απόφαση ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξ αυτού έπεται ότι η εύλογη προθεσμία για να ζητηθεί το πλήρες κείμενο της επίδικης αποφάσεως είχε, ενόψει των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, σαφώς παρέλθει και ότι η προσφυγή ασκήθηκε, εν πάση περιπτώσει, εκπροθέσμως.
20 'Οσον αφορά τον ισχυρισμό περί ανωτέρας βίας ή τυχαίου συμβάντος, πρέπει να υπομνηστεί ότι η έννοια της ανωτέρας βίας αφορά κυρίως, εφόσον εξαιρεθούν οι ιδιομορφίες των ειδικών τομέων στους οποίους χρησιμοποιείται, ασυνήθεις δυσχέρειες, ανεξάρτητες της βουλήσεως του ενδιαφερομένου προσώπου που παρίστανται ως αναπόφευκτες έστω και αν έχει καταβληθεί κάθε δυνατή επιμέλεια (απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984, 284/82, Busseni κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 557). Καμιά από τις επικαλούμενες από την προσφεύγουσα περιστάσεις δεν αποτελεί τέτοια περίπτωση ανωτέρας βίας ή τυχαίου συμβάντος.
21 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
22 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 5 Μαρτίου 1993.
Full & Egal Universal Law Academy